Για την απονομή χάριτος σε Καταλανούς πολιτικούς

Η κυβέρνηση του πρωθυπουργού της Ισπανίας και προέδρου του Σοσιαλιστικού κόμματος της χώρας, Πέδρο Σάντσεθ, έλαβε την απόφαση να απονείμει χάρη σε εννέα Καταλανούς πολιτικούς, που εν προκειμένω, διαδραμάτισαν ιδιαίτερο ρόλο στην οργάνωση και την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος του 2017

Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Η κυβέρνηση του πρωθυπουργού της Ισπανίας και προέδρου του Σοσιαλιστικού κόμματος της χώρας, Πέδρο Σάντσεθ, έλαβε την απόφαση[1] να απονείμει χάρη σε εννέα Καταλανούς πολιτικούς, που εν προκειμένω, διαδραμάτισαν ιδιαίτερο ρόλο στην οργάνωση και την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος του 2017,[2] με βασικό θέμα την έκφραση προτίμησης ή μη στην ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Καταλονίας.[3]

Σε αυτό το πλαίσιο,[4] θα αναφέρουμε πως η απόφαση της Ισπανικής κυβέρνησης, δεν εμπίπτει στην κατηγορία του ‘κλεισίματος των λογαριασμών’ με το πρόσφατο πολιτικό παρελθόν (το «παρελθόν είναι η λαβή του κροκόδειλου»,[5] γράφει ο Κύπριος ποιητής Γιώργος Ταρδίος), αλλά, αντιθέτως, στην δυνατότητα επανεκκίνησης της συζήτησης για τον επανακαθορισμό της σχέσης μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησης[6] της χώρας και των Καταλανικών αρχών, με σημεία αναφοράς, τόσο το δημοψήφισμα του 2017[7] και τις παράλληλες προεκτάσεις του, δημοψήφισμα στο οποίο η πλειοψηφία των ερωτηθέντων τάχθηκε υπέρ της ανακήρυξης της Καταλανικής ανεξαρτησίας, όσο και την διαμόρφωση των όρων για την επίτευξη της συν-διαλλαγής (μέσω διαλόγου), ιδίως από την στιγμή όπου η καχυποψία δεν έχει παρέλθει, και, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, για την επίτευξη της εθνικής συμφιλίωσης.[8]

Όπως διαβάζουμε σε σχετικό άρθρο που δημοσιεύει η διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας ‘Η Καθημερινή’: «Ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ απένειμε χάρη και στους εννέα Καταλανούς αυτονομιστές ηγέτες που έχουν φυλακιστεί για τον ρόλο τους στην αποτυχημένη απόπειρα ανεξαρτησίας της περιφέρειας αυτής το 2017, με έναν εξ αυτών να αντιδρά με μάλλον περιφρονητικό τρόπο στην είδηση της επικείμενης απελευθέρωσής του.  Ο Σάντσεθ ανακοίνωσε τις απονομές χάριτος σε τηλεοπτικό του διάγγελμα. Υπόκεινται σε όρους ενώ συνεχίζει να ισχύει η απαγόρευση να έχουν οι ηγέτες δημόσια αξιώματα.  Οι ηγέτες καταδικάστηκαν το 2019 σε ποινές κάθειρξης μεταξύ 9 και 13 ετών για τα αδικήματα της εξέγερσης και της κατάχρησης κρατικών πόρων, με στόχο να διοργανώσουν δημοψήφισμα για την απόσχιση από την Ισπανία, που οι αρχές στη Μαδρίτη απαγόρευσαν, αλλά το οποίο οδήγησε σε μια μονομερή και πρόσκαιρη κήρυξη ανεξαρτησίας».[9]

Σε αυτό το πλαίσιο,[10] έχουμε να κάνουμε με ένα δημοψήφισμα[11] (βλέπε και την μελέτη του Παπαδόπουλου για την διάκριση μεταξύ των δημοψηφισματικών διαδικασιών στην Ελβετία)[12], «το διακύβευμα του οποίου εγκρίνεται εφόσον αποσπάσει την πλειοψηφία των ψηφισάντων»,[13] για να παραπέμψουμε στην ανάλυση της Βασιλικής Γεωργιάδου, στο εγκάρσιο σημείο όπου η μεγάλη πλειοψηφία που τάχθηκε υπέρ της Καταλανικής ανεξαρτησίας (μείζον διακύβευμα), θεωρήθηκε ό,τι δύναται να εισαγάγει την Καταλονία σε μία δραστικά διαφορετική κοινωνική, πολιτική και πολιτειακή συνθήκη: Στην επίσημη κήρυξη της ανεξαρτησίας και στην εκκίνηση των διαδικασιών για την συγκρότηση ενός ανεξάρτητου Καταλανικού κράτους. Κάτι που δεν κατέστη εφικτό, συναντώντας εξ αρχής δυσκολίες.[14]

Και λέγοντας εξ αρχής αναφερόμαστε και στις εγχώριες και διεθνείς αντιδράσεις που προκάλεσε η ανακοίνωση της διενέργειας δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία της Καταλονίας, εκεί όπου, έλαβε χώρα η ‘σύγκρουση’ μεταξύ αντίρροπων δυναμικών, οι οποίες, διασταυρούμενες, μετεξελίχθηκαν σε συλλογικές αφηγήσεις. Όπως η αφήγηση περί της με κάθε τρόπο διασφάλισης της εδαφικής ακεραιότητας και υπόστασης της Ισπανίας, αφήγηση που συναρθρώθηκε με μοτίβα ‘Ισπανικότητας’[15] ως δικλείδες ασφαλείας που προστέθηκαν δίπλα στην επίσημη απαγόρευση του δημοψηφίσματος από την κεντρική κυβέρνηση της χώρας,[16] και από την άλλη, η αφήγηση με βάση την οποία και δομήθηκε ένας ‘ιστός’ διαφόρων αντιλήψεων: Η Καταλονία διαφέρει από την Ισπανία αξιακά, γλωσσικά και πολιτισμικά (ακόμη και πολιτειακά),[17] όντας κατά βάση ξεχωριστό ‘έθνος’ το οποίο και έχει όλα τα φόντα να προχωρήσει την διαδικασία ανεξαρτητοποίησης του από το κεντρικό και ‘συγκεντρωτικό’ Ισπανικό κράτος.

Θεωρούμε πως οι τάσεις, που αλληλοτροφοδοτούμενες, καλλιέργησαν το έδαφος για την επιτάχυνση των διεργασιών που οδήγησαν μη γραμμικά, προς την πραγματοποίηση του δημοψηφίσματος, ήταν, αφενός μεν το υπόδειγμα ανεξαρτητοποίησης που εκδηλώθηκε στην ευρωπαϊκή ήπειρο την διετία 2014-2016 (Κριμαία,[18] Σκωτία), υπόδειγμα που προσέδωσε δυναμική, και δη κοινωνικοπολιτική δυναμική στους αντίστοιχους Καταλανικούς σχεδιασμούς, επιτρέποντας να εκφρασθεί απενοχοποιημένα ο στόχος της ανεξαρτητοποίησης από την Ισπανία, αφετέρου δε, η εναρμόνιση του στόχου αυτού με τις δημοψηφισματικές ‘ροές’[19] έτσι όπως αναπτύχθηκαν στην Ευρώπη τα προηγούμενα χρόνια, εκεί όπου η πραγματοποίηση δημοψηφίσματος προσδιορίσθηκε εμπρόθετα, πολιτικά-τεχνικά, ως η βασική φόρμουλα για την πραγμάτωση του στόχου της ανεξαρτησίας.

Και, τελευταίο άλλα όχι έσχατο, οι τάσεις ρευστοποίησης[20] που ενυπήρξαν[21] την τελευταία δεκαετία εντός του Ισπανικού κομματικού-πολιτικού συστήματος, οι οποίες και διαδραμάτισαν ρόλο και σε επίπεδο περιφέρειας, ώστε να διαφανούν ευκρινέστερα κομματικές-πολιτικές φωνές υπέρ της διενέργειας δημοψηφίσματος αλλά και υπέρ της ανεξαρτησίας. Και αυτές οι κομματικές-πολιτικές φωνές δεν υπήρξαν απλά, αλλά ήσαν και ιδιαίτερα ενεργές.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, η Ισπανική κυβέρνηση λαμβάνει μία ορθή απόφαση, που επιτρέπει και την έναρξη και την εμβάθυνση των συζητήσεων, επιθυμώντας την σταδιακή άμβλυνση της κοινωνικής και πολιτικής έντασης, και αναγνωρίζοντας ό,τι η πολιτική επίδειξης πυγμής δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η απονομή χάριτος σε αυτονομιστές πολιτικούς, καθίσταται, πολιτικά και συμβολικά, η πρώτη κίνηση για την γεφύρωση του χάσματος και για ανάδυση του ζητήματος της ενίσχυσης των αρμοδιοτήτων των περιφερειακών κυβερνήσεων. Το μέτρο της απονομής χάρης, πρέπει να συμπληρωθεί από ανάλογες πολιτικές πρωτοβουλίες, όπως, το κάλεσμα για μία συζήτηση σε κοινοβουλευτικό επίπεδο για το ζήτημα της Καταλονίας.



[1] Βλέπε σχετικά, ‘Ισπανία: Η κυβέρνηση δίνει χάρη σε φυλακισμένους Καταλανούς αυτονομιστές,’ Διαδικτυακή έκδοση εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’ 22/06/2021, https://www.kathimerini.gr/world/561407422/ispania-i-kyvernisi-dinei-chari-se-fylakismenoys-katalanoys-aytonomistes/

[2] Το αποτέλεσμα του Καταλανικού δημοψηφίσματος ήταν συντριπτικά υπέρ της ανεξαρτησίας της περιοχής από την Ισπανία, με το 91,06% να τάσσονται υπέρ. Ως προς αυτό, θα σημειώσουμε με επίκεντρο, ή αλλιώς, με πρωταρχικό επίκεντρο την υποστήριξη του  λόγου και του αιτήματος περί ανεξαρτησίας, συγκροτήθηκε μία ευρεία κοινωνική-πολιτική πλειοψηφία, που με εσωτερικές παραλλαγές, έτειναν στο ό,τι η Καταλονία μπορεί να ακολουθήσει διαφορετικό ‘δρόμο.’ Το παράδοξο σε αυτή την περίπτωση, είναι πως η έκφραση υποστήριξης στην Καταλανική ανεξαρτησία, δεν προσέλαβε, με έντονο τρόπο,  «εναντιωτικά συναισθήματα» (oppositional emotions), κατά την έκφραση της Βασιλικής Γεωργιάδου, κατά της Ισπανίας, της ‘απεχθούς’ Ισπανικής ‘κυριαρχίας’ και του ‘σκληρού’ Μαδριλένικου ‘συγκεντρωτισμού,’ αλλά, αντιθέτως, στηρίχθηκε σε μία κατά μάλλον ή ήττον, θετική και συσπειρωτική ατζέντα, που, από την μία εστιάζει στο ό,τι η Καταλονία ‘διαφέρει’ και ως εκ τούτου δύναται ή αλλιώς, ‘δικαιούται’ να διεκδικήσει την ανεξαρτησία της ως εν τοις πράγμασι αποτύπωση της ‘διαφοράς,’ δίχως κάτι τέτοιο να αποτελέσει έναυσμα για την εκφορά μίας ‘φορτισμένης’ αντι-Ισπανικής ρητορικής, διανθισμένης με αξιακές και πολιτισμικές αναφορές, και από την άλλη, αποδίδει έμφαση στο ‘βελούδινο’ της όλης διαδικασίας. Εδώ διακρίνουμε τον μακρινό απόηχο του διαχωρισμού της ενιαίας Τσεχοσλοβακίας στις αρχές της δεκαετίας του 1990 σε δύο ξεχωριστά και ανεξάρτητα κράτη, ήτοι στην Τσεχία και στην Σλοβακία, διαχωρισμός που λειτουργούσε παραδειγματικά για τους Καταλανούς αυτονομιστές, αποκλείοντας την στροφή σε πρακτικές άσκησης εθνοτικής και αντι-κρατικής  βίας για την διεκδίκηση της ανεξαρτησίας. Επιλογή που εξ αρχής δεν βρήκε πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη της. Κοινωνικά και πολιτικά. Βλέπε σχετικά, Γεωργιάδου Βασιλική, ‘Η Άκρα Δεξιά στην Ελλάδα 1965-2018,’ Εκδόσεις Καστανιώτης, Αθήνα, 2019, σελ. 205.

[3] Θα ενείχε ενδιαφέρον, θεωρητικά και πολιτικά, να διαθέτουμε έναν Καταλανικό χάρτη από όπου και θα μπορούσαμε να αντλήσουμε στοιχεία σχετικά με το ποια υπήρξαν τα ‘κάστρα’ υπέρ του ‘Ναι’ και του ‘Όχι,’ όπου στήθηκαν κάλπες και η εκλογική διαδικασία εξελίχθηκε απρόσκοπτα, με το ποια ήταν τα κοινωνιο-δημογραφικά χαρακτηριστικά της ψήφου στο δημοψήφισμα, το ηλικιακό-εκπαιδευτικό υπόβαθρο των ψηφισάντων υπέρ του ‘Ναι’ και του ‘Όχι,’ με επίδικο το να συγκροτήσουμε το προφίλ του Καταλανού ψηφοφόρου που πριν από οτιδήποτε άλλο, προχώρησε σε μία επιλογή. Διότι, συνήθως ο διλημματικός τρόπος με τον οποίο οργανώνονται και διεξάγονται οι δημοψηφισματικές διαδικασίες (ας θυμηθούμε εδώ το ελληνικό δημοψήφισμα του 2015 που αν μη τι άλλο, συνέβαλλε στο να αναδειχθούν οι διάφορες διαιρετικές τομές εντός της ελληνικής κοινωνίας), ενταγμένες στη χορεία ενός ‘Ναι’ και ενός ‘Όχι’ αντίστοιχα, αποκρύπτουν το σύνθετο της όλης διαδικασίας, που λαμβάνει χώρα σε επιμέρους πεδία, τις κοινωνικές μετατοπίσεις, την δυνατότητα συγκρότησης ευρύτερων κοινωνικο-πολιτικών μπλοκ και όχι απλά κοινωνικο-πολιτικών συμμαχιών, και ακόμη την επιλογή με όρους ‘στράτευσης’ για κάποιο ανώτερο ηθικά-πολιτικά, σκοπό.

[4] Στο εν Ελλάδι δημοψήφισμα του καλοκαιριού του 2015 (Ιούλιος), με βασικό ερώτημα το ‘Ναι’ (υπερψήφιση) και το ‘Όχι’ (καταψήφιση) στην προτεινόμενη δανειακή σύμβαση, ένα ευκρινές 61% περίπου, εξέφρασε την υποστήριξη του προς την κατεύθυνση του ‘Όχι.’ Εντός αυτού του ‘αστερισμού’ του ‘Όχι,’ που εκφράζει μία ποικιλία ή αλλιώς, πανσπερμία πολιτικών στάσεων, ιδεολογικών αντιλήψεων, με θέα προς τα διάφορα μνημόνια, την θέση και λειτουργία της Ελλάδος εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης και Οικονομικής, Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ), την καταγγελία έως απόρριψη του κλασικού δικομματισμού και του πολιτικού προσωπικού που συνδέθηκε με αυτό, την καταγραφή της θεωρίας της ‘εξάρτησης,’ μπορούμε επίσης να διακρίνουμε ως θέση, όχι όμως κοινωνικά πλειοψηφικά, περί εξόδου της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ΟΝΕ, η οποία και αναπαράγονταν εντός ελληνικής κοινωνίας, έχοντας ως κύριους εκφραστές, από τις απαρχές ακόμη της βαθιάς κοινωνικοοικονομικής και πολιτικής κρίσης, κόμματα και οργανώσεις της εν ευρεία εννοία Αριστεράς, κοινοβουλευτικής και εξω-κοινοβουλευτικής. Το υψηλό ποσοστό υπέρ του ‘Όχι,’ απέκρυψε ως έναν βαθμό αυτή την θέση, στο βαθμό που η ίδια προστέθηκε σε μία πανσπερμία λόγων που έδωσαν την πλειοψηφία στο ‘Όχι,’ δίχως όμως αυτό να σημαίνει πως η θέση αυτή εξέλιπε. Αυτή θα μπορούσε να είναι μία άλλου τύπου απόσχιση.

[5] Το ποίημα έχει ως εξής: «Κάθομαι αποσβολομένος. Δεν έπρεπε να ξέρω τόσα. Το παρελθόν είναι η λαβή του κροκόδειλου που σε χτυπάει με την ουρά του βαθιά στη λάσπη». Το ποίημα του Ελληνο-κύπριου ποιητή φέρει ένα άμεσο χρονικό πρόσημο, με το παρελθόν, διαλεκτικά, να υπεισέρχεται και να επιδρά στο παρόν ως ιστορικό αλλά και καθημερινό χρόνο, είτε ωθώντας, είτε απομακρύνοντας. Ο παραλληλισμός του χρόνου και δη του παρελθοντικού χρόνου με «λαβή του κροκόδειλου», λειτουργεί εντός του ποιήματος, ως ενδεικτική του ‘βίαιου’ τρόπου με τον οποίο, για τον ποιητικό λόγο, το παρελθόν υπεισέρχεται αλλά και ‘συνομιλεί’ με το παρόν. Αναφέρεται στο: ‘Οι νεότεροι. Κύπριοι ποιητές & ποιήτριες. 1981-2001,’ Ανθολόγηση-επιμέλεια της Αλεξάνδρας Ζαμπά, Εκδόσεις Κουκκίδα, Λευκωσία, 2020, σελ. 35.

[6] Θεωρούμε πως στο αρχικό πλαίσιο μίας τέτοιας λεπτής διαδικασίας επανεκκίνησης της συζήτησης για τον επανακαθορισμό της σχέσης της κεντρικής κυβέρνησης και των Καταλανικών αρχών, καθώς και των αρχών των υπολοίπων περιφερειών της χώρας, πρέπει να τεθεί η διερεύνηση των λόγων για τους οποίους οι Καταλανικές αρχές, αποφάσισαν να προχωρήσουν στην διενέργεια δημοψηφίσματος, και με ξεκάθαρο ερώτημα αλλά και με ξεκάθαρη την δική τους θέση. Που ήταν υπέρ της ανακήρυξης της ανεξαρτησίας της Καταλονίας, δίχως στο μεσοδιάστημα να συζητηθούν άμεσα και πόσο μάλλον να τεθούν, ζητήματα που άπτονται της παραχώρησης περισσότερων εξουσιών στην τοπική κυβέρνηση της Βαρκελώνης. Το δημοψήφισμα του 2017, υπήρξε το χρονικά δεύτερο που διεξήχθη εντός του ευρωπαϊκού χώρου και του χώρου όπου ασκεί κανονιστικές αρμοδιότητες η Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά από αυτό που διεξήχθη στη Σκωτία, με το ίδιο ερώτημα, το 2014. Οι ρωγμές σε ό,τι νοείται προσίδια ως κρατική κυριαρχία και μετα-νεωτερικό κράτος, υπήρξαν εμφανείς.

[7] Λαμβάνοντας το νήμα από την υποσημείωση νούμερο ’6,’ θα επιχειρήσουμε μία συγκριτική προσέγγιση μεταξύ του δημοψηφίσματος στην Καταλονία και του αντίστοιχου στη Σκωτία, στο βαθμό που έχουν παρόμοια διακυβεύματα με κεντρικό αυτό της ανεξαρτητοποίησης από μία κρατική οντότητα. Στο δημοψήφισμα της Σκωτίας που διεξήχθη το 2014, η πλειοψηφία, έστω και με μικρή διαφορά, συγκριτικά με ό,τι συνέβη στην Καταλονία, αν και οι συνθήκες διεξαγωγής ήταν διαφορετικές, ψήφισε υπέρ της παραμονής της Σκωτίας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στη Σκωτία, όπου η κοινωνική-πολιτική πόλωση υπήρξε έντονη, το αίσθημα της ‘Βρετανικότητας’ (και όχι της ‘Αγγλότητας’), είναι αρκετά πιο ανεπτυγμένο από ό,τι το αντίστοιχο της ‘Ισπανικότητας’ στην Καταλονία, κάτι που μεταφράζεται σε μία ευκρινή και σαφή προτίμηση της συνέχισης της Ένωσης που έχει βαθιές ρίζες, ως έχει (με μεταρρυθμίσεις),  και όχι της ανεξαρτησίας. Ένα δεύτερο στοιχείο που παρατηρούμε, έχει να κάνει με τον ενδόμυχο φόβο του πως θα σταθεί η Σκωτία ως ξεχωριστό και ανεξάρτητο κράτος εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου, και μάλιστα, το πως θα σταθεί και θα λειτουργήσει σε ένα σύνθετο γεω-πολιτικά, πολιτικά και οικονομικά, γίγνεσθαι. Έτσι, με άξονα αυτό τον φόβο, συγκροτήθηκε φαντασιακά και πολιτικά, το αποκαλούμενο, κατά τον Παναγιώτη Ιωακειμίδη, «σύνδρομο του αποκλεισμού» της Σκωτίας, συνεπεία της εδαφικής, πολιτικής-πολιτειακής της απόσχισης από το Ηνωμένο Βασίλειο και συνακόλουθα, από την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθότι, η Σκωτία ως ανεξάρτητο κράτος, όφειλε να ακολουθήσει από την αρχή την διαδικασία εισόδου στην Ένωση, προβαίνοντας στην εκπλήρωση συγκεκριμένων κριτηρίων ένταξης και χάνοντας τα οφέλη που είχε αποκομίσει. Αντίθετα, στην Καταλονία ως τμήμα του Ισπανικού εθνικού κορμού, η ανεξαρτησία ή αλλιώς, η ‘απελευθέρωση’ από την Ισπανία,  δίχως τις δεύτερες σκέψεις και τους φόβους που επικράτησαν στη Σκωτία, θεωρήθηκε ως η απαραίτητη προϋπόθεση για την απελευθέρωση των δυνατοτήτων της Καταλονίας σε πολλά πεδία. Και όχι μόνο οικονομικά. Στη Σκωτία, η επιλογή υπέρ του ‘Όχι’ στη Σκωτσέζικη ανεξαρτησία αντανακλά την προτίμηση σε ένα άλλο ρεπερτόριο διαθέσιμων πολιτικών που μπορούν να ενισχύσουν και την εθνική αυτοπεποίθηση, όπως επίσης και την αύξηση του βαθμούς αυτονομίας της Σκωτίας μέσω της εκχώρησης από την κεντρική κυβέρνηση του Λονδίνου περισσότερων και πιο κεντρικών αρμοδιοτήτων, την στιγμή που στην Καταλονία, με την ανησυχία να μην λειτουργεί αποτρεπτικά για την πλειοψηφία όσων προσήλθαν να ψηφίσουν, το δημοψήφισμα και η υπερψήφιση του ‘Ναι’ κατέστησαν ο θεμέλιος λίθος για την ανάδυση και ενίσχυση του αισθήματος μία νέας ‘εθνο-γένεσης,’ αυτού που ο διεθνολόγος Αλέξης Ηρακλείδης, αποκαλεί ως «nation-building». Στη δε Καταλονία, το δημοψήφισμα εργαλειοποιήθηκε με τρόπο ώστε να αποτελέσει έκφραση της λαϊκής ‘βούλησης.’ Ένα κοινό στοιχείο μεταξύ των δύο πλευρών που ευρίσκονται στις δύο άκρες της Ευρώπης, είναι το γεγονός πως η κοινωνική-πολιτική δυναμική υπέρ της ανεξαρτησίας παραμένει ενεργή παρά το ό,τι προηγήθηκε, που στο Καταλανικό υπόδειγμα σημαίνει πως δεν επήλθε μόνο η άρνηση επικύρωσης του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος από την Ισπανική κυβέρνηση, αλλά και η σύλληψη και προφυλάκιση των άμεσα εμπλεκόμενων σε αυτό.

[8] Σε αυτό το σημείο, θα σημειώσουμε πως το Σοσιαλιστικό κόμμα της Ισπανίας, που συγκυβερνά με το αριστερό Ποδέμος, σε μία πολιτική σύμπραξη που ομνύει σε κάποιες βασικές προγραμματικές-πολιτικές κατευθύνσεις, έχοντας ως πρόταγμα να προσδώσει μία κάποια κυβερνητική σταθερότητα σε ένα επί μακρόν ρευστοποιημένο κομματικό-πολιτικό σύστημα που άλλαζε μορφή ως απόρροια των συνεχόμενων εκλογικών αναμετρήσεων (το κομματικό-πολιτικό σύστημα βρήκε κάποια σημεία αναφοράς), δεν διστάζει την τελευταία περίοδο να θέτει στο προσκήνιο της πολιτικής του δράσης, την αντιμετώπιση μείζονων ζητημάτων, όπως είναι, και το ζήτημα της Καταλονίας, επιζητώντας μία διαφορετική αντιμετώπιση στη βάση της πολιτικής επίλυσης, εν αντιθέσεις με άλλους κομματικούς-πολιτικούς δρώντες όπως είναι το Λαϊκό Κόμμα, αλλά και το ζήτημα της πρόσληψης του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου (1936-1939), νοηματοδοτώντας διεργασίες επαναπρόσληψης του ιστορικού συμβάντος και ιστορικής μνήμης. Σημείο τομής, υπήρξε εδώ η απόφαση για την εκταφή των οστών του στρατηγού και δικτάτορα Φρανθίσκο Φράνκο από την Κοιλάδα των Πεσόντων το 2018, απόφαση που πέραν της ενίσχυσης της θέσης του Σοσιαλιστικού κόμματος εντός του κομματικού-πολιτικού συστήματος και της συνεπαγόμενης ενίσχυσης του προφίλ  του ως κεντροαριστερού μεταρρυθμιστικού κόμματος, πυροδότησε εξελίξεις γύρω από τον Εμφύλιο Πόλεμο, τις αφηγήσεις και αναπαραστάσεις του, την ευκαιρία των ταυτίσεων με προσέφερε με τα επι-γενόμενα χαρακτηριστικά των κοινωνικών και πολιτικοϊδεολογικών διαιρέσεων, της ίδιας της επί-κλησης της ιστορικής μνήμης που εμπεριέχει τον εμφύλιο ως σύγκρουση κοσμο-συστημάτων. Υπό αυτό το πρίσμα, η αντίληψη του Εμφυλίου Πολέμου από το κυβερνών Σοσιαλιστικό κόμμα, είναι μία αντίληψη που σημασιοδοτεί το συμβάν ως πολιτικό και «πολιτισμικό τραύμα», πληρώντας τις δύο βασικές προϋποθέσεις που τον καθιστούν τέτοιο. Στρεφόμαστε στον Μανούσο Μαραγκουδάκη: «Με άλλα λόγια, αυτό που μεταμορφώνει ένα γεγονός βίας (σ.σ: ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος υπήρξε «γεγονός βίας»),  σε ένα πολιτισμικό τραύμα είναι μια διαδικασία πλαισίωσης- πλαισίωσης νοήματος (λογοπλαίσιο) και πλαισίωση οργανωσιακή». Σε αυτό το σημείο, το Σοσιαλιστικό κόμμα της χώρας της Ιβηρικής, από την μία πλευρά πλαισιώνει και επαναπροσδιορίζει το ιστορικό συμβάν νοηματικά, αναδεικνύοντας την μνήμη των νεκρών που θάφτηκαν  σε μαζικούς τάφους, εν καιρώ Εμφυλίου, μνήμη των αντιπάλων του Φρανκικού μπλοκ, και προτάσσοντας μοτίβα πολιτικής-εθνικής ‘συμφιλίωσης,’ και από την άλλη, τείνει σε μία «πλαισίωση οργανωσιακή», αποφασίζοντας να μεταφέρει τα οστά του Φράνκο από την Κοιλάδα των Πεσόντων, σε μία έμπρακτη κίνηση αναγνώρισης του ό,τι ο στρατηγός αποτελούσε και αποτελεί διχαστικό πολιτικό πρόσωπο που ‘ενσαρκώνει’ τις διαιρέσεις της Ισπανικής ιστορίας του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, τοποθετώντας την δυνατότητα πραγματοποίησης ιστορικής έρευνας και μία ανοιχτής και σημαντικής ιστορικής συζήτησης σε νέες βάσεις. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Σοσιαλιστικό κόμμα, εμβαπτίζεται στα νάματα της εθνικής συμφιλίωσης και ανοιχτής συζήτησης επί του ιστορικού παρελθόντος, προσλαμβάνοντας τον Εμφύλιο πόλεμο ως πολιτικό-«πολιτισμικό τραύμα» εντός της Ισπανικής ιστορίας του 20ου αιώνα. Βλέπε σχετικά, Μαραγκουδάκης Μανούσος, ‘Marfin: Οι αβεβαιότητες ενός πολιτισμικού τραύματος’ στο: Βαμβακάς Βασίλης, Καρατράντος Τριαντάφυλλος & Παναγιωτόπουλος Παναγής, (επιμ.), ’05.05.2010. Ταυτότητες και συναισθήματα της πολιτικής βίας στην Ελλάδα του 21ου αιώνα,’ Εκδόσεις Επίκεντρο, Αθήνα 2021, σελ. 136.

[9] Βλέπε σχετικά, ‘Ισπανία: Η κυβέρνηση δίνει χάρη σε φυλακισμένους Καταλανούς αυτονομιστές…ό.π.

[10] Οι εκλογείς που συμμετείχαν στο δημοψήφισμα του 2017 ή έστω αρκετοί εξ αυτών που  και τάχθηκαν  υπέρ της ανεξαρτησίας της περιοχής της Ισπανίας, διεκδίκησαν για τον εαυτό τους θέση και ρόλο εκφραστή των δικών του «εισοδημάτων χρησιμότητας», κατά την θεώρηση του Downs. Ως προς αυτό, η προσέγγιση μας είναι διττή: Αρχικά, ο εκλογέας καταθέτει μέσω της ψήφου στο ‘Ναι,’ την αντίληψη ό,τι συμβάλλει σε έναν κοινό και μεγάλο στόχο, ενδυόμενος τον μανδύα της «χρησιμότητας» του ως Καταλανού που νοιάζεται και ‘μάχεται’ για την Καταλονία, διακρατώντας την Καταλανική σημαία, μιλώντας Καταλανικά και ψηφίζοντας υπέρ της απόσχισης, και επίσης, διεκδικεί να αυξήσει το δικό του συμβολικό ‘κεφάλαιο,’ αυτο-προσδιοριζόμενος, όχι μόνο ως ‘χρήσιμος’ αλλά και ως ‘ικανός.’ Για την έννοια του «ορθολογικού» εκλογέα, βλέπε σχετικά, Downs, A., ‘Οικονομική θεωρία της Δημοκρατίας,’ Πρόλογος-Επιμέλεια: Κατσούλης Ηλίας, Μετάφραση: Αθανασίου Θ., & Σταματάκης Ν., Εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα, 1990. Για την ενδιαφέρουσα διάκριση του Ignazi, μεταξύ «ορθολογικών» και «ψύχραιμων» ψηφοφόρων, βλέπε και, Ignazi, P., ‘New challenges: Post materialism and the extreme right,’ Estudio, Working Paper 91, στο: Rhodes, M., Heywood, P., Wright, V., (επιμ.), ‘Developments in West European Politics,’ Basingstoke, MacMillan, σελ. 300-319.

[11] Σε αυτή την υποσημείωση, θα επισημάνουμε πως το δημοψήφισμα του 2017 στην Καταλονία, εντός Ισπανίας, δεν απέκτησε μία φυγόκεντρη δυναμική τέτοια που θα μπορούσε να ωθήσει τις δύο, με την Καταλονία, πιο ευεπίφορες περιοχές για την έκφραση αποσχιστικών  τάσεων,  ήτοι την Χώρα των Βάσκων και την Γαλικία, στα βόρεια σύνορα της χώρας με την Πορτογαλία, να επιχειρήσουν να διεκδικήσουν είτε την παραχώρηση μεγαλύτερης αυτονομίας, είτε την ανεξαρτησία τους, ιδίως η Χώρα των Βάσκων, μέσω δημοψηφίσματος. Το Καταλανικό κίνημα, πρωταρχικά αποσχιστικό, εάν προβούμε σε μία τυπολογική κατηγοριοποίηση του, συνάρθρωσε τον Καταλανικό, εθνοτικό εθνικισμό με διαστάσεις ενός έντονου τοπικισμού.

[12] Βλέπε σχετικά, Papadopoulos, Y., ‘How does direct democracy matter? The impact of Referendum votes on politics and policy-making,’ West European Politics, 24, 2, σελ. 35-58.

[13] Βλέπε σχετικά, Γεωργιάδου Βασιλική, ‘Η άκρα δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης. Δανία, Νορβηγία, Ολλανδία, Ελβετία, Αυστρία, Γερμανία,’ Εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα, 2018, σελ. 381-382., όπου και μία αναφορά στο «υποχρεωτικό δημοψήφισμα» και στο «προαιρετικό». Όσον αφορά τώρα την απόφαση της Ισπανικής κυβέρνησης να προχωρήσει στην απελευθέρωση των εννέα αυτονομιστών ηγετών, θα τονίσουμε πως αυτή δεν έγινε αμέσως και ασμένως αποδεκτή από όλους. Για παράδειγμα, ο Ραούλ Ρομέβα, αρθρώνοντας έναν κριτικό ( και απλοϊκό), έως ριζοσπαστικά κριτικό λόγο, θεωρεί την συγκεκριμένη απόφαση ως προκάλυμμα της «καταπίεσης» που ασκείται στο Καταλανικό αυτονομιστικό κίνημα  (ο ορθός όρος είναι αποσχιστικό), και στους επικεφαλής του, τονίζοντας εμφατικά την έλλειψη εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση. «Ένας από τους ηγέτες, ο Ραούλ Ρομέβα, που καταδικάστηκε σε 12ετή κάθειρξη για τον ρόλο του ως επικεφαλής εξωτερικών υποθέσεων της Καταλονίας, δήλωσε ότι η περιφέρεια θα συνεχίσει τον αγώνα της για αυτοδιάθεση.  «Με την απονομή χάριτος σε εννέα πρόσωπα, δεν θα κρύψουν την καταπίεση που συνεχίζουν να ασκούν σε βάρος εκατοντάδων αυτονομιστών. Δεν θα εγκαταλείψουμε τον αγώνα: αμνηστία και αυτοδιάθεση», ανέφερε σε ανάρτησή του στο Twitter». Βλέπε σχετικά, ‘Ισπανία: Η κυβέρνηση δίνει χάρη σε φυλακισμένους Καταλανούς αυτονομιστές…ό.π. Η άποψη αυτή, αντι-κρατικής χροιάς,  είναι απλοϊκή στο βαθμό που δεν διαβλέπει τις προθέσεις καταλλαγής που δεικνύει η κυβερνητική απόφαση που λειτουργεί και ως κίνηση καλής θέλησης παρά ως αναζήτηση της έξωθεν καλής μαρτυρίας, που προσομοιάζει σε έναν αποσχιστικής χροιάς συναισθηματισμό, εκεί όπου η κεντρική Ισπανική κυβέρνηση θεωρείται ‘αντίπαλος’ για την επίτευξη αυτού του διακυβεύματος, κομίζοντας την αίσθηση ό,τι τοποθετεί το κάρο μπροστά από το άλογο: Πρώτα αμνηστία και μετά όλα τα άλλα, την στιγμή όπου απαιτούνται εκατέρωθεν συγκλίσεις και συμβιβασμοί, και η απόφαση για την απονομή χάριτος λειτουργεί με αυτό το σκεπτικό.

[14] Ο ενθουσιασμός για την υπερψήφιση του ‘Ναι’ στο δημοψήφισμα, υπερψήφιση μαζική όπως προείπαμε, σχετικά γρήγορα εξατμίστηκε, για μία σειρά από λόγους. Πρώτον, και η ίδια η διαδικασία του δημοψηφίσματος,  το αποτέλεσμα του και η μονομερής ανακήρυξη της ανεξαρτησίας, δεν συγκέντρωσαν ευήκοα ώτα και εντός της Ισπανίας αλλά και εντός της ευρωπαϊκής ηπείρου, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να μην προσφέρει την νομιμοποίηση της σπεύδοντας να εκφράσει με τον πλέον επίσημο τρόπο, την διαφωνία της και την υποστήριξη της στην κεντρική κυβέρνηση που παρέμεινε σταθερή ως η ‘ενσάρκωση’ της ακεραιότητας της χώρας. Η Ισπανική κυβέρνηση και εγχώρια και διεθνώς, δεν απώλεσε ποτέ την νομιμοποίηση της.  Έτσι, εξέλιπε η απαιτούμενη δυναμική που θα μπορούσε ίσως να ωθήσει προς την θέσπιση σε εφαρμογή της δεύτερης φάσης της διαδικασίας, ακριβώς διότι, οι κυβερνήσεις ευρωπαϊκών χωρών, για τους δικούς τους λόγους (βλέπε την Σερβία και την Κυπριακή Δημοκρατία), επ’ ουδενί δεν επιθυμούσαν να τραβήξουν κάτω από τα πόδια τους το χαλί της εδαφικής ακεραιότητας των χωρών τους.  Δεύτερον, και ως άμεση προέκταση της πρώτης παραμέτρου, απουσίασαν οι συμμαχιακές απευθύνσεις με αποστολέα την Καταλανική κυβέρνηση και αποδέκτες πολιτικά κόμματα, κυβερνήσεις και κινήματα, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα το Καταλανικό εγχείρημα να παραμείνει Καταλανική υπόθεση. Τρίτον, δεν βρέθηκαν υποστηρικτές του εγχειρήματος εντός του κράτους και των μηχανισμών του, που θα ήταν σε θέση να αναπαράγουν μία αφήγηση περί του ‘δίκαιου’ αιτήματος και σκοπού. Η τέταρτη παράμετρος έχει να κάνει, με την έλλειψη ενός ενιαίου καθοδηγητικού κέντρου, υπό την μορφή πολιτικού κόμματος, που θα αναλάμβανε το κύριο βάρος της δόμησης ενός λόγου περί ανεξαρτησίας και δη Καταλανικής ανεξαρτησίας, όπως ήταν για παράδειγμα, το Σκωτσέζικο Εθνικό Κόμμα. Και πέμπτον, η άσκηση από πλευράς της κεντρικής κυβέρνησης, πίεσης προς την αντίστοιχη Καταλανική υπήρξε άμεση και κλιμακούμενη, θέτοντας έτσι προσκόμματα και εμπόδια, και κινητοποιώντας για αυτό ανθρώπινο δυναμικό και πόρους. Τώρα, για χώρες όπως η Σερβία, το επιχειρούν δημοψήφισμα και η μονομερής ανακήρυξη της ανεξαρτησίας, ενεργοποιούσαν μνήμες Κοσσυφοπεδίου και της δικής του απόσχισης και ανεξαρτητοποίησης, μνήμες συλλογικού ‘ακρωτηριασμού’ και πρόκλησης χάσματος, κατατάσσοντας την Καταλονία στην κατηγορία της ‘ιδιοτέλειας.’

[15] Και για την Ισπανική κυβέρνηση και άλλους φορείς που ενεπλάκησαν στην διαδικασία, η Καταλονία και ειδικότερα οι Καταλανοί, δεν κατέπεσαν στο βάθρο της «καταχθόνιας μειονότητας», σύμφωνα με την διατύπωση του Karpat. Η υιοθέτηση μίας τέτοιας επιθετικής ρητορικής, θα διεύρυνε τις προϋποθέσεις νομιμοποίησης της Καταλανικής κυβέρνησης, ως προς το στρατηγικό επίδικο της ανεξαρτητοποίησης, βοηθώντας να επενδύσει σε μία ρητορική ‘διωκόμενου.’ Βλέπε σχετικά, Karpat Kemal, ‘The Balkan national states and nationalism: Image and Reality,’ Islamic Studies, 36, 2, 3, 1997. Και, Ηρακλείδης Αλέξης, ‘Άσπονδοι γείτονες. Ελλάδα-Τουρκία: Η διένεξη του Αιγαίου,’ Εκδόσεις Σιδέρης Ι., Αθήνα, 2007, σελ. 409.

[16] Η Ισπανική κυβέρνηση ενεργοποίησε ανθρώπινο δυναμικό στέλνοντας αστυνομικές δυνάμεις στην Καταλονία, σε μία προσπάθεια αποτροπής διεξαγωγής του δημοψηφίσματος και σε ένα δεύτερο επίπεδο, ανα-συγκρότησης της γνώσης σχετικά με το τι δύναται να σημάνει κρατική εξουσία. Η κλήση του Νόμου.

[17] Σε αυτό το σημείο της ανάλυσης μας, μπορούμε να προβούμε σε μία ανάλυση των λόγων ή των αιτίων (αιτιακή προσέγγιση) που συνέβαλαν στη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος αρχικά και εν συνεχεία στην υπερψήφιση του ‘Ναι’ στην ανεξαρτησία της περιοχής. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, οι επίσημες Καταλανικές αρχές, όπως και φορείς υπέρ της ανεξαρτησίας, χρησιμοποίησαν έναν λόγο που απέδιδε έμφαση στην διαφοροποίηση της Καταλονίας από την υπόλοιπη Ισπανία, διαφοροποίηση αξιακή, γλωσσική, πολιτισμική, γλωσσική και εθνοτική, που συμπυκνώνονταν στο διαχωριστικό πρόσημο-σύνθημα: ‘Η Καταλονία δεν είναι Ισπανία.’ Ο λόγος αυτός διαδραμάτισε ιδιαίτερο ρόλο για την κατασκευή ενός υποβάθρου εντός του οποίου διαπλέχθηκαν διαλεκτικά: Το στοιχείο της ανισορροπίας που ήταν αυτό που συν-διαμόρφωνε συνθήκες τοπικής δυσαρμονίας, και σχετίζεται με την θεώρηση ό,τι η Καταλονία ως οικονομικά ανεπτυγμένη περιοχή προσφέρει τους περισσότερους φόρους και  πόρους για την ανάπτυξη των υπολοίπων Ισπανικών περιφερειών που δεν μπορούν να ακολουθήσουν τους ρυθμούς της δικής της ανάπτυξης με αποτέλεσμα η ίδια να καθίσταται αντικείμενο ‘εκμετάλλευσης’ της από το Ισπανικό κεντρικό κράτος, διότι ‘διαφέρει’ και οικονομικά, αναπτυξιακά. Μία υπόγεια αντι-φορολογική στάση αναδύεται στη δημόσια σφαίρα, ως δυνάμει διάσταση  ‘ξεσηκωμού’ ενάντια στην ‘αδικία’ της κεντρικής κυβέρνησης. Παρόμοιες αντιλήψεις συναντώνται και στο κρατίδιο της Βαυαρίας στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, χωρίς όμως οι εκεί αρχές να φθάσουν να υπερβούν το λεπτό σημείο του Βαυαρικού ‘κοινοτικού τοπικισμού.’ Ένα άλλο στοιχείο έχει να κάνει με τον θεωρούμενο ως ‘συγκεντρωτισμό’ του γραφειοκρατικού κεντρικού κράτους, που δεν διαμοιράζει αρμοδιότητες και την άσκηση της εξουσίας, με συνέπεια το ‘πνίξιμο’ των δυνατοτήτων ανάπτυξης των περιφερειών της χώρας και ιδίως της Καταλονίας που προσφέρει και τα περισσότερα, τιθέμενη ‘εκτός,’ και καθιστάμενη ‘outsider.’ Κάτι που ωθεί προς την κατεύθυνση της αναζήτησης εναλλακτικών (ανεξαρτησία), ώστε η Καταλονία να μετατραπεί σε ‘κυρία του εαυτού της.’ Ένα τρίτο σημείο το οποίο και εντοπίζουμε, αφορά ακριβώς το αίσθημα της εσώτερης ‘θυματοποίησης’ που αξιο-θεμελιώνεται πάνω στην τομή  μεταξύ του ‘Μαδριλένικου κατεστημένου ή κράτους,’ και της Καταλονίας (βλέπε και Ελλάδα, το σημαίνον του ‘Αθηνοκεντρικού’ κράτους), τομή που εγγράφει χωρικά, γεωγραφικά, πολιτισμικά ακόμη και αθλητικά χαρακτηριστικά, συνδράμοντας στην σχετική ‘ωρίμανση’ της ιδέας περί δημοψηφίσματος και ‘διαφορετικότητας’ που δεν παύει να αναζητεί νομιμοποιητικά βάθρα. Και ένα τέταρτο στοιχείο μέσα στο οποίο διακρίνεται ο μακρινός απόηχος της ιστορίας, είναι η αμφισβήτηση, από πλευράς Καταλανών αποσχιστικών φορέων, και κύρια των πλέον ριζοσπαστικοποιημένων πολιτικοϊδεολογικά, της Ισπανικής μοναρχίας (αντι-μοναρχική στάση) ως θεσμού που λειτουργεί ως καθαυτό ενοποιητικό σύμβολο της χώρας και της ‘Ισπανικότητας’ που είναι ‘μία.’ Τα ως άνω στοιχεία, δομούν έναν ‘αστερισμό,’ που οδηγεί στη δημιουργία αφηγήσεων περί ανεξαρτησίας και στη διεκδίκηση της.

[18] Το δημοψήφισμα στην Κριμαία και το αποτέλεσμα υπέρ της ένωσης της με τη  Ρωσική Ομοσπονδία, εκεί όπου δεν υπήρξα σκέψεις ανεξαρτητοποίησης της, συνιστά το νομιμοποιητικό υπόστρωμα για την ουσιαστική προσάρτηση της,  στη Ρωσία, αντλώντας από δύο παράγοντες. Από το ευρύτερο μετα-Σοβιετικό, κοινωνικό, πολιτικό, και εθνοτικό-εθνικό γίγνεσθαι, με την συγκρότηση του Ουκρανικού κράτος να συμπεριλαμβάνει την Κριμαία ως ουσιώδες τμήμα της, κάτι που παρήγαγε προβληματισμούς στη Ρωσική ιθύνουσα τάξη που με τον καιρό μεγεθύνονταν και ως προϊόν της διεθνο-πολιτικής αύξησης της επιρροής της (δεν είναι τυχαίο ό,τι η προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσία αναπαρίστατο ως ‘αποκατάσταση μίας ιστορικής αδικίας’), και επίσης, από το περιβάλλον των διαδηλώσεων στην Ουκρανία και της ένοπλης σύγκρουσης στην Ανατολική Ουκρανία, που ανα-νοηματοδότησε τους εθνικισμούς και τις συν-δηλώσεις τους. Για τον Ρωσικό εθνικισμό, η Κριμαία πολύ απλά, δεν ‘έφυγε ποτέ.’ Με την προσάρτηση της Κριμαίας στο εθνικό της κορμό, η Ρωσία έθεσε σε εφαρμογή μία πολιτική μαστίγιου προς την Ουκρανική πλευρά, η οποία και εξελίχθηκε περαιτέρω, περιλαμβάνοντας και μορφές όπως ήταν ο αποκλεισμός ή αλλιώς, η παράκαμψη της Ουκρανίας από την χάραξη των διαδρομών μεταφοράς φυσικού αερίου.

[19] Εκφεύγοντας από μία ευρω-κεντρική οπτική, θα υπογραμμίσουμε πως δημοψήφισμα με το ερώτημα περί της ανεξαρτησίας ή μη, πραγματοποιήθηκε στο Ιρακινό Κουρδιστάν, επίσης το 2017, ως απόρροια μίας διττής σύζευξης των εξελίξεων στο μετα-Σανταμικό Ιράκ που αναζωπύρωσαν τάσεις Κουρδικού αυτο-προσδιορισμού. και των διεργασιών στη γειτονική Συρία, όπου και αναδείχθηκε ο ενισχυμένος  ρόλος Κουρδικών ομάδων, ενισχύοντας ως έναν βαθμό,  διεθνώς την εικόνα τους. Χωρίς όμως το δημοψήφισμα και εδώ, να συγκεντρώσει διεθνή υποστήριξη.

[20] Πολιτικά κόμματα που συνεχίζουν να θέτουν ζητήματα αυτονομίας-ανεξαρτητοποίησης εξακολουθούν να διατηρούν δυναμική, εκπροσωπούμενα κοινοβουλευτικά και αποδεικνύοντας την ευθραυστότητα της όλης κατάστασης στην Καταλονία. Στην κεντρική πολιτική σκηνή της χώρας, κόμματα όπως το ακροδεξιό ‘Vox,’ και το κεντροδεξιό Λαϊκό Κόμμα, διατηρούν μία γραμμή διατήρησης με κάθε τρόπο της εδαφικής ακεραιότητας και κυριαρχίας της χώρας, αντιτασσόμενα σε ‘παραχωρήσεις’ προς τους ‘επικίνδυνους αυτονομιστές,’ όπως και σε σκέψεις ενίσχυσης των εξουσιών των τοπικών κυβερνήσεων όπως αυτή της Καταλονίας, κραδαίνοντας το χαρτί της ‘Ισπανικής συνείδησης.’

[21] Δύναται να προσθέσουμε δίπλα σε αυτό τον παράγοντα, την εκδήλωση της κοινωνικοπολιτικής κρίσης στην Ισπανία στις αρχές της περασμένης δεκαετίας.

Ρoή Ειδήσεων
Σχετικά άρθρα
Pet Shop Θεσσαλονίκη
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

Μενού