«Βαλσαμώματα», του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη

καφενειο 1
Velonastongiaka

Γράφει ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, Θραύσεις

Βαλσαμώματα

Το απόγευμα μ’ έστελνε η μάνα μου για τις παραγγελίες της άλλης μέρας. Το μπακάλικο ήταν μαζί και καφενείο, είχε και τηλέφωνο. Μαζεύονταν τα γερόντια, παίζανε τάβλι, κάπνιζαν σαν φουγάρα και πίνανε τούρκικο καφέ. Κάθε φορά που πήγαινα μ’ έβαζαν στη μέση, με κέρναγαν γκαζόζα ή παγωτό ή γλυκό υποβρύχιο κι αρχίζανε τις ιστορίες για τα παλιά τα χρόνια.

Οι Μεγαλοκομνηνοί, τα παρχάρια της Τραπεζούντας, οι Ποντιακές Άλπεις, τα χιόνια του Μαντέν, τα δαμάσκηνα του Απτουραχμανλί, το τόπι από άντερα βοδιού και το παιχνίδι με τις λακκούσκες ανακατεύονταν μέσα σ’ ένα σύννεφο καπνού και τσίκνας με τις τηλεφωνικές συνομιλίες, τις μορταδέλες, τα σαλάμια, τα λουκάνικα του ψυγείου, τις σερβιέτες και τα προφυλακτικά πίσω απ’ τον πάγκο, τις κονσέρβες δίπλα ακριβώς στο ταμείο και κάτι βαλσαμωμένα ζωντανά που ’ταν αραδιασμένα σ’ ένα ψηλό ράφι.

Όταν γύρναγα στο σπίτι, με φώναζε η μάνα μου αλλοπαρμένο γιατί ξεχνούσα τις παραγγελίες και χασομερούσα με τους γέρους, εγώ πάλι έπεφτα να κοιμηθώ μ’ ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά. Μια αλεπού, ένας λαγός, ένας μικρός λύκος, μια νυφίτσα κι ένα λαφιάτης κατέβαιναν από κείνο το ψηλό ράφι και μέχρι που να ξημερώσει παίζαμε στον ύπνο μου λακκούσκες.

Ρoή Ειδήσεων
Σχετικά άρθρα
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

Pet Shop Θεσσαλονίκη
Μενού