Για την κρίση στα σύνορα Λευκορωσίας-Πολωνίας

O Βρετανός Neil Nugent, εξηγεί πως τα «δίκτυα πολιτικών είναι χώροι στους οποίους οι υπεύθυνοι για τη λήψη αποφάσεων και οι ομάδες συμφερόντων συναντώνται για να συμβιβάσουν τις διαφορές και να αναζητήσουν κοινά αποδεκτές λύσεις»

Λευκορωσία Πολωνία

Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Η διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’[1] δημοσιεύει μία είδηση που εν προκειμένω άπτεται των τελευταίων εξελίξεων οι οποίες λαμβάνουν χώρα στα σύνορα Λευκορωσίας-Πολωνίας, εκεί όπου συγκεντρωθεί πλήθος ατόμων[2] από χώρες όπως το Ιράκ, επιθυμώντας να εισέλθουν στο έδαφος της Πολωνίας.[3] Και με τα μέχρι στιγμής, έχουν υπάρξει και νεκροί.

Το δημοσίευμα, το οποίο αντλεί πληροφορίες από το Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων και το ειδησεογραφικό πρακτορείο Reuters αντίστοιχα, αναφέρεται στις συνομιλίες μεταξύ της υπηρεσιακής καγκελαρίου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Άνγκελα Μέρκελ,[4] και του προέδρου[5] της Λευκορωσίας, Αλεξάντρ Λουκασένκο, για την αποκλιμάκωση της παρατηρούμενης και αυξανόμενης έντασης στις σχέσεις μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης[6] και της Λευκορωσίας, καθώς και για την εκκίνηση επίσημων συνομιλιών (διαπραγματεύσεις), Ευρωπαϊκής Ένωσης-Λευκορωσίας,[7] για την διαμόρφωση προϋποθέσεων επίλυσης της προσφυγικής-μεταναστευτικής κρίσης.

Πιο αναλυτικό ως προς το σκέλος της εκκίνησης διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο πλευρών,[8] είναι το άρθρο της δημοσιογράφου Νατάσας Μπαστέα, στην εφημερίδα ‘Τα Νέα’: «Η γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, πάντως, συνέχισε, τη μεσολαβητική της προσπάθεια, μιλώντας εκ νέου με τον λευκορώσο ηγέτη Αλεξάντερ Λουκασένκο. Η κυβέρνηση του Μινσκ ανακοίνωσε πως συμφώνησε στην έναρξη διαπραγματεύσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την επίλυσης της κρίσης».[9]

Σε αυτό το πλαίσιο,[10] και εάν επιχειρήσουμε να ‘θεωρητικοποιήσουμε’ την συγκεκριμένη εξέλιξη, λέγοντας αρχικά πως είναι θετική, και ιδίως το διαμεσολαβητικό εγχείρημα της Γερμανίας, που άρχισε να εκδηλώνεται πιο έντονα όταν η κρίση μετεξελίχθηκε σε ευρεία, στο εγκάρσιο σημείο όπου εντός της διασταυρώνονται η κρίση στις διμερείς σχέσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης με μία τρίτη χώρα όπως είναι η Λευκορωσία,[11] κρίση που εκδηλώθηκε από τον περασμένο Μάιο, η αστάθεια στον περιφερειακό περίγυρο της Ένωσης,  η οιονεί καχυποψία που διέπει τις σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Ρωσία[12] (βλέπε και την στάση της Πολωνικής κυβέρνησης),[13] το γεγονός πως η Ευρωπαϊκή Ένωση και κύρια χώρες-μέλη της συνεχίζουν να αποτελούν για υποκείμενα με οιονεί προσφυγικό-μεταναστευτικό προφίλ, ελκτικός προορισμός, θα τονίσουμε πως αυτό μπορεί να ενταχθεί στο θεωρητικό σχήμα των «δικτύων πολιτικής»[14] (policy network approach).[15]

O Βρετανός Neil Nugent, εξηγεί πως τα «δίκτυα πολιτικών είναι χώροι στους οποίους οι υπεύθυνοι για τη λήψη αποφάσεων και οι ομάδες συμφερόντων συναντώνται για να συμβιβάσουν τις διαφορές και να αναζητήσουν κοινά αποδεκτές λύσεις».[16]

Άρα, στο υπόδειγμα που μελετούμε, oι ‘υπεύθυνοι για τη λήψη αποφάσεων’ (Άνγκελα Μέρκελ & Αλεξάντρ Λουκασένκο), συζητούν, με αυξανόμενο ρυθμό τις τελευταίες ημέρες, και καταλήγουν (ας μην ξεχνάμε όπως πως η διαδικασία λήψης μίας απόφασης, είναι συλλογική), να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις για την εξεύρεση ‘κοινά αποδεκτών λύσεων.’

Μετά την Γερμανική παρέμβαση, η Ευρωπαϊκή Ένωση κερδίζει χρόνο, τον οποίο και οφείλει να αξιοποιήσει ώστε να προετοιμαστεί κατάλληλα σε περίπτωση που εκκινήσουν σχετικά σύντομα οι συνομιλίες των δύο πλευρών, ιδίως εάν λάβουμε υπόψιν την εξής μεταβλητή:

Δηλαδή το ό,τι η κρίση στις σχέσεις των δύο πλευρών είναι βαθιά, φέροντας εγγύτερα την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, με άξονα εδώ τις κινήσεις του Λευκορωσικού καθεστώτος, το οποίο και επιδιώκει να διαμορφώσει και να επιτείνει την σύγχυση ως προς τις επιδιώξεις του, στις τάξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και της κυβέρνησης της Πολωνίας, με την συγκρουσιακή ζώνη της Υεμένης (στην οποία η ίδια δεν εμπλέκεται με κάποιον τρόπο), από την στιγμή όπου πολίτες και από την χώρα αυτή της Μέσης Ανατολής βρίσκονται πλέον στα σύνορα Πολωνίας-Λευκορωσίας, αλλά και με την εν γένει ασταθή κατάσταση στο Ιράκ.

Με το ιδιαίτερο στοιχείο, να είναι εδώ το ό,τι το προσφυγικό-μεταναστευτικό ‘κύμα’ που έχει ευρίσκεται στα σύνορα της Λευκορωσίας με την Πολωνία[17] αλλά και με την Λιθουανία, είναι ουσιαστικά καινούριο, καθώς δεν έχει παρατηρηθεί στο πρόσφατο παρελθόν (χωρίς αυτό να ισχύει απόλυτα όμως),[18] η ύπαρξη κάποιου μαζικού προσφυγικού-μεταναστευτικού ‘ρεύματος,’[19] ακόμη και μετά την εκ των έσω αποδόμηση της Σοβιετικής κρατικής οντότητας, και την έναρξη μίας διαδικασίας εκδημοκρατισμού σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, με την Πολωνία για δεύτερη φορά μέσα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, να τοποθετείται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος.

Η συμφωνία μεταξύ των δύο ηγετών για την έναρξη διαπραγματεύσεων,[20] ακόμη και στη βάση ενός «ελάχιστου κοινού παρονομαστή»,[21] για να παραπέμψουμε στους Marks, Hooghe & Black, οι οποίοι και ασχολήθηκαν επισταμένως με την εφαρμογή του μοντέλου της ‘πολυεπίπεδης διακυβέρνησης’ εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι σημαντική, και πρέπει να διεξαχθεί συνυπολογίζοντας και τις προβλέψεις (ιδίως από την πλευρά της Ένωσης) του Διεθνούς Δικαίου για πρόσφυγες και μετανάστες.

«Οι ηγέτες της Γερμανίας και της Λευκορωσίας συμφώνησαν «ότι το πρόβλημα στο σύνολό του επανέρχεται στο επίπεδο (των σχέσεων) Λευκορωσίας-ΕΕ και ότι αξιωματούχοι που ορίστηκαν από τα μέρη ξεκινούν άμεσα διαπραγματεύσεις», ανέφερε η υπηρεσία Τύπου του Λουκασένκο, την οποία επικαλείται το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Belta. «Σε αυτό το πλαίσιο θα εξεταστεί η επιθυμία προσφύγων να πάνε στη Γερμανία»,[22] συνεχίζει η ανακοίνωση. Οι εξελίξεις στα σύνορα Πολωνίας και Λευκορωσίας, είναι ανοικτές σε οποιαδήποτε έκβαση, από την στιγμή όπου και παρεμβαίνουν διάφοροι δρώντες.

Λευκορωσία



[1] Βλέπε σχετικά, ‘Λευκορωσία: Λουκασένκο και Μέρκελ συμφώνησαν στην έναρξη διαπραγματεύσεων για το μεταναστευτικό,’ Διαδικτυακή έκδοση εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’ 17/11/2021, www.kathimerini.gr/world/561590770/leykorosia-loykasenko-kai-merkel-symfonisan-stin-enarxi-diapragmateyseon-gia-to-metanasteytiko/

[2] Δεν διαθέτουμε στοιχεία σχετικά με την ανθρωπογεωγραφία των ατόμων που έχουν συγκεντρωθεί στα σύνορα της Πολωνίας με την Λευκορωσία (που ασκεί υβριδική πολιτική), στην Ανατολική Ευρώπη, τα οποία και θα μας επέτρεπαν να προβούμε σε μία ανάλυση που θα συν-εξετάζει διάφορες παραμέτρους, όπως είναι η κατανομή, ανάμεσα στους μετακινούμενους, κατά φύλο, ο λόγος ή οι λόγοι της μετακίνησης, η πρόθεση ή μη, μόνιμης παραμονής. Έτσι, θα προβούμε σε δύο υποθέσεις εργασίας, με την πρώτη να είναι περισσότερο παρακινδυνευμένη από την δεύτερη. Και ποιες είναι αυτές οι υποθέσεις; Η πρώτη υπόθεση εργασίας, εστιάζοντας στην χρονική διάρκεια της κρίσης και της συγκέντρωσης ατόμων στα σύνορα των δύο χωρών (συγκέντρωση που εκκίνησε από το καλοκαίρι του 2021), έγκειται στο ό,τι ήδη παρατηρείται το φαινόμενο της «γιο-γιο μετανάστευσης», σύμφωνα με την διατύπωση της Δόμνας Μιχαήλ, ήτοι, η «περιοδική μπρος-πίσω κίνηση ανάμεσα στον τόπο προέλευσης και τον τόπο υποδοχής». Κάτι που σημαίνει ειδικότερα πως, υπάρχουν άτομα που έχοντας μετακινηθεί από την πρώτη ίσως περίοδο, στη Λευκορωσία και στην συνοριακή γραμμή Λευκορωσίας-Πολωνίας (ας θυμηθούμε εδώ την συγκέντρωση προσφύγων-μεταναστών από την Συρία, το Αφγανιστάν, το Ιράκ, χώρες της Αφρικής στη συνοριακή γραμμή Ελλάδας-Βόρειας Μακεδονίας, το 2015-2016), μετά από ενέργειες του καθεστώτος Λουκασένκο, εξακολουθούν να το πράττουν, κινούμενα μεταξύ του «τόπου προέλευσης και του τόπου υποδοχής» (αυτή την περίοδο), έχοντας πλέον την τεχνογνωσία για κάτι τέτοιο,  αποτελώντας μία διακριτή υπο-ομάδα και αναμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία ώστε να εισέλθουν σε οιονεί έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή η μετακίνηση «γιο-γιο», ή αλλιώς, μετακίνηση τύπου ‘από’ και ‘προς,’ δεν εμπεριέχει λιγότερο ρίσκο, υποδηλώνει όμως μία διαθεσιμότητα από την πλευρά τους  για την ανάληψη του ρίσκου, εκεί όπου στο ύψος του πρωτεύοντος διακυβεύματος ανάγεται η «νομιμοποίηση ατομικής προσήλωσης», κατά τον Σμέλσερ. Της «προσήλωσης» στο στόχο, που είναι η είσοδος σε χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την επίτευξη του οποίου, η διαρκής μετακίνηση ‘αξίζει τον κόπο,’ παρά τον κίνδυνο.  Τότε, η μετακίνηση δύναται να καταστεί αποτελεσματική. Αποδοτική για το υποκείμενο που διακινδυνεύει, όντας μεταξύ της Λευκορωσικής επιθυμίας για την όξυνση της έντασης και της Πολωνικής αντίδρασης, εμπλουτίζοντας με τα δικά του βιώματα, αφηγήσεις και πολιτικές. Η δεύτερη υπόθεση εργασίας μας, αντλεί αναλυτικά, εκ νέου από την τυπολογική διάκριση μεταξύ των μορφών μετακίνησης-μετανάστευσης που επιχειρεί η Δόμνα Μιχαήλ, και σχετίζεται με το ό,τι στα σύνορα Πολωνίας-Λευκορωσίας, ενσκήπτει εκείνος ο τύπος μετανάστευσης «με πρόθεση επιστροφής ή επανενσωμάτωσης μετά από αρκετά χρόνια». Και είναι εδώ, αν και ο βαθμός θεωρητικής-αναλυτικής διακινδύνευσης αυξάνεται, όπου μπορούμε να εντοπίσουμε την ύπαρξη ατόμων με οιονεί προσφυγικό υπόβαθρο που στοχεύουν στο να εισέλθουν σε ευρω-ενωσιακό έδαφος για να υποβάλλουν αίτημα για την  υπαγωγή τους στο νομικό ‘καθεστώς’ του πρόσφυγα. Για μία σειρά από λόγους και όχι αποκλειστικά για λόγους πολέμου, στο εγκάρσιο σημείο όπου, τμήμα αυτής της κατηγορίας, κινητοποιείται επί τη βάσει της «νομιμοποίησης αξιών σχετικών με την καταβολή προσπάθειας» (Σμέλσερ). Ο Στέλιος Αλεξανδρόπουλος υπογραμμίζει πως «το έβδομο επίπεδο (σ.σ: η νομιμοποίηση αξιών σχετικών με την καταβολή προσπάθειας», στην αναλυτική του Σμέλσερ), αναφέρεται σε εκείνες τις αξίες που χαρακτηρίζουν το είδος της προσήλωσης από τη μεριά των ατόμων που συνδέονται με την προσπάθεια που πρέπει να καταβάλλουν και την ενέργεια που πρέπει να ξοδέψουν προκειμένου να εκπληρώσουν τις αξίες της συγκεκριμένης οργάνωσης». Κατ’ αυτόν τον τρόπο, άτομα αυτής της κατηγορίας, είναι διατεθειμένα να υποστούν την βάσανο της μακροχρόνιας αναμονής, καταβάλλοντας «προσπάθεια» και ξοδεύοντας «ενέργεια» που καταναλώνεται στο επίδικο της αρχικής επι-βίωσης σε δύσκολες και επισφαλείς συνθήκες (δεν πρέπει να παραγνωρίζεται αυτό), ώστε να καταφέρουν να εκπληρώσουν τον βασικό τους στόχο: Την είσοδο σε χώρα-μέλος της Ένωσης, ακόμη και αν αυτή αρχικά είναι η Πολωνία. Και η «ενέργεια» που ήδη ξοδεύεται, είναι έντονη. Όπως έντονη καθίσταται και η αίσθηση της υπομονής και της αποφασιστικότητας για την εκπλήρωση του στόχου. Βλέπε σχετικά, Μιχαήλ Δόμνα, ‘Διεθνοποιημένα νοικοκυριά και κοινωνική ανάπτυξη την εποχή της κρίσης,’ στο: Βαμβακίδου Ιφιγένεια, Καλεράντε Ευαγγελία, Σολάκη Ανδρομάχη, (επιμ.), ‘Από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ στο τερατώδες είδωλο της Ευρώπης. Οι παθογένειες του καπιταλιστικού συστήματος,’ Εκδόσεις Επέκεινα, Τρίκαλα Θεσσαλίας, 2016, σελ. 158. Βλέπε και, Smelser, N., ‘Theory of collective behavior,’ New York, Free Press, 1962. Και, Αλεξανδρόπουλος Στέλιος, ‘Θεωρίες για τη συλλογική δράση και τα κοινωνικά κινήματα,’ Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα, 2001, σελ. 256 & 262.

[3] Το ενδιαφέρον στη στάση που έχει υιοθετήσει εξ αρχής η κυβέρνηση της Πολωνίας, είναι ό,τι δεν έκανε λόγο, στον πολιτικό λόγο που άρθρωσε, για την ‘αναγκαιότητα’ του να υπερασπιστεί η Ευρωπαϊκή Ένωση την Πολωνία και τα Πολωνικά σύνορα που είναι ‘σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.’ Και εδώ ενσκήπτει μία σημαντική διαφορά εν συγκρίσει με τα γεγονότα που συνέβησαν στον Έβρο και στην εκεί συγκέντρωση προσφύγων και μεταναστών τον Μάρτιο του 2020, στα χερσαία σύνορα Ελλάδας-Τουρκίας, όταν τότε ήταν η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας η οποία οργάνωσε τον πολιτικό της λόγο γύρω από την θέση ό,τι η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να συνδράμει ενεργά και να υποστηρίξει την Ελλάδα, από την στιγμή όπου τα ελληνικά σύνορα είναι σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.’ Η Πολωνική κυβέρνηση αποφεύγει μέχρι στιγμής τον προσίδιο ‘εξευρωπαϊσμό’ ως προς το κομμάτι που έχει να κάνει με την διαχείριση της κρίσης (διότι η Ένωση, ευρύτερα ομιλώντας, εμπλέκεται ενεργά), εκεί όπου, στην όλη εξέλιξη της κρίσης, ή αλλιώς, των παράλληλων κρίσεων (κρίση επί του εδάφους, κρίση μεταξύ Ένωσης και τρίτης χώρας), προστίθεται δραστικά και η παράμετρος εκείνη που αφορά την πρόσφατη ένταση στις σχέσεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης (Ευρωπαϊκή Επιτροπή), με την Πολωνία με αφορμή την απόφαση του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας περί υπεροχής, κανονιστικώ τω τρόπω, του Πολωνικού επί του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Παρά το ό,τι για μία σειρά λόγων, καμία εκ των δύο πλευρών, δεν επιθυμούσε και δεν επιθυμεί να φθάσει στα άκρα, το χαμηλό επίπεδο εμπιστοσύνης παραμένει ευδιάκριτο και επιδρά επί της εξελισσόμενης και σύνθετης κατάστασης, με την κυβέρνηση της χώρας, να ενεργοποιεί τα σώματα ασφαλείας και τις Ένοπλες Δυνάμεις στην περιοχή των συνόρων, μη ζητώντας την ενεργοποίηση της ‘FRONTEX’ (θα μπορούσε να το κάνει), η οποία έχει ενισχυθεί με πλήθος εργαλείων, όντας ενισχυμένη και ως απόρροια της όξυνσης του προσφυγικού-μεταναστευτικού ζητήματος της διετίας 2014-2016 (δίχως να φθάνει στο επίπεδο του ‘υπερ-μηχανισμού’), στοχεύοντας στην επίτευξη ενός συντονισμού με τους επι-γενόμενους όρους της «ουσιαστικής συνεννόησης, διάθεσης συνεργασίας και συμμετοχής, κοινού προσανατολισμού, αμοιβαιότητας και συμπληρωματικότητας των δραστηριοτήτων από τους ίδιους τους συνυπεύθυνους». Αυτή είναι η μορφή του κατά τον Αντώνη Μακρυδημήτρη, «λειτουργικού συντονισμού». Βλέπε σχετικά, Μακρυδημήτρης, Αντώνης, ‘Η εκτελεστική λειτουργία: Τάσεις και χαρακτηριστικά,’ στο: Μαθιουδάκης, Μ., & Ανδρονόπουλος, Β., (επιμ.), ‘Το Ελληνικό κράτος: Οργάνωση και λειτουργία,’ Εκδόσεις Μαθιουδάκης Μ., & Ανδρονόπουλος, Π., Αθήνα, 1991. Για την ανάλυση του «λειτουργικού συντονισμού», βλέπε και, Δραμαλιώτη, Παρασκευή, ‘Το επιτελικό κράτος. Ρυθμιστική συνοχή και συντονισμός στο Κέντρο Διακυβέρνησης,’ Πρόλογος: Κοντιάδης Ξενοφών, Εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα, 2021, σελ. 31.

[4] Η υπηρεσιακή καγκελάριος Μέρκελ, είναι αυτή που εξ αρχής ανέλαβε έναν οιονεί διαπραγματευτικό ρόλο, λειτουργώντας επικουρικά προς τις αντίστοιχες προσπάθειες των αρμόδιων ευρωπαίων παραγόντων, επιτυγχάνοντας να θέσει διάφορα ζητήματα στην πλευρά του προέδρου Λουκασένκο. Η ανάλυση μας καθίσταται εδώ πολυ-πρισματική, ακριβώς διότι ανακύπτουν αρκετές παράμετροι μέσω των οποίων μπορεί να ερμηνευθεί καλύτερα η Γερμανική πρωτοβουλία: Η πρώτη παράμετρος σχετίζεται εμπρόθετα με τις διαπραγματευτικές προσπάθειες που ανέλαβαν η καγκελάριος Μέρκελ και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση τα προηγούμενα χρόνια. Και τι σημαίνει κάτι τέτοιο; Σημαίνει πως διαθέτουν την εμπειρία και την δυνατότητα να εμπλακούν σε λεπτές όσο και σύνθετες διαπραγματεύσεις ειδικά με απρόβλεπτους και αυταρχικούς ηγέτες όπως ο Αλεξάντρ Λουκασένκο, το πολιτικό προφίλ του οποίου συντίθεται από ένα κράμα Σοβιετικής μυστικοπάθειας και συνωμοσιολογικών εγκλήσεων. Το διπλωματικό-διαπραγματευτικό κεφάλαιο της καγκελαρίου Μέρκελ και της Γερμανίας ενισχύθηκαν ως απόρροια της επιδίωξης εμπλοκής τους στην κρίση στην Ανατολική Ουκρανία (αυξημένο Γερμανικό ενδιαφέρον), μεταξύ Ρωσίας και Ρωσόφωνων αυτονομιστών και της Ουκρανικής κυβέρνησης (βλέπε τις ‘Συμφωνίες του Μινσκ’ στην υπογραφή των οποίων συνέβαλλε και η Γερμανία), στην ένοπλη σύρραξη της Λιβύης, εκεί όπου ήταν η Γερμανική διπλωματία που απέδωσε έμφαση στα τεκταινόμενα εντός χώρας, δρομολογώντας εξελίξεις προς την κατεύθυνση της επίτευξης του στόχου της εκεχειρίας, και, στην πρόσφατη όξυνση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων το καλοκαίρι του 2020, με την καγκελάριο Μέρκελ να αναλαμβάνει προσωπικά να διαπραγματευθεί με τους πολιτικούς ηγέτες της Ελλάδας και της Τουρκίας, ενεργοποιώντας τους διαύλους επικοινωνίας που διέθετε στην Τουρκική πλευρά. Η δεύτερη παράμετρος δεν αποκλίνει ιδιαιτέρως από την πρώτη. Και αυτό γιατί, η καγκελάριος Μέρκελ, επικοινωνώντας με τον πρόεδρο Λουκασένκο, σπεύδει να αξιοποιήσει το ήδη συσσωρευμένο διπλωματικό-διαπραγματευτικό κεφάλαιο της Γερμανίας, επενδύοντας στην μέσω διαπραγματεύσεων διευθέτηση της κρίσης στα σύνορα Λευκορωσίας-Πολωνίας. Η τρίτη παράμετρος άπτεται του γεγονότος πως η άμεση και ενεργός συμμετοχή σε διαπραγματεύσεις για την επίλυση προβλημάτων, έχει καταστεί ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ασκούμενης, Γερμανικής εξωτερικής πολιτικής, έχοντας ξεκινήσει από τις αρχές ουσιαστικά της δεκαετίας του 1990, και, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση μίας εδραίας πεποίθησης ό,τι μέσω διαπραγματεύσεων, διμερών και πολυμερών, μπορεί να επέλθει μία αμοιβαία και περισσότερο βιώσιμη λύση. Κάνουμε λόγο για την συγκρότηση μίας διαπραγματευτικής κουλτούρας, που, στην περίπτωση που μας αφορά, σπεύδει να λειτουργήσει προσθετικά στην αντίστοιχη ευρω-ενωσιακή κουλτούρα, επιτυγχάνοντας ένα πρώτο θετικό αποτέλεσμα: Την συμμετοχή σε διαπραγματεύσεις με την Λευκορωσική πλευρά. Εάν εστιάσουμε στο σχήμα του, κατά την Βασιλική Γεωργιάδου, «συμβιωτισμού», θα αναφέρουμε πως σημείο αναφοράς για την Γερμανική διπλωματία, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται το περιφερειακό και διεθνο-πολιτικό γίγνεσθαι η καγκελάριος Μέρκελ, είναι η λεγόμενη, «ειρηνική διευθέτηση» (amicabilis composito/βλέπε  και τις δηλώσεις της κατά την διάρκεια της πρόσφατης επίσκεψης της στην Ελλάδα), ιδίως για υποδείγματα ένοπλων συγκρούσεων.  Και εδώ ενσκήπτει ένα θεωρητικά ενδιαφέρον στοιχείο αμοιβαιότητας, σχετικό με το ό,τι αφενός μεν η προσέγγιση της καγκελαρίου Μέρκελ επηρεάστηκε σημαντικά από αυτή την συγκροτούμενη διαπραγματευτική κουλτούρα, ευδιάκριτη και στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και, αφετέρου δε, την επηρέασε και η ίδια, μορφοποιώντας την περαιτέρω και συνδράμοντας στην εξέλιξη της με βάση τις κρίσεις που προέκυψαν στην άμεση περιφέρεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.   Σε μία κρίση που διαθέτει ‘βάθος,’ πρωταρχικό μέλημα της Γερμανικής διπλωματίας είναι το να μην παύσουν να υφίστανται δίαυλοι επικοινωνίας, με την πρωτοβουλία της καγκελαρίου να επικοινωνήσει με τον πρόεδρο Λουκασένκο, να διευκολύνεται από τα πρόσφατα θετικά αποτελέσματα που επέφερε η Γερμανική διαπραγματευτική εμπλοκή στην Λιβύη. Η τέταρτη παράμετρος που ώθησε την καγκελάριο και την Γερμανική διπλωματία να αναλάβουν μία πρωτοβουλία επικοινωνίας δίχως την ύπαρξη εχέγγυων επιτυχίας, και με τον κίνδυνο να προκαλέσουν μία ξαφνική αντίδραση του Λευκορώσου προέδρου και της ιθύνουσας πολιτικής τάξης της χώρας, συνδέεται με το μετριοπαθές προφίλ της καγκελαρίου, με την διαμόρφωση της φυσιογνωμίας μίας πολιτικού που επιθυμεί την επίλυση προβλημάτων, τον διάλογο και την συνεργασία, αποφεύγοντας, στο μέτρο του εφικτού, την άσκηση πιέσεων διαμέσου της απειλής λήψης μέτρων που θα στρέφονται κατά της Λευκορωσίας.  Μία τέτοια στάση, διευκόλυνε και τον πρόεδρο Λουκασένκο να συνομιλήσει με την καγκελάριο, συναινώντας, σε ένα δεύτερο επίπεδο, στην έναρξη διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Άνγκελα Μέρκελ ως απόρροια του διαπραγματευτικού της παρελθόντος και του μετριοπαθούς προφίλ της, διαθέτει, σε αυτήν την περίπτωση, κερδίζει πιο εύκολα την εμπιστοσύνη ενός καχύποπτου καθεστώτος από ό,τι άλλοι ευρωπαίοι ηγέτες (εδώ μπορούν να προκύψουν ενδιαφέρουσες συγκρίσεις μεταξύ του βαθμού εμπιστοσύνης που απολαμβάνει η καγκελάριος από ηγέτες όπως ο Λουκασένκο και ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν).  Η πέμπτη παράμετρος την οποία και διακρίνουμε, έχει σχέση με τους ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας που διατηρεί η καγκελάριος, και σε προσωπικό επίπεδο, με τον Ρώσο πρόεδρο, Βλαντίμιρ Πούτιν. Οι δίαυλοι αυτοί, ακόμη και με έμμεσο τρόπο, διότι δεν προέκυψε μία τριγωνική επικοινωνία μεταξύ Άνγκελα Μέρκελ, Βλαντίμιρ Πούτιν και Αλεξάντρ Λουκασένκο, διαδραμάτισαν ρόλο ωθώντας προς τα μπροστά την όλη διαδικασία, με την πλευρά του Αλεξάντρ Λουκασένκο, να εμπλέκεται σε συζητήσεις που είχαν αποτέλεσμα (εκκίνηση διαπραγματεύσεων), επιδιώκοντας να αποφύγει μία ανεπιθύμητη ένταση των σχέσεων του και με την Ρωσία, σε περίπτωση που ‘έκλεινε την πόρτα’ στην καγκελάριο Μέρκελ.  Μάλιστα, θα μπορούσαμε να πούμε πως η διαπραγματευτική εμπλοκή της Γερμανίας στην ενδο-Ουκρανική σύγκρουση το 2014-2016, έγινε ευμενώς αποδεκτή από την Λευκορωσική πλευρά, με την εμπλοκή αυτή να καλλιεργεί το έδαφος για την δημιουργία διαύλων επαφής μεταξύ των δύο πλευρών, ιδίως από την στιγμή όπου στο Μινσκ πραγματοποιήθηκαν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, με την δυναμική αυτής της Γερμανικής εμπλοκής ή συμμετοχής να φθάνει στο σήμερα, επηρεάζοντας την στάση της Λευκορωσικής ηγεσίας. Την έκτη παράμετρο, μπορούμε να την συσχετίσουμε με το παραδοσιακό ενδιαφέρον που δεικνύει η επανενωμένη, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, για τα τεκταινόμενα στην περιοχή της Ανατολικής Ευρώπης, περιοχή που προ και κυρίως μετά την ένταξη χωρών της Ανατολικής Ευρώπης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το 2004, την θεωρεί ως τον άμεσο ‘ζωτικό’ της χώρο. Ως εκ τούτου, όπως είχε διαφανεί και στην περίπτωση της σύγκρουσης στην Ανατολική Ουκρανία το 2014-2015, σπεύδει να παρέμβει διαπραγματευτικά, μέσω της καγκελαρίου, συνδράμοντας την Πολωνία (η Γερμανία αναγνωρίζει το ειδικό βάρος που διαθέτει η Πολωνία στην Ανατολική Ευρώπη), διαμέσου της εξισορρόπησης μεταξύ της ιδίας και της Λευκορωσίας, για λόγους όπως η διασφάλιση της περιφερειακής σταθερότητας και ασφάλειας, η εδραίωση της θέσης των χωρών-μελών που προέρχονται από την Ανατολική Ευρώπη, εντός της Ένωσης, η επίτευξη συνεργειών έναντι της άσκησης μίας πολιτικής αύξησης επιρροής από την πλευρά της Ρωσίας, η διασφάλιση των οικονομικών-εμπορικών συναλλαγών. Όσο η Γερμανία αναγνωρίζει το ειδικό βάρος που έχει η Πολωνία στα της Ανατολικής Ευρώπης, άλλο τόσο, αναλογικά, αποδέχεται η Λευκορωσία τον επίσης σημαντικό Γερμανικό ρόλο στις πολιτικές, διπλωματικές και γεω-πολιτικές διεργασίες στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Ευρώπης. Και η έβδομη παράμετρος, έχει να κάνει με τις εσωτερικές, κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις στην Γερμανία, με την επιθυμία αποφυγής μίας μαζικής εισόδου στη χώρα προσφύγων και μεταναστών, την διετία 2014-2015, να οδηγεί ή αλλιώς, να εξηγεί εν μέρει (συντρέχουν και οι ως άνω παράγοντες), την Γερμανική παρέμβαση που εκδηλώθηκε μέσω της επικοινωνίας της καγκελαρίου Μέρκελ με τον πρόεδρο Λουκασένκο. Η μαζική είσοδος προσφύγων και μεταναστών στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκείνη την περίοδο, ως ιδιαίτερο ‘προϊόν’ της προσφυγικής-μεταναστευτικής κρίσης που εισχώρησε στον πυρήνα της ευρωπαϊκής ηπείρου, προκάλεσε την ανάπτυξη αντίρροπων δυναμικών στο εσωτερικό της Γερμανικής κοινωνίας, διαπέρασε το Γερμανικό κομματικό-πολιτικό σύστημα επηρεάζοντας το εύρος των πολιτικών συναινέσεων που επιτυγχάνονταν (συνεπεία αυτού, το Γερμανικό κομματικό-πολιτικό σύστημα προσέλαβε ιδίως εκείνη την περίοδο ‘συγκρουσιακά χαρακτηριστικά, με άξονα ένα θέμα που διχάζει και διαιρεί), και προκαλώντας σειρά κοινωνικών, κομματικών και πολιτικών ανακατατάξεων. Αυτή την εμπειρία, που έθεσε για πρώτη φορά, εν καιρώ μετα-νεωτερικότητας, την Γερμανική κοινωνία και το Γερμανικό πολιτικό σύστημα ενώπιον των ορίων του μοντέλου της ενσωμάτωσης που είχε υιοθετήσει, με τα αποτελέσματα της να γίνονται άμεσα ευδιάκριτα (αν και η καγκελάριος Μέρκελ, συνέχισε να υποστηρίζει την πολιτική υποδοχής-εγκατάστασης προσφύγων-μεταναστών εκείνων των χρόνων), θέλει να αποφύγει εκ νέου η Γερμανία, αυτή την φορά από τα ανατολικά της σύνορα. Βλέπε σχετικά, Γεωργιάδου Βασιλική, ‘Η Άκρα Δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης. Δανία, Νορβηγία, Ολλανδία, Ελβετία, Αυστρία, Γερμανία,’ Εκδόσεις Καστανιώτης, Αθήνα, 2008, σελ. 130. Για την λεγόμενη συμβιωτική δημοκρατία, βλέπε και, Powell, G.B. Jr., ‘Contemporary democracies: Participation, stability and violence,’ Cambridge, Μασαχουσέτη, Harvard University Press, 1982.

[5] Πιάνοντας το νήμα από την προηγούμενη υποσημείωση, και ιδίως από το τελευταίο κομμάτι της, θα σταθούμε στην ανάλυση της Βασιλικής Γεωργιάδου, η οποία γράφει πως στο πολιτικό σύστημα της ΟΔΓ (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας), η «θεσμικά προσδιορισμένη συνεπίδραση μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησης και των κυβερνήσεων των ομόσπονδων κρατών, όπως και μεταξύ της ομοσπονδιακής Βουλής και του ομοσπονδιακού Συμβουλίου, έχει μετεξελιχθεί σε ένα είδος «πολιτικά διαπλεκόμενης συνεπίδρασης» (Politikverflechtung, interlocking of politics). Αυτό σημαίνει ότι η λήψη των πολιτικών αποφάσεων δεν προκύπτει πάντοτε ως καθαρό αποτέλεσμα μιας θεσμικής διαπραγμάτευσης και συμφωνίας συγκεκριμένων πολιτικών παραγόντων, προκειμένου να παραχθούν αποφάσεις αποδεκτές και, κατά το μάλλον ή ήττον, συμφέρουσες σε όλους. Αναλόγως των πολιτικών συγκυριών και του συσχετισμού των πολιτικών και κομματικών δυνάμεων που καταγράφονται μέσα σε αυτές, η θεσμική διαπραγμάτευση, εξελισσόμενη σε πολλές πολιτικές αρένες, μετατρέπεται σε ένα μέσον που εμποδίζει τη λήψη αποφάσεων. Εδώ ισχύει ότι όσο περισσότερες οι πολιτικές αρένες μέσα στις οποίες λαμβάνει κάθε χώρα το decision making τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος κάθε αρένα και κάθε παράγοντας που δραστηριοποιείται μέσα σε αυτήν ‘να κάνει το δικό του’». Και το θεωρητικής υφής ερώτημα ανακύπτει αβίαστα: Έλαβε χώρα η εφαρμογή του σχήματος της «πολιτικά διαπλεκόμενης συνεπίδρασης» την περίοδο της προσφυγικής-μεταναστευτικής κρίσης του 2014-2016, στην Γερμανία; Η απάντηση δεν χωράει ένα απλό ‘ναι’ ή ένα ‘όχι,’ στο βαθμό που για να δοθεί μία απάντηση πρέπει να συνεξεταστούν διάφορες μεταβλητές όπως ο βαθμός εμπλοκής των διάφορων «ομόσπονδων κρατών» στην τότε διαδικασία λήψης αποφάσεων, οι κεντρικές κατευθύνσεις της πολιτικής που σχεδίασε (το μεταναστευτικό-προσφυγικό ζήτημα είναι ζήτημα σχεδιασμού πολιτικής και επίτευξης συντονισμού, για την καλύτερη διαχείριση του, σε πολλαπλά επίπεδα), η Ομοσπονδιακή κυβέρνηση, το ποια ήταν, εντός της χώρας, η κατανομή των προσφύγων και των μεταναστών, το αν υπήρξε επανεγκατάσταση σε «κράτη» πέραν του αρχικού,  ο ρόλος διαφόρων θεσμικών οργάνων, όπως το Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο, η επίδραση που ασκούσαν στο εν ευρεία εννοία σύστημα λήψης αποφάσεων, οι κοινωνικές δυναμικές που αναπτύσσοντας εντός της Γερμανικής κοινωνίας, τμήμα των οποίων έλαβε την μορφή της μη αποδοχής εγκατάστασης, προτάσσοντας και πολιτισμικά-αξιακά χαρακτηριστικά. Εάν επιχειρήσουμε να δώσουμε μία πρώτη απάντηση, θα υπογραμμίζαμε πως, στις απαρχές της υποδοχής και εγκατάστασης (και όχι ακόμη ενσωμάτωσης ή αλλιώς, συμπερίληψης), προσφύγων και μεταναστών στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η θετική στάση ως προς την προοπτική υποδοχής ατόμων με προσφυγικό-μεταναστευτικό υπόβαθρο που υιοθέτησε η τότε κυβέρνηση Μέρκελ, εμφορούμενη από ένα ανθρωπιστικό πνεύμα και επηρεαζόμενη, πολιτικά και συμπεριφορικά,  τόσο από την εξέλιξη του πολέμου στη Συρία, όσο και από την τηλεοπτικοποιημένη αναπαραγωγή των εικόνων (ένα ‘κύμα’ συμπάθειας διαπέρασε και τμήμα της κοινής γνώμης στη Γερμανία),  με άτομα που προσπαθούν να διασχίσουν το Αιγαίο για να εισέλθουν σε ευρωπαϊκό έδαφος (Ελλάδα), άμβλυνε ως ένα βαθμό την επίδραση της «πολιτικά διαπλεκόμενης συνεπίδρασης», ήτοι, της συμμετοχής διαφορετικών «πολιτικών αρένων» στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και στη συνακόλουθα αποστολή αντικρουόμενων και συχνά αντιφατικών μηνυμάτων προς διάφορες κατευθύνσεις, προσφέροντας στίγμα και συγκεκριμένο πολιτικό πρόσημο στη μεταναστευτική πολιτική της. Που ήσαν πολιτική συμβατή με την ισχυρή θέση της Γερμανίας εντός του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι, και της παραγωγής μηνυμάτων ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Όσο όμως η ίδια η δυναμική διαδικασία μαζικής υποδοχής και εγκατάστασης εξελισσόταν, όσο πύκνωναν οι δια-πολιτισμικές επαφές και οι δομές των ομόσπονδων κρατιδίων (ο όρος «ομόσπονδο κράτος» που χρησιμοποιεί η Βασιλική Γεωργιάδη είναι πιο δόκιμος), έρχονταν αντιμέτωπες με παράλληλα και μαζικά ‘κύματα,’ όσο αναπτύσσονταν αντίρροπες δυναμικές και πολιτικές αντιλήψεις σχετικά με την δυνατότητα της Γερμανίας να φιλοξενήσει πλήθη προσφύγων και μεταναστών και με την συμβατότητα του δικού τους αξιακού-πολιτισμικού φορτίου με το αντίστοιχο Γερμανικό-Ευρωπαϊκό, τόσο περισσότερο μειωνόταν η εμβέλεια του κυβερνητικού μηνύματος και  ο αντίκτυπος της σε αρχικά στάδια, ακολουθούμενης μεταναστευτικής πολιτικής, με αποτέλεσμα η «πολιτικά διαπλεκόμενη συνεπίδραση» να βρει χώρο εφαρμογής: Διαφορετικές και «πολλές πολιτικές αρένες» (κρατίδια, κοινοβούλια κρατιδίων),  άρχισαν να ξεπερνούν την αμηχανία και τον αιφνιδιασμό που υπέστησαν, να στέλνουν τα ‘κατάλληλα μηνύματα’ εντός και εκτός Γερμανίας, επηρεάζοντας δραστικά, μέσω της επίκλησης της κοινωνικής, πολιτικής και θεσμικής αντίδρασης, την διαδικασία λήψης αποφάσεων, εμποδίζοντας και την  εμβάθυνση της ακολουθούμενης μεταναστευτικής πολιτικής (την λήψη αποφάσεων προς αυτή την κατεύθυνση),  επιτυγχάνοντας επίσης την μεταβολή της σε επίπεδο Ομοσπονδιακής κυβέρνησης, μεταβολή που υπήρξε άμεση και όχι σταδιακή. «Κάθε αρένα» και πολιτικός παράγοντας άρχισαν να ‘ «κάνουν το δικό τους»,’ αν και δεν κατάφεραν να μεταβάλλουν την πεποίθηση της Άνγκελα Μέρκελ περί της ορθότητας αυτής της επιλογής η οποία πεποίθηση με τον καιρό κατέστη εδραία. Βλέπε σχετικά, Γεωργιάδου Βασιλική, ‘Η Άκρα Δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης. Δανία, Νορβηγία, Ολλανδία, Ελβετία, Αυστρία, Γερμανία…ό.π., σελ. 155. Για την «θεσμικά διαπλεκόμενη συνεπίδραση» χρήσιμη παραμένει η ανάλυση του Scharpf. Βλέπε και, Scharpf, F.W., ‘Politiknetzwerke als Steuerungssubjekte,’ στο: Derlien, H.U., et al, (επιμ.), ‘Systemrationalitat und Partialinteresse. Festschrift fur Renate Mayntz,’ Μπάντεν-Μπάντεν, Nomos, 1994, σελ. 381-407. Και, του ιδίου, ‘No exit from the join-decision trap? Can German Federalism reform itself?, Max Planck Institute, Working Paper 05/8, 2005.

[6] Σε αυτό το σημείο της ανάλυσης, θα προχωρήσουμε σε μία μη συμβατική προσέγγιση (out of the box), θεωρώντας αρχικά απλοϊκή την αντίληψη που θέλει την καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ να λειτουργεί, εν τω μέσω της κρίσης στις σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης με μία τρίτη χώρα όπως η Λευκορωσία ως η άτυπη ηγέτιδα της Ένωσης. Κατ’ αρχήν, στη φάση όπου και ευρισκόμαστε σήμερα, η ίδια απολαμβάνει μεγαλύτερο βαθμό εμπιστοσύνης στο περιβάλλον αυταρχικών ηγετών όπως ο Αλεξάντρ Λουκασένκο, από ό,τι συμβαίνει με ηγέτες άλλων χωρών-μελών της Ένωσης και των εκπροσώπων των θεσμικών της οργάνων, κάτι που της επιτρέπει πιο άμεσα, να μπορεί να ‘οικοδομεί΄ γέφυρες επικοινωνία αυξάνοντας έτι περαιτέρω τον βαθμό εμπιστοσύνης που αποτελεί μία εκ των προϋποθέσεων για την επίτευξη λύσης σε ένα καθαυτό σύνθετο ζήτημα εντός του οποίου και εμπλέκονται ευρω-ενωσιακές αποφάσεις, εθνικές πολιτικές και οι επιθυμίες και οι αφηγήσεις προσφύγων και μεταναστών. Ως εκ τούτου, θα λέγαμε πως, το εγχείρημα της καγκελαρίου, εγχείρημα κατά βάση διαπραγματευτικό, προστίθεται δίπλα στην ευρω-ενωσιακή διαπραγματευτική-πολιτική κουλτούρα, με πρόταγμα την ενίσχυση της ικανότητας να παραγάγει αποτελέσματα επί τη βάσει του συμβιβασμού, διαμορφώνοντας το έδαφος ώστε να προσέλθει η Ένωση με τον καλύτερο δυνατό τρόπο σε διαπραγματεύσεις με την Λευκορωσία,  ιδίως από την στιγμή όπου το ζητούμενο παραμένει κοινό: Η αποφυγή της επανάληψης μίας προσφυγικής-μεταναστευτικής κρίσης όπως αυτή του 2015-2016, έστω και κατ’ αναλογίαν και με διαφορετική πηγή προέλευσης. Διαφορετικά ειπωμένο, η «λογική της συνεπειοκρατίας», σύμφωνα με την ανάλυση του Ostrom διέπει τις δράσεις που έχουν αναπτύξει η Γερμανική κυβέρνηση, δια της καγκελαρίου και τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την Μέρκελ επίσης, να έχει προσθέσει στο ‘πολιτικό βιογραφικό’ της, την δυνατότητα λήψης αποφάσεων υπό την άμεση επίδραση ενός πιεστικού περιβάλλοντος, και με όρους που περισσότερο παραπέμπουν σε μία λογική ‘ζιγκ-ζαγκ,’ δηλαδή διαρκών κινήσεων και μπρος-πίσω, ώστε να ληφθούν αποφάσεις αμοιβαία ικανοποιητικές. Κάτι που παραπέμπει στην περίοδο των επίσημων διαπραγματεύσεων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Τουρκίας, οι οποίες κατέληξαν στην υπογραφή της Συμφωνίας του Μαρτίου του 2016 για την διαχείριση του προσφυγικού-μεταναστευτικού ζητήματος. Το ζήτημα των σχέσεων της καγκελαρίου Μέρκελ με ηγέτες όπως ο Βλαντίμιρ Πούτιν, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο Αλεξάντρ Λουκασένκο, συνιστούν ένα ιδιαίτερο ‘κεφάλαιο’ των ευρύτερων σχέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τρίτες χώρες που βρίσκονται στις παρυφές της, σχέσεις που κατά την διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, έχουν αποκτήσει κοινά σημεία ενδιαφέροντος, καθιστάμενες πιο περίπλοκες όσο ενισχύεται η γεω-πολιτική και περιφερειακή σημαντικότητα χωρών όπως η Ρωσία και η Τουρκία. Η επιμονή σε ένα μοντέλο εντατικών διαπραγματεύσεων, δεν αποκλείει όμως, την σκλήρυνση της στάσης της Γερμανίας, όπως διεφάνη στην περίπτωση επιβολής κυρώσεων στην Ρωσία, το 2015, μετά την απόφαση της να προσαρτήσει την χερσόνησο της Κριμαίας στα εδάφη της, καθώς και στην περίπτωση της Λευκορωσίας τον Μάιο του 2021, μετά τον εξαναγκασμό αεροσκάφους της αεροπορικής εταιρείας ‘Ryanair,’ που εκτελούσε το δρομολόγιο Αθήνα-Βίλνιους να προσγειωθεί στο αεροδρόμιο του Μινσκ, με σκοπό την σύλληψη ενός αντιφρονούντος δημοσιογράφου από αστυνομικές δυνάμεις του Λευκορωσικού καθεστώτος. Όμως, το υπόβαθρο παραμένει η επιμονή σε διαπραγματεύσεις και η μέσω αυτών επίτευξη συμφωνίας (συνεργασίας) για την συν-διαχείριση πεδίων κοινού ενδιαφέροντος. Στη βάση της η συμφωνία που υπεγράφη το 2016 με την Τουρκία, συμφωνία αμφιλεγόμενη σε κεντρικά της σημεία, επιβεβαιώνει ουσιαστικά την επίτευξη μίας συνεργασίας με την Τουρκία με όρους συν-διαχείρισης (που στηρίχθηκε σε μία ακόμη και ατελή συν-αντίληψη)  του προσφυγικού-μεταναστευτικού. Βλέπε σχετικά, Ostrom, E., ‘Rational choice theory and institutional analysis: Toward complementarity,’ American Political Science Review, 85, 1, 1991, σελ. 237-243.

[7] Η άποψη, που εκφράζεται εντόνως αυτές τις ημέρες της κρίσης στα σύνορα Πολωνίας-Λευκορωσίας, περί της ‘εξάρτησης’ της Λευκορωσίας από την Ρωσία και του Αλεξάντρ Λουκασένκο από τον Βλαντίμιρ Πούτιν, είναι μονοσήμαντη και επιφανειακή, στο βαθμό που: Παραγνωρίζει την αυτονομία κινήσεων του καθεστώτος Λουκασένκο, την συγκρότησης μίας στρατηγικής πρόκλησης έντασης από την μεριά του, και το πως αυτή εκδηλώνεται προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και μεμονωμένες χώρες-μέλη. Διότι, το αυταρχικό Λευκορωσικό καθεστώς, θεωρεί ως το ‘αδύναμο’ σημείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κατ’ επέκταση, ως το πλέον πρόσφορο για την εφαρμογή μίας στρατηγικής πρόκλησης έντασης την περιοχή της Ανατολικής Ευρώπης και χώρες-μέλη που ανήκουν σε αυτή την γεωγραφική ζώνη, επιδιώκοντας, μέσω της διάχυσης της έντασης (spillover), την μετατροπή της σε οιονεί ζώνη αστάθειας. Παραβλέπει το χρονικό σημείο εκδήλωσης της έντασης-κρίσης, το ό,τι δηλαδή αυτή εκδηλώθηκε σε μία περίοδο όξυνσης των σχέσεων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Πολωνίας, στοχεύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, στο να επιτύχει την μεγέθυνση των όποιων υπαρχουσών αντιθέσεων μεταξύ των δύο πλευρών. Αγνοεί το ό,τι κατά την διαδικασία συγκρότησης της Λευκορωσικής στρατηγικής, ελήφθη υπόψιν η αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διαμορφώσει (αν και έχουν γίνει σημαντικά βήματα) μία κοινή και συνεκτική πολιτική διαχείρισης του προσφυγικού-μεταναστευτικού επί τη βάσει της αλληλεγγύης μεταξύ χωρών-μελών και της αρχής της αναλογικότητας, με ορίζοντα εδώ, την εκδήλωση των αντιθέσεων μεταξύ χωρών-μελών, πάνω στο υπόστρωμα του φόβου για μία επανάληψη της προσφυγικής-μεταναστευτικής κρίσης του 2014-2016. Το καθεστώς ασκεί μία μνημονική πολιτική, ενεργοποιώντας τραυματικές (για χώρες και κυβερνήσεις) μνήμες περασμένων ετών, επιτείνοντας τον φόβο και την σύγχυση ως προς τις προθέσεις του.  Δεν εστιάζει, θεωρητικά (οφείλουμε να στρεφόμαστε στη διαθέσιμη θεωρία), στο γεγονός πως, το Λευκορωσικό καθεστώς είναι αρκούντως ικανό, ως δρώντας, να λειτουργεί με βάση τον αποκαλούμενο από τους March & Olsen, «κανόνα της καταλληλότητας». Κάτι που σημαίνει πως οι «δρώντες διαμορφώνουν τη συμπεριφορά και τις επιλογές τους μέσα στο θεσμικά οριοθετημένο περιβάλλον και κατά τρόπο που να  συνιστά ένα άμεσο διαδραστικό αποτέλεσμα  των σχέσεων τους με το περιβάλλον αυτό» (η μετάφραση είναι της Βασιλικής Γεωργιάδου). Ο δρώντας, ήγουν το καθεστώς Λουκασένκο, δεν σπεύδει να υιοθετήσει απλά και μόνο μία εργαλειακή συμπεριφορά, αλλά, τείνει στο να «διαμορφώνει τη συμπεριφορά» του μέσα στο θεσμικά οριοθετημένο περιβάλλον», ήγουν μέσα σε ένα περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί από τις εξελίξεις που έχουν συντελεσθεί ως προς την χάραξη μίας κοινής ευρωπαϊκής, μεταναστευτικής πολιτικής, επιθυμώντας βαθιά να διευρύνουν αντιφάσεις και ελλείψεις που έχουν προκύψει από την αδυναμία χάραξης κοινής μεταναστευτικής πολιτικής, θέτοντας ως στόχο να πετύχει ένα «άμεσο διαδραστικό αποτέλεσμα»: Την αμοιβαία ανταλλαγή. Η στιγμή θεωρήθηκε κατάλληλη για την εκδήλωση αυτής της στρατηγικής, από την στιγμή όπου και το περιβάλλον ήταν ευνοϊκό, διαθέσιμο για κάτι τέτοιο. Το γεγονός πως η γεω-πολιτική σημαντικότητα της Λευκορωσίας έχει ενισχυθεί, μετά τις εξελίξεις στην Ουκρανία, για την Ρωσία και την κυβέρνηση Πούτιν (οι δύο χώρες έχουν συμμαχικές σχέσεις),  δεν σημαίνει πως η δεύτερη έχει φθάσει έως του σημείου να συν-διαμορφώνει την πολιτική της πρώτης, ή ό,τι η Λευκορωσία εξαρτάται πλήρως από τις κινήσεις της Ρωσίας.  Βλέπε σχετικά, March, J. & Olsen, J., ‘The new institutionalism: Οrganizational factors in political life, American Political Science Review, 78, 3, 1984, σελ. 734-749. Γεωργιάδου Βασιλική, ‘Η Άκρα Δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης. Δανία, Νορβηγία, Ολλανδία, Ελβετία, Αυστρία, Γερμανία…ό.π., σελ., 164. Οι καθυστερήσεις που προκύπτουν όσον αφορά την διαμόρφωσης κοινής ευρω-ενωσιακής πολιτικής σε μία σειρά από τομείς, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται πάντα ως μειονέκτημα.

[8] Είναι χαρακτηριστικό, θεωρητικά-επιστημολογικά, πως οι σχέσεις των δύο πλευρών, σχέσεις άμεσες και υποκείμενες σε πολλούς παράγοντες,  θα μπορούσαν να ιδωθούν υπό την οπτική γωνία των σχέσεων που αναπτύσσονται μεταξύ ενός κράματος συμβιωτικής-διαπραγματευτικής δημοκρατίας, που είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, και ενός αυταρχικού καθεστώτος όπως το Λευκορωσικό, προσφέροντας μας κάποιες ενδεικτικές ερμηνείες και για το πως εξελίσσεται μία τέτοια σχέση και το για το πως αντιμετωπίζεται, με τους πλέον ενδεδειγμένους τρόπους, ένα τέτοιο καθεστώς. Το καθεστώς θέτει προκλήσεις στο κράμα εκείνο συμβιωτικής-διαπραγματευτικής δημοκρατίας (Ευρωπαϊκή Ένωση), που έχουν να κάνουν με την μετακίνηση πληθυσμών, την διακυβέρνηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον τρόπο λειτουργία της, την εφαρμογή πολιτικών «short-termism», δηλαδή «βραχυπρόθεσμων και μικρού βεληνεκούς», κατά τον Manfred Schmidt. Βλέπε σχετικά, Schmidt Manfred, ‘Θεωρίες της Δημοκρατίας,’ Επίμετρο: Πάσχος Γιώργος, Επιστημονική Επιμέλεια: Δώδος Δημοσθένης, Μετάφραση: Δεκαβάλλα Ελευθερία, Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα, 2004, σελ. 599., όπου και μία διεισδυτική ανάλυση των μεταβλητών που δύνανται να προσδιορίσουν την σχέση δημοκρατίας και δικτατορίας. Ουσιαστικά, ο πρόεδρος Λουκασένκο, αμφισβητεί και τις φιλελεύθερες δημοκρατικές αξίες,  την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση ως μείζον συλλογικό, ιστορικό επίτευγμα, και το  κατά πόσον το μοντέλο άσκησης πολιτικής σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί να καταφέρει να πετύχει λύσεις, θέτοντας ως σημείο αναφοράς το να επιτύχει την ανανέωση των δικών του λόγων ύπαρξης δια της αμφισβήτησης της χρησιμότητας του συλλογικού δρώντος που ακούει στο όνομα Ευρωπαϊκή Ένωση.

[9] Βλέπε σχετικά, Μπαστέα Νατάσα, ‘Η κρίση στα σύνορα μπορεί να διαρκέσει μήνες,’ Εφημερίδα ‘Τα Νέα,’ 18/11/2021, σελ. 20.

[10] Αντιλαμβανόμενη την Ανατολική Ευρώπη ως το ‘αδύνατο σημείο’ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Λευκορωσία επιδιώκει να προκαλέσει μία κρίση διακυβέρνησης, κάτι που μεταφράζεται στο ό,τι, στοχεύοντας σε χώρες της Βαλτικής (Λιθουανία), που δεν διαθέτουν το ειδικό βάρος της Πολωνίας, επιδιώκει να δημιουργήσει συνθήκες αμφιβολίας, στα κράτη της Βαλτικής, για το κατά πόσον η Ένωση είναι σε θέση να τις υπερασπιστεί απέναντι σε τρίτες χώρες,  λαμβάνοντας σειρά ειδικών πολιτικών για αυτές. Για αυτόν τον λόγο, είναι σημαντικό να αντιμετωπισθούν, και σε περίπτωση που εκκινήσουν διαπραγματεύσεις ανάμεσα στα δύο μέρη, τα Λευκορωσικά «οπλοποιημένα αφηγήματα», που, όπως τονίζει ο Λάμπρος Καούλλας, είναι ένα «υποεργαλείο των πληροφοριακών επιχειρήσεων, στα πλαίσια του υβριδικού πολέμου», όντας «ιστορίες δομημένες με τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργήσουν σύγχυση στο κοινό». Σε αυτή την περίπτωση, διαθέτουμε μία γκάμα «οπλοποιημένων αφηγημάτων» που περιλαμβάνουν: Επιθετικές και αρνητικές αφηγήσεις για την Ευρωπαϊκή Ένωση, έκφραση αμφιβολιών για την αποτελεσματικότητα και την αξιοπιστία της, προσπάθεια υπόσκαψης του ηθικού της κοινής γνώμης διαμέσου της παρακολούθησης εικόνων από τα σύνορα, διάχυση φόβου,  μετάδοση διχοτομικών μηνυμάτων, προβολή θέσης ισχύος. Βλέπε και, Καούλλας Λάμπρος, ‘Υβριδικός πόλεμος, οπλοποιημένα αφηγήματα και γνωστική ασφάλεια: Προκλήσεις για τις αστυνομικές και στρατιωτικές αρχές,΄ στο: Αντωνιάδης Ευριπίδης, (επιμ.), ‘Ιστορία, Κοινωνία, Πολιτική & Μέσα Επικοινωνίας. Ενημέρωση και Δημοκρατία,’ Β’ Επιστημονικό Συμπόσιο Πισσουρίου, Εκδόσεις Κ. Επιφανίου, Λευκωσία, 2020, σελ. 225., όπου και μία ανάλυση για τον ρόλο που έπαιξε η χρήση «οπλοποιημένων αφηγημάτων» από την Σιιτική οργάνωση της Χεζμπολάχ στον πόλεμο με το Ισραήλ, το 2006. Και το ερώτημα ενσκήπτει εύλογα, παραμένοντας ανοιχτό: Μελέτησε το Λευκορωσικό καθεστώς την αποτελεσματική χρήση «οπλοποιημένων αφηγημάτων» από την Χεζμπολάχ, αφηγημάτων που στόχευαν το Ισραήλ και την εν γένει αξιοπιστία του; Συνυπολογίζοντας τα παραπάνω, μπορούμε να αντιληφθούμε καλύτερα και πιο βαθιά την σημαντικότητα της Γερμανικής πρωτοβουλίας.

[11] Σε μία βαθύτερη προσέγγιση, θα ισχυρισθούμε πως οι απαρχές της κρίσης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Λευκορωσίας εντοπίζονται στο καλοκαίρι του 2020, όταν και η Ευρωπαϊκή Ένωση, θεσμικώ τω τρόπω, εξέφρασε την υποστήριξη της στο ‘κύμα’ διαμαρτυρίας που εκδηλώθηκε στη χώρα, ασκώντας κριτική και δη έντονη κριτική, στις κατασταλτικές πολιτικές που εφήρμοσε το καθεστώς, προκαλώντας την αντίδραση του, με αποτέλεσμα έκτοτε η Ευρωπαϊκή Ένωση να καταστεί ‘στόχος.’  Η τωρινή κρίση συνιστά ένα επεισόδιο αυτής της έντασης που διέπει εδώ και περίπου μία διετία, τις σχέσεις των δύο μερών.

[12] Η Ρωσία δεν έχει παρέμβει για να αποτρέψει την Λευκορωσία από το να προχωρά στη συγκέντρωση ατόμων διαφόρων εθνικοτήτων στα εδάφη της.

[13] Η Πολωνική κυβέρνηση, που δεν σπεύδει να αξιοποιήσει τον μηχανισμό της Frontex, μέχρι τώρα τουλάχιστον, ο οποίος μάλιστα εδρεύει στη Βαρσοβία, συγκλίνει με την ελληνική κυβέρνηση, όταν αυτή κλήθηκε να διαχειρισθεί την συγκέντρωση προσφύγων-μεταναστών στα χερσαία σύνορα Ελλάδας και Τουρκίας, στον Έβρο, τον Μάρτιο του 2020, πάνω στο ό,τι ακριβώς υιοθετεί μία πολιτική ‘στρατιωτικοποιημένης’ διαχείρισης, αποστέλλοντας τμήμα των Ενόπλων Δυνάμεων, και, κυρίως, προσιδιάζοντας προς το έδαφος μίας ‘στρατιωτικοποίησης’ (και με χρήση βίας), της δράσης και της λειτουργίας της αστυνομίας πάνω στο σύνορο. Δίχως όμως να κάνει λόγο, εμφανίζοντας και μία αντι-Ρωσική ρητορική, για μία «βίαιη πολιτική σύγκρουση», για να δανεισθούμε την φράση της Anna Cento Bull. Ευρύτερα ομιλώντας, θα υπογραμμίσουμε πως διακρίνουμε περισσότερες συγκλίσεις ή ομοιότητες, μεταξύ της συγκέντρωσης προσφύγων και μεταναστών στα σύνορα Πολωνίας-Λευκορωσίας, με την αντίστοιχη συγκέντρωση πληθυσμού αυτού του υπόβαθρου, το 2016, στα σύνορα Ελλάδας και Βόρειας Μακεδονίας. Αν και οι απαρχές των δύο κρίσεων διαθέτουν διαφορετικό υπόβαθρο (αίτια εκδήλωσης), και δεν πρέπει να συγχέονται, με την κρίση του 2014-2016 να διαθέτει μεγαλύτερη δυναμική.  Και εξηγούμε το γιατί διακρίνουμε ομοιότητες: Πρώτον, λόγω της μαζικότητας του συγκεντρωμένου πλήθους και στις δύο περιπτώσεις, αν και το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί στη συνοριακή γραμμή Ελλάδας-Βόρειας Μακεδονίας ήταν κατά τι μαζικότερο και διέθετε μία μεγαλύτερη ποικιλία, σε ό,τι είχε να κάνει με την προέλευση των υποκειμένων.   Δεύτερον, λόγω της επιτευχθείσας χρονικής διάρκειας. Η συγκέντρωση μεταναστευτικού πλήθους που δεν υπήρξε ενιαίο και μονολιθικό, στα σύνορα Ελλάδας και Βόρειας Μακεδονίας το 2016, είχε διάρκεια μηνών, έως ότου υπογραφεί και αρχίσει να εφαρμόζεται η συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας το 2016, όπως διάρκεια κάποιων μηνών ήδη (από τον περασμένο Αύγουστο), διαθέτει η τωρινή συγκέντρωση μεταναστών (κάποιοι εξ αυτών πηγαινοέρχονται, όπως σημειώσαμε και πιο πάνω), στη συνοριακή γραμμή Πολωνίας-Λευκορωσίας. Αντίθετα, η συγκέντρωση προσφύγων και μεταναστών στον Έβρο, το 2020, ήσαν περισσότερο βραχύβια, διάρκειας λίγων ημερών, με την δυναμική του να εξαντλείται σχετικά γρήγορα. Τρίτον, λόγω της εκπεμπόμενης αποφασιστικότητας υποκειμένων να εισέλθουν σε έδαφος χώρας της Κεντρικής Ευρώπης, με ενδιάμεσους σταθμούς την Ελλάδα (αλλά και την Βόρεια Μακεδονία), και την Πολωνία, με τα γεγονότα του Έβρου, τον Μάρτιο του 2020, να μετεξελίσσονται και σε ένα είδος ‘κλεφτοπολέμου’ μεταξύ ατόμων που βρίσκονταν στα σύνορα,  των ελληνικών αστυνομικών και στρατιωτικών δυνάμεων και μελών της ‘FRONTEX,’ κάτι που είχε ως αποτέλεσμα την εξασθένηση του αρχικά εκπεμπόμενου μηνύματος: ‘Θέλουμε να εισέλθουμε στο έδαφος χώρας-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης’ (η Ένωσης προκύπτει ως ένας εκ των πλέον σημαινόντων μεταναστευτικών προορισμών εν καιρώ μετα-νεωτερικότητας). Τέταρτον, λόγω της εγκατάστασης πρόχειρων καταυλισμών, κάτι που μπορεί να φανερώσει πρόθεση περαιτέρω παραμονής, και επίτευξης ενός minimum κανονικής λειτουργίας.  Τώρα, μία βασική απόκλιση η οποία και ανακύπτει, αφορά το ό,τι το προσφυγικό-μεταναστευτικό ‘ρεύμα’ του 2014-2016 (που εκδηλώνονταν ανά ‘κύματα’), ήταν χερσαίο, ενώ το στο τωρινό, συσσωρεύεται κόσμος  στα σύνορα Πολωνίας-Λευκορωσίας, αεροπορικώ τω τρόπω. Βλέπε σχετικά, Bull Cento Anna, ‘Italian Neofascism. The strategy of tension and the politics of non-reconciliation,’ Berghahn Books, New York, 2007, σελ. 15. Χρήζει επίσης επισήμανσης το ό,τι οι Αλεξάντρ Λουκασένκο και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι δύο πολιτικοί διαφορετικής ιδιοσυγκρασίας και στοχεύσεων όσον αφορά την εξωτερική πολιτική των χωρών τους. Αν ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επεδίωκε και να δοκιμάσει τα ανακλαστικά της Ελληνικής κυβέρνησης, τον Μάρτιο του 2020, στον Έβρο, ο Λουκασένκο, θέτει ευρύτερες στοχεύσεις, που αφορούν πρωταρχικά, όχι τόσο την Πολωνία, όσο την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, τα προτάγματα της, τον βαθμό ανεκτικότητα της  και τον τρόπο λειτουργία της.

[14] Βλέπε σχετικά, για τα «δίκτυα πολιτικής» ως μεθοδολογικό εργαλείο για την ανάλυση του τρόπου λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Kohler-Koch, B., & Eising R., (επιμ.), ‘Transformation of governance in the European Union, London, Routledge, 1999. Σύμφωνα με τους Schneider et al, «το εξαιρετικά πλουραλιστικό πρότυπο που παρουσιάζουν τα δίκτυα πολιτικών της ΕΕ είναι αποτέλεσμα όχι μόνο των προσπαθειών πολυάριθμων φορέων δράσης να επηρεάσουν τη διαδικασία της ευρωπαϊκής πολιτικής στα πρώτα στάδια της διαμόρφωσης της, αλλά και της σκόπιμης στρατηγικής δικτύωσης που χρησιμοποιούν τα ευρωπαϊκά όργανα, και ιδίως η Επιτροπή». Schneider, V., Dang-Nguyen, G., & Werle, R., (επιμ.), ‘Corporate actor networks in European Policy-making: Harmonizing telecommunications policy,’ Journal of Common Market Studies, 32, 4, 1994.  Και, Nugent, Neil, ‘Πολιτική και Διακυβέρνηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση,’ Πρόλογος-Επιμέλεια: Μενδρινού Μ. Μαρία, Μετάφραση: Τσολακίδου Ιουλία, Τριανταφύλλου Αλεξάνδρα, Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα, 2004, σελ. 648., από όπου και το μεταφρασμένο απόσπασμα που παρατέθηκε.

[15] Η μετεξέλιξη του οργανισμού της ‘FRONTEX,’ ώστε αυτός να καταστεί πλήρως λειτουργικός, δια-κρατικός και δια-συνοριακός, αποκτώντας την ικανότητα να παρεμβαίνει γρήγορα και αποτελεσματικά στην εδαφική επικράτεια διαφόρων χωρών-μελών της Ένωσης, αυξάνοντας τον βαθμό εκπαιδευτικής ικανότητας των μελών του και προσλαμβάνοντας ‘στρατιωτικοποιημένα’ χαρακτηριστικά επί του πεδίου (αποτροπή), συνιστούν ίσως το πλέον απτό δείγμα των εξελίξεων που έλαβαν χώρα από το 2016 και έπειτα, προς την κατεύθυνση της διαμόρφωσης μίας κοινής, ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής, με το σκέλος της αποτροπής να φαντάζει και να είναι περισσότερο ενισχυμένο, αφού επιτρέπει στην ‘FRONTEX’ να συμπράττει με τις αρχές εθνικών κρατών για την πραγμάτωση τιθέμενων σκοπών (αξιολόγηση δια της αποτελεσματικότητας), σε ένα λεπτό σημείο όπου δομούνται συνθήκες ανισορροπίας, όταν, για παράδειγμα, δεν έχουν επι-συμβεί πολλά στο κομμάτι της αναλογικής εγκατάστασης προσφύγων και μεταναστών, αν και ιδίως τα τελευταία χρόνια, παρατηρούνται εξελίξεις. Η εφαρμογή πολιτικών συμπερίληψης ανά κράτος-μέλος, που θα ελέγχονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα αρμόδια όργανα, δεν πρέπει να εκ-λείπει από το πλαίσιο διαμόρφωσης μίας κοινής πολιτικής. Διότι, μία κοινή ευρωπαϊκή πολιτική (που είναι το ζητούμενο) για το μεταναστευτικό-προσφυγικό δεν εξαντλείται μόνο στο ζήτημα της αποτροπής και της διασφάλισης του ελέγχου των ευρωπαϊκών συνόρων, αλλά, εγγράφει εντός του, ζητήματα εναρμόνισης εθνικών πολιτικών προς την κατεύθυνση της απλοποίησης της διαδικασίας για την αίτηση χορήγησης ασύλου, διευκολύνοντας ουσιαστικά τους ενδιαφερόμενους, αναλογικής κατανομής προσφύγων-μεταναστών, ζητήματα συμπερίληψης προσφύγων και μεταναστών στο κοινωνικό γίγνεσθαι των χωρών-μελών και συμβίωσης τους με τους κατοίκους των χωρών, ζητήματα αξιολόγησης, με ενεργότερη εμπλοκή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,  των τιθέμενων πολιτικών, διαφάνειας και λογοδοσίας (βέλτιστες πρακτικές),  οργανισμών όπως η ‘FRONTEX,’  με γνώμονα την αρτιότερη διασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (βλέπε το ζήτημα των επαναπροωθήσεων).  Το ζήτημα είναι πολυσύνθετο και δεν έχει να κάνει αποκλειστικά και μονοσήμαντα με την καταστολή.

[16] Nugent, Neil, ‘Πολιτική και Διακυβέρνηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση…ό.π., σελ. 647.

[17] Η Πολωνία και χώρες της Βαλτικής έρχονται για πρώτη φορά αντιμέτωπες, με την δημιουργία μίας (τεχνητής) μεταναστευτικής κρίσης στα σύνορα τους, υποκείμενες στην άσκηση διαφορετικών βαθμών πίεσης από ένα γειτονικό τους κράτος (Λευκορωσία), που ουσιωδώς αποτελούν μία δοκιμή της ευστάθειας και της λειτουργικότητας των νεαρών δημοκρατιών τους.

[18] Ακόμη και στις αρχές της δεκαετίας του 1990, μετά από την εκ των έσω αποδόμηση της Σοβιετικής κρατικής οντότητας και την διαδικασία εθνο-γένεσης που ακολούθησε στην περιοχή της Ανατολικής Ευρώπης, το μεταναστευτικό ‘ρεύμα’ το οποίο και συγκροτήθηκε δεν ήσαν μαζικό, αλλά, διακεκομμένο ή αλλιώς, επιμερισμένο χρονικά, με διάφορες διακυμάνσεις («καμπές», για να δανεισθούμε τον όρο του Δημήτρη Μανιάτη), ως προς την ένταση του, καθιστάμενο περισσότερο ‘πυκνό’ μετά την ένταξη χωρών της Ανατολικής Ευρώπης στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004, όταν και διευκολύνθηκε κατά τι η διαδικασία εισόδου κατοίκων αυτών των χωρών-μελών από την Ανατολική Ευρώπη, προς άλλες χώρες-μέλη, και ιδίως αυτές τις κεντρικής Ευρώπης. Και εδώ διακρίνουμε ένα ιδιαίτερο σημείο: Το ό,τι η ένταξη υποψήφιων προς ένταξη χωρών από την Ανατολική Ευρώπη στην Ένωση το 2004, συνέβαλλε στην ενίσχυση του προϋπάρχοντος και ενεργού μεταναστευτικού διαδρόμου που είχε ανοιχθεί μεταξύ Γερμανίας (μετά την επανένωση των δύο Γερμανιών) και της Πολωνίας, μετά την πτώση του Σοσιαλιστικού καθεστώτος και την εκκίνηση μίας διαδικασίας εκδημοκρατισμού. Αποτέλεσμα αυτών των διεργασιών, υπήρξε η συγκρότηση μίας σχετικά ευρείας Πολωνικής διασποράς εντός της Γερμανίας. Βλέπε σχετικά, Μανιάτης Δημήτρης, ‘Κληρονομιές,’ Εφημερίδα ‘Τα Νέα,’ 19/11/2021, σελ. 7., όπου και κάποιες ορθές εκτιμήσεις για το εύρος της εξέγερσης του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973. «Το τι αφήνει το Πολυτεχνείο επίσης είναι μια συζήτηση στενά δεμένη με το κεκτημένο της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας, της στερέωσης των θεσμών, του εκδημοκρατισμού των σωμάτων ασφαλείας, του τέλους του χωροφυλακίστικου κράτους, αλλά και με τη διεύρυνση του πεδίου των ελευθεριών και της κοινωνικής κινητικότητας».

[19] «Καθώς η έννοια και η οργάνωση της ιθαγένειας αλλάζει στην Ευρώπη του σήμερα, νέα δικαιώματα και ταυτότητες καθώς και πρότυπα αποκλεισμού και ένταξης προκύπτουν. Σε απάντηση στις μεταβολές που επηρεάζουν τις σύγχρονες πολιτικές, τις οικονομίες και τους θεσμούς του έθνους-κράτους, νέες μορφές ιθαγένειας, ‘’ανήκειν’’ και αξιώσεων έχουν προκύψει. Ο βασικός λόγος για τις αλλαγές αυτές στην εθνική και εθνοτική σύνθεση των ευρωπαϊκών χωρών είναι το φαινόμενο της μαζικής μετανάστευσης και κινητικότητας (mobility) από την περιφέρεια της Ευρώπης, καθώς και από αλλού. Τα όρια της πολιτικής κοινότητας επεκτείνονται με τη νομιμοποίηση πολλαπλών μορφών της ιδιότητας του πολίτη , καθώς φαίνεται και να επαναπροσδιορίζονται και οι συλλογικές ταυτότητες». Οι εμπειρίες που προκύπτουν συνεπεία της μετακίνησης τους, έστω και με τον τρόπο που αυτή συμβαίνει, σε ιστορικά ‘φορτισμένες’ περιοχές της Ευρώπης, σε διαφορετικά αξιακά περιβάλλοντα, συντελούν και στον επαναπροσδιορισμό των αφηγήσεων τους, με ένα θέμα το οποίο και δεν έχει μελετηθεί επισταμένως να συνδέεται προσίδια με το πως βίωσαν Σύριοι πρόσφυγες, την διετία 2014-2016, την μετακίνηση και την εγκατάσταση τους, από ένα μη πλουραλιστικό πολιτικό περιβάλλον, όπως το Συριακό, σε σύγχρονες και ανεπτυγμένες φιλελεύθερες δημοκρατίες, όπως η Γερμανική. Βλέπε σχετικά, Μιχαήλ Δόμνα, ‘Διεθνοποιημένα νοικοκυριά και κοινωνική ανάπτυξη την εποχή της κρίσης,’ στο: Βαμβακίδου Ιφιγένεια, Καλεράντε Ευαγγελία, Σολάκη Ανδρομάχη, (επιμ.), ‘Από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ στο τερατώδες είδωλο της Ευρώπης. Οι παθογένειες του καπιταλιστικού συστήματος…ό.π., σελ. 161.

[20] Εάν τελικά ξεκινήσει μία διαπραγματευτική διαδικασία, πράγμα θεμιτό αλλά όχι εκ των προτέρων σίγουρο, τότε, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν πρέπει να προσέλθει με αφέλεια σε αυτές, φροντίζοντας να θέσει δικλείδες ασφαλείας, όπως: Την συμπερίληψη των χωρών-μελών της Ανατολικής Ευρώπης και στις συνομιλίες αλλά και στη διαμόρφωση μίας στρατηγικής, την αποφυγή ‘παγίδων΄ που ενδεχομένως δημιουργήσει το Λευκορωσικό καθεστώς ως ορθολογικός ‘παίκτης,’ με στόχο να αποσπάσει όσα περισσότερα μπορεί, την δυνατότητα ασφαλούς επιστροφής, με ευρωπαϊκά μέσα, ατόμων πίσω στις χώρες προέλευσης, την φιλοξενία σε εδάφη χωρών-μελών, ατόμων που χρήζουν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, την αποδοχή εγκατάστασης, ενός συγκεκριμένου αριθμού υποκειμένων, σε χώρες-μέλη, την τήρηση του Διεθνούς Δικαίου που σχετίζεται με τα δικαιώματα προσφύγων και μεταναστών ( βίαιες επαναπροωθήσεις από την Πολωνία), μη συναίνεσε σε τυχόν επιθυμία του καθεστώτος του προέδρου Λουκασένκο, να υπογραφεί μία συμφωνία στα πρότυπα της συμφωνίας Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας, η οποία και υπογράφηκε το 2016. Η πρόσφατη ένταση κατά την διάρκεια της συνέντευξης τύπου που ακολούθησε την συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ολλανδό ομόλογο του Μαρκ Ρούτε, ένταση μεταξύ του Έλληνα πρωθυπουργού και της Ολλανδής δημοσιογράφου Ίνγκεμποργκ Μπέουχελ, για το ζήτημα των επαναπροωθήσεων προς την Τουρκία, κατέστη αφορμή για την ανάδυση ενός αντι-Τουρκισμό δια της τεθλασμένης (κατηγορίες κατά της δημοσιογράφου για ‘φιλοτουρκική στάση’), για την εμφάνιση έμφυλων και σεξιστικών αναφορών προς το πρόσωπο της δημοσιογράφου, που δεν είναι τίποτε λιγότερο από ‘πλανεύτρα,’ για απλουστευμένες και μανιχαϊστικές προσεγγίσεις που εκλαμβάνουν την Ελλάδα ως το ‘μόνιμο θύμα’ των ‘σχεδίων που απεργάζονται άλλοι.’

[21] Βλέπε σχετικά, Marks, G., Hooghe, L., & Black, K., (επιμ.), ‘European integration from the 1980s: State centric v multi-level governance,’ Journal of Common Market Studies, 34, 3, 1996, σελ. 346. Για την διαδικασία λήψης αποφάσεων, βλέπε και, Kerremans, B., ‘Do institution make a difference? Non-institutionalism, neo-institutionalism, and the logic of common decision-making in the European Union,’ Governance, 9, 2, 1996, σελ. 217-240.

[22] Βλέπε σχετικά, ‘Λευκορωσία: Λουκασένκο και Μέρκελ συμφώνησαν στην έναρξη διαπραγματεύσεων για το μεταναστευτικό…ό.π.

σύνορα Λευκορωσίας Πολωνίας

Ρoή Ειδήσεων
Σχετικά άρθρα
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

Pet Shop Θεσσαλονίκη
Μενού