Για την Διάσκεψη του Παρισιού για τη Λιβύη

Οι συνθήκες σταδιακά ωριμάζουν, ώστε, την επαύριον των εκλογών (αν πραγματοποιηθούν στην ώρα τους), μαζί με το ζήτημα της παρουσίας μισθοφόρων (εδώ απαιτείται ευελιξία), να τεθεί και το θέμα της απεμπλοκής περιφερειακών και μεγάλων δυνάμεων από την Λιβύη, ώστε να αφεθεί απερίσπαστη η χώρα να προχωρήσει

 

Λιβύη
Velonastongiaka

Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Η διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’[1] προβαίνει στη δημοσίευση μίας ενδιαφέρουσας είδησης που εν προκειμένω άπτεται της πραγματοποίησης της Διάσκεψης της Λιβύης και των διπλωματικών διεργασιών που συντελούνται στο Παρίσι, την πόλη που εν προκειμένω συνέρχονται οι εκπρόσωποι των χωρών που συμμετέχουν σε αυτήν.

Μεταξύ αυτών και η Ελλάδα,[2] στην πρώτη της παρουσία σε μία Διεθνή Διάσκεψη η οποία και καταπιάνεται εναργώς με τα τεκταινόμενα στη Λιβύη,[3] περίπου έναν μήνα πριν από την διεξαγωγή των εκλογών του Δεκεμβρίου (24 Δεκεμβρίου).

Πιο συγκεκριμένα, το κείμενο[4] (και όχι ενυπόγραφο άρθρο γνώμης),[5] που παρέχει ενημερωτικού χαρακτήρα πληροφορίες, αναφέρεται στην απόφαση που έλαβε ο Λιβυκός Εθνικός Στρατός (ΛΕΣ), να συναινέσει στην πρόταση-αίτημα της Γαλλίας, η οποία ζήτησε την αποχώρηση 300 μισθοφόρων που έδρασαν,[6] την περίοδο των συγκρούσεων, σε εδάφη της Ανατολικής Λιβύης, εκεί όπου διατηρούσε και διατηρεί επιρροή ο στρατάρχης Χαλίφα Χάφταρ.

Μάλιστα, θα σημειώσουμε πως ο Λιβυκός Εθνικός Στρατός, στο εσωτερικό του οποίου συναντάμε και ‘υπολείμματα’ των πάλαι ποτέ Ενόπλων Δυνάμεων της Κανταφικής ‘τζαμαχιρίας,’[7] υποστηρίζει[8] τον συγκεκριμένο στρατιωτικό, διαδραματίζοντας ιδιαίτερο ρόλο στην εαρινή στρατιωτική επιχείρηση, το 2020, με βασικό διακύβευμα την κατάληψη της πρωτεύουσας της Λιβύης, Τρίπολης.[9]

Διακύβευμα που δεν κατέστη εφικτό να πραγματοποιηθεί, με τις δυνάμεις της κυβέρνησης ‘Εθνικής Ενότητας’ να αποκρούουν την επίθεση (με την συνδρομή χωρών όπως η Τουρκία),[10] ωθώντας ουσιαστικά σε μία στρατηγική αναδίπλωση την κοινωνική-πολιτική συμμαχία που υποστήριζε τον Χαλίφα Χάφταρ.[11]

Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, θα μπορούσαμε να αντιμετωπίσουμε την απόφαση αυτή, ως εντασσόμενη στην κατηγορία της «εκπλήρωσης επιθυμίας»[12] (wish fulfillment), κατά την ανάλυση του Νιλς Σμέλσερ, ιδίως εάν λάβουμε υπόψιν την παράμετρο που φέρει το όνομα ‘Γαλλία’: Ήταν η Γαλλία που ως χώρα που φιλοξενεί την Διάσκεψη,[13] και, σε ένα δεύτερο επίπεδο, έχει αυξήσει το ενδιαφέρον της την τελευταία διετία για τα τεκταινόμενα στη Λιβύη, ζήτησε, ως κίνηση καλής θέλησης, την αποχώρηση μισθοφόρων ή αλλιώς, μισθοφορικών δυνάμεων από περιοχές της Ανατολικής Λιβύης.

Όμως, πέραν αυτού,[14] η σημαντική[15] αυτή απόφαση,[16] που δεν είναι υποκείμενη σε κάποιον έλεγχο, μπορεί να ιδωθεί και υπό το πρίσμα της, πάλι κατά τον Σμέλσερ, «προσήλωσης»[17] (commitment), η οποία στο θεωρητικό σχήμα του Σμέλσερ, λειτουργεί ως ‘αξία.’

Στην περίπτωση μας, ως ‘προσήλωση’ εννοούμε το θετικό πνεύμα με το οποίο προσήλθε στη Διάσκεψη[18] και στις προπαρασκευαστικές εργασίες αυτής η πλευρά του Χαλίφα Χάφταρ, ‘επενδύοντας’ πόρους σε αυτήν, εκεί όπου, το οιονεί θετικό πνεύμα συναρθρώνεται με μία εποικοδομητική προσέγγιση ανοιχτή στην επίτευξη προωθητικών πολιτικών.

Και προωθητική πολιτική, για τη Λιβύη, αποτελεί η συγκεκριμένη απόφαση αποχώρησης από την χώρα 300 μισθοφόρων, καθότι πρόκειται για την πρώτη απόφαση που λαμβάνεται ως προς το στρατηγικό αυτό επίδικο, με την αποχώρηση των μισθοφορικών δυνάμεων που εδρεύουν στη χώρα (ή αρχικά, του μεγαλύτερου τμήματος αυτών), να καθίσταται κεντρικό αίτημα τόσο της μεταβατικής κυβέρνησης, όσο και αρκετών εκ των χωρών (και της ελληνικής κυβέρνησης), και διεθνών οργανισμών που εμπλέκονται στα της Λιβύης.

Υπό αυτό το πρίσμα, η ‘προσήλωση’ στη Διάσκεψη, στις εργασίες και στις εκεί συνομιλίες, καλλιέργησε τις προϋποθέσεις για την επίτευξη συμφωνίας, εξέλιξη η οποία, αφενός μεν τείνει να επιβεβαιώσει την σημασία της Διάσκεψης,[19] των επαφών και των διαβουλεύσεων που αυτή επιφέρει, και, αφετέρου δε να συμβάλλει σε μία λογική περαιτέρω αποκλιμάκωσης του συγκρουσιακού ‘φορτίου’ εντός της χώρας της Βόρειας Αφρικής, από την στιγμή όπου η δράση τους στη Λιβύη υπήρξε εκ των μεταβλητών εκείνων που τροφοδοτούσαν την ένταση και το εντεινόμενο χάσμα μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών.

Η όλη εξέλιξη, καθίσταται επίσης σημαντική και για λόγους που σχετίζονται με την πραγματοποίηση των επικείμενων εκλογών του Δεκεμβρίου, λόγους όπως η εμπέδωση ενός κλίματος ηρεμίας όσο πλησιάζει η ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών, με τις χώρες που λαμβάνουν μέρος στη Διάσκεψη όμως, να οφείλουν να μην εξαντλήσουν τις συνομιλίες τους σε αυτή την ‘επιτυχία’ (το Λιβυκό ζήτημα είναι εν τοις πράγμασι σύνθετο και πολύπλευρο), εστιάζοντας στο πως θα διασφαλισθεί η απρόσκοπτη πραγματοποίηση της εκλογικής αναμέτρησης.

Σταχυολογούμε ενδεικτικά από το δημοσίευμα της ‘Καθημερινής’: «Τριακόσιοι «μισθοφόροι και ξένοι μαχητές» με ενεργή παρουσία σε περιοχές που ελέγχονται από τις δυνάμεις του ισχυρού άνδρα της ανατολικής Λιβύης, Χαλίφα Χάφταρ, θα επαναπατριστούν «κατόπιν αιτήματος της Γαλλίας», η οποία φιλοξενεί την Παρασκευή μια διάσκεψη για τη Λιβύη, γνωστοποίησαν στρατιωτικές πηγές. Η διοίκηση του Λιβυκού Εθνικού Στρατού (ΛΕΣ), ο οποίος είναι πιστός στον στρατάρχη Χάφταρ, «αποφάσισε την αποχώρηση από την χώρα μιας πρώτης ομάδας 300 μισθοφόρων και ξένων μαχητών», ανέφεραν εκπρόσωποι του ΛΕΣ σε ανακοίνωσή τους, προσθέτοντας ότι έλαβαν αυτή την απόφαση κατόπιν «αιτήματος της Γαλλίας».[20]

Αρχής γενομένης από την διεξαγωγή της Διάσκεψης του Παλέρμο, οι Διασκέψεις για το Λιβυκό, εμπίπτουν στο σχήμα πλέον, της, «συμβατικής συλλογικής δράσης»,[21] για την επίτευξη του στόχου της σταθεροποίησης και της ανοικοδόμησης της χώρας. Οι συνθήκες σταδιακά ωριμάζουν, ώστε, την επαύριον των εκλογών (αν πραγματοποιηθούν στην ώρα τους), μαζί με το ζήτημα της παρουσίας μισθοφόρων (εδώ απαιτείται ευελιξία), να τεθεί και το θέμα της απεμπλοκής περιφερειακών και μεγάλων δυνάμεων από την Λιβύη, ώστε να αφεθεί απερίσπαστη η χώρα να προχωρήσει.

Λιβύη



[1] Βλέπε σχετικά, ‘Λιβύη: 300 μισθοφόροι αποχωρούν «κατόπιν αιτήματος της Γαλλίας»,’ Διαδικτυακή έκδοση εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’ 11/11/2021,

www.kathimerini.gr/world/561582229/livyi-300-misthoforoi-apochoroyn-katopin-aitimatos-tis-gallias/

[2] Η Γαλλία, έσπευσε να ικανοποιήσει την βαθύτερη και εκ-πεφρασμένη επιθυμία της ελληνικής κυβέρνησης, που ήταν η συμμετοχή της  στη συγκεκριμένη Διάσκεψη του Νοεμβρίου. Το άγχος της, ως προς το ενδεχόμενο συμμετοχής της, ήταν ευδιάκριτο. Η μη συμμετοχή, ή αλλιώς, η μη πρόσκληση για συμμετοχή στις δύο Διασκέψεις που έλαβαν χώρα το 2019 και το 2021 στο Βερολίνο, με πρωτοβουλία της Γερμανικής, Ομοσπονδιακής κυβέρνησης, προκάλεσε την αντίδραση της ελληνικής πλευράς, δίχως όμως η αντίδραση αυτή να φθάσει έως του σημείου να προκαλέσει μία απότομη όξυνση των διμερών ελληνο-γερμανικών σχέσεων. Θα επιχειρήσουμε μία καταγραφή, σε αυτό το σημείο, των παραμέτρων εκείνων που υπήρξαν καθοριστικοί ώστε η ελληνική κυβέρνηση να συμμετάσχει για δεύτερη φορά σε μία Διεθνή Διάσκεψη που πραγματοποιείται για τη Λιβύη, με την πρώτη φορά κατά την οποία συμμετείχε να είναι το 2018, όταν ο τότε πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας συμμετείχε σε Διάσκεψη με θέμα τη Λιβύη η οποία πραγματοποιήθηκε στο Παλέρμο της Ιταλίας.   Έτσι, μία πρώτη παράμετρος αφορά εμπρόθετα την όλη διπλωματική ενεργοποίηση της ελληνικής κυβέρνησης, έτσι όπως εκφράσθηκε την τελευταία χρονική περίοδο και ιδίως μετά την πραγματοποίηση της πρώτης Διάσκεψης του Βερολίνου (Νοέμβριος 2019), με κύριο άξονα αυτής της διπλωματικής ενεργοποίησης, την έντονη πολιτικο-στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας στη Λιβύη, που ως σημείο αιχμής είχε την συμμαχία της με την Λιβυκή κυβέρνηση της ‘Εθνικής Ενότητας’ του Φαγέζ Αλ-Σάρατζ, και, την συνομολόγηση και την υπογραφή του Τουρκο-λιβυκού μνημονίου οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών το οποίο επηρεάζει την Ελλάδα. Η ελληνική κυβέρνηση, στο μεσοδιάστημα ουσιαστικά των δύο Διασκέψεων του Βερολίνου, κινήθηκε προς δύο επιμέρους κατευθύνσεις  οι οποίες αλληλο-συμπληρώνονταν: Η πρώτη αφορούσε την παρουσία της σε διεθνή φόρα, όπου και ετίθετο το ζήτημα του Τουρκο-λιβυκού μνημονίου, το οποίο, κατά την επιχειρηματολογία της ελληνικής κυβέρνησης δεν παραγάγει ‘δίκαιο,’ όντας κατά βάση ‘παράνομο,’ ενώ η δεύτερη, την συμπερίληψη της Λιβύης και των εκεί εξελίξεων σε διμερείς επαφές και στις συναντήσεις μεταξύ των υπουργών εξωτερικών των χωρών που απαρτίζουν τα τριμερή και τετραμερή σχήματα συνεργασίας. Στο δεύτερο σκέλος οι αναφορές ήσαν πιο γενικές και είχαν να κάνουν κύρια με τους όρους διασφάλισης της σταθερότητας στη Λιβύη ως μίας εκ των μείζονων προϋποθέσεων για την επίτευξη της περιφερειακής σταθερότητας. Όμως, η προσέγγιση με αυτόν τον τρόπο, ήτοι με όρους σταθερότητας, της όλης κατάστασης στη Λιβύη, δεν επισκίαζε δραστικά το γεγονός πως το κύριο σημείο ανησυχίας για την Ελλάδα ήταν (και παραμένει) η στην πράξη κατάργηση του Τουρκο-λιβυκού μνημονίου οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών, το οποίο και θεωρεί πως πλήττει τα ‘ζωτικά της συμφέροντα.’ Αυτό υπήρξε το αφετηριακό σημείο ενασχόλησης με την Λιβύη, με την Ελλάδα να στρέφει αιφνιδιασμένη το βλέμμα της στις διεργασίες που συντελούνταν εκεί, να στέκει ‘μουδιασμένη’ απέναντι στις περιφερειακές κινήσεις της Τουρκίας, το εύρος των οποίων, έγινε περισσότερο αντιληπτό ακριβώς λόγω της παρουσίας της στην γειτονική Λιβύη (διάφορες σχολές σκέψης, και σήμερα, αποφεύγουν να αναμετρηθούν με την διαπίστωση ό,τι η Τουρκία έχει καταστεί ‘περιφερειακή δύναμη’), στο εγκάρσιο σημείο όπου η διπλωματική ενεργοποίηση εντός της οποίας συμπεριελήφθη και η έκφραση δυσαρέσκειας προς το Βερολίνο για τη μη συμμετοχής της χώρας και στην πρώτη αλλά και στη δεύτερη Διάσκεψη (εδώ η απορία μεγεθύνθηκε, διότι θεωρήθηκε πως η Ελλάδα απέδειξε πως τα γεγονότα στη Λιβύη μπορούν να την επηρεάσουν), αν ανέδειξε κάτι, αυτό ήταν το ‘έλλειμμα’ της εξωτερικής πολιτικής της χώρας, ως προς την Λιβύη (οι ενέργειες της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-Ανεξαρτήτων Ελλήνων, με άξονα τις εξελίξεις στη Λιβύη ήταν οι πρώτες μετά από ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα απουσίας, γεγονός που έχει την σημασία του, όμως, ήσαν αποσπασματικές και δεν κατάφεραν να μειώσουν δραστικά το παρατηρούμενο ‘έλλειμμα’), από την εποχή ακόμη της Νατοϊκής στρατιωτικής επέμβασης για την πτώση του Κανταφικού καθεστώτος: Έλλειμμα ως προς την χάραξη πολιτικής, ως προς την ανεύρεση διαύλων επικοινωνίας, ως προς την έκφραση ενδιαφέροντος για τι το σημαίνει και για το πως εξελίσσεται η ένοπλη σύρραξη. Η μετέπειτα διπλωματική ενεργοποίηση, εκ-πεφρασμένη με διάφορους τρόπους, προκάλεσε το ενδιαφέρον της Γαλλικής κυβέρνησης, εκεί όπου δεν εξέλιπαν και κοινές αναφορές εκπροσώπων των δύο κυβερνήσεων σχετικά με την αναγκαιότητα της κατάπαυσης του πυρός και της πολιτικής επίλυσης της σύγκρουσης. Η δεύτερη παράμετρος, είναι η παράμετρο της ‘ώθησης’: Και τι εννοούμε λέγοντας κάτι τέτοιο; Εννοούμε πως, η Γαλλία ωθήθηκε να προσκαλέσει την Ελλάδα στη Διεθνή Διάσκεψη του Παρισιού, λόγω και της στροφής που επεχείρησε η ελληνική κυβέρνηση περίπου εδώ και έξι μήνες, όταν και αντιλαμβανόμενη ό,τι άμεσο ζητούμενο μεταξύ των εσωτερικών δρώντων, δεν ήταν, σε αυτή τη φάση, η άμεση καταγγελία και η κατάργηση του Τουρκο-λιβυκού μνημονίου, όσο η θετική κατάληξη των ενδο-Λιβυκών διαπραγματεύσεων για την κατάπαυση του πυρός που συντελούνταν υπό την αιγίδα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), και, σταδιακά, μετά την επίτευξη της εκεχειρίας, η διατήρηση της και η επιτυχημένη λειτουργία της μεταβατικής κυβέρνησης που σχηματίσθηκε, η συγκρότηση της οποίας, υπήρξε ένα ιδιαίτερο ‘δείγμα’ της σταδιακά αυξανόμενης εμπιστοσύνης σε μία διαδικασία πολιτικής επίλυσης της σύγκρουσης. Φορείς χάραξης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, αντιλήφθηκαν, με ικανοποιητικό τρόπο,  αυτή την δυσαρμονία μεταξύ των ‘επιθυμιών’ (κατάργηση Τουρκο-λιβυκού μνημονίου), της Ελλάδας και των αντίστοιχων των Λίβυων δρώντων, επιχειρώντας σταδιακά μία στροφή προς το ζητούμενο, που ήταν (και είναι) η διατήρηση της εκεχειρίας ώστε να αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά ως υπο-βοηθητική του έργου που είχε να επιτελέσει η μεταβατική κυβέρνηση, με στρατηγικό επίδικο εδώ, την διενέργεια των εκλογών, επιτυγχάνοντας έτσι, τόσο την εναρμόνιση (άμβλυνση δυσαρμονίας) με το κυρίαρχο πολιτικό αίσθημα, παρά τις αντιφάσεις και τις αντιθέσεις, στη Λιβύη, αλλά και με την πολιτική διαφόρων χωρών που άρχισαν να ενισχύουν την παρέμβαση τους στα Λιβυκά δρώμενα (βλέπε Γαλλία, Αίγυπτος): Διατήρηση σταθερότητας, απρόσκοπτη διενέργεια εκλογών, αποχώρηση των μισθοφορικών δυνάμεων από τη χώρα. Αν και μένουν ακόμη αρκετά να γίνουν, όσον αφορά την παρουσία της Ελλάδας στη Λιβύη, η στροφή αυτή υπήρξε σημαντική, στο βαθμό που συνέβαλλε σε μία δραστική ανα-διοργάνωση της στρατηγικής για την Λιβύη, οδηγώντας αρχικά, σε μία πιο προσεκτική ανάγνωση των ρευστών δεδομένων, στην τήρηση αποστάσεων, όποτε χρειάστηκε, στη στήριξη της μεταβατικής κυβέρνησης και των βασικών κατευθύνσεων πολιτικής. Η ελληνική στροφή ώθησε (εδραίωση πεποίθησης) την Γαλλία να εστιάσει με προσοχή στις ελληνικές θέσεις, από την στιγμή όπου αυτές άμβλυναν το ανεδαφικό τους, με βάση την κατάσταση στη χώρα, περίγραμμα, αποφασίζοντας τελικά να την προσκαλέσει στη Διάσκεψη ως χώρα που μπορεί να διαδραματίσει ρόλο όσον αφορά το σήμερα ζητούμενο: Αποχώρηση ξένων και μισθοφορικών στρατευμάτων και διενέργεια εκλογών. Η τρίτη παράμετρος, σχετίζεται προσίδια με το καλό επίπεδο των διμερών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια και με επιταχυνόμενους ρυθμούς την τελευταία διετία (2019-2021). Εντός αυτού του ευρύτερου πλαισίου, έχει επιτευχθεί μία συναντίληψη για τις γεω-πολιτικές και περιφερειακές εξελίξεις στην περιοχή της Μεσογείου, για το τι λαμβάνει χώρα στη Λιβύη (συναντίληψη εδώ έχει πετύχει και με την Αίγυπτο),  και σε ό,τι έχει να κάνει με την εμπλοκή σε αυτήν τρίτων χωρών και περιφερειακών δυνάμεων όπως η Τουρκία. Η ανάπτυξη καλών διμερών σχέσεων μεταξύ Γαλλίας και Ελλάδας, σχέσεων που είναι υποκείμενες στις εξελίξεις σε πολλαπλά πεδία, όντας παράλληλα σε φάση περαιτέρω ανάπτυξης, ερείδονται πάνω στο αυξημένο γεω-πολιτικό ενδιαφέρον της Γαλλίας για την περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου την τελευταία διετία (θα συμπεριλάβουμε και την περιοχή της Βόρειας Αφρικής), ενδιαφέρον που δεν προέκυψε μεταφυσικώ τω τρόπω, αλλά ως απόρροια και  της έντονης Τουρκικής κινητικότητας στην περιοχή, αλλά, και της αίσθησης ό,τι στη μεταβαλλόμενη αρχιτεκτονική ασφαλείας στη Μεσόγειο, με έντονη την παρουσία περιφερειακών δρώντων, η Γαλλία μπορεί να απωλέσει σημαντικό έδαφος. Ως εκ τούτου, και ανέπτυξε μία αυτόνομη στρατηγικά, αλλά και αναζήτησε συμμαχικά ερείσματα, επιδιώκοντας να αμβλύνει την δυναμική και τις ανα-κατατάξεις που προκαλούσαν οι κινήσεις-παρεμβάσεις της Τουρκίας (αλλά και άλλων χωρών) στην περιοχή. Η τέταρτη παράμετρος, θεωρούμε πως συνδέεται με το γεγονός πως η Γαλλία, προ-σκαλώντας την Ελλάδα στη Διεθνή Διάσκεψη του Παρισιού (δεν κάνουμε λόγο για σχέσεις εξάρτησης αλλά για μία δυναμική και κυμαινόμενη διμερής σχέση), κατανοεί την ύπαρξη, στο σχεδιασμό και στην εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας την τελευταία περίπου διετία, του λεγόμενου ‘συνδρόμου της αποστέρησης.’ Το οποίο έγκειται στο εντεινόμενο άγχος ό,τι η ασκούμενη περιφερειακή πολιτική της Τουρκίας, επί Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στερεί από την Ελλάδα ευκαιρίες και συνακόλουθα, ‘ζωτικό χώρο,’ με την Ελλάδα να καλείται να αντιδράσει, υπό συνθήκες που δεν έχει διαμορφώσει η ίδια, δημιουργώντας ‘αντίβαρα.’ Η Γαλλία εδώ, κατανοεί πλέον, την σημασία που αποκτά για την Ελλάδα η παρουσία της στα της Λιβύης, εκεί όπου η ελληνική κυβέρνηση κατεξοχήν εκτίμησε ό,τι στερήθηκε και στερείται ‘ζωτικό χώρο.’ Το έδαφος για την ελληνική συμμετοχή στη Διάσκεψη του Παρισιού, προετοιμάσθηκε από τον περασμένο Σεπτέμβριο, όταν ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας που βρίσκονταν στην Νέα Υόρκη με αφορμή τις   εργασίες της Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), έλαβε μέρος σε μία μίνι διπλωματική σύνοδο για τη Λιβύη, στην οποία συμμετείχε και η Γαλλία, ανασύροντας στην επιφάνεια ό,τι θα ονομάσουμε ως ‘ελληνικό ενδιαφέρον’ για την Λιβύη.

[3] «Σημειώνεται ότι η Διεθνής Διάσκεψη για τη Λιβύη, η οποία συνδιοργανώνεται με τη Γερμανία, την Ιταλία, τη Λιβύη (έχουν προσκληθεί ο Πρόεδρος του Προεδρικού Συμβουλίου Μοχάμεντ Μένφι και ο πρωθυπουργός Αμπντούλ Χαμίντ Ντμπεϊμπά και φαίνεται ότι θα μετάσχουν και οι δύο) και τη Γενική Γραμματεία του ΟΗΕ. Στόχος είναι η επίτευξη συμφωνίας των συμμετεχόντων που αφορά το χρονοδιάγραμμα της διεξαγωγής εκλογών και την αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων. Μάλιστα, το κείμενο της Διακήρυξης σε επίπεδο διπλωματικών συμβούλων έκλεισε το μεσημέρι της Πέμπτης. Αν κάποια χώρα έχει ένσταση, θα πρέπει να προβάλει επιφύλαξη». Βλέπε σχετικά, ‘Λιβύη: 300 μισθοφόροι αποχωρούν «κατόπιν αιτήματος της Γαλλίας»….ό.π.

[4] Πιάνουμε το νήμα από την προηγούμενη υποσημείωση, λέγοντας τα εξής: Πρώτον, η Γερμανία συμμετέχει στη Διεθνή Διάσκεψη του Παρισιού ως συν-διοργανώτρια χώρα, δίπλα στην οικοδέσποινα Γαλλία, διότι διαθέτει την εμπειρία και την τεχνογνωσία, λόγω της πετυχημένης διεξαγωγής των δύο Διασκέψεων του Βερολίνου. Πετυχημένων και οργανωτικά, αλλά και σε επίπεδο αποτελέσματος, σε ένα λεπτό σημείο όπου ήταν οι δύο Διασκέψεις του Βερολίνου, και ιδίως η πρώτη, που συνέβαλλαν στην ανάδειξη των διακυβευμάτων στη Λιβύη, διαμόρφωσαν τις προϋποθέσεις για την προσέλκυση του διεθνούς ενδιαφέροντος, εκεί όπου, στην πρώτη Διάσκεψη τέθηκαν και οι βάσεις για την ενεργότερη εμπλοκή της Γερμανίας και οργανισμών όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση σε μία διαδικασία με στόχο την κατάπαυση του πυρός. Μάλιστα, κατά την διάρκεια των εργασιών της δεύτερης Διάσκεψης, αξιολογήθηκε το κατά πόσον έχουν προχωρήσει οι ενδο-Λιβυκές διαπραγματεύσεις που είχαν ως στόχο την κατάπαυση του πυρός και την μετάβαση σε μία πολιτική διαδικασία επίλυσης. Άρα, ενυπάρχει ένα πετυχημένο υπόστρωμα το οποίο και συνυπολογίζεται, με την Γαλλία να σπεύδει να αξιοποιήσει την Γερμανική τεχνογνωσία, εκλαμβάνοντας ουσιωδώς την Διάσκεψη του Παρισιού ως μία ‘συνέχεια’ των Διεθνών Διασκέψεων του Βερολίνου, με άμεσο επίδικο αυτή την φορά, όχι την κατάπαυση του πυρός, αλλά ενός θετικού κλίματος  το οποίο και δύναται να ελαχιστοποιήσει τις πιθανότητες αναβολής των εκλογών. Συν-διοργανώτρια χώρα είναι και η Ιταλία, η οποία μάλιστα, έχει αναπτύξει κοινές δράσεις με την Γαλλία (δραστηριοποίηση Γαλλίας, Γερμανίας, Ιταλίας), στοχεύοντας στην έκφραση υποστήριξης προς την μεταβατική κυβέρνηση, όντας μία από τις χώρες που, υπόρρητα και μη, εξέφρασαν την ανησυχία τους για την διαμόρφωση ενός προσφυγικού-μεταναστευτικού ρεύματος το οποίο θα χρησιμοποιεί την Λιβύη ως ενδιάμεσο σταθμό με τελικό προορισμό την ευρωπαϊκή ήπειρο. Η Ιταλία, γενικότερα ομιλώντας, υιοθέτησε μία πιο προσεκτική στάση ως προς την παρέμβαση της καθώς και το εύρος αυτής, διατηρώντας ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας με  χώρες που απέκτησαν ρόλο και λόγο στα της Λιβύης, όπως δεικνύει η επίτευξη ενός πνεύματος συναντίληψης με την Αίγυπτο, δίχως όμως αυτό το πνεύμα να μετεξελιχθεί στην από κοινού κατάθεση μίας πρότασης κατάπαυσης του πυρός, ή φιλοξενίας μίας διεθνούς συνόδου σε μία εκ των δύο χωρών. Ο βαθύτερος φόβος για την Ιταλία (κάτι που ισχύει ως έναν βαθμό και για την Γαλλία), είναι το να μην αποκτήσουν, περιφερειακοί δρώντες και μεγάλες δυνάμεις (βλέπε Ρωσία), μέσω της Λιβύης, έναν ιδιαίτερο ενισχυμένο περιφερειακό ρόλο που θα είναι σε θέση να θέσει προσκόμματα στις δικές της κινήσεις και ενέργειες στην περιοχή της Μεσογείου, συμμετέχοντας ενεργά και από την αρχή, σε διεθνείς πρωτοβουλίες όπως οι δύο Διασκέψεις του Βερολίνου, μη αισθανόμενη την ανάγκη, όπως η Γαλλία αλλά και η Ελλάδα, για την προώθηση μίας «επανορθωτικής συλλογικής δράσης», κατά την διατύπωση του Charles Tilly. Έτσι, δύναται να αναφέρουμε πως, έχει ήδη επιτευχθεί εκείνο το είδος της Μεσογειακής-στρατηγικής συμπόρευσης (Γαλλία, Ιταλία, Ελλάδα, Αίγυπτος), που οργανώνει την δράση του με βασικό άξονα ή αλλιώς, αίτημα, την αποχώρηση των ξένων μισθοφορικών δυνάμεων από τα εδάφη της χώρας, συμπόρευση η οποία, δεν είχε υπάρξει, για παράδειγμα, στο Συριακό συγκρουσιακό υπόδειγμα. Ακόμη και άτυπα, οι χώρες αυτές, προσέρχονται ως ένα άτυπο περιφερειακό-διεθνο-πολιτικό μπλοκ στη Διάσκεψη, δημιουργώντας ένα υποστηρικτικό περιβάλλον γύρω από την μεταβατική κυβέρνηση, χωρίς όμως κάτι τέτοιο να τις εμποδίζει από το να επιχειρήσουν επαφές και συζητήσεις με άλλες συμμετέχουσες χώρες, για το ποια μπορεί να είναι τα πλέον πρόσφορα μέσα για την αποχώρηση των μισθοφορικών δυνάμεων, δυνάμεις που είναι άνισα κατανεμημένες εντός της χώρας, και κύρια στρατευμένες υπέρ των δυνάμεων του στρατάρχη Χαλίφα Χάφταρ και της κυβέρνησης ‘Εθνικής Ενότητας’ αντίστοιχα. Και εδώ, ενσκήπτει ένα τύποις παράδοξο: Δηλαδή το ό,τι, ενώ οι μισθοφορικές δυνάμεις που δρουν στη χώρα, συνιστούν προϊόντα μίας ‘άλλης εποχής,’ με την δυναμική τους, ιδίως μετά την επίτευξη της κατάπαυσης του πυρός και τον σχηματισμό της μεταβατικής κυβέρνησης η οποία προσπάθησε να διαμορφώσει συνθήκες συναίνεσης, κερδίζοντας σταδιακά κοινωνική και πολιτική εμπιστοσύνη, όσο αναδείκνυε την σημασία που έχουν για την χώρα οι επικείμενες εκλογές, να βαίνει μειούμενη, αυτές εξακολουθούν να θέτουν προσκόμματα, να υπενθυμίζουν το ό,τι επρόκειτο για μία αρκούντως ‘διεθνοποιημένη’ σύγκρουση, παραμένοντας ένα ‘ενοχλητικό υπόλειμμα’ ενός πρόσφατου παρελθόντος που ‘ταλανίζει’ ακόμη το παρόν. Με αυτήν την σύνθετη όσο και παράδοξη πραγματικότητα έχουν να αναμετρηθούν οι χώρες που συμμετέχουν στη Διεθνή Διάσκεψη του Παρισιού. Από την άλλη, θεωρούμε πως είναι καθαυτό σημαντική και η συμμετοχή τόσο του πρόεδρου του Προεδρικού Συμβουλίου της Λιβύης, όσο και του πρωθυπουργού της μεταβατικής κυβέρνησης, με την συμμετοχή τους να φανερώνει την ύπαρξη μίας κοινής γραμμής (αν και εσωτερικές διαφωνίες υπάρχουν), ως προς την αναγκαιότητα, τουλάχιστον, της διεξαγωγής των εκλογών, σε χρόνο προκαθορισμένο, αντανακλώντας παράλληλα το ό,τι η Λιβύη, παραμονές της Διάσκεψης του Παρισιού, και κατά την διάρκεια των εργασιών του, είναι κατά τι διαφορετική από την εικόνα της χώρας προ και κατά την διάρκεια των εργασιών της πρώτης Διάσκεψης του Βερολίνου, όταν, ο πρωθυπουργός της κυβέρνησης ‘Εθνικής Ενότητας’ Φαγέζ Αλ-Σάρατζ και ο Χαλίφα Χάφταρ, προσήλθαν στο Βερολίνο ως εκπρόσωποι δύο διαφορετικών κοινωνικο-πολιτικών και στρατιωτικών συμμαχιών, και αντιλήψεων για την χώρα, τις προοπτικές της και τις συμμαχίες της, επισημοποιώντας το ό,τι η Λιβύη ήσαν μία άτυπα διαιρεμένη χώρα, και όχι μόνο μεταξύ των δύο αυτών μπλοκ. Πλέον, η κατάσταση έχει βελτιωθεί, και αυτό οφείλουμε, θεωρητικά, να το αναγνωρίσουμε, συνεπεία των εντατικών διεργασιών που έλαβαν χώρα προς διάφορες κατευθύνσεις, της, με ιδιαίτερο κόπο (και σθένος από την πλευρά των εμπλεκόμενων), επιτευχθείσας εκεχειρίας, που πλέον νοηματοδοτείται ως διαπραγματευτικό-πολιτικό ‘επίτευγμα,’ της ενίσχυσης ενός αισθήματος ‘συν-ανήκειν,’ με σημαντικό εδώ, τον ρόλο των εκλογών, που υπήρξε ρόλος διαπαιδαγωγικός ( συμμετέχουμε στις εκλογές και ‘ψηφίζουμε για την χώρα μας’), εκεί όπου, η κοινωνική-πολιτική δυναμική που αποκτήθηκε, συν τοις άλλοις, δημιούργησε δεύτερες σκέψεις σε χώρες όπως η Τουρκία, η οποία, το προηγούμενο διάστημα πάσχιζε να ισορροπήσει μεταξύ της διεθνούς παραδοχής περί της αναγκαιότητας απομάκρυνσης των ξένων στρατιωτικών δυνάμεων από την χώρα, και των διαβεβαιώσεων, και δια στόματος του υπουργού επί των Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου, ό,τι οι δυνάμεις που διατηρεί η Τουρκία και δεν είναι μισθοφορικές και έχουν συμβάλλει στην σταθερότητα της Λιβύης. Οι κοινωνικο-πολιτικές συνθήκες μπορεί να παραμένουν ρευστές, όμως, η βελτίωση που έχει επέλθει, οφείλει να καταγραφεί. Βλέπε σχετικά, Tilly, Charles, ‘From mobilization to revolution,’ Chicago, Addison-Wesley, 1978, σελ. 19.

[5] Οι μέχρι την τελευταία στιγμή, αμφιταλαντεύσεις της Τουρκίας σχετικά με την συμμετοχή της στη Διεθνή Διάσκεψη του Παρισιού, αντανακλά τον αιφνιδιασμό τον οποίο υπέστη η Τουρκική διπλωματία μετά από τις εξελίξεις του τελευταίου χρόνου και ιδίως μετά από την επίτευξη μίας σχετικά βιώσιμης, όπως αποδείχθηκε, εκεχειρίας. Ως προς αυτό, η Τουρκία, που συνεχίζει να διατηρεί ερείσματα εντός της Λιβύης, υποτίμησε τις δυναμικές που αναπτύσσονταν εντός της Λιβυκής κοινωνίας, μη αναπτύσσοντας μία στρατηγική προσαρμογής στις διαμορφούμενες εξελίξεις, εκεί όπου, το ενδεχόμενο της συμμετοχής στη Διάσκεψη, γέννησε φόβους σχετικούς με το ό,τι η Τουρκία θα έρθει αντιμέτωπη με το ζήτημα το οποίο, άλλοτε υπόγεια, και άλλοτε ρητά, διαφαίνεται πως την ‘ενοχλεί’: Την παρουσία δηλαδή, ξένων μισθοφορικών στρατευμάτων στη χώρα. Και την ‘ενοχλεί’ (χωρίς όμως να την ‘αδρανοποιεί’), διότι ανέπτυξε ένα σημαντικό κομμάτι της πολιτικής της για τη Λιβύη πάνω στην μεταφορά κατά βάση Σύριων μαχητών σε εδάφη της, καλούμενη πλέον, όχι να ζητήσει την απόσυρση τους από την Βορειοαφρικανική χώρα, στο βαθμό που οι αποφάσεις που λαμβάνονται στη Διεθνή Διάσκεψη δεν είναι δεσμευτικές, αλλά, να συζητήσει ανοιχτά για την παρουσία τους, η οποία συνέβαλλε (χωρίς να είναι ο μοναδικός παράγοντας),  και στο να σταθεροποιήσει την θέση της η κυβέρνηση ‘Εθνικής Ενότητας,’ όσο και να κερδίζει σταδιακά έδαφος. Σε αυτή την περίπτωση, δύναται να επισημάνουμε πως, στο επίπεδο των αφηγήσεων, η Τουρκία στήριξε την ενεργό της ρόλο στη Λιβύη επενδύοντας πάνω στην δυνατότητα αξιοποίησης των «γνωστικών ελαττωμάτων», για να στραφούμε στην ανάλυση του Herrman, τα οποία και επιδείχθηκαν κατά τον σχεδιασμό της Νατοϊκής στρατιωτικής επιχείρησης του 2011, κατά του καθεστώτος του συνταγματάρχη Μουάμαρ Καντάφι (μη σχεδιασμός μίας στρατηγικής μετάβασης που θα ενέπλεκε αντι-καθεστωτικές ομάδες και διαμορφούμενους φορείς της Κοινωνίας των Πολιτών, σύγχυση ως προς τους επιδιωκόμενους στόχους, έλλειψη ενός κέντρου ενημέρωσης και μίας βαθύτερης γνώσης για τα χαρακτηριστικά που συνθέτουν την Λιβυκή κοινωνία), κάτι που της επίτρεψε να συγκροτήσει μία ανοιχτή αφήγηση που εμπεριείχε ιστορικές συν-δηλώσεις, καθώς και αντι-αποικιακά μηνύματα: ‘Δεν ερχόμαστε στη Λιβύη ως δυνάμει αποικιοκράτες, εμπλεκόμενη σε μία σύγχρονη ‘αποικιακή σταυροφορία’ όπως εσείς, αλλά, ως παλαιόθεν φίλοι.’ Βλέπε σχετικά, Herrman, J., ‘Psyched out: Using narrative power to exploit cognitive flaws,’ Small Wars Journal, https://smallwarsjournal.com/jrnl/art/

[6] Το πρώτο πράγμα που μπορούμε να διαπιστώσουμε, μετά την γνωστοποίηση της απόφασης του Λιβυκού Εθνικού Στρατού να ζητήσει την αποχώρηση από τα εδάφη της Ανατολικής Λιβύης τριακοσίων μισθοφόρων (ή και μαχητών, ας μην φοβηθούμε να χρησιμοποιήσουμε και αυτόν τον όρο), είναι πως το ζήτημα της παρουσίας μη εγχώριων, στρατιωτικών δυνάμεων εντός της χώρας δεν εξαντλείται στην Τουρκία και στην από την ίδια στράτευση δυνάμεων αυτού του τύπου. Απεναντίας, το ζήτημα είναι βαθύτερο, απότοκο του εύρους της σύγκρουσης, της εν γένει περιφερειοποίησης-διεθνοποίησης της, με την είσοδο τους στη χώρα, ως ‘μετανάστες’ πολέμου, να διευκολύνεται ουσιωδώς από το γεγονός πως γρήγορα και βίαια η Λιβύη, μετά την πτώση του καθεστώτος του Μουάμαρ Καντάφι, περιέπεσε σε ΄καθεστώς αποτυχημένου κράτους’ (failed state), δίχως την ύπαρξη των απαραίτητων δικλείδων ασφαλείας, ή αλλιώς δομών, που θα ελέγχουν και θα επιτηρούν την κίνηση από και προς την χώρα, με το έδαφος της να καθίσταται πορώδες. Και είναι χαρακτηριστικό της σύγκρουσης πως, η παρουσία μαχητών από διάφορες χώρες, χωρίς να μπορεί να αποκλεισθεί εκ των προτέρων η παρουσία και ατόμων προερχόμενων από Αφρικανικές χώρες (το εύρος της σύγκρουσης από μόνο του προσείλκυε διάφορους μαχητές-μισθοφόρους), να συμβάλλει στη δημιουργία συνθηκών ενός «μικρού πολέμου», πάλι κατά τον Hermann, μεταξύ των ιδίων, πολέμου αποτελεσματικότητας (ποιοι θεωρούνται οι πιο αποτελεσματικοί μαχητές), και πολέμου ‘κύρους’ (ποιοι θεωρούνται οι πιο ‘ικανοί’ και ‘εξελίξιμοι’ μαχητές), στο σύνθετο σημείο όπου ο μισθοφορικός «μικρός πόλεμος» εισχώρησε μέσα στον εν ευρεία εννοία συγκρουσιακό αστερισμό, επηρεάζοντας το ως προς την τραχύτητα πλέον, της σύγκρουσης (χωρίς όμως να φθάσουμε σε φαινόμενα τύπου Συρίας). Ταυτόχρονα όμως, η απόφαση του Λιβυκού Εθνικού Στρατού, απόφαση ορθή, να ζητήσει την αποχώρηση των μισθοφόρων  που πολέμησαν στο πλευρό των δυνάμεων του Χαλίφα Χάφταρ, δίχως ιδιαίτερη επιτυχία, όπως διεφάνη την περίοδο της επιχείρησης για την κατάληψη της Τρίπολης, αναδεικνύει και κάτι άλλο. Το ό,τι, η παρουσία των ξένων, μισθοφορικών δυνάμεων στη Λιβύη, μπορεί να προσεγγισθεί θεωρητικά, υπό την οπτική γωνία των, κατά την Δόμνα Μιχαήλ, «προτύπων» (patterns) μετανάστευσης. Κάτι που σημαίνει, αν  το δούμε αναλυτικότερα, πως στη Λιβύη, υπήρξαν και υπάρχουν οι εξής κατηγορίες μαχητών, αρκετοί εκ των οποίων παλαιότερα είχαν στρατευθεί σε ένοπλες, Ισλαμιστικές οργανώσεις, ‘μετεγγράφοντας’ την πείρα που συγκέντρωσαν στις μάχες κατά οργανωμένων και μη, δυνάμεων, στη Λιβύη: Η πρώτη κατηγορία, αφορά μαχητές που εμπίπτουν στο σχήμα της «διαδοχικής ή αλλιώς, της ‘’γιο-γιο μετανάστευσης με περιοδική μπρος-πίσω κίνηση ανάμεσα στον τρόπο προέλευσης και τον τόπο υποδοχής». Αυτή η κατηγορία περισσότερο παραπέμπει στα προηγούμενα στάδια των ένοπλων συγκρούσεων (2016-2018), όταν αυτές ήσαν κλιμακούμενες, και αναπτύχθηκε πάνω στο έδαφος της απουσίας συγκεκριμένων δομών ελέγχου ενώ επίσης, βοηθήθηκε στο να αναπτυχθεί και να αρχίζει να διαδραματίζει ρόλο, από την επιθυμία των Λίβυων δρώντων, να λάβουν εξωτερική βοήθεια με στόχο την διασφάλιση του εδάφους που είχαν καταλάβει. Αν και χρήζει επισήμανσης, πως ενίοτε, η Λιβυκή σύγκρουση έδινε την εντύπωση πως ήταν και μία σύγκρουση με έντονο το στοιχείο της ‘σύγχυσης,’ με τα όρια μεταξύ του ‘ποιον πολεμώ’ και ‘γιατί τον πολεμώ’ να καθίστανται συγκεχυμένα. Η «διαδοχική μετανάστευση» μαχητών, ήτοι η «περιοδική μπρος-πίσω κίνηση ανάμεσα στον τρόπο προέλευσης και τον τρόπο υποδοχής», συνδέονταν με την μετακίνηση μαχητών (μισθοφόροι που δρουν για λογαριασμό της Τουρκίας και της Ρωσίας, μπορούν να ανήκουν σε αυτή την κατηγορία), για λόγους συμβολισμούς, για λόγους δηλαδή μη αποκοπής από τον τόπο προέλευσης, για λόγους οικογενειακούς (ύπαρξη οικογενειακών δεσμών), ξεκούρασης και ακόμη, υγείας, εάν προέκυπτε τραυματισμός ή τραυματισμοί, και χρειάζονταν περίθαλψη εκτός Λιβύης. Τα πορώδη σύνορα, όπως τονίσθηκε και πιο πάνω, διευκόλυναν ιδιαιτέρως την «περιοδικό κίνηση» μισθοφόρων και ειδικότερα, διευκόλυναν την κίνηση μισθοφόρων που προέρχονταν από χώρες που βρίσκονται στα νότια χερσαία σύνορα της Λιβύης (υποσαχάρια Αφρική), χωρίς να αποκλείσουμε και τον συγχρωτισμό τους με ‘κύματα’ προσφύγων και μεταναστών. Η δεύτερη κατηγορία ή αλλιώς, «πρότυπο», αφορά την «μετανάστευση χωρίς πρόθεση μόνιμης εγκατάστασης», πρότυπο το οποίο καθαυτό συσχετίζεται με μαχητές που εγκαταστάθηκαν στη χώρα για να πολεμήσουν αποκομίζοντας συγκεκριμένα οφέλη, συμβολικά, αξιακά και υλικά, εμπλεκόμενοι ενεργά στις μάχες, αλλά, συνάμα, αποφεύγοντας να διαμορφώσουν ισχυρούς δεσμούς με την χώρα, τους ανθρώπους και το περιβάλλον της. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, καθίσταται σχετικά πιο εύκολη και όχι απλή, η εκκίνηση μίας διαδικασίας πειθούς για την απομάκρυνση τους από τη χώρα, κάτι που μας ωθεί να πούμε πως σε αυτό το μεταναστευτικό-μισθοφορικό «πρότυπο» ανήκουν οι τριακόσιοι μαχητές που δέχθηκαν να αποχωρήσουν από την χώρα, ως αποτέλεσμα και του αιτήματος της Γαλλίας, αλλά και της πίεσης που τους άσκησε ο Λιβυκό Εθνικός Στρατός, πετυχαίνοντας τον στόχο του και κερδίζοντας κάτι που χρειάζονταν αυτή την περίοδο: Την έξωθεν καλή μαρτυρία. Το διακύβευμα το οποίο τους ώθησε στο να εμπλακούν σε μία ξένη χώρα και στην ένοπλη σύρραξη, ήταν τα κατά Πάρσονς, «επενδυμένα συμφέροντα», δηλαδή στο «συμφέρον για τη διατήρηση των ανταμοιβών που ενυπάρχουν σε ένα σύστημα κατεστημένων προσδοκιών»: ‘Ήρθα, έκανα την δουλειά μου, επιθυμώ την ανταμοιβή μου και αποχωρώ.’ Η τρίτη κατηγορία ή «πρότυπο» τώρα, έχει σχέση με τη «μετανάστευση με πρόθεση επιστροφής ή επανενσωμάτωσης μετά από αρκετά χρόνια». Αφορά κατά κύριο λόγο, μαχητές-μισθοφόρους που ευρίσκονται ήδη αρκετά χρόνια στη Λιβύη, έχουν πολεμήσει, έχουν ενισχύσει το συμβολικό τους κεφάλαιο και διαθέτουν πόρους, διακρινόμενοι παράλληλα από εκείνο το βαθμό «επαγγελματοποίησης» (Αντώνης Μακρυδημήτρης), που τους επίτρεψε στο και να προσαρμοσθούν δίχως πολλές εντάσεις στη χώρα και στην κουλτούρα της, και να αποκτήσουν ισχυρούς δεσμούς σύνδεσης εν αντιθέσει με τους μισθοφόρους της κατηγορίας «γιο-γιο» που έχουν αποκτήσει πιο εξασθενημένους δεσμούς, και να κάνουν σκέψεις μακροχρόνιας παραμονής ή ακόμη και μόνιμης εγκατάστασης, έχοντας ενσωματώσει στην ταυτότητα τους στοιχεία της Λιβυκής κουλτούρας. Είναι αυτή η κατηγορία μαχητών στην οποία και πρέπει να στραφούν εντόνως οι προσπάθειες και της Διεθνούς Κοινότητας και της μεταβατικής κυβέρνησης, ώστε αρχικά, καθώς είναι δύσκολο να επιτευχθεί μία μαζική αποχώρησης τους στο χρονικό διάστημα που απομένει μέχρι τις εκλογές (όχι όμως και ακατόρθωτο), να αποφύγουν την οποιαδήποτε ενέργεια που θα μπορούσε να υποσκάψει την εκεχειρία και την ομαλότητα, και κατ’ επέκταση, την διενέργεια των εκλογών. Αυτό το πρότυπο μαχητών, δεν αισθάνεται ‘εγκλωβισμένο’ εντός της χώρας, το άκουσμα της λέξης ‘Λιβύη’ δεν της προκαλεί αρνητικά συναισθήματα, από την στιγμή όπου μέσω της παρουσίας τους στη Λιβύη ‘έχτισαν’ μία νέα ζωή και νέες αφηγήσεις (κάποιοι εξ αυτών), όντας ανθεκτικό και επίσης, αυτό που θέτει τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την Διεθνή Κοινότητα και τις χώρες που συμμετείχαν στη Διάσκεψη του Παρισιού, που πρέπει να ασκήσουν μία επιχείρηση ‘πειθούς’ αλλά και ‘γοητείας’ για να επιτύχουν τον στόχο της απομάκρυνσης τους από την χώρα. Παρά την σημαντική επιτυχία που συνιστά η απόφαση απομάκρυνσης από την χώρα 300 μισθοφόρων, τα καθήκοντα παραμένουν, ως προς αυτό, στο βαθμό που οι μισθοφόροι, ιδίως αυτή της τρίτης κατηγορίας, δεν πρέπει να απέχουν από επιθετικές ενέργειες, αλλά πρέπει να αποχωρήσουν οριστικά από την χώρα. Αν και πλέον, συνεκτιμώντας την μακροχρόνια παρουσία τους, σπεύδουμε να καταθέσουμε την εξής καινοτόμο πρόταση: Το να μην αποκλειστεί ως δεύτερη σκέψη το ενδεχόμενο παραμονής κάποιων εξ αυτών στη χώρα, από την στιγμή όπου ήδη νιώθουν ενσωματωμένοι, με την τήρηση όμως αυστηρών προϋποθέσεων. Βλέπε σχετικά, Μιχαήλ Δόμνα, ‘Διεθνοποιημένα νοικοκυριά και κοινωνική ανάπτυξη την εποχή της κρίσης,’ στο: Βαμβακίδου Ιφιγένεια, Καλεράντε Ευαγγελία, Σολάκη Ανδρομάχη, (επιμ.), ‘Από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ στο τερατώδες είδωλο της Ευρώπης. Οι παθογένειες του καπιταλιστικού συστήματος,’ Εκδόσεις Επέκεινα, Τρίκαλα Θεσσαλίας, 2016, σελ. 158. Για το ίδιο θέμα, δηλαδή για τα «πρότυπα μετανάστευσης», βλέπε και, Βrettell, B.C., ‘Anthropology and migration: Essays on transnationalism, ethnicity and identity,’ Walnut Creek, CA, Altamira Press, 2003. Και, Psyched out: Using narrative power to exploit cognitive flaws…ό.π.

[7] Για τον πρώην Λίβυο ηγέτη Μουάμαρ Καντάφι, το καθεστώς του οποίου, στον δείκτη «δημοκρατικοποίησης» του Vanhanen, όπου με την χρήση διαφόρων μεταβλητών αξιολογείται ο βαθμός δημοκρατικότητας ενός καθεστώτος, συγκέντρωσε την «ελάχιστη τιμή 0» (μη δημοκρατία), βλέπε και, Μητσός Μιχάλης, ‘Ηρόδοτος και Έλιοτ,’ Εφημερίδα ‘Τα Νέα,’ 12/11/2021, σελ. 56. Ο δημοσιογράφος Μιχάλης Μητσός, παραπέμπει στην ανάλυση του επίσης δημοσιογράφου, Γιώργου Καπόπουλου, κατά τον οποίο «ο Καντάφι παρέμεινε 40 χρόνια στην εξουσία επειδή ήξερε να κρατά τις ισορροπίες ανάμεσα στις εθνότητες και τις φυλές». Ενώ η διαπίστωση είναι ορθή, για κάποιον που διεκδίκησε την συγκρότηση ενός προφίλ ‘χαρισματικού ηγέτη’ για τον οποίο δεν υπάρχει εύκολα, «υποκατάστατο» (ο βίαιος θάνατος του, τελετουργικά ενταγμένος σε μία λογική ‘απο-ανθρωποποίησης,’ ήσαν ‘ενσάρκωση’ της επίσης βίαιης διάχυσης ενός αντι-Κανταφικού αισθήματος στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον, που δεν απείχε και ιδιαίτερα από εκείνη την μορφή συλλογικής συμπεριφοράς που ο Σμέλσερ προσδιορίζει ως συλλογική συμπεριφορά του «όχλου» που αναζητεί «αποδιοπομπαίο τράγο»), δεν εξηγεί το πως κατάφερε ένα αυταρχικό καθεστώς κάτι τέτοιο. Η Κανταφική, λαϊκή ‘τζαμαχιρία,’ επένδυσε ιδιαιτέρως, στο χαρτί του παν-Αραβισμού, αποδίδοντας, κατ’ επέκταση, έμφαση στην τόνωση ενός αισθήματος ‘συν-ανήκειν’ μέσω της υπόμνησης ό,τι η Λιβύη είναι χώρα πρωτίστως Αραβική, χρησιμοποιώντας την Αραβική γλώσσα ως βασικό ‘εργαλείο’ για την διαμόρφωση και εμπέδωση εθνικής ταυτότητας, και, καθιστώντας την μείζον στοιχείο επικοινωνίας και επαφών μεταξύ των διαφόρων εθνοτήτων και φυλών της χώρας. Εν αντιθέσει με το Σανταμικό καθεστώς στο Ιράκ, το οποίο επίσης όμνυε στην ιδεολογία του παν-Αραβισμού, το οποίο και έτεινε προς την κατεύθυνση της συγκέντρωσης-συγκεντροποίησης της εξουσίας,  το τριτοκοσμικό καθεστώς του Μουάμαρ Καντάφι, που κατά την τελευταία περίοδο του, ενέγραψε στοιχεία ‘γκροτέσκου,’ τηρώντας αυστηρές δικλείδες ασφαλείας, διατήρησε μία αίσθηση ενότητας που όμως αφήνει να διαφανεί η διαφορά, ο αυτο-προσδιορισμός με όρους εθνότητας και φυλής. Άρα, μεταβαίνουμε σε ένα σχήμα η «ενότητα διατηρεί τη διαφορά» (unity in diverse), όπου ενότητα, η εμπέδωση της πεποίθησης ό,τι είναι το καθεστώς που μπορεί και διατηρεί την ενότητας της χώρας, που είναι ‘Αραβική’ γλωσσικά, αξιακά, πολιτισμικά, και, όπου διαφορά, η μέσω της αναγνώρισης του ρόλου του καθεστώτος και του Αραβικού χαρακτήρα της χώρας, αποδοχή ενός ιδιαίτερου αυτο-προσδιορισμού. Επίσης, το Κανταφικό καθεστώς, για χρόνια επέσειε την απειλή για «άλλες αποσχίσεις μέσα στην ίδια χώρα, γνωστή και ως «φαινόμενο του ντόμινου», συγκρατώντας τις οποιασδήποτε διασπαστικές τάσεις εν τη γενέσει τους. Αν και η Λιβύη, όπως έχουμε υποστηρίζει σε παλαιότερα άρθρα μας, χρειάζεται να περάσει από διαδικασία μίας νέας ‘εθνο-γένεσης,’ μετά από έναν βίαιο και σκληρό πόλεμο, ενσκήπτει ένα ερώτημα σχετικό με το κατά πόσον υπήρξε διαιρεμένη (η Λιβύη όντως ήταν και είναι εθνοτικά-φυλετικά διαιρεμένη), στο βαθμό που τονίζουν διάφορες αναλύσεις, διότι, εάν οι διαιρέσεις ήταν τόσο έντονες όσο άφηναν να διαφανούν αυτές οι αναλύσεις, τότε θα υπήρχε σοβαρό ενδεχόμενο της εκδήλωσης διασπαστικών τάσεων, με όρους αυτονόμησης ή ακόμη, και ανεξαρτητοποίησης, και όχι με όρους ‘καπετανάτου,’ εν καιρώ της ένοπλης σύρραξης. Βλέπε σχετικά, Ηρακλείδης Αλέξης, ‘Η Διεθνής Κοινωνία και οι θεωρίες των Διεθνών Σχέσεων. Μια κριτική περιδιάβαση,’ Εκδόσεις Σιδέρης Ι., Αθήνα, 2005, σελ. 245. Και, Smelser, N., ‘Theory of collective behavior,’ New York, Free Press, 1962, σελ.  267. Πάλι με όρους Σμέλσερ, όρους ψυχο-συναισθηματικούς και κοινωνικούς, η αντίδραση του πλήθους απέναντι στον Καντάφι, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και ως «υστερική». Και, Vanhanen, T., ‘Prospects of Democracy. A study of 172 countries,’ London/New York, 1997. Για μία ανάλυση του δείκτης δημοκρατικότητας του Vanhanen, βλέπε και, Schmidt Manfred, ‘Θεωρίες της Δημοκρατίας,’ Επίμετρο: Πάσχος Γιώργος, Επιστημονική Επιμέλεια: Δώδος Δημοσθένης, Μετάφραση: Δεκαβάλλα Ελευθερία, Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα, 2004, ιδίως σελ.447-451. Για την έννοια του «υποκατάστατου», βλέπε και, Decker, F., ‘Der Neue Rechtpopulismus,’ Opladen, Leske+Budrich, 2004, σελ. 265. Για την ομοσπονδιακή (η νέα Λιβύη πρέπει να εστιάσει στη μορφή της ομοσπονδιακής συγκρότησης), λογική πίσω από την φράση «η ενότητα διατηρεί τη διαφορά», βλέπε και, Ηρακλείδης Αλέξης, ‘Κυπριακό πρόβλημα 1947-2004. Από την Ένωση στη Διχοτόμηση;’ Εκδόσεις Σιδέρης Ι., Αθήνα, 2006, σελ. 411.

[8] Για τον Γιώργο Καπόπουλο, η «απόφαση του Σαρκοζί να ανατρέψει τον Καντάφι, είναι έγκλημα». Μία  τέτοια διαπίστωση, καθίσταται αφοριστική και απλοϊκή, στο  βαθμό που παραγνωρίζει το ό,τι δεν ήταν η Γαλλία του Σαρκοζί αυτή που έλαβε την απόφαση για την εκκίνηση μίας στρατιωτικής επιχείρησης στη Λιβύη, αλλά, σε αυτή συμμετείχαν και χώρες όπως η Μεγάλη Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, με το επίχρισμα της επέμβασης να είναι συλλογικό και Νατοϊκό. Στο βαθμό που παραβλέπει το όλο κοινωνικό, πολιτικό και περιφερειακό πλαίσιο, όπως αναπτυσσόταν την περίοδο της Αραβικής Άνοιξης, χρησιμοποιώντας τον βαρύγδουπο όρο «έγκλημα» για την δημιουργία εντυπώσεων, αποφεύγοντας να εισαγάγει στην ανάλυση του τους λόγους που ώθησαν στην ανάληψη στρατιωτικής δράσης, που από τις αρχές περίπου του 2011 έφθασε να  «θεωρείται δικαιολογημένη πράξη, αναγκαίο κακό», λόγω της βίαιης πολιτικής που εφαρμόζει εντός της χώρας (με το ‘προηγούμενο’ της Συρίας’ να λαμβάνεται σοβαρά υπόψιν, με τις χώρες του Νατοϊκού μπλοκ που ενεπλάκησαν στην επέμβαση να θεωρούν πως θα συνιστά ‘μείζονα υποχώρηση’ για τις Δυτικές αξίες, το να αφεθεί ένας ακόμη ‘δικτάτορας’ να φονεύει τον ‘λαό’ του),  του  ‘κινδύνου που αντιπροσώπευε το καθεστώς για την «διεθνή ειρήνη και ασφάλεια στην περιοχή» (αν και δεν είχαν «εξαντληθεί όλα τα μέσα για ειρηνική επίλυση). Παράλληλα, ενέσκηψαν λόγοι όπως η «ελπίδα ό,τι η επέμβασης θα είναι επιτυχής και θα φέρει το ζητούμενο αποτέλεσμα». Γράφοντας αυτά, δεν επιδιώκουμε να δικαιολογήσουμε την Νατοϊκή στρατιωτική επέμβαση στη Λιβύη, η οποία όμως, δεν υπήρξε γενικευμένη αλλά στοχευμένη, αποφεύγοντας την μαζική χρήση στρατιωτικής βίας, όσο να κατανοήσουμε το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο έλαβε χώρα. Και, τελευταίο άλλα όχι έσχατο, η ανάλυση, μένοντας σε ένα επιφανειακό επίπεδο, προσπερνά τα ζητήματα δημοκρατίας και των τρόπων με τους οποίους αυτή μπορεί να αναπτυχθεί, τα οποία κατεξοχήν έθεσε η Νατοϊκή επέμβαση στη Λιβύη. Και εδώ εντοπίζουμε μία πολύ ενδιαφέρουσα εξέλιξη: Αν η στοχευμένη (πράγμα σημαντικό), επέμβαση στη Λιβύη, δεν ασχολήθηκε με την χάραξη μίας πολιτικής μετάβασης σε ένα μετα-Κανταφικό κοινωνικό, πολιτικό όσο και αξιακό περιβάλλον, ‘δοκιμάζοντας’ το πως μπορεί η Δημοκρατία φιλελεύθερου τύπου (που δεν έχει ενιαία εφαρμογή και δεν μπορεί να ‘φορεθεί’ ως μοντέλο για ‘όλες τις περιπτώσεις’), να συν-διαλλαγεί και να εναρμονισθεί, σε ένα δεύτερο επίπεδο, με την Λιβυκή κουλτούρα (ή τις κουλτούρες μέσα στη  χώρα), τότε, κάτι τέτοιο έπραξε η ενεργότερη εμπλοκή ευρωπαϊκών χωρών και της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα συμβάντα στη Λιβύη, εδώ και περίπου μία διετία (πρώτη Διάσκεψη του Βερολίνου, ευρωπαϊκή επιχείρηση ‘IRINI’ για την τήρηση του εμπάργκο όπλων), με στόχο την πολιτική επίλυση της σύγκρουσης, εκεί όπου, μέσα σε ένα περιβάλλον σταδιακής άμβλυνσης του συγκρουσιακού φορτίου, που ώθησε, τη παραινέσει ευρωπαϊκών χωρών (ο ρόλος της Γερμανίας αν και σημαντικός, παραμένει παραγνωρισμένος), της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), στην έναρξη μίας διαπραγματευτικής διαδικασίας μεταξύ των κυριότερων Λίβυων δρώντων που έδρασαν ορθολογικά, κυοφορήθηκε, και εν καιρώ διαπραγματεύσεων, συναινετικά, εκείνη η επιλογή η οποία παραπέμπει, πολιτικά-τυπολογικά, σε μία δημοκρατία αντιπροσωπευτικού τύπου: Και η επιλογή ήταν η πραγματοποίηση εκλογών, με την ειδοποιό διαφορά να είναι η αποφυγή ‘πειρασμών’ που προέρχονται από διάφορα σύγχρονα αυταρχικά καθεστώτα (Ρωσία, Τουρκία), δηλαδή η αποφυγή μίας εκ των προτέρων διαμόρφωσης του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο δύνανται να κινηθούν πολιτικά κόμματα και υποψήφιοι (αποκλεισμός συγκεκριμένων υποψηφίων, για παράδειγμα), και η προτίμηση στο σχήμα ‘δίκαιες και ελεύθερες εκλογές,’ όπως ισχύει σε φιλελεύθερες δημοκρατίες. Και η επιτέλεση ‘δίκαιων και ελεύθερων εκλογών,’ προϋποτίθεται πρωταρχικά, στην τήρηση της αρχή της ισότητας της ψήφου, που περιλαμβάνει, κατά τον συνταγματολόγο Γιώργο Σωτηρέλη, δύο εκδοχές: Την εκδοχή της «αριθμητικής ισότητας» (κάθε πολίτης έχει μία ψήφο και συμμετέχει σε  μία ψηφοφορία). Και την εκδοχή της «ισοδυναμίας της ψήφου» (κάθε ψήφος έχει την ίδια νομική βαρύτητα).  Το ζήτημα είναι πολύ πιο σύνθετο από βαρύγδουπες αναλύσεις και περιγραφές. Για μία επισκόπηση της σύγχρονης και μη βιβλιογραφίας περί στρατιωτικών επεμβάσεων με ανθρωπιστικό πρόσημο, Ηρακλείδης Αλέξης, ‘Η Διεθνής Κοινωνία και οι θεωρίες των Διεθνών Σχέσεων. Μια κριτική περιδιάβαση….ό.π., σελ. 240-242. Για την αρχή της ισότητας της ψήφου, βλέπε και, Σωτηρέλης Γιώργος, ‘Η αντισυνταγματικότητα και η αντιδημοκρατικότητα του ποσοστού 42% ως ορίου για την ανάδειξη του «επιτυχόντος συνδυασμού» στις αυτοδιοικητικές εκλογές,’ Ηλεκτρονικό Περιοδικό για θέματα Τοπικής Αυτοδιοίκησης ‘πρΟΤΑση,’ Τόμος 6, Τεύχος 35, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2021, σελ. 303.

[9] Κάποιες τιθέμενες μεταβλητές, μέσω  των οποίων μπορεί να ερμηνευθεί αυτή η απόφαση του Λιβυκού Εθνικού Στρατού που πρόσκειται στην πλευρά Χαφτάρ, είναι οι κάτωθι: Μία πρώτη μεταβλητή συσχετίζεται με την αναζήτηση της έξωθεν καλής μαρτυρίας, με την πλευρά Χάφταρ, αν την εντάξουμε στην ανάλυση μας, να επιθυμεί να διευκολύνει τις χώρες που συμμετείχαν στη Διάσκεψη και συσπειρώθηκαν γύρω  από τον στόχο της αποχώρησης των ξένων, μισθοφορικών δυνάμεων από την χώρα, κίνηση με αντίκτυπο που δεν είχε επιχειρηθεί προ και κατά την διάρκεια των δύο προηγούμενων Διασκέψεων του Βερολίνου, ή ακόμη, και κατά την διάρκεια της Διάσκεψης του Παλέρμο. Διεκδικώντας την έξωθεν καλή μαρτυρία, αυτή την φορά των συμμετεχόντων στη Διάσκεψη του Παρισιού, η πλευρά Χάφταρ επιδιώκει να ενισχύσει και την δική της νομιμοποίηση, εσωτερική (παράγοντας σταθερότητας εντός χώρας), και εξωτερική (‘προωθητής λύσης’), σε μία περίοδο όπου ο ίδιος ο στρατάρχης διεκδικεί έναν νέο πολιτικό ρόλο. Η δεύτερη μεταβλητή που εντοπίζουμε, έχει να κάνει ακριβώς με την διεκδίκηση ενός πολιτικού ρόλου από τον Χαλίφα Χάφταρ, ο οποίος έχει γνωστοποιήσει την πρόθεση του να διεκδικήσει, στις επικείμενες εκλογές, την προεδρία της χώρας. Άρα, εν τοις πράγμασι, μέσω μίας τέτοιας απόφασης, αποκλίνει ποιοτικά, από το πεδίο αναζήτησης στρατιωτικών λύσεων, εκφράζει την εμπιστοσύνη του στον ρόλο της μεταβατικής κυβέρνησης (στηρίζοντας την),  στον ίδιο τον  στόχο πραγματοποίησης των εκλογών, επιδιώκοντας να αποτελέσει μέλος του νέου πολιτικού προσωπικού της χώρας, θέτοντας στο επίκεντρο την επιτέλεση υπερβάσεων και δείχνοντας, κύρια εντός της χώρας, ό,τι μπορεί να αποκτήσει καθοδηγητικό ρόλο ως ‘υπεύθυνος’ και ‘αξιόπιστος’ πολιτικός.  Η τρίτη μεταβλητή, άπτεται του γεγονότος πως στην όλη απόφαση, επέδρασε, το εν γένει θετικό κοινωνικό-πολιτικό κλίμα που επικρατεί στη χώρα τον τελευταίο χρόνο, από την επίτευξη της κατάπαυσης του πυρός και έπειτα, με την συγκεκριμένη απόφαση να συμβάλλει στην περαιτέρω ενίσχυση του θετικού κλίματος, καλλιεργώντας το έδαφος για την ανάπτυξη συνεργειών και μεταξύ των Λίβυων δρώντων, ώστε να επιδιωχθεί με άλλους όρους, ο στόχος της απομάκρυνσης των ξένων μαχητών από την χώρα. Μένει να φανεί ποια δυναμική μπορεί να δημιουργήσει μία τέτοια απόφαση. Η τέταρτη μεταβλητή την οποία και διακρίνουμε, προσλαμβάνει την απόφαση ως ένα ιδιαίτερο ‘προϊόν’ της σταδιακής και σε σημεία της, αντιφατική, στροφή που επεχείρησε η πλευρά Χάφταρ, δίδοντας μεγαλύτερη βαρύτητα στο πολιτικό στοιχείο και στις πολιτικές διαδικασίες, μετά από την αποτυχία της στρατιωτικής επιχείρησης για την κατάληψη της πρωτεύουσας, Τρίπολης. Με άλλα, λόγια, και βλέποντας ό,τι η στρατιωτική δράση δεν συμβάλλει στην ευόδωση των στόχων, άρχισε να κερδίζει έδαφος η στροφή προς το πολιτικό, στροφή που ενισχύθηκε από την επίτευξη της εκεχειρίας που ήταν το άμεσο αποτέλεσμα των εντατικών, ενδο-Λιβυκών διαπραγματεύσεων. Η πέμπτη μεταβλητή, τοποθετεί την λήψη της απόφασης αποχώρησης των τριακοσίων μαχητών από ξένες χώρες, εντός των υψηλών οργανωτικών και πολιτικών standards που τέθηκαν από τους διοργανωτές της Διάσκεψης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αποδίδοντας εδώ, έμφαση στις «διαστάσεις του συντονισμού» των James & Ben-Gera, θα ισχυρισθούμε πως ο «συντονισμός των οργανωσιακών ρυθμίσεων κατά την προετοιμασία» της Διάσκεψης, ήταν τέτοιος, που βοήθησε ώστε να συζητηθεί το αίτημα της Γαλλίας επισταμένως και με τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις, κατά την διάρκεια της Διάσκεψης (οι προεργασίες στο Βερολίνο δημιούργησαν το απαραίτητο υπόστρωμα),   να επιτευχθούν πιο εύκολα οι αναγκαίες συγκλίσεις μεταξύ της πλευράς Χάφταρ, της Γαλλίας, και άλλων χωρών, και τελικά να συναινέσει η πλευρά Χάφταρ σε ένα ώριμο αίτημα. Η έκτη μεταβλητή την οποία και καταγράφουμε, αντανακλά ακριβώς το αυξανόμενο διεθνές ενδιαφέρον για την Λιβύη και για την διασφάλιση της εκεί σταθερότητας και ασφάλειας, την αναγνώριση και την αποδοχή του ενισχυμένου ρόλου της Γαλλίας στις εξελίξεις της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, τον τελευταίο χρόνο, την αποδοχή της δυναμικής εμπλοκής Ιταλίας, Γερμανίας, Αιγύπτου. Έτσι, η αποχώρηση των τριακοσίων μισθοφόρων από την Ανατολική Λιβύη σπεύδει να επιβεβαιώσει και να επικυρώσει το διεθνές ενδιαφέρον και τον ρόλο της Γαλλίας και άλλων χωρών, που, μέσω άσκησης γόνιμων και όχι φορτικών ή απειλητικών πιέσεων (δίχως την απειλή επιβολής κυρώσεων), παρήγαγαν αποτέλεσμα ως προς τον στόχο της απομάκρυνσης των μισθοφορικών δυνάμεων ή έστω τμήματος αυτού. Άλλως πως, στην απόφαση επέδρασε αυτό το ενδιαφέρον. Βλέπε σχετικά, James, S., & Ben Gera, B., ‘A comparative analysis of Government offices in OECD countries,’ Meeting of Senior Officials from Centers of Government on using new tools for decision-making, impacts on information, communication and organization, GOV/PGC/MPM/RD, Istanbul, 2004.

[10] Για αρκετές εκ των συμμετεχόντων χωρών, η Διάσκεψη του Παρισιού, λειτούργησε ως παράθυρο, ή αλλιώς, για να δανεισθούμε έναν όρο του Merton,  ως μία ιδιαίτερη «δομή ευκαιριών», που προσέφερε σε αυτές τις χώρες την δυνατότητα να αναπτύξουν τις θέσεις τους ενώπιον ενός συγκεκριμένου ακροατηρίου που περιελάμβανε και Λίβυους αξιωματούχους, να αξιολογήσουν την μέχρι τώρα ακολουθούμενη στρατηγική και να την επικυρώσουν, να ενισχύσουν ήδη διαμορφωμένους συμμαχικούς δεσμούς, οφείλοντας όμως να συνδράμουν την μεταβατική κυβέρνηση στο στόχο της όσο το δυνατόν μεγαλύτερης κινητοποίησης για την συμμετοχή στις επικείμενες εκλογές (που πρέπει να πραγματοποιηθούν στις 24 Δεκεμβρίου), ακριβώς λόγω του ό,τι, όπως υποστηρίζουν οι Schmidt & Gabriel, «η γενικευμένη και η ειδικότερα υποστήριξη των δημοκρατικών διαδικασιών από την πλειοψηφία των πολιτών είναι αναμφιβόλως ένα εξαιρετικά σημαντικό στήριγμα της δημοκρατίας». Δίχως όμως να είναι ο μοναδικός παράγοντας, ιδίως όταν μιλάμε για εδραιωμένες δημοκρατίες. Για την Λιβύη όμως,   οι εκλογές συνιστούν «δημοκρατική διαδικασία», ή ευρύτερα, τμήμα μίας εν εξελίξει «δημοκρατικής διαδικασίας» που πρέπει να υποστηριχθεί από τους πολίτες και από τους ίδιους τους υποψήφιους για αιρετά αξιώματα. Η διαμόρφωση ενός δημοκρατικού καθεστώτος δεν είναι μόνο έργο της μεταβατικής κυβέρνησης Βλέπε σχετικά, Schmidt Manfred, ‘Θεωρίες της Δημοκρατίας…ό.π., σελ. 508. Και, Gabriel, ‘Demokratie in der Vereinigungskrise? Einstellungen zur Demokratie im Vereinigten Deutschland,’ ZPol, 1999, σελ. 827-862.

[11] Η καχυποψία με την οποία αντιμετώπισε ο Χαλίφα Χάφταρ, ένας στρατιωτικός στην διαμόρφωσης της προσωπικότητας του οποίου ρόλο έπαιξε και η σταδιοδρομία του στις τάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων του καθεστώτος, τις Διασκέψεις του Βερολίνου, και ιδίως την πρώτη, όπου θύμιζε και παρατηρητή, έδωσε την θέση της σε μία ενεργό εμπλοκή στις διεργασίες και στις συζητήσεις προ και κατά την διάρκεια της Διεθνούς Διάσκεψης του Παρισιού, με το βαθύτερο στοιχείο που αναδεικνύεται να είναι η μη διαβουλεύσεις και η έλλειψη τριβής με ευρωπαϊκές χώρες και με τους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για την ακρίβεια, η έλλειψη τριβής με ευρωπαϊκές χώρες, το χαμηλό επίπεδο επικοινωνίας μαζί τους, από την μεριά του Αμερικανοθρεμμένου αξιωματικού, συνέδραμαν στην δημιουργία ενός υποβάθρου δυσπιστίας για τις προθέσεις τους, κάτι που περαιτέρω μετεξελίχθηκε στην έκφραση μίας οιονεί καχυποψίας για την σκοπιμότητα πραγματοποίησης των Διασκέψεων, καθώς και της δικής του συμμετοχής σε αυτές. Παρά το ό,τι χώρες όπως η Γαλλία είχαν εκφράσει την υποστήριξη τους προς το πρόσωπο του, με τον μεγαλύτερο όμως υποστηρικτή του να είναι η Αίγυπτος. Έκτοτε, μεσολάβησαν αρκετά και ιδίως η συνειδητοποίηση από την πλευρά του, της υφιστάμενης κατάστασης όπως επίσης, και του πως μπορεί να καταστεί επιδραστικός ο ίδιος, όταν φάνηκε πως ‘μένει πίσω.’

[12] Βλέπε σχετικά, Smelser, N., ‘Theory of collective behavior…ό.π., σελ. 266.

[13] Την επαύριον της Διεθνούς Διάσκεψης του Παρισιού, το ενδιαφέρον πρέπει να στραφεί και στην πραγματοποίηση των εκλογών, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συμμετοχή (εδώ εισαγάγουμε και την παράμετρο ασφαλείας), και στην προκαθορισμένη ημερομηνία, όσο και στην συνέχιση των προσπαθειών για την απομάκρυνση από την χώρα μισθοφορικών δυνάμεων, απομάκρυνση που μπορεί να είναι και σταδιακή. Στην περίπτωση της Λιβύη, το διακύβευμα είναι διττό, και οφείλει να αξιολογείται διαρκώς από τις συμμετέχουσες χώρες και τους εσωτερικούς παίκτες, έχοντας σχέση με την δυνατότητα παραγωγής και αναπαραγωγής των αποκαλούμενων και «οπλοποιημένων αφηγημάτων». Στον ορισμό που δίδει το ‘Weaponized Narrative Initiative,’ το «οπλοποιημένο αφήγημα είναι ένας ταχύτατος πληροφοριακός κατακλυσμός, ο οποίος αποτελεί «το ιδανικό πεδίο μάχης», διότι μια «μάνικα αφηγηματικών επιθέσεων δίνει ελάχιστο χρόνο στο κοινό-στόχο να επεξεργασθεί και να αξιολογήσει». Αυτά ακριβώς τα «οπλοποιημένα αφηγήματα», πρέπει να αντιμετωπισθούν, γιατί ελλοχεύει ο κίνδυνος, από την μία πλευρά, χρήσης «οπλοποιημένων αφηγημάτων» από παράγοντες εντός χώρας, που θα μπορούσαν, υπό προϋποθέσεις, να αναζωπυρώσουν την ένταση, προ και μετά των εκλογών, και, από την άλλη, χρήσης αφηγημάτων αυτού του τύπου από τρίτες χώρες και κυρίως μισθοφόρους κατηγορίας «γιο-γιο» και μακροχρόνια εγκατεστημένους στη Λιβύη, ως προπομπό για την εκ νέου στροφή στη στρατιωτική δράση που θα μπορούσε να υπονομεύει την εύθραυστη σταθερότητα, παράγοντας και διαχέοντας ανασφάλεια και φόβο. Επ’ αυτού, σπεύδουμε να καταθέσουμε δύο προτάσεις. Η πρώτη πρόταση, αφορά, την δημιουργία (από ενδιαφερόμενες χώρες), ενός πληροφοριακού Κέντρου που θα λαμβάνει σε πραγματικό χρόνο πληροφορίες και θα τις επεξεργάζεται, παίζοντας ρόλο στη διαμόρφωση και στην ‘επικαιροποίηση’ της στρατηγικής, δομώντας παράλληλα ό,τι ο Λάμπρος Καούλλας, ορίζει ως «κουλτούρα άμυνας και καταπολέμησης «οπλοποιημένων» αφηγημάτων και πληροφοριών». Δηλαδή, μία κουλτούρα «γνωστικής ασφάλειας» (cognitive security). Η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να διεκδικήσει την ίδρυση ενός τέτοιου πληροφοριακού Κέντρου στην Αθήνα. Η δεύτερη πρόταση, προκρίνει την πραγματοποίηση και μίας νέας, τέταρτης Διεθνούς Διάσκεψης, σε χρόνο ανοιχτό και πάντως, μετά την πραγματοποίηση των εκλογών του Δεκεμβρίου (αν γίνουν στην ημερομηνία που έχουν συμφωνηθεί), εξετάζοντας όλα τα παραπάνω, και εκφράζοντας την υποστήριξη της στη νέα κυβέρνηση. Βλέπε σχετικά, Καούλλας, Λάμπρος, ‘Υβριδικός πόλεμος, οπλοποιημένα αφηγήματα και γνωστική ασφάλεια: Προκλήσεις για τις αστυνομικές και στρατιωτικές αρχές,’ στο: Αντωνιάδης Ευριπίδης (επιμ.),  ‘Ιστορία, κοινωνία, πολιτική & μέσα επικοινωνίας. Ενημέρωση και Δημοκρατία,’ Β’ Επιστημονικό Συμπόσιο Πισσουρίου, Εκδόσεις Κ. Επιφανίου, Λευκωσία, 2020, σελ. 257. Βλέπε και, για τα «οπλοποιημένα αφηγήματα», Weaponized Narrative Initiative, Arizona State University, 2019, https://weaponizednarrative.asu.edu Και, για τα «οπλοποιημένα αφηγήματα», βλέπε και, Maan, A., ‘Narrative warfare, Create-Space, California, 2018.

[14] Στο δημοσίευμα της διαδικτυακής έκδοσης της εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’ διαφαίνεται ανάγλυφα η στροφή που επιχείρησε η ελληνική διπλωματία, από την συμπερίληψη στις συζητήσεις με Λίβυους αξιωματούχους, (ο στρατάρχης Χάφταρ τον οποίο αρχικά υποστήριξε η ελληνική πλευρά ως αντίβαρο στην επιρροή της υποστηριζόμενης από την Τουρκία, κυβέρνησης ‘Εθνικής Ενότητας,’  επίσης δεν επεδείκνυε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το Τουρκο-λιβυκό μνημόνιο), πιο οργανωμένα μετά την συγκρότηση της μεταβατικής κυβέρνησης ‘ειδικής ανάγκης,’ του Τουρκο-λιβυκού μνημονίου, στην εστίαση σε μία γενικότερη ατζέντα που είχε ήδη καταστεί, εντός και εκτός χώρας, ‘κοινός τόπος.’ «Στην παρέμβασή του ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης θα επαναλάβει τη θέση του για τη Λιβύη, για τήρηση του χρονοδιαγράμματος που έχει συμφωνηθεί για τη διεξαγωγή εκλογών, για πλήρη εφαρμογή της συμφωνίας εκεχειρίας της 23ης Οκτωβρίου 2020 και για την απόσυρση όλων των ξένων στρατευμάτων, των ξένων δυνάμεων και των μισθοφόρων το συντομότερο δυνατόν.

Η θέση αυτή, σημειώνουν κυβερνητικές πηγές, περιγράφει τις συνθήκες υπό τις οποίες η γειτονική χώρα θα πετύχει την σταθεροποίηση και την πορεία προς την ομαλότητα, χωρίς παρεμβάσεις από τρίτους». Βλέπε σχετικά, ‘Λιβύη: 300 μισθοφόροι αποχωρούν «κατόπιν αιτήματος της Γαλλίας»…ό.π.

[15] Η κυβέρνηση που θα προκύψει, ως πόλος άσκησης εξουσίας (η Λιβύη θα διαθέτει βέβαια και πρόεδρο), θα είναι επιφορτισμένη με την εφαρμογή πολιτικών διαμόρφωσης και εμπέδωσης σταθερών και λειτουργικών δημοκρατικών θεσμών, ζήτημα το οποίο, αν και υπήρξαν κινήσεις προς αυτή την κατεύθυνση, δεν προωθήθηκε επαρκώς από την μεταβατική κυβέρνηση που κύρια στηρίχθηκε στη λειτουργία κάποιων υπαρχόντων θεσμών (κοινοβούλιο της Ανατολικής Λιβύης). Σε αυτό το πλαίσιο, θεωρούμε πως θα εδύνατο να θεσπισθεί ένα μοντέλο «διυπουργικού συντονισμού» που προβλέπει την ύπαρξη «σημείων διέλευσης» (points de passage obliges), δηλαδή, σημείων πολύπλευρης αξιολόγησης των προτιμητέων πολιτικών για την επίτευξη μίας δι-υπουργικής ισορροπίας,  με πρόνοια όμως η αξιολόγηση να μην υποσκάπτει και ‘φρενάρει’ το κυβερνητικό έργο και τον προγραμματισμό του, με τα «σημεία διέλευσης» να μπορούν να θεσπισθούν και σε επίπεδο λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης, που καλείται να συμμετάσχει ενεργά σε ένα σχέδιο κοινωνικής, πολιτικής, οικονομικής και διοικητικής ανόρθωσης της χώρας, με δημόσιους υπαλλήλους που διαθέτουν εμπειρία από το καθεστώς Καντάφι και τον τρόπο λειτουργίας, να πρέπει να αξιοποιηθούν. Η Λιβύη χρειάζεται ‘νέο αίμα΄ όπως χρειάζεται γνώση και εμπειρία. Για το Γαλλικό μοντέλο (να κάτι που θα μπορούσε να δει η Γαλλία), «διυπουργικού συντονισμού», βλέπε και, Δραμαλιώτη Παρασκευή, ‘Το επιτελικό κράτος. Ρυθμιστική συνοχή και συντονισμός στο Κέντρο Διακυβέρνησης, Πρόλογος: Κοντιάδης Ξενοφών, Εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα, 2021, σελ. 139. Εντός της μεταβατικής κυβέρνησης της Λιβύης, είναι η θέση του πρωθυπουργού, «πρωτεύουσα»;

[16] Μία κατατοπιστική ανάλυση για την αναβλητική στάση της ελληνικής διπλωματίας, απέναντι στη γειτονική Βόρεια Μακεδονία, μετά την υπογραφή και την εφαρμογής της Συμφωνίας των Πρεσπών,  καταθέτει ο πανεπιστημιακός Ιωάννης Αρμακόλλας. «Επί τρία χρόνια  ακούν (σ.σ: στη Βόρεια Μακεδονία), από την Αθήνα τη μόνιμη επωδό για απαρέγκλιτη εφαρμογή της συμφωνίας, την ώρα που η ίδια η Ελλάδα ξεχνάει τις δικές της υποχρεώσεις, σκεπτόμενη πάντα το εσωτερικό ακροατήριο και ποτέ τα μηνύματα που λαμβάνουν από αυτή τη στάση οι γειτονικοί λαοί, των οποίων πάντως έχει τη φιλοδοξία να ηγηθεί». Σε άλλο σημείο, γράφει: «Η εμμονή με την αναζήτηση οριακών περιπτώσεων παραβίασης της συμφωνίας που θα επιβεβαιώσουν το στερεοτυπικό αφήγημα των ελληνικών ΜΜΕ περί αναξιόπιστων γειτόνων οδηγεί σχεδόν σε τραγελαφικές καταστάσεις». Η μη κύρωση των πρωτοκόλλων που περιλαμβάνει η Συμφωνία, πέραν του ό,τι στέλνουν λάθος μηνύματα περί της αποφασιστικότητας της Ελλάδας να εφαρμόσει, στο μέρος που τις αναλογεί, την Συμφωνία και τις προβλέψεις της, συνιστά ένδειξη της αναβλητικότητας της κυβέρνησης, της σημασίας που αποδίδει σε αφηγήσεις της κοινής γνώμης, αφηγήσεις για αρκετές εκ των οποίων, δεν υπάρχουν παρά μόνο τα ‘Σκόπια,’ σε ένα σημείο όπου η κυβέρνηση, δεν έσπευσε να αξιοποιήσει την συγκυρία, υπερψηφίζοντας τα πρωτόκολλα ως έμπρακτη επιβεβαίωση και της υποστήριξης της στην Συμφωνία των Πρεσπών, στην κυβέρνηση του Ζόραν Ζάεφ, αλλά και στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας. Βλέπε σχετικά, Αρμακόλλας Ιωάννης, ‘Ιστορία χαμένων ευκαιριών,’ Εφημερίδα ‘Τα Νέα Σαββατοκύριακο,’ 13-14/11/2021, σελ. 22.

[17] Βλέπε σχετικά, Smelser, N., ‘Theory of collective behavior…ό.π.

[18] Ήταν και είναι σημαντική, η συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών στη Διάσκεψη, που εκφράσθηκε σε υψηλό επίπεδο, μέσω της συμμετοχής της αντιπροέδρου της χώρας, Κάμαλα Χάρις, με τις Ηνωμένες Πολιτείες (η εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών δεν καθίσταται μονολιθική, δίχως εντάσεις και αντιφάσεις-αντιθέσεις), να επιχειρούν προσεκτικά και καλά υπολογισμένα βήματα ενεργότερης εμπλοκής, από κοινού όμως με συμμαχικές χώρες και με την Ευρωπαϊκή Ένωση, αποδίδοντας έμφαση σε παραινέσεις προς του δρώντες εντός της χώρας, και αποφεύγοντας οτιδήποτε θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό ως ‘άκομψη’ έως ‘άτσαλη παρέμβαση.’

[19] Η Γαλλία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες (η Γαλλία δεν ανέμενε το ‘πράσινο φως’ των Ηνωμένων Πολιτειών για να διαδραματίσει ρόλο στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, όπως άφησε να εννοηθεί μία ανάλυση του Μιχάλη Ιγνατίου), κύρια στο μετεκλογικό τοπίο, πρέπει να προχωρήσουν και «μη στρατιωτικές ενέργειες» (Ραφαέλ Γκλικσμάν), όπως η «συμφωνία για επενδύσεις», οι «πανεπιστημιακές, πολιτισμικές ανταλλαγές». Βλέπε σχετικά, Μητσός Μιχάλης, ‘Πρέπει να επενδύσουμε στην πολιτική,’ Εφημερίδα ‘Τα Νέα Σαββατοκύριακο…ό.π., σελ. 27.

[20] Βλέπε σχετικά, ‘Λιβύη: 300 μισθοφόροι αποχωρούν «κατόπιν αιτήματος της Γαλλίας»…ό.π.

[21] Tilly, Charles, ‘From mobilization to revolution…ό.π., σελ. 19. Το φαινόμενο της «εξωτερικής βαλκανοποίησης», σύμφωνα με τους Ηρακλείδη και Horowitz, δηλαδή η «εμφάνιση διασπαστικών τάσεων στην περιοχή», δεν απασχολεί τόσο τους γείτονες της Λιβύης (Αλγερία, Αίγυπτος), όσο η πρόκληση μίας αστάθειας που θα καταστεί μόνιμη και δομική, με το καθεστώς Αλ-Σίσι στην Αίγυπτο, να ‘ξορκίζει’ οποιοδήποτε ενδεχόμενο θα μπορούσε να θυμίζει την περίοδο 2010-2012, όταν και οι συνθήκες που επικράτησαν τότε, ευνόησαν την οργάνωση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, την στιγμή όπου η Αλγερία, ‘ξορκίζει’ το ενδεχόμενο ‘αλλαγής καθεστώτος.’ Βλέπε σχετικά, Ηρακλείδης, Αλέξης, ‘Η Διεθνής Κοινωνία και οι θεωρίες των Διεθνών Σχέσεων. Μια κριτική περιδιάβαση…ό.π, σελ. 245, & Horowitz, ‘Ethic groups in Conflict,’ Berkeley, University of California Press, 1985.

Ρoή Ειδήσεων
Σχετικά άρθρα
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

Pet Shop Θεσσαλονίκη
Μενού