Ηνωμένες Πολιτείες, Ρωσία, Ουκρανία

Οι δηλώσεις του Άντονι Μπλίνκεν, προκάλεσαν την αντίδραση της Ρωσίας, που έκανε λόγο με τη σειρά της για «υστερία» των Ηνωμένων Πολιτειών σχετικά με το τι συμβαίνει στην Ουκρανία

Ουκρανία
Velonastongiaka

Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Με δημοσίευμα της, η διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’[1] αναφέρεται στις δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, Άντονι Μπλίνκεν, περί της προσπάθειας της Ρωσίας να δημιουργήσει ένταση στην Ουκρανία, λίγο καιρό μετά την συγκέντρωση Ρωσικών στρατευμάτων στα Ρωσο-ουκρανικά σύνορα.[2]

Οι δηλώσεις του Άντονι Μπλίνκεν, προκάλεσαν την αντίδραση της Ρωσίας, που έκανε λόγο με τη σειρά της για «υστερία»[3] των Ηνωμένων Πολιτειών σχετικά με το τι συμβαίνει στην Ουκρανία.[4]

Σταχυολογούμε ενδεικτικά από το δημοσίευμα της εφημερίδας ‘Η Καθημερινή’: «Ο υπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών Άντονι Μπλίνκεν δήλωσε το Σάββατο πως «ανησυχεί σοβαρά» για τις ενέργειες και τις δηλώσεις της Ρωσίας σχετικά με την Ουκρανία, καθώς αυξάνεται η ένταση στην περιοχή.
«Έχουμε σοβαρές ανησυχίες για τις ασυνήθεις στρατιωτικές δραστηριότητες της Ρωσίας στα σύνορα με την Ουκρανία. Ανησυχούμε πραγματικά από ορισμένες δηλώσεις που έχουμε δει και ακούσει, τόσο από την Ρωσία όσο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης», δήλωσε ο Αμερικανός υπουργός στους δημοσιογράφους στο Ντακάρ, τελευταίο σταθμό της αφρικανικής του περιοδείας».[5]

Ακόμη[6] και αν δεν επιδιώκεται η επίτευξη ενός συντονισμού[7]  υπό την μορφή της σύνδεσης «αρχικά διάσπαρτων δράσεων»[8] κατά τους Thompson, Frances, Levavic & Mitchell, με την Ευρωπαϊκή Ένωση (ή ακόμη και μεμονωμένες, ευρωπαϊκές χώρες), οι δηλώσεις του Άντονι Μπλίνκεν θεωρούμε πως αντανακλούν το αυξημένο ενδιαφέρον που έχει αποκτήσει για τις Ηνωμένες Πολιτείες η Ουκρανία,[9] και μετά από τα γεγονότα των τελευταίων ετών, και, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, η Ανατολική Ευρώπη, περιοχή όπου ήδη ευρίσκεται σε εξέλιξη μία ευρύτερη κρίση στα σύνορα Λευκορωσίας[10] και Πολωνίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, δύναται να αναφέρουμε πως η κατάσταση στην Ουκρανία,[11] και οι παρατηρούμενες διακυμάνσεις στις διμερείς σχέσεις μεταξύ της Ουκρανίας και της Ρωσίας, τείνουν πλέον στο να επηρεάζουν (ως μεταβλητή) και τις διμερείς σχέσεις μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας,[12] στο εγκάρσιο σημείο όπου, μετά την θερινή συνάντηση[13] του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Τζο Μπάιντεν και του Ρώσου ομολόγου του Βλαντίμιρ Πούτιν, στη Γενεύη, δεν υπήρξε κάποια ιδιαίτερη ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών.

Κάτι που επίτρεψε (δίχως να είναι μόνο αυτός ο λόγος), τις Ηνωμένες Πολιτείες να εκδηλώσουν την στρατηγική τους ως προς την αντιμετώπιση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας.

Το Ουκρανικό, που εν προκειμένω καθίσταται ένα ιδιαίτερο όσο και σύνθετο ζήτημα,[14] τείνει να λαμβάνεται υπόψιν, από πλευράς των Ηνωμένων Πολιτειών,[15] στρατηγικά, οι οποίες σπεύδουν να εκφράσουν με αυτόν τον τρόπο, και την υποστήριξη τους προς την Ουκρανική κυβέρνηση και προς τον πρόεδρο της χώρας Βολοντίμιρ Ζελένσκι,[16] εκεί όπου, μέσω της συγκεκριμένης εξέλιξης αναδεικνύεται το ό,τι, όχι μόνο το Ουκρανικό ζήτημα (ή πρόβλημα), δύναται να επηρεάσει τις διμερείς σχέσεις των δύο δυνάμεων, αλλά και να τις επηρεάσει επί τα χείρω (με ελεγχόμενο τρόπο).

Την στιγμή όπου το ίδιο το Ουκρανικό, δεν καθίσταται μόνο μία ‘παγωμένη’ σύγκρουση σε ευρωπαϊκό έδαφος, αλλά και μία σύγκρουση που παραμένει δίχως ιδιαίτερη δυναμική, σχετικά με τις προοπτικές επίλυσης της,[17] με τον παράγοντα που επιβάρυνε ιδιαιτέρως την κατάσταση να είναι η προσάρτηση της χερσονήσου της Κριμαίας στην Ρωσική Ομοσπονδία[18] το 2014.

Εξέλιξη η οποία, εν τοις πράγμασι συνέτεινε και στη μεγέθυνση της απόστασης μεταξύ των δύο πλευρών (Ουκρανία[19]/Ρωσία, αλλά και μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ρωσίας), αλλά και στην εμβάθυνση της εκατέρωθεν καχυποψίας.

‘Ο Άντονι Μπλίνκεν πρόσθεσε ότι τις ανησυχίες αυτές συμμερίζονται οι σύμμαχοι των ΗΠΑ, αλλά δεν απάντησε σε ερωτήσεις σχετικά με το αν οι αμερικανικές υπηρεσίες Πληροφοριών θεωρούν ότι ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν επιδιώκει να καταλάβει ουκρανικά εδάφη.
«Δεν γνωρίζουμε ποιες είναι οι προθέσεις του προέδρου Πούτιν. Αλλά γνωρίζουμε τι συνέβη κατά το παρελθόν. Γνωρίζουμε την στρατηγική που συνίσταται στην αναφορά σε υποτιθέμενες προκλήσεις της Ουκρανίας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας και στην χρησιμοποίησή τους ως δικαιολογίας για τα σχέδια της Ρωσίας», δήλωσε ο κ. Μπλίνκεν.
Αναφερόταν στην κρίση του 2014 στην Ουκρανία μετά την ανατροπή της φιλοδυτικής ουκρανικής κυβέρνησης. Την ίδια χρονιά, η Μόσχα προσάρτησε την Κριμαία απαντώντας σε μία φιλοδυτική εξέγερση».[20]

Οι δηλώσεις του Άντονι Μπλίνκεν, πραγματοποιήθηκαν στην πρωτεύουσα της Σενεγάλης, Ντακάρ. Κάτι που συνιστά μία πρώτη ένδειξη, όχι τόσο για μία στρατηγικού τύπου, μετατόπιση των Ηνωμένων Πολιτειών προς την Αφρική, αλλά για την αύξηση του ενδιαφέροντος της για την συγκεκριμένη ήπειρο, με την περιοδεία του Άντονι Μπλίνκεν να έρχεται λίγες ημέρες μετά από την επίσημη συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών,[21] μέσω της αντιπροέδρου Κάμαλα Χάρις, στη Διεθνή Διάσκεψη για τη Λιβύη. Στην Αφρική, η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας έχει ήδη αναπτύξει ένα δίκτυο συμμαχιών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες οφείλουν να έχουν κατά νου τις κινήσεις της Ρωσίας, ακόμη και αν δεν άμεσα πολύ πιθανό μία Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.



[1] Βλέπε σχετικά, ‘Ουκρανία: Σοβαρές ανησυχίες ΗΠΑ για τις κινήσεις και δηλώσεις της Μόσχας,’ Διαδικτυακή έκδοση εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’ 20/11/2021, www.kathimerini.gr/world/561596389/oykrania-sovares-anisychies-ipa-gia-tis-kiniseis-kai-diloseis-tis-moschas/

[2] De facto οι περιοχές της Ανατολικής Ουκρανίας όπου και έλαβαν χώρα οι συγκρούσεις και δη οι ένοπλες συγκρούσεις των προηγούμενων χρόνων, συγκρούσεις οι οποίες συνεχίζονται σποραδικά και ανά διαστήματα και σήμερα (με την χρήση βίας σε πρώτο πλάνο), δίχως την μεγάλη ένταση των προηγούμενων ετών, έχουν καταστεί αυτόνομες, με τους Ρωσόφωνους αυτονομιστές όμως να μην σπεύδουν να επιχειρήσουν το επόμενο βήμα, που μπορεί να είτε η διακήρυξη της ανεξαρτησίας τους, είτε η δρομολόγηση των διαδικασιών ένωσης με την Ρωσική Ομοσπονδία. Η ένοπλη σύγκρουση στις περιοχές της Ανατολικής Ουκρανίας μεταξύ των Ουκρανικών Ενόπλων Δυνάμεων και των Ρωσόφωνων αυτονομιστών ανταρτών, παραμένει ‘παγωμένη,’ αν και η δυναμική της τα τελευταία χρόνια βαίνει μειούμενη, δίχως κάτι τέτοιο να σημαίνει πως δεν υπάρχουν τοπικές αναζωπυρώσεις, όπως επίσης, και προϋποθέσεις γενικότερης ανάφλεξης, ιδίως από την στιγμή όπου απέχουμε ακόμη από μία εμπέδωση της ειρήνης στην περιοχή. Όμως, χρήζει θεωρητικής επισήμανσης το γεγονός πως η δυναμική της ένοπλης σύγκρουσης, η οποία και εκδηλώθηκε λίγα χρόνια μετά την πολεμική σύγκρουση Ρωσίας και Γεωργίας, έχει κατά τι αμβλυνθεί, γεγονός που μπορούμε να το αποδώσουμε στους κάτωθι παράγοντες: O πρώτος παράγοντας σχετίζεται εμπρόθετα με την περιφερειακή διάσταση που προσέλαβε η όλη σύγκρουση, και, περαιτέρω, με την σταδιακή διεθνοποίηση της. Και μία τέτοια εξέλιξη ισοδυναμεί με την αύξηση του ενδιαφέροντος και δη του διεθνούς ενδιαφέροντος για τις εξελίξεις στην Ανατολική Ουκρανία, με την ανησυχία για μία περαιτέρω διάχυση της σύγκρουσης να είναι ευδιάκριτη, και να μεταφράζεται ειδικότερα και σε ανησυχία για την διασάλευση της περιφερειακής ειρήνης και σταθερότητας, κάτι που προκάλεσε την ενεργότερη εμπλοκή σε διπλωματικές διαδικασίες με άμεσο όσο και βασικό στόχο την κατάπαυση του πυρός. Από την απαρχή ακόμη των διπλωματικών-διαπραγματευτικών διαδικασιών και ως απόρροια της διεθνοποίησης της σύγκρουσης, μπορούμε να τονίσουμε πως αυτές (οι έντονες διπλωματικές διεργασίες), άσκησαν κάποιου είδους πίεσης προς τα αντιμαχόμενα μέρη και ιδίως τους Ρωσόφωνους αντάρτες, οι οποίοι, αποφασίζοντας να διεκδικήσουν την έξωθεν καλή μαρτυρία, επέδειξαν μία κάποια αυτο-συγκράτηση. Το διεθνές ενδιαφέρον (βλέπε και την στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης) παρέμεινε ενεργό και τα αμέσως επόμενα χρόνια της σύγκρουσης (2015 και εντεύθεν), με οργανισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση να υπενθυμίζουν στα δύο μέρη τις υποχρεώσεις τους. Ο δεύτερος παράγοντας έχει να κάνει με το αποτέλεσμα των διπλωματικών-διπλωματικών διεργασιών, που ήταν ακριβώς η υπογραφή των Συμφωνιών του Μινσκ. Οι δύο αυτές Συμφωνίες νοούνται ως ένα διαπραγματευτικό ΄όλον,’ στη συνομολόγηση των οποίων συμμετείχαν δρώντες όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ρωσία (που παραμένει χώρα-κλειδί για την επίλυση του Ουκρανικού προβλήματος), στο λεπτό όσο και σύνθετο σημείο όπου μέσω των Συμφωνιών και κυρίως της εκκίνησης εφαρμογής τους, επιτεύχθηκε η κρίσιμη κατάπαυση του πυρός, η οποία και λειτουργούσε, όχι εκθετικά, αλλά περισσότερο αναλογικά. Και τι σημαίνει κάτι τέτοιο; Σημαίνει πως όσο εξελισσόταν η εφαρμογή της, και με διάφορες διακυμάνσεις, εντός των οποίων μπορούμε να εντάξουμε και την αμφισβήτηση της, τόσο περισσότερο οι δύο πλευρές συνειδητοποιούσαν το κόστος της σύγκρουσης, ερχόμενες σε επαφή με άλλες εναλλακτικές επίλυσης, με το αίσθημα της ασφάλειας να ενισχύεται. Η υπογραφή και η εφαρμογή των Συμφωνιών του Μινσκ παρήγαγε απτά αποτελέσματα, φέροντας εγγύτερα τις δύο πλευρές, έστω και δια αντιπροσώπων, θέτοντας στο προσκήνιο την μέχρι τότε εκτός πλάνου πολιτική επίλυση της σύγκρουσης, εμπλέκοντας την Ρωσία σε μία διαπραγματευτική διαδικασία, αμβλύνοντας ως αποτέλεσμα αυτών, την δυναμική της σύγκρουσης και μειώνοντας, δραστικά επίσης, το ενδεχόμενο της διάχυσης της,   παρά τις εντάσεις, και παρά το ό,τι αρκετοί τις θεώρησαν (τις Συμφωνίες του Μινσκ) εν τοις πράγμασι ανενεργές. Ο τρίτος παράγοντας, σχετίζεται με την κατάρριψη του αεροσκάφους των Μαλαισιανών αερογραμμών το οποίο και καταρρίφθηκε χτυπημένο από πύραυλο τον Μάρτιο του 2014. Το συμβάν αυτό που προκάλεσε τον θάνατο όλων των επιβαινόντων και του πληρώματος του αεροσκάφους, υπήρξε ουσιαστικά το σημείο κορύφωσης (ή καμπής) των συγκρούσεων στην Ανατολική Ουκρανία, προκάλεσε μία ευρύτερη, αξιακά και ηθικά, καταδίκη της σύγκρουσης (και της ασκούμενης στρατιωτικής βίας),  εκεί όπου η ήδη υπάρχουσα διαδικασία της διεθνοποίησης ενισχύθηκε ‘από τα κάτω,’ σε επίπεδο δηλαδή ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για την συγκρότηση ενός ‘κύματος’ «συμπόνιας», για να παραπέμψουμε στους Άγγελο Ναστούλη και Παναγή Παναγιωτόπουλο, για τους νεκρούς και τις οικογένειες τους,   ανέδειξε δραστικά το ποιο είναι το τίμημα, ωθώντας, ακόμη και ανακλαστικά, σε μία αποχή από την σύγκρουση και σε μία, ψυχο-συναισθηματικού τύπου, συνειδητοποίηση (έχουμε δύο κύρια επίπεδα συνειδητοποίησης), όχι απλά του κόστους, αλλά της καταστροφής που επιφέρει η σύγκρουση. Ο τέταρτος παράγοντας που διακρίνουμε, θεωρούμε πως άπτεται προσίδια της Ρωσικής απόφασης για την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014, μετά από την διεξαγωγή δημοψηφίσματος με κεντρικό ερώτημα την συμφωνία ή μη, με το ενδεχόμενο της προσάρτησης της περιοχής στην Ρωσική Ομοσπονδία. Η απόφαση αυτή, ως ‘προϊόν’ μίας ‘υβριδικής’ Ρωσικής στρατηγικής, συνέβαλλε και στη μετατόπιση του ενδιαφέροντος από τις συγκρούσεις στην Ανατολική Ουκρανία, στην περιοχή της Κριμαίας, συμβάλλοντας, στην ανάδυση στην επιφάνεια, ενός αισθήματος ‘δικαίωσης’ από την πλευρά των Ρωσόφωνων αυτονομιστών. Και εδώ η εξέλιξη που προκλήθηκε καθίσταται σύνθετη. Ως προς αυτό, μπορούμε να επισημάνουμε πως η προσάρτηση της Κριμαίας στην Ρωσία θεωρήθηκε από τους Ρωσόφωνους αντάρτες ως ‘δικαίωση’ και των δικών τους ‘αγώνων’ ενάντια στο απλοϊκά προσλαμβανόμενο ως ‘φασιστικό καθεστώς του Κιέβου’ (είναι σε αυτή την περιοχή της Ανατολικής Ευρώπης όπου ανακύπτουν έντονες διαμάχες για την μνημονική διαχείριση της Σοβιετικής κληρονομιάς), καθώς και ως ‘δικαίωση’ για την συστράτευση στο στόχο της ‘μίας και αδιαίρετης Ρωσίας,’ εξέλιξη που ώθησε στην άμβλυνση του συγκρουσιακού φορτίου (της δυναμικής της σύγκρουσης στην Ανατολική Ουκρανία) ακριβώς δια της υπενθύμιση των αποτελεσμάτων της: ‘Και εμείς με την συλλογική μας δράση συμβάλλαμε σε αυτή την εξέλιξη.’ Ο πέμπτος παράγοντας τώρα, αφορά, το ό,τι μετά την υπογραφή των Συμφωνιών του Μινσκ, οι κυβερνήσεις της Ρωσίας και της Ουκρανίας, και σε ένδειξη καλής θέλησης, αν και δεν έχουν μέχρι σήμερα καταφέρει να βρουν κοινά σημεία επαφής, δεν επέμειναν σε μία στρατηγική αναζωπύρωσης των συγκρούσεων που θα μπορούσε να λάβει τα επι-γενόμενα χαρακτηριστικά της ανοιχτής σύγκρουσης όπως την πρώτη περίοδο μετά την εκδήλωση της κοινωνικής-πολιτικής κρίσης στην Ουκρανία. Ως εκ τούτου, διατήρησαν σε σχετικά χαμηλά ή αλλιώς, ορθότερα, διαχειρίσιμα επίπεδα και την ένταση στις διμερείς τους σχέσεις, αλλά και την σύγκρουση στην Ανατολική Ουκρανία, η οποία (και αυτός δύναται να είναι ο εκτός παράγοντας), συνεπεία του ό,τι εισήλθε σε μία περίοδο όχι παύσης, αλλά ‘παγώματος,’ απώλεσε σε σημαντικό βαθμό την δυνατότητα της να αυτο-τροφοδοτείται. Εδώ ανακύπτει μία πολύ ενδιαφέρουσα εξέλιξη: Το ό,τι δηλαδή, ναι μεν παραμένει ενεργή (σε χαμηλό βαθμό σήμερα), η δυνατότητα αυτο-τροφοδότησης της σύγκρουσης, οδηγώντας σε σποραδικές εξάρσεις των συγκρούσεων, από την άλλη όμως δε, ελλοχεύει ο κίνδυνος για την εκ νέου εκδήλωση μίας πιο ανοιχτής και σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα σύγκρουσης, λόγω της άτσαλης παρέμβασης και εμπλοκής εξωγενών παραγόντων. Ο έβδομος παράγοντας που συνέβαλλε σε μία άμβλυνση της σύγκρουσης, όπως αυτή παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, έχει σχέση με την βαθύτερη αναγνώριση από τα εμπλεκόμενα μέρη, από τις χώρες και τους οργανισμούς που ενεπλάκησαν διαπραγματευτικά, ό,τι το Ουκρανικό πρόβλημα χρήζει πολιτικής επίλυσης, που είναι αυτή που μπορεί να διασφαλίσει σε μεσο-μακροπρόθεσμο ορίζοντα την μόνιμη κατάπαυση του πυρός και την βιώσιμη ειρήνη στη χώρα και στην περιοχή, με την ‘στρατιωτικοποίηση’ της σύγκρουσης και την διασταύρωση ‘φορτισμένων’ αφηγήσεων (και εθνικιστικού περιεχομένου), να επισωρεύει προβλήματα στην περιοχή. Οι παράγοντες αυτές διαδραμάτισαν ιδιαίτερο ρόλο στην άμβλυνση της δυναμικής της σύγκρουσης στην Ανατολική Ουκρανία και στη μετάβαση σε μία οιονεί φάση ‘παγώματος,’ χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως η σύγκρουση δεν μπορεί να αναζωπυρωθεί μαζικά, συνειδητά και ακόμη, ως ‘ατύχημα.’ Η ιστορία εξάλλου, εξελίσσεται δυναμικά και φέρει στοιχεία μη γραμμικότητας. Βλέπε σχετικά, Ναστούλης Άγγελος, & Παναγιωτόπουλος Παναγής, ‘Βάναυση πολιτική βία και ασθενής κοινωνική μνήμη,’ στο: Βαμβακάς Βασίλης, Καρατράντος Τριαντάφυλλος, Παναγιωτόπουλος Παναγής, (επιμ.), ’05.05.2010. Ταυτότητες και συναισθήματα της πολιτικής βίας στην Ελλάδα του 21ου αιώνα,’ Εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2021, σελ. 184.

[3] «Το Κρεμλίνο χαρακτήρισε την Κυριακή αμερικανική «υστερία» τις κατηγορίες της Ουάσιγκτον η οποία εξέφρασε το Σάββατο τη «σοβαρή ανησυχία» της για τις ενέργειες και τις δηλώσεις της Ρωσίας για την Ουκρανία, όπου αυξάνεται και πάλι η ένταση.

«Αυτή η υστερία δημιουργείται τεχνητά. Αυτοί που έφεραν τις ένοπλες δυνάμεις τους από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, δηλαδή οι ΗΠΑ, μας κατηγορούν για ασυνήθιστες στρατιωτικές δραστηριότητες στο έδαφός μας» σχολίασε ο Ντμίτρι Πετρόφ, ο εκπρόσωπος του Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν, σε μια τηλεοπτική εκπομπή. «Δεν είναι καθόλου λογικό», πρόσθεσε». Η δήλωση του εκπροσώπου της Ρωσικής προεδρίας, προσιδιάζει προς την κατεύθυνση σύγκλισης με ό,τι  ο Αμερικανός κοινωνιολόγος Νιλς Σμέλσερ ορίζει ως «υστερία», που είναι μία «πεποίθηση που αποδίδει σε ένα αμφίσημο στοιχείο του περιβάλλοντος μια γενικευμένη δύναμη απειλής ή καταστροφής». Κάτι τέτοιο, εάν προχωρήσουμε σε μία βαθύτερη ανάλυση των λεγομένων του Ντμίτρι Πετρόφ, σημαίνει πως η Ρωσία σπεύδει να εντάξει τις περί Ουκρανίας αναφορές των Ηνωμένων Πολιτειών, ως «υστερία», ήτοι ως «πεποίθηση» που βλέπει την πρόθεση Ρωσικής εμπλοκής ‘εκεί που δεν υπάρχει,’ και δεν τίθεται ως ενδεχόμενο. Άρα, θα μπορούσαμε να κάνουμε λόγο για την πρόσληψη των Αμερικανικών αναφορών ως  ‘υστερία’ που στερείται πραγματικής βάσης και απλά ικανοποιεί την εδραιωμένη αντι-Ρωσική στάση μέρους της Αμερικανικής διπλωματίας. Βλέπε σχετικά, Smelser, N., ‘Theory of collective behavior,’ New York, Free Press, 1962, σελ. 83-84. Και, Αλεξανδρόπουλος Στέλιος, ‘Θεωρίες για τη συλλογική δράση και τα κοινωνικά κινήματα,’ Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα, 2001, σελ. 266. Ουκρανία: «Τεχνητή υστερία» χαρακτηρίζει η Μόσχα τις κατηγορίες των ΗΠΑ,’ Διαδικτυακή έκδοση εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’ 21/11/2021, www.kathimerini.gr/world/561596659/oykrania-techniti-ysteria-charaktirizei-i-moscha-tis-katigories-ton-ipa/

 

 

[4] Αν η εκδηλούμενη Ρωσική στρατηγική, όσον αφορά την Συρία, κινήθηκε με επίδικο την σταδιακή αύξηση της γεω-πολιτικής επιρροής της Ρωσίας, αυτή την φορά πέραν του θεωρούμενου ως ‘ζωτικού της χώρου,’ (Μέση Ανατολή, Μεσόγειος θάλασσα), τότε, η αντίστοιχη για την Ουκρανία, που αναπτύχθηκε ιδίως την τελευταία δεκαετία,  με την εκδήλωση της να επιταχύνεται από τις κοινωνικο-πολιτικές διεργασίες που έλαβαν χώρα το 2014, έθεσε ως στόχο το να αποκριθεί, κινητοποιώντας για αυτό και συμβολικούς ‘πόρους,’ στην εκλαμβανόμενη από την Ρωσία ως στρατηγική επέκτασης (έως υπερ-επέκτασης) του πολιτικο-στρατιωτικού συνασπισμού του ΝΑΤΟ στην περιοχή του άμεσου ενδιαφέροντος της. Ως εκ τούτου, η Ρωσική στρατηγική προσέλαβε τις εξελίξεις στην Ουκρανία, εκεί όπου συντελέσθηκε η διάνοιξη ενός «κύκλου διαμαρτυρίας», σύμφωνα με την διατύπωση του Νίκου Σερντεδάκι και Μυρσίνης Κουφίδη, αλλά με συγκεκριμένα αποτελέσματα (ως προς τα αποτελέσματα, ο Ουκρανικός «κύκλος διαμαρτυρίας», συγκλίνει με την πρώτη περίοδο ανάπτυξη του κινηματικού ‘κύκλου διαμαρτυρίας στην Τυνησία και στην Αίγυπτο), ως εξελίξεις που προκλήθηκαν από τον Νατοϊκό και Αμερικανικό ‘δάκτυλο,’ θεωρώντας κάτι τέτοιο ως επιστέγασμα μίας πολιτικής ‘περικύκλωσης’ της Ρωσίας και από το ΝΑΤΟ (και κατ’ επέκταση τις Ηνωμένες Πολιτείες), αλλά και από μία σειρά φιλο-δυτικών κυβερνήσεων της περιοχής που δεν διστάζουν θα παραγάγουν μηνύματα με αποδέκτη την Ρωσία. Με αφορμή τα συμβάντα στην Ουκρανία (για μία χρονικο-ιστορική διάκριση μεταξύ «συμβάντων» και «γεγονότων» βλέπε την ανάλυση του William Sewel), ενεργοποιήθηκε εκ νέου και με δραστικό τρόπο, αφενός μεν το Ρωσικό σύνδρομο της περικύκλωσης’ το οποίο αναπαράγεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα μετά την εκ των έσω αποδόμηση της Σοβιετικής κρατικής οντότητας και την συγκρότηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, και, αφετέρου δε, το ίδιο το ‘φάντασμα’ μίας εξέγερσης που δυνητικά μπορεί να έχει ‘παραλυτικά’ έως ‘διαλυτικά’ χαρακτηριστικά, και για την εξωτερική πολιτική της Ρωσίας, σε μία περίοδο όπου η ίδια εφήρμοζε μία στρατηγική ανάκτηση της γεω-πολιτικής της ισχύος, όπως επίσης, και για το εσωτερικό της χώρας, με μία τέτοιου τύπου συλλογική δράση, να είναι σε θέση να προκαλέσει πολλά προβλήματα και εντός Ρωσίας, ωθώντας σε κινητοποιήσεις που αρχικά μπορεί να έχουν μιμητικό χαρακτήρα (αυτή η πτυχή, όσον αφορά την συγκρότηση και ανάπτυξη κοινωνικών κινημάτων έχει εν γένει παραμεληθεί από την θεωρία). Τα γεγονότα της Γεωργίας στις αρχές της δεκαετίας του 2000, οδήγησαν στη ανάδυση διαμέσου της επίκλησης της μνήμης, αφηγήσεων και φόβων που είχαν τεθεί στο περιθώριο, σε μία περίοδο όπου η Ρωσία, θεωρούσε πως είχε και τον έλεγχο των κινήσεων αλλά και την πρωτοβουλία τους, ιδίως στην περιοχή της Ανατολικής Ευρώπης. Βλέπε σχετικά, Σερντεδάκις Νίκος, & Κουφίδη Μυρσίνη, ‘Συγκρουσιακός και εκλογικός κύκλος στην Ελλάδα της κρίσης,’ Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, Τεύχος 44, Νο.1, 2018, σελ. 7-30. Και, για την διάκριση μεταξύ «συμβάντων» και «γεγονότων», βλέπε και, Sewel, William, ‘Οι λογικές της ιστορίας. Κοινωνική θεωρία και κοινωνικός μετασχηματισμός,’ Εκδόσεις Ξιφαράς, Αθήνα, 2013.

[5] Βλέπε σχετικά, ‘Ουκρανία: Σοβαρές ανησυχίες ΗΠΑ για τις κινήσεις και δηλώσεις της Μόσχας…ό.π.

[6] Στην Ουκρανία, στον απόηχο των γεγονότων στην πλατεία Μαϊντάν του Κιέβου (η πλατεία Μαϊντάν ως το συμβολικό και μη, επίκεντρο του Ουκρανικού «κύκλου διαμαρτυρίας», υπενθυμίζει τον αντίστοιχο ρόλο που επι-τέλεσε η πλατεία Ταχρίρ στο Κάιρο, το 2010-2011), όπως και στη Συρία, έλαβε χώρα μία διαδικασία ‘στρατιωτικοποίησης’ της συλλογικής δράσης και διαμαρτυρίας, που σχετικά γρήγορα διαχύθηκε συμπεριλαμβάνοντας σημαντικό τμήμα της εδαφικής επικράτειας των δύο χωρών. Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ των δύο υποδειγμάτων, έγκειται στο ό,τι, ενώ στη Συρία, η ‘στρατιωτικοποίηση’ της σύγκρουσης είχε στα αρχικά του στάδια έναν περισσότερο ‘αμυντικό’ χαρακτήρα, χάριν και της σχετικά γρήγορης αντίδρασης του Συριακού καθεστώτος και της καταστολής που ακολουθήθηκε, ενέχοντας τους όρους «ενεργοποίησης του βίαιου ρεπερτορίου» (Νίκος Σερντεδάκις & Μυρσίνη Κουφίδη), στην Ουκρανία, τροφοδοτούμενη από το ιστορικό βάθος και από το κοινωνικό-πολιτικό εύρος της ‘σύγκρουσης,’ (ένας όρος που συγγενεύει με τον όρο ‘κύκλος διαμαρτυρίας’ που χρησιμοποιούν οι Σερντεδάκις & Κουφίδη στην ανάλυση τους είναι ο όρος «συγκρουσιακός κύκλος»), από τις αντιφάσεις και τις αντιθέσεις της, που την ίδια στιγμή, καθιστούν την καθιστούν  απευκταία, επιθυμητή, πιθανή, εκδηλώνεται μέσα σε έναν αστερισμό ή αλλιώς, μέσα σε μία «δομή πολιτικών ευκαιριών», κατά την ανάλυση του Robert Merton, εκεί όπου Ρωσόφωνες ομάδες αντιλήφθηκαν τις ρωγμές που προκλήθηκαν μετά το ξέσπασμα του «συγκρουσιακού κύκλου», ως μείζονα ευκαιρία για την διεκδίκηση των στόχων που είχαν θέσει. Μία τέτοια θεώρηση όμως, δεν σημαίνει πως η ‘στρατιωτικοποίηση’ της σύγκρουσης στην μετα-Σοβιετική Ουκρανία, υπήρξε τεχνητή. Αντιθέτως, λαμβάνοντας υπόψιν την συνθετότητα των διεργασιών, θεωρούμε πως η όλη διαδικασία της ‘στρατιωτικοποίησης’ της σύγκρουσης στη χώρα της Ανατολικής Ευρώπης, αντανακλά το  βάθος των εντάσεων που ενέσκηψαν, τις αντιθέσεις, σχετικές με την εξελισσόμενη στον ιστορικό χρόνο διαδικασία της Ουκρανικής ‘εθνο-γένεσης’ η οποία και ξεκίνησε μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης (η Ρωσία, ως ‘σύστημα αξιών,’  για τις Ρωσόφωνες ένοπλες ομάδες, φέρει τα χαρακτηριστικά της ‘μήτρας’),  τις περίπλοκες σχέσεις με την ιστορική μνήμη, την σύγχρονη Ρωσία και την Δύση, σχέσεις που απέκτησαν και χωρικό-εδαφικό περιεχόμενο, τα χαρακτηριστικά της διοικητικής δομής της σύγχρονης Ουκρανίας,  την γεω-πολιτική τροπή που πήραν τα πράγματα. Σε μία ανάλυση στην οποία και αποδίδουμε έμφαση στην, κατά τον κοινωνιολόγο Τάλκοτ Πάρσονς, «κοινωνιολογία της σύγκρουσης», το ερώτημα προκύπτει εύλογα: Διείδε το Πουτινικό καθεστώς στη Ρωσία, την δική του «δομή πολιτική ευκαιριών», τείνοντας, όχι σε μία συν-διαμόρφωση της στρατηγικής των Ρωσόφωνων ανταρτών, αλλά, στην μέσω της έκφρασης της υποστήριξης τους στις δράσεις τους, εκδήλωση μίας πολιτικής διατήρησης κάποιων ερεισμάτων στην Ουκρανία, και επίσης, επανόρθωσης μίας απωλεσθείσας ισορροπίας; Βλέπε σχετικά, Parsons, Talcott, ‘Communism and the West: the Sociology of Conflict,’ στο: Etzioni, A, & Etzioni, E., (επιμ.), ‘Social change: Sources, Patterns and Consequences,’ New York, Basic Books, σελ. 390-409, 1964. Βλέπε και, Merton, R., ‘Opportunity structure,’ στο: Merton, K. R., & Sztompka, P., (επιμ.), ‘On social structure and science,’ Chicago University Press, 1996, σελ. 153-161. Και, Σερντεδάκις Νίκος, & Κουφίδη Μυρσίνη, ‘Συγκρουσιακός και εκλογικός κύκλος στην Ελλάδα της κρίσης…ό.π., σελ. 20. Για την Ουκρανία, η σύγκρουση στην Ανατολική Ουκρανία, αποτελεί κύρια ‘έργο αποσχιστών.’

[7] Τα λεγόμενα «αντιπαραθετικά ρεπερτόρια» της Ρωσίας,  για να στραφούμε πάλι στην ανάλυση του Νίκου Σερντεδάκι και της Μυρσίνης Κουφίδη, διαρθρώνονται στα κάτωθι επίπεδα: 1) Τον επιθετικό τόνο που ενίοτε διέπει τις ανακοινώσεις της Ρωσίας, η οποία αισθάνεται αρκούντως ‘απελευθερωμένη’ και το κυριότερο, ισχυρή, ώστε να μην διστάζει να προβαίνει σε επιθετικές αναφορές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, το ΝΑΤΟ, την Ευρωπαϊκή Ένωση, χρησιμοποιώντας και το ‘εργαλείο’ της ειρωνείας. 2) Την προσπάθεια δημιουργίας αισθημάτων ενοχής στο εν ευρεία εννοία Δυτικό μπλοκ, όσον αφορά τις στρατηγικές του και τα αποτελέσματα αυτών των στρατηγικών. Κάτι αντίστοιχο έχει επιχειρήσει και η Τουρκία, στην αντιπαράθεση που είχε με τη Γαλλία το καλοκαίρι του 2020. 3) Την πρόκληση αιφνιδιασμού ως προς τις προθέσεις της, κάτι που πέτυχε στην περίπτωση της παρέμβασης της στη Συρία, όταν και λίγες Δυτικές χώρες ανέμεναν την εκεί Ρωσική παρέμβαση, που, εκ του αποτελέσματος, υπήρξε επιτυχημένη. 4) Την αμφισβήτηση της χρησιμότητας οργανισμών (αν και χρησιμοποιεί αντι-Δυτικά μοτίβα στο λόγο της, και ιδίως σε ό,τι έχει να κάνει με τις εσωτερικές εξελίξεις, εν τούτοις το Ρωσικό, ημι-δημοκρατικό έως αυταρχικό καθεστώς δεν έχει στραφεί στη λογική μίας εν συνόλω και επιθετικής άσκησης κριτικής και απόρριψης του ό,τι αποκαλείται  ως ‘Δύση’), όπως το ΝΑΤΟ διαμέσου της άρθρωσης ενός αφηγήματος το οποίο θέτει ως διακύβευμα το να πλήξει την αξιοπιστία του, εκλαμβάνοντας το είτε ως ‘εργαλείο στα χέρια άλλων’ (βλέπε Ηνωμένες Πολιτείες), είτε ως κατά βάση αντι-Ρωσικό ‘μηχανισμό’ που έχει σκοπό να πλήξει τα ζωτικά Ρωσικά ενδιαφέροντα. 5) Την ανάδειξη των αντιθέσεων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, και την προτίμηση στη μορφή των δια ζώσης συνομιλιών με κυβερνήσεις ευρωπαϊκών χωρών, και όχι στην επένδυση διπλωματικού κεφαλαίου για την εμπλοκή σε συνομιλίες με τους εκπροσώπους των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 6) Την αποστολή, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, αντιφατικών μηνυμάτων, με στόχο την αποπροσανατολισμό κυβερνήσεων και οργανισμών. Βλέπε σχετικά, ‘Σερντεδάκις Νίκος, & Κουφίδη Μυρσίνη, ‘Συγκρουσιακός και εκλογικός κύκλος στην Ελλάδα της κρίσης…ό.π., σελ. 13.

[8] Βλέπε σχετικά, Thompson, G., & Frances J., Levacic, R., & Mitchell, J., ‘Markets, Hierarchies and Networks: The coordination of social life,’ London, Sage, 1991. Κατά την διάρκεια της κρίσης στην Ουκρανία, η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ανέπτυξαν από κοινού στρατηγικές για την αντιμετώπιση της κατάστασης όπως διαμορφώνονταν, δίχως παράλληλα να κινηθούν προς την κατεύθυνση ενός συντονισμού για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων, και ως απόρροια της καχυποψίας της προηγούμενης διοίκησης Τραμπ για την σκοπιμότητα μίας τέτοιας συνεργασίας. Η από κοινού υποστήριξη των δύο πλευρών (Ηνωμένες Πολιτείες & Ευρωπαϊκή Ένωση) προς την Ουκρανία, δεν έχει μετεξελιχθεί στην από κοινού διαμόρφωση μίας κοινής στρατηγικής, με την Αμερικανική διπλωματία, επί Τζο Μπάιντεν, να κινείται προσεκτικά, αποφεύγοντας κινήσεις που θα μπορούσαν να περιπλέξουν τα πράγματα στον άξονα Ρωσία-Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής-Ουκρανία. Η κοινωνικο-πολιτική κρίση στην Ουκρανία, και εν συνεχεία η ένοπλη σύγκρουση στα εδάφη της Ανατολικής Ουκρανίας, υπήρξε η πρώτη μείζονα κρίση που κλήθηκε να διαχειρισθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση στα Ανατολικά της σύνορα, σε ένα ιδιαίτερο σημείο όπου αυτή η κρίση λειτούργησε και ως μία πρώτη σημαντική ‘δοκιμασία’ και για το πόσο λειτουργική είναι η διεύρυνση που επιχείρησε προς πρώην Σοσιαλιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης: Εξετάζοντας αυτή την παράμετρο, θα δώσουμε καταφατική απάντηση, υπογραμμίζοντας πως η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την Ανατολική Ευρώπη, απέδειξε την σημαντικότητα της, και με όρους ενίσχυσης της περιφερειακής ασφάλειας και σταθερότητας, υπήρξε λειτουργική, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να σπεύδει να συμπεριλάβει τις ανησυχίες τους στο σχεδιασμό της πολιτικής της στο Ουκρανικό, και, τελευταίο άλλα όχι έσχατο, επέδειξε την ανθεκτικότητα της, με την Ευρωπαϊκή Ένωση και χώρες-μέλη της από την Ευρωπαϊκή Ένωση, να απορροφούν τις όποιες συνέπειες μπορούσαν να δημιουργηθούν για την εσωτερική συνοχή των χωρών και της ίδιας της Ένωσης.

[9] Ενέχει ενδιαφέρον θεωρητικά, το να προσεγγίσουμε την κοινωνικο-πολιτική κρίση στην Ουκρανία, υπό το πρίσμα των «εκλογικών καθεστώτων» (electoral regimes), κατά την διατύπωση των Mc Adam & Tarrow. Κάτι που σημαίνει πως θα μπορούσε να εξεταστεί «η αιτιακή σύνδεση εκλογών και κινηματικής δραστηριοποίησης», δηλαδή, το αν και πόσο υπήρξε η συσχέτιση μεταξύ του κοινωνικού κινήματος στη χώρα των δράσεων που αυτό ανέπτυξε με τα αποτελέσματα των εκλογικών αναμετρήσεων που διεξήχθησαν στη χώρα από το 2014 και εντεύθεν. Ταυτόχρονα, δύνανται να τεθούν μεταβλητές έρευνας όπως, το αν και πόσο επηρέασαν οι κινηματικές, συλλογικές δράσεις (κινηματικά επιρροή) την συν-διαμόρφωση του δημόσιου-πολιτικού λόγου της περιόδου και των διακυβευμάτων αυτού, στην προώθηση ενός λόγου ‘εξευρωπαϊσμού’ της χώρας, το αν συγκροτήθηκαν πολιτικά κόμμα με κινηματικό περιεχόμενο, το αν επήλθε η ανανέωση του πολιτικού προσωπικού της χώρας, επί τη βάσει των κινηματικών διεργασιών. Θέτουμε στο επίκεντρο έναν περισσότερο «μακροχρόνιο πολιτικό κύκλο» (2014-2021), διότι εκτιμούμε πως έτσι μπορούν να εξαχθούν ασφαλέστερα συμπεράσματα σχετικά με την συσχέτιση κινηματικών διεργασιών και πολιτικών-εκλογικών αποτελεσμάτων στην χώρα της Ανατολικής Ευρώπης. Σε αυτό το σημείο, συμφωνούμε με την ανάλυση των Σερντεδάκι και Κουφίδη, οι οποίοι, αναδεικνύουν ως ένα εκ των θεωρητικών ελλειμμάτων της περί «εκλογικών καθεστώτων» ανάλυσης των Mc Adam & Tarrow, τον σχετικά βραχυχρόνιο ορίζοντα της, που δεν καταφέρνει να εντοπίσει τις πιο μακρόσυρτα εκδηλούμενες κοινωνικές και πολιτικές τάσεις. «Μια κριτική που θα μπορούσε να ασκηθεί είναι ότι το σχήμα που παράγουν παραμένει εν πολλοίς συγκυριακό και κινηματικοκεντρικό, καθώς φέρνει στην επιφάνεια τη διαδρομή συγκεκριμένων κινημάτων στον χρονικό ορίζοντα των «εκλογικών καθεστώτων» ή/και τις στάσεις που υιοθετούν σε επιμέρους εκλογικές συγκυρίες, δίχως όμως να θεματοποιείται η αλληλεπίδραση της εκδίπλωσης των συγκρουσιακών κύκλων προς τις εκλογικές αναμετρήσεις και τα περισσότερο μακροχρόνια «εκλογικά καθεστώτα». Βλέπε σχετικά, Mc Adam, Doug, & Tarrow, Sydney, ‘Ballots and Barricades: On the Reciprocal Relations between Elections and Social Movements, Perspectives on Politics 8, 2013, σελ.  529-542, και, Σερντεδάκις Νίκος, & Κουφίδη Μυρσίνη, ‘Συγκρουσιακός και εκλογικός κύκλος στην Ελλάδα της κρίσης…ό.π., σελ., 22. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μπορούμε να επισημάνουμε πως η εκλογή του Βολοντίμιρ Ζελένσκι στις προεδρικές εκλογές του 2019, απηχεί την ύπαρξη και την ευδιάκριτη πλέον επιρροή εντός της χώρας, ενός συγκροτημένου φιλο-ευρωπαϊκού και φιλο-δυτικού ρεύματος, με σημείο τομής για την συγκρότηση του τα γεγονότα στην πλατεία Μαϊντάν το 2014, εκεί όπου, η διάνοιξη του κινηματικού ‘κύκλου’ συνέβαλλε στην πρώτη και σημαντική ανανέωση του πολιτικού προσωπικού της χώρας από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και από την δημιουργία της ανεξάρτητης Ουκρανίας.

[10] Εάν στραφούμε στην ανάλυση του Αλέξη Ηρακλείδη όσον αφορά την διαδικασία λήψης αποφάσεων, τότε θα αναρωτηθούμε: Στηρίζεται η εκτίμηση των Ηνωμένων Πολιτειών σχετικά με το ενδεχόμενο Ρωσικής στρατιωτικής εισβολής στην Ουκρανία σε «στρεβλές γενικεύσεις που προέρχονται από τραυματικές εμπειρίες, με αποτέλεσμα να είναι μεγάλο το φάσμα των δυνητικά λανθασμένων εκτιμήσεων και άτυχων αποφάσεων στα διεθνή τεκταινόμενα, ειδικά όσον αφορά τον αντίπαλο»; Και η «τραυματική εμπειρία» που εντοπίζουμε έχει να κάνει με την προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσική Ομοσπονδία, το οποίο και εξακολουθεί να επηρεάζει την διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής, ως προς την Ουκρανία, των Ηνωμένων Πολιτειών, και όχι μόνο, «με αποτέλεσμα», το να μην συνυπολογίζονται άλλες ουσιώδεις παράμετροι, και ιδίως το κατά πόσον η Ρωσία είναι όντως διατεθειμένη να εισβάλλει στρατιωτικά στην Ουκρανία, κάτι που θα μπορούσε να αποτελέσει καταλύτη σημαντικών εξελίξεων σε πολλά επίπεδα. Επίσης, παραβλέπεται το ό,τι η Ρωσία έχει αναπτύξει σειρά τρόπων για την άσκηση πίεσης στην Ουκρανία, λειτουργώντας ενίοτε εκφοβιστικά (συγκέντρωση Ρωσικών στρατευμάτων στα σύνορα των δύο χωρών). Η «τραυματική εμπειρία» της Κριμαίας, βιωμένη ως ‘απόσχιση,’ ‘κατάλυση’ της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας και ως ‘βίαιος ακρωτηριασμός’ της, ασκεί ακόμη επιρροή και συνιστά ζήτημα δυνητικής πρόκλησης εντάσεων, με  την Ουκρανία, να μην έχει ακόμη αποδεχθεί την προσάρτηση της στην Ρωσία, από την πρώτη στιγμή, με την αντίδραση της να υπενθυμίζει την αντίστοιχη αντίδραση της Σερβίας, στα πρώτα στάδια της, μετά την απόσχιση του Κοσόβου και την δημιουργία, στα σύνορα της, μίας νέας και ανεξάρτητης χώρας: Ήτοι, του Κοσόβου. Η απόκλιση βέβαια, εντοπίζεται στο ό,τι στην όλη Σερβική αντίδραση, ήσαν έκδηλος ο θυμός και η οργή που, με την πάροδο του χρόνου καταλάγιασαν, δίχως όμως ακόμη η Σερβία να μπορεί να συνειδητοποιήσει την δημιουργία του ανεξάρτητου Κοσόβου. Η Ουκρανία προβαίνει σε κινήσεις που εξακολουθούν να δείχνουν το ό,τι η προσάρτηση της Κριμαίας δεν είναι αποδεκτή (βλέπε την πραγματοποίηση του πρόσφατου ‘Φόρουμ για την Κριμαία’), θέτοντας στο επίκεντρο και το ό,τι αυτή είναι ‘παράνομη,’ νοηματοδοτώντας την αίσθηση του ‘συν-ανήκειν’: Η Κριμαία ανήκει στην Ουκρανία. Ίσως η εκτίμηση, όσον αφορά ενδεχόμενη Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, να είναι «λανθασμένη», αντλώντας και από τις πρόσφατες εξελίξεις στη Λευκορωσία ή αλλιώς, στα σύνορα Λευκορωσίας-Πολωνίας (με την κρίση εκεί να προσλαμβάνεται ως ‘προοίμιο εξελίξεων’ που αφορούν την Ουκρανία), αν και η Ρωσία δεν εμπλέκεται στις αποφάσεις που λαμβάνει το καθεστώς Λουκασένκο. Βλέπε σχετικά, Ηρακλείδης Αλέξης, ‘Η Διεθνής Κοινωνία. Μια κριτική περιδιάβαση,’ Εκδόσεις Σιδέρης Ι., Αθήνα, 2005, σελ. 91.

[11] Η Ουκρανία, την προηγούμενη δεκαετία, βρέθηκε εκτεθειμένη σε ένα ‘καθεστώς’ αλλεπάλληλων πιέσεων από την Ρωσία, με τον de facto ακρωτηριασμό της εδαφικής της επικράτειας, εκεί όπου συναρθρώθηκαν και η αυτονόμηση (περιοχές Ανατολικής Ουκρανίας όπου μαίνεται η σύγκρουση), και η απόσχιση-προσάρτηση, να συνιστά χαρακτηριστικό δείγμα της αλλαγής συνόρων και εδαφικού καθεστώτος για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση, μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης. Και η προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσία, ενέχει το στοιχείο της ‘υβριδικότητας’ με τρόπο ώστε και να προκαλέσει τις μικρότερες δυνατές αντιδράσεις, ή αλλιώς, αντιδράσεις σχετικά ελεγχόμενες, αλλά, και να φανεί νομιμοποιημένη και δικαιολογημένη επιλογή: Έτσι μπορεί να προσδιορισθεί η επίκληση της συναίνεσης του τοπικού πληθυσμού, της μεγάλης πλειοψηφίας του (δημοψήφισμα του 2014), στην απόσχιση της Κριμαίας από την Ουκρανία και στην προσάρτηση της στην Ρωσία. Η επίκληση αυτής της συναίνεσης, διανθίστηκε με την χρήση ενός αφηγήματος περί ‘Ρωσικότητας,’ εκεί όπου, πάλι για πρώτη φορά τόσο έντονα, μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και την δημιουργία νέων κρατών στην περιοχή, και με αφορμή τα γεγονότα στην Κριμαία, κατέστη εμφανής η διάκριση μεταξύ ‘Ρώσου’ και ‘Ουκρανού,’ ‘Ρωσικότητας’ και ‘Ουκρανικότητας,’ κάτι που διαδραμάτισε και ρόλο για την παραγωγή αντίθετων αποτελεσμάτων, δείγμα της πολυπλοκότητας της όλης κατάστασης. Και τι εννοούμε λέγοντας κάτι τέτοιο; Εννοούμε πως η προσλαμβανόμενη ως ‘εθνική απώλεια,’ (Κριμαία), λειτούργησε ως θρυαλλίδα για την τόνωση του αισθήματος του συλλογικού-Ουκρανικού ‘ανήκειν,’ για την ανα-διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας με όρους περισσότερου συνεκτικούς (και με την εκχύλιση αρνητικών συναισθημάτων για την Ρωσία), ακριβώς διαμέσου της διαφοροποίησης που επήλθε ως προς το ‘ποιες είναι’ και τι  αντιπροσωπεύουν οι δύο γειτονικές χώρες.

[12] Στη σημερινή περίοδο, και μετά από την συνάντηση των προέδρων Μπάιντεν και Πούτιν τον περασμένο Ιούνιο, στη Γενεύη, οι σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας, με άξονα την Ουκρανία, τίθενται στο ‘καθεστώς’ αυτού που ο Τάλκοτ Πάρσονς ορίζει ως «κινούμενη ισορροπία» (moving equilibrium). Η μεν Ρωσία, δεν επιδιώκει, παρά τις περί του αντιθέτου εκτιμήσεις (αν και δεν μπορεί κάτι τέτοιο να αποκλεισθεί εκ των προτέρων), την μη περαιτέρω εμπλοκή, στρατιωτικώ τω τρόπο, θέτοντας στο προσκήνιο άλλους τρόπους παράκαμψης της Ουκρανίας (βλέπε ενεργειακές διαδρομές), αποδεχόμενη, εμμέσως πλην σαφώς, τις διαφορετικές κατευθύνσεις και προτεραιότητες της Ουκρανικής ηγεσίας (άλλο ένα αποτέλεσμα του ‘Μαϊντάν’), οι δε Ηνωμένες Πολιτείες αποφεύγουν να θίξουν το ζήτημα της ένταξης της Ουκρανίας στον πολιτικο-στρατιωτικό συνασπισμό του ΝΑΤΟ. Και σε ό,τι έχει να κάνει με αυτό το πλαίσιο, θα λέγαμε πως οι Ηνωμένες Πολιτείες, ακόμη από την δεκαετία του 2000, θεώρησαν πως η ένταξη χωρών της Ανατολικής Ευρώπης στο ΝΑΤΟ, πλην Ουκρανίας, θα μπορούσε να μετριάσει τις γεω-πολιτικές επιπτώσεις που προκαλούσε η μη συμπερίληψη της Ουκρανίας, η άτυπη παραπομπή του ζητήματος της Ουκρανικής ένταξης στις ελληνικές καλένδες, με αποτέλεσμα η Αμερικανική διπλωματία και οι φορείς λήψης αποφάσεων, να αιφνιδιαστούν από το ρεπερτόριο δράσεων που ανέπτυξε η Ρωσία στην Ουκρανία, την περίοδο της κρίσης, έχοντας βρει χώρο και χρόνο για κάτι τέτοιο, λόγω της μη προώθησης της διαδικασίας ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ. Και εδώ όμως, το ζήτημα φαντάζει και είναι σύνθετο, διότι, μπορεί να υπήρξαν γεω-πολιτικές επιπτώσεις από αυτή την επιλογή, από την άλλη μας, στρατηγικά η απόφαση μπορεί να εκληφθεί ως ορθή, εάν συνεκτιμηθεί ο παράγοντας ‘Ρωσικές αντιδράσεις.’ Βλέπε σχετικά, Parsons, Talcott, ‘The Social system,’ London, Routledge & Kegan Paul, 1979.

[13] Διευρύνοντας κατά τι την εικόνα της ανάλυσης μας, θα ισχυρισθούμε πως η πρόσφατη επίσκεψη του Ισπανού πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ στην Τουρκία, για συζητήσεις με την Τουρκική ηγεσία, και για την εξέταση των προϋποθέσεων προμήθειας, από την Τουρκία, Ισπανικού στρατιωτικού εξοπλισμού, καθιστά πιο πιθανό το ενδεχόμενο ύπαρξης και λειτουργίας, με αντίκτυπο στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις του αποκαλούμενου και ως «διλήμματος της ασφάλειας». Στρεφόμαστε στην ανάλυση του Αλέξη Ηρακλείδη: Το «δίλημμα της ασφάλειας», «συνίσταται στο γεγονός ότι μία προσπάθεια αυτοπροστασίας ενός κράτους, με στόχο την ασφάλεια του, συνήθως έχει το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα να αυξάνει την ανασφάλεια του αντιπάλου που θεωρεί την πράξη αυτή απειλητική με αποτέλεσμα να αντιδρά ανάλογα». Μεταφράζοντας το στο καθ’ ημάς, θα πούμε πως, η πρόσφατη υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας, καθώς και η υπογραφή της συμφωνίας για την ανανέωση της στρατιωτικής παρουσίας των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα, κατέστησαν σταδιακά αντιληπτές (ιδίως η ελληνο-αμερικανική συμφωνία), ως ‘απειλή’ για τα συμφέροντα και για την παρουσία της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου (αύξηση της «ανασφάλειας»), με την πρόσφατη παρουσία του Ισπανού πρωθυπουργού στην Άγκυρα, για την δρομολόγηση συμφωνιών ή για την διερεύνηση των προϋποθέσεων επίτευξης συνεργασίας και στο στρατιωτικό-εξοπλιστικό πεδίο, να νοείται ως ένα πρώτο βήμα αντίδρασης στις κινήσεις της ελληνικής πλευράς, κάνοντας πιο πιθανό το ενδεχόμενο εισόδου σε αυτό το ‘δίλημμα,’ ιδίως από την στιγμή όπου η Ελλάδα προσλαμβάνεται ως πρόθυμη να εκπληρώσεις τις επιθυμίες ‘τρίτων.’ Βλέπε σχετικά, Ηρακλείδης Αλέξης, ‘Η Διεθνής Κοινωνία. Μια κριτική περιδιάβαση…ό.π., σελ. 142-143. Για μία ανάλυση του «διλήμματος της ασφάλειας», δίλημμα το οποίο συγκροτείται πάνω στο έδαφος της αυξανόμενης δυσπιστίας του ενός για τις προθέσεις του άλλου, βλέπε και, Herz, John, ‘International politics in the Atomic age,’ New York, Columbia University Press, 1959. Σημαντική παραμένει η ανάλυση του Alan Collins, στο, ‘The security dilemma,’ στο: Davis Jane, M., (επιμ.), ‘Security issues in the post-cold war world,’ Cheltenham, Edward Elgar, 1996. Βλέπε επίσης, Baylis, John, ‘International security in the post-cold war era,’ στο: Baylis, John, & Smith Steve, (επιμ.), ‘The globalization of world politics: An introduction to international relations,’ Oxford University Press, 1997.

[14] Σχετικά με το Ουκρανικό ζήτημα, σπεύδουμε, θεωρητικά-αναλυτικά, να καταθέσουμε μία πρόταση: Δηλαδή, το να σπεύσει να συμπεριλάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση, στην ατζέντα των θεμάτων που άπτονται των σχέσεων της με την Ρωσία και το Ουκρανικό, θέτοντας στο επίκεντρο την δυνατότητα έναρξης διαπραγματεύσεων για την ένταξη της Ουκρανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό θα ήταν ένα βήμα προς την κατεύθυνση της περιφερειακής ολοκλήρωσης στην Ανατολική Ευρώπη, καθότι συνιστά και καινοτόμα προσέγγιση και αναβάθμιση από το ισχύον καθεστώς της ‘εταιρικής σχέσης’ που διέπει τις σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ουκρανίας, εκεί όπου, πρωτεύουσα αξία αποκτά το να συζητηθεί το ενδεχόμενο αυτό ανοιχτά και καλή τη πίστει και με την Ρωσία (συζητώντας και για το ενδεχόμενο άρσης των κυρώσεων), αλλά και με την Ουκρανική, πολιτική ηγεσία. Για το περιεχόμενο της ‘Ανατολικής Εταιρικής Σχέσης,’ βλέπε σχετικά, ‘Τρεις χώρες της Ανατολικής Εταιρικής Σχέσης: Ουκρανία, Μολδαβία και Λευκορωσία,’ Θεματολογικά Δελτία για την Ευρωπαϊκή Ένωση, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, 2021, www.europarl.europa.eu/factsheets/el/sheet/171/three-eastern-partnership-neighbours-ukraine-moldova-and-belarus

[15] Το Ουκρανικό, θα μπορούσε να αποτελέσει πεδίο συνεργασίας μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας, και όχι ανταγωνισμού, σε ό,τι έχει να κάνει με το σκέλος της μονιμοποίησης της κατάστασης εκεχειρίας στην Ανατολική Ουκρανία, κάτι που θα μπορούσε να προσδώσει μία θετική δυναμική στο σύνολο των διμερών σχέσεων.

[16] Οι συνθήκες έχουν ωριμάσει για την πραγματοποίηση μίας Διεθνούς Συνόδου για το Ουκρανικό ζήτημα, ιδωμένου και ως ‘εργαστήριου ειρήνευσης,’  στην οποία Σύνοδο μπορούν να λάβουν μέρος οι χώρες που συμμετείχαν στη συνομολόγηση των Συμφωνιών του Μινσκ (Γαλλία, Γερμανία, Ρωσία, Ουκρανία/Το ‘Κουαρτέτο της Νορμανδίας’), η Ευρωπαϊκή Ένωση δια των θεσμικών της εκπροσώπων, οι Ηνωμένες Πολιτείες (είναι σημαντική η παρουσία τους), εκπρόσωποι του Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ). Κατά την διάρκεια των εργασιών της Συνόδου, θα μπορούσαν να τεθούν επί τάπητος τα ζητήματα, των Συμφωνιών του Μινσκ και της εφαρμογής τους, το ζήτημα της αξιολόγησης των Συμφωνιών, και ακόμη, της επικαιροποίησης (για παράδειγμα η ετήσια αξιολόγηση των Συμφωνιών, ως συμφωνηθέν μέτρο, θα ήταν σημαντικό) -ενίσχυσης σε σημεία που διαπιστωθεί ό,τι χρήζουν βελτιωτικών ενισχύσεων, του πως εξελίσσεται η κατάσταση στην Ουκρανία σήμερα, το καθεστώς της Κριμαίας, τυχόν άλλα ‘εργαλεία’ με βάση τα οποία θα μπορούσε να ενισχυθεί και να εδραιωθεί η ασφάλεια, οι σχέσεις της Ουκρανίας με το ΝΑΤΟ, την Ρωσία και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Για την δημιουργία «διαπραγματευτικών πλαισίων» τα οποία συνέδραμαν στην συνομολόγηση και υπογραφή των ‘Συμφωνιών του Μινσκ,’ βλέπε και, ‘Τρεις χώρες της Ανατολικής Εταιρικής Σχέσης: Ουκρανία, Μολδαβία και Λευκορωσία…ό.π.

[17] Και αυτές ακριβώς οι προοπτικές πρέπει να τονωθούν ποιοτικά, καθώς, παρά την άμβλυνση του συγκρουσιακού φορτίου (βλέπε και πιο πάνω), ακόμη απέχουμε από μία τελεσίδικη διευθέτηση της σύγκρουσης.  Και το  Ουκρανικό (αντλούμε εδώ από την πλουραλιστική θεωρία των συγκρούσεων όπως την ανέπτυξαν οι Burton, Mitchell), έχει τις δυνατότητες να φθάσει στο επίπεδο της συνολικής «επίλυσης της διένεξης» (conflict resolution), από το επίπεδο της «απλής διευθέτησης» (conflict settlement), όπου βρίσκεται τώρα, μετά την υπογραφή και εφαρμογή των Συμφωνιών του Μινσκ, συμφωνίες, που, παρά τα αντιθέτου λεγόμενα, παρήγαγαν θετικά αποτελέσματα. Το Ουκρανικό μπορεί και πρέπει να σημασιοδοτηθεί ως παίγνιο θετικού αθροίσματος, που συνεπάγεται την δυνατότητα επίλυσης του επί τη βάσει του αμοιβαίου οφέλους. Και προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι η άρση της εκατέρωθεν καχυποψίας, η αύξηση του επιπέδου εμπιστοσύνης. Βλέπε σχετικά, Η Διεθνής Κοινωνία. Μια κριτική περιδιάβαση…ό.π., σελ. 256. Για την θεωρία της επίλυσης συγκρούσεων, βλέπε και, Azar, Edward, & Burton, John, (επιμ.), ‘International conflict resolution,’ Brighton, Wheatsheaf, 1986. Και, Sandole, Dennis, J.FD., & Merwe van den Hugo (επιμ.), ‘Conflict resolution theory and practice: Integration and application,’ Manchester, Manchester University Press, 1993. Όπως ορθώς τονίζει ο Αλέξης Ηρακλείδης: «Η στάση του πλουραλιστή ερευνητή απέναντι σε μία συγκεκριμένη διένεξη και στην επίλυση της, μπορεί να χαρακτηριστεί ως εκ προοιμίου ουδέτερη. Δεν είναι ούτε με τον ισχυρό ούτε με τον αδύναμο, ούτε με τη δύναμη του status quo ούτε με την αντίθετη (αναθεωρητική ή επαναστατική) δύναμη, ούτε με το κράτος (σ.σ: το Ουκρανικό κράτος) ούτε με την επαναστατική οργάνωση (σ.σ: τους Ρωσόφωνους αυτονομιστές). Κατά βάση προσπαθεί να αναλύσει μια διένεξη και να κατανοήσει τις θέσεις της κάθε πλευράς». Άλλως, πως, η ανάλυση-συζήτηση της Ουκρανικής διένεξης μπορεί να επιμερισθεί σε ‘παράλληλες συνεδρίες’ αντί της διεξαγωγής μίας Διεθνούς Συνόδου, που θα πραγματοποιούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα.

[18] Στο ενδιαφέρον βιβλίο του που φέρει τον τίτλο ‘Putin’s labor dilemma,’ o Stephen Crowley, προχωρά σε μία διεισδυτική ανάλυση της σημερινής Ρωσικής οικονομίας, θέτοντας στο μικροσκόπιο της έρευνας του τις σχέσεις του κόμματος της ‘Ενωμένης Ρωσίας’ του προέδρου Πούτιν με το εργατικό κίνημα της χώρας, το οποίο πόρρω απέχει από το να είναι στατικό, συν-διαλεγόμενο με σύγχρονες τάσεις εντός και εκτός Ρωσίας, και με την κληρονομιά του ‘Σοβιετικού εργατισμού,’  καταλήγοντας πως είναι ο φόβος που διαπερνά το σύστημα εξουσίας στη χώρα, ως προς το ενδεχόμενο εκδήλωσης διαδηλώσεων διαμαρτυρίας, που αποτρέπει την εφαρμογή μεταρρυθμιστικών πολιτικών για τον εκσυγχρονισμό της Ρωσικής οικονομίας. Όπως γράφει ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος (ο πρώην υπουργός δεν αρέσκεται σε εξιδανικευμένες περιγραφές και στερεοτυπικές προσεγγίσεις), σε ένα σύντομο κείμενο-παρουσίαση του βιβλίου, «συμπερασματικά, υποστηρίζει ο Crowley, η οικονομία βρίσκεται αιχμαλωτισμένη ανάμεσα σε μια αντιπαραγωγική σταθερότητα και σε μια αδιέξοδη στασιμότητα. Η μελέτη επικεντρώνεται στην πορεία ενός Ρωσικού εργατικού δυναμικού που γενικά έχει μέχρι σήμερα αποφύγει το δυσάρεστο φαινόμενο της μαζικής ανεργίας, τον περίεργο κι ανορθόδοξο ρόλο των ρωσικών «μονοδιάστατων πόλεων» (ολόκληρων δηλαδή πόλεων που αναπτύσσονται γύρω και εξαρτώνται από μία και μόνο επιχειρηματική μονάδα), τις συγκρούσεις που φυσιολογικά θα είχαν προκύψει από τη σμίκρυνση του βιομηχανικού κέντρου της χώρας στην πόλη Τολιάτι πλάι στον Βόλγα (που ο συγγραφέας αποκαλεί το «Ντιτρόιτ της Ρωσίας») και την πολιτικοποίηση του πανίσχυρου κινήματος των οδηγών των μεγάλων φορτηγών αυτοκινήτων». Κίνημα το οποίο κινείται με γνώμονα την οργανωμένη διεκδίκηση κλαδικών αιτημάτων. Βλέπε σχετικά, Crowley, Stephen, ‘Putin’s labor dilemma,’ ILR Press, 2021. Και, Ανδριανόπουλος Ανδρέας, ‘Το εργατικό κίνημα στη Ρωσία του Πούτιν,’ Εφημερίδα ‘Τα Νέα,’ 23/11/2021, σελ. 16.

[19] Για μία μακρο-ιστορική θεώρηση της Ουκρανίας και της θέσης στο «σύστημα ισορροπίας δυνάμεων», βλέπε σχετικά, Σολονίσιν Βικτώρια, ‘ «Η θέση της Ουκρανίας στο σύστημα ισορροπίας δυνάμεων» από τον 18ο έως τον 21ο αιώνα,’ Διπλωματική Εργασία, Πανεπιστήμιο Πειραιώς, 2017, dione.lib.unipi.gr/xmlui/bitstream/handle/unipi/10218/Solonisin_Viktoria.pdf?sequence=1&isAllowed=y  Η εργασία διαθέτει το πλεονέκτημα της εξέτασης των Αμερικανικο-ουκρανικών σχέσεων, όπως συγκροτήθηκαν  από τις αρχές περίπου της δεκαετίας του 1990, και εξελίχθηκαν χρονικά, με την Ουκρανία να μην συμπεριλαμβάνεται με ιδιαίτερη ζέση στο σχήμα της ‘νέας Ευρώπης’ που ανέπτυξε ο τότε υπουργός Άμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Ράμσφελντ, παραμονές της στρατιωτικής εισβολής των ΗΠΑ στο Ιράκ, το 2003.

[20] Βλέπε σχετικά, ‘Ουκρανία: Σοβαρές ανησυχίες ΗΠΑ για τις κινήσεις και δηλώσεις της Μόσχας…ό.π.

[21] Αν και σε οιονεί ρόλο παρατηρητή.

Ρoή Ειδήσεων
Σχετικά άρθρα
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

Pet Shop Θεσσαλονίκη
Μενού