Για την συγκρότηση του κυβερνητικού συνασπισμού στη Γερμανία

Ο επόμενος καγκελάριος, ο σοσιαλδημοκράτης Όλαφ Σολτς, υπενθύμισε ότι ο πρώτος φωτεινός σηματοδότης όλων των εποχών λειτούργησε στην Ποτσντάμερ Πλατς του Βερολίνου και αποτέλεσε σημείο καμπής, ενώ υπογράμμισε ότι το ίδιο σκοπεύει να αποτελέσει και η κυβέρνησή του»

Γερμανία SPD FDP Πράσινοι
Velonastongiaka

Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Πριν από λίγες ημέρες, ολοκληρώθηκαν οι διαπραγματεύσεις στη Γερμανία,[1] μεταξύ των εκπροσώπων του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, που εν προκειμένω, κατέλαβε την πρώτη θέση στις ομοσπονδιακές εκλογές του περασμένου Σεπτεμβρίου, του κόμματος των Πρασίνων και του κόμματος των Φιλελευθέρων, με αποτέλεσμα την επίτευξη συμφωνίας για τον σχηματισμό τρικομματικής κυβέρνησης συνεργασίας.[2]

Όπως γράφει σχετικά ο δημοσιογράφος Γιώργος Παππάς, σε άρθρο του στην εφημερίδα ‘Τα Νέα,’ «η συμφωνία περιλαμβάνει βασικούς προεκλογικούς στόχους και των τριών κομμάτων. Αλλά δεν αποτελεί συρραφή στόχων. Εμφανής ήταν η προσπάθεια και των τριών κομμάτων να παρουσιάσουν τη συμφωνία ως σύνθεση ενός κοινού αφηγήματος για το μέλλον της χώρας».[3]

Η συμφωνία που επιτεύχθηκε μεταξύ των τριών κομμάτων, συμπεριλαμβάνει και την κατανομή των υπουργικών χαρτοφυλακίων[4] (για τον «κομβικό ρόλο του Υπουργικού Συμβουλίου»[5] στο εγχώριο πολιτικό σύστημα και στη διαδικασία λήψης αποφάσεων επιχειρηματολογεί η Παρασκευή Δραμαλιώτη), στο εγκάρσιο σημείο όπου η συμφωνία, ως προς το σκέλος της κατανομής των υπουργείων,[6] απεικονίζει την προσπάθεια τήρησης ισορροπιών που άπτονται και των ειδικότερων ενδιαφερόντων των τριών κομμάτων.

Για παράδειγμα, «οι Πράσινοι, ως δεύτερο κόμμα, παίρνουν πέντε χαρτοφυλάκια. Ο συμπρόεδρος των Πρασίνων Ρόμπερτ Χάμπεκ θα είναι πιθανότατα και αντικαγκελάριος σε ένα υπερυπουργείο Οικονομίας-Ανάπτυξης και Προστασίας του Κλίματος.[7] Για το υπουργείο Εξωτερικών προορίζεται η Αναλένα Μπέρμποκ, συμπρόεδρος των Πρασίνων και υποψήφια καγκελάριος. Οι Πράσινοι παίρνουν επίσης τα υπουργεία Γεωργίας, Περιβάλλοντος και Οικογένειας».[8]

Σε αυτό το πλαίσιο, δύναται να αναφέρουμε αρχικά, πως το κόμμα των Πρασίνων[9] εκπροσωπείται στο ανώτερο επίπεδο, με τους δύο συμπροέδρους[10] του να αναλαμβάνουν υπουργικά χαρτοφυλάκια, στο εγκάρσιο σημείο όπου διαφαίνεται πως η επιλογή των υπουργείων έλαβε χώρα προσεκτικά,[11] λαμβάνοντας υπόψιν τις αφηγήσεις τους και επίσης, το ό,τι ο Ευριπίδης Αντωνιάδης ορίζει ως «θεματολογία»[12] (agenda-setting). ‘Θεματολογία’ σχετική με το περιβάλλον και με την εξέλιξη της κλιματικής αλλαγής.

Όμως, τα συγκεκριμένα πολιτικά κόμματα, τα οποία και θα συν-απαρτίσουν την νέα, τρικομματική κυβέρνηση συνεργασίας,[13] δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των πολιτικών κομμάτων[14] που «είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους», ή, διαφορετικά ειπωμένο, των «συγγενών κομμάτων»,[15] για να παραπέμψουμε στην ανάλυση του Sartori, κάτι που αφορά πρωτίστως το κόμμα[16] των Πράσινων και το κόμμα των Φιλελεύθερων.

Αυτό όμως (ας μην ξεχνάμε το ό,τι μεταξύ Πράσινων και Σοσιαλδημοκρατών ενσκήπτουν κάποιες πολιτικές-προγραμματικές συγκλίσεις),[17] δεν σημαίνει[18] πως το συμμετέχων σε κυβέρνηση[19] μετά από χρόνια, κόμμα των Φιλελευθέρων του Κρίστιαν Λίντνερ, καθίσταται εν τοις πράγμασι και προτού ακόμη αναλάβει καθήκοντα η νέα κυβέρνηση ‘ξένο σώμα,’[20] στο βαθμό όπου, το κόμμα, αφενός μεν εξεδήλωσε εξ αρχής την προθυμία του να συμμετάσχει σε διαπραγματεύσεις με τα δύο συγκεκριμένα κόμματα, αίροντας και όχι απλά αμβλύνοντας, εσω-κομματικές αμφιβολίες, ακόμη και αν ο προνομιακός του κυβερνητικός εταίρος ιστορικά υπήρξε το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα,[21] και, αφετέρου δε, συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις και δη στις ανοιχτές διαπραγματεύσεις, καλή τη πίστει,[22] θέτοντας ζητήματα τα οποία άπτονται της δικής του πολιτικοϊδεολογικής σκευής, επιτυγχάνοντας να αναλάβει το υπουργείο Οικονομικών, με υπουργό τον επικεφαλής του.

Υπό αυτό το πρίσμα, θα σημειώσουμε πως, η συγκρότηση μίας κυβέρνησης συνασπισμού αυτού του τύπου, «μπορεί να είναι η κατάληξη των ιδεολογικο-πολιτικά ανοιχτών διαπραγματεύσεων μεταξύ κομμάτων, τα οποία, ελλείψει μιας κομματικής πλειοψηφίας που να έχει προκύψει απευθείας από τις εκλογές, συμφωνούν στη συνεργασία για τον σχηματισμό κυβέρνησης»,[23] σύμφωνα με την διατύπωση της Βασιλικής Γεωργιάδου, από την άλλη όμως, δεν εκ-λείπει η ουσιώδης διάσταση και της έστω και minimum πολιτικο-ιδεολογικής και προγραμματικής συμφωνίας, πάνω σε συγκεκριμένες προτεραιότητες και άξονες πολιτικής[24].

Ως εκ τούτου, η Γερμανική κυβέρνηση συνεργασίας μπορεί να είναι και απόρροια μίας «πολιτικο-κομματικής συναίνεσης»,[25] πάλι κατά την Βασιλική Γεωργιάδου, στο εγκάρσιο σημείο όπου ο σχηματισμός της βοηθήθηκε από την επιθυμία και των τριών δρώντων ο σχηματισμός της επόμενης κυβέρνησης (συνεργασίας) να αντανακλά με όσο το δυνατόν πιο αντιπροσωπευτικό τρόπο το εκλογικό αποτέλεσμα των εκλογών της 26ης Σεπτεμβρίου 2021.

Κάτι που θεωρούμε πως συνέβη, με το χρονικό διάστημα που απαιτήθηκε για την τελική συμφωνία μεταξύ των εκπροσώπων των τριών πολιτικών φορέων, να μην είναι ιδιαίτερο μεγάλο. Εξέλιξη που ίσως συνιστά δείγμα του ό,τι οι συζητήσεις εστίασα, στοχευμένα, σε θεματικές όπου ήσαν πιο πιθανό το ενδεχόμενο σύγκλισης και όχι απαραίτητα, πιο εύκολο.

Η σύγκλιση αποτυπώνεται και στον τίτλο του κυβερνητικού ‘συμφώνου’: «Ενωση για την ελευθερία, την ισότητα και τη βιωσιμότητα» τιτλοφορείται η συμφωνία συγκυβέρνησης που παρουσίασαν τα τρία κόμματα του γερμανικού κυβερνητικού συνασπισμού, ανακοινώνοντας επισήμως τον σχηματισμό της πρώτης κυβέρνησης «φωτεινού σηματοδότη» στην ιστορία της Γερμανίας. Ο επόμενος καγκελάριος, ο σοσιαλδημοκράτης Όλαφ Σολτς, υπενθύμισε ότι ο πρώτος φωτεινός σηματοδότης όλων των εποχών λειτούργησε στην Ποτσντάμερ Πλατς του Βερολίνου και αποτέλεσε σημείο καμπής, ενώ υπογράμμισε ότι το ίδιο σκοπεύει να αποτελέσει και η κυβέρνησή του».[26]

Ενέχει ενδιαφέρον η εκ του σύνεγγυς παρακολούθηση ενός τέτοιου κυβερνητικού σχήματος, το οποίο δοκιμάζεται για πρώτη φορά σε ομοσπονδιακό επίπεδο.[27] Για την πιο εύρυθμη λειτουργία του, είναι απαραίτητο να τεθούν σε λειτουργία εσωτερικές δικλείδες ασφαλείας οι οποίες, και θα στοχεύουν στην επίτευξη γόνιμων συνθέσεων, αλλά και θα εξομαλύνουν τις όποιες αντιθέσεις δύνανται να προκύψουν.



[1] Βλέπε σχετικά, ‘Γερμανία: Ο Σολτς στον δρόμο της μετά Μέρκελ εποχής,’ Διαδικτυακή έκδοση εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’ 25/11/2021,  www.kathimerini.gr/world/561601159/germania-o-solts-ston-dromo-tis-meta-merkel-epochis-2/    Σε πιο αναλυτική κατεύθυνση, κινείται το άρθρο του δημοσιογράφου Γιώργου Παππά στην εφημερίδα ‘Τα Νέα.’ Βλέπε σχετικά, Παππάς Γιώργος, ‘Πράσινος φως για τον «σηματοδότη» της Γερμανίας,’ Εφημερίδα ‘Τα Νέα,’ 25/11/2021, σελ. 40-41.

«Το 1924, θύμισε ο Σολτς, λειτούργησε ο πρώτος φωτεινός σηματοδότης στη Γερμανία για να ρυθμίζει την κυκλοφορία των αυτοκινήτων και όλοι αναρωτιούνταν τότε ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα. Σχεδόν 100 χρόνια αργότερα, συγκροτείται ο πρώτος πολιτικός «σηματοδότης» σε ομοσπονδιακό επίπεδο με την κοκκινοπρασινοκίτρινη κυβέρνηση του Σοσιαλδημοκράτη Σολτς που βάζει τέλος στη 16ηχρονη καγκελαρία της Μέρκελ».

[2] Οι, κατά την Βασιλική Γεωργιάδου, «πραγματικές μεταβλητές» που διευκόλυναν και την εμπλοκή σε διαπραγματεύσεις και την  επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των τριών κομμάτων, δύνανται να είναι οι εξής: Η πρώτη μεταβλητή αφορά, το γεγονός, πως υπήρξε κομματικό-πολιτικό σημείο αναφοράς. Και τι σημαίνει κάτι τέτοιο; Σημαίνει πως το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, που επικράτησε στις ομοσπονδιακές εκλογές, κατέστη, ως εκ του αποτελέσματος, το σημείο αναφοράς για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας, με τα δύο άλλα κόμματα (Πράσινοι και Φιλελεύθεροι), να στρέφονται προς αυτό, αρχικά για την εμπλοκή σε διαπραγματεύσεις, που την ίδια στιγμή, ήσαν και δια-κομματικές (μεταξύ των ενδιαφερόμενων κομμάτων), αλλά και εσω-κομματικές (μεταξύ των μελών των ενδιαφερόμενων κομμάτων), με την εξέλιξη αυτή να διευκολύνεται από έναν απρόσμενο παράγοντα, στον οποίο και δεν έχει δοθεί ιδιαίτερη έμφαση, αναλυτικά-θεωρητικά: Και λέγοντας κάτι τέτοιο, αναφερόμαστε στην στάση του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος, το απώλεσε τμήμα της πολιτικής-εκλογικής του επιρροής, εκεί όπου, το ίδιο, με την στάση που υιοθέτησε, όχι μόνο αναγνώρισε τις νέες συνθήκες που προέκυψαν, με βάση το εκλογικό αποτέλεσμα, αλλά, αναγνώρισε την κεντρική θέση του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος στο νέο κομματικό-πολιτικό σκηνικό, το ‘δικαίωμα’  (βλέπε την ρητορική του επικεφαλής του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος της Βαυαρίας, Μάρκους Ζέντερ), που απέκτησε, ως εκ του αποτελέσματος, να εμπλακεί, από κεντρική θέση, στη διαπραγματευτική διαδικασία για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας. Αυτή η στάση του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος, που προήλθε και ως απόρροια της άμεσης και χωρίς περιστροφές, συνειδητοποίησης της πολιτικής-εκλογικής ‘ζημίας’ που υπέστη το κόμμα, ωθώντας το, σχεδόν αντανακλαστικά, στο να υιοθετήσει, την επαύριον του εκλογικού αποτελέσματος, μία αμυντική στάση, ήτοι μία στάση αντιπολιτευόμενου κόμματος, συνέβαλλε στο να αμβλυνθούν αρχικά οι όποιες αμφιβολίες μπορεί να είχε κυρίως το κόμμα των Φιλελευθέρων (για την φερεγγυότητα και για τις πολιτικές θέσεις του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος), το οποίο και έσπευσε να συμμετάσχει πρόθυμα και ανοιχτά, στις διαπραγματεύσεις.  Η δεύτερη μεταβλητή, σχετίζεται εμπρόθετα με την εκ-πεφρασμένη κοινά, πρόθεση των τριών κομματικών-πολιτικών ‘παικτών’ να προσδιορίσουν και, σε ένα δεύτερο επίπεδο, να σημασιοδοτήσουν την δυνατότητα μετάβασης στη μετα-Μέρκελ εποχή, κάτι που θεώρησαν πως μπορεί να εκφρασθεί καλύτερα και πληρέστερα, μέσω της μη συμμετοχής του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος στην επόμενη κυβέρνηση. Υπό αυτό το πρίσμα, θα αναφέρουμε πως αυτή η ιδιαίτερη διάσταση αφορούσε κυρίως το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, μέλη του οποίου, θεώρησαν πως η στιγμή ήσαν κατάλληλη, όχι μόνο για να συμμετάσχουν σε μία κυβέρνησης συνεργασίας, αλλά, και για να ηγηθούν ενός κυβερνητικού συνασπισμού, δίχως την συμμετοχή αυτού που την τελευταία δεκαπενταετία, τη εξαιρέσει της τετραετίας 2009-2013 όπου και είχαμε την συγκρότηση κυβέρνησης συνασπισμού μεταξύ Χριστιανοδημοκρατών-Φιλελεύθερων, υπήρξε ο βασικός εταίρος του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος: Ήτοι, το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα. Η μεταβλητή αυτή  διευκόλυνε την εμπλοκή σε ένα διαπραγματευτικό-κομματικό ‘παίγνιο,’ προσδίδοντας τις επιπλέον δυναμική. Η τρίτη μεταβλητή τώρα, η οποία και συνέδραμε στην συμμετοχή στις διαπραγματεύσεις εκπροσώπων των τριών κομμάτων, έχει να κάνει με λόγους συγκυρίας, κάτι που σημαίνει πως, μετά την αποδοχή της όλης κατάστασης από το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα, τα τρία κόμματα ενεπλάκησαν σε συνομιλίες για τον σχηματισμό κυβέρνησης, λαμβάνοντας δραστικά υπόψιν την παράμετρο της πανδημικής κρίσης και της, εξαιτίας αυτής, «μεταβαλλόμενης συγκυρίας», για να στραφούμε στην ανάλυση του Σεραφείμ Σεφεριάδη, με διακύβευμα, την όσο το δυνατόν πιο γρήγορη συγκρότηση της κυβέρνησης, ιδίως από την στιγμή όπου έγινε αντιληπτό πως υπήρχαν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Τα τρία κόμματα, που επιθυμούσαν (και επιθυμούν) να σημασιοδοτήσουν τη μετάβαση σε μία νέα εποχή, έθεσαν την συμφωνία, αρχικά για την πραγματοποίηση των συζητήσεων, εντός του ευρύτερου πανδημικού περιβάλλοντος, στοχεύοντας στο να μη χάσουν πολύτιμο χρόνο, αποφεύγοντας έτσι και την παγίδα της ‘αδράνειας.’ Η τέταρτη μεταβλητή την οποία εντοπίζουμε, συνδέεται προσίδια με ό,τι οι G. Almond & S. Verba, αποκαλούν «συμμετοχική» (participatory), πολιτική κουλτούρα. Ως προς αυτό, θα τονισθεί το ό,τι η «συμμετοχική» πολιτική κουλτούρα, σχετική και με τις διαπραγματεύσεις, πολλώ δε μάλλον, με την συμμετοχή σε κυβερνητικά, συνεργατικά σχήματα, διαπερνά το Γερμανικό κομματικό-πολιτικό σύστημα, και ειδικότερα, σε ό,τι μας αφορά, και τα τρία κόμματα τα οποία και συμφώνησαν τελικά στο σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας. Και από αυτή η πολιτική κουλτούρα, επέδρασε και στο κόμμα των Πρασίνων, όντας ευδιάκριτη, όχι μόνο στο γεγονός της συμμετοχής σε δικομματική κυβέρνησης συνεργασίας με το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (1998-2005), όσο και στην πρόθεση εμπλοκής του σε διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης, χωρίς να τείνει σε έναν εκ των προτέρων αποκλεισμό κάποιου εκ των κύριων πολιτικών παικτών. Αν και αυτή την φορά, για τον λόγο που εκθέσαμε πιο πάνω (μετάβαση στην μετα-Μέρκελ εποχή), ενυπήρξε το στοιχείο της ‘επιλεκτικότητας’ όσον αφορά την προτίμηση σε πολιτικό κόμμα ή κόμματα. Η «συμμετοχική» πολιτική κουλτούρα δεν περιορίζεται με ‘στεγανά,’ αλλά,  αναπαράγεται και στο επίπεδο των ομόσπονδων ‘κρατών,’ αποκτώντας μία ευρύτερη δυναμική, όντας θεμελιωμένη σε μία ιδιαίτερη αντίληψη που προσλαμβάνει την διακυβέρνηση και την συμμετοχή σε αυτή με όρους συναινετικούς και όχι ως απλή υπόθεση αριθμητικών συσχετισμών. Και σε αυτό το σημείο, θα εισέλθουμε σε ένα βαθύτερο αναλυτικό επίπεδο, λέγοντας πως, η «συμμετοχική» πολιτική κουλτούρα για την οποία και έγινε λόγος, συναρθρώνεται με αυτό που ο Γερμανός ακαδημαϊκός Jurgen Habermas, ορίζει ως «συνταγματικό πατριωτισμό» (Verfassungspatriotismus). Έτσι, τα κυριότερα πολιτικά κόμματα της χώρας, θεωρούν την συμμετοχή τους σε κυβερνήσεις συνεργασίας («συμμετοχική» πολιτική κουλτούρα), ως, ακόμη και άτυπο συνταγματικό ‘καθήκον,’ ή αλλιώς, ως συνταγματική-πολιτική  ‘ευθύνη’ η οποία και ερείδεται σε μία αίσθηση ‘συνεισφοράς’ στη διαμόρφωση συνθηκών πολιτικής σταθερότητας. Η πέμπτη μεταβλητή θα μπορούσαμε να πούμε πως συνδέεται με την ύπαρξη «αντικειμενικών ευκαιριών», σύμφωνα με τους Mc Adam, Tarrow και Τilly. Κάτι που σημαίνεται πως κύρια τα πολιτικά κόμματα των Πρασίνων και των Φιλελεύθερων αντιλήφθηκαν το εκλογικό αποτέλεσμα και ειδικότερα την δική τους αύξηση της εκλογικής-πολιτικής επιρροής, ως ευκαιρία (έναυσμα), για να διεκδικήσουν την πρόσβαση τους στην κυβερνητική εξουσία με τους καλύτερους δυνατούς όρους. Ως εκ τούτου, μία τέτοια πρόσληψη της πολιτικής συγκυρίας με τους επι-γενόμενους όρους της ευκαιρίας, ώθησε προς την κατεύθυνση συμμετοχής σε διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης με το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, στο λεπτό και σύνθετο σημείο όπου αυτό θεωρήθηκε ως ‘πρόθυμο’ να διευκολύνει την πρόσβαση των δύο κομμάτων (οι Φιλελεύθεροι σε κανένα σημείο της όλης διαδικασίας, δεν επέδειξαν τάσεις φυγής),  στην εξουσία, ικανοποιώντας τις επιδιώξεις του, ή έστω, το μεγαλύτερο μέρος αυτών, στο βαθμό που το ίδιο το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, έτεινε χείρα φιλίας εξ αρχής σε Πράσινους και σε Φιλελεύθερους.  Η πολιτική ευκαιρία που προέκυψε, και λόγω των μεταβολών που επήλθαν (η εκλογική-πολιτική άνοδος του κόμματος των Φιλελευθέρων δεν πρέπει να παραγνωρισθεί, ακριβώς διότι, συνέβαλλε στη δημιουργία της πολιτικής ευκαιρίας, τροφοδοτούμενη, και όχι γραμμικά, από την μείωση της επιρροής του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος), επενδύθηκε με το «κατάλληλο αξιακό-συναισθηματικό φορτίο», όπως γράφει ο Σεραφείμ Σεφεριάδης. Και θα προσθέταμε, και με το κατάλληλο πολιτικό-προγραμματικό φορτίο. Αυτές οι πέντε μεταβλητές, μπορούν να ερμηνεύσουν πληρέστερα την επιδεικνυόμενη προθυμία συμμετοχής σε διαπραγματεύσεις, και ακόμη, τον ίδιο τον σχηματισμό κυβέρνησης, με τις συνομιλίες μεταξύ των διαφόρων εκπροσώπων, να εξελίσσονται ομαλά, δίχως εντάσεις και με διάθεση εμβάθυνσης, κάτι που απηχεί το καλό κλίμα που υπήρχε. Βλέπε σχετικά για τους τρίτους τύπους πολιτικής κουλτούρας που διακρίνουν οι Almond & Verba, Βall R. Alan, & Peters, B. Guy, ‘Σύγχρονη πολιτική και διακυβέρνηση. Εισαγωγή στην πολιτική επιστήμη,’ Εισαγωγή, Μετάφραση, Σχόλια: Λάβδας Κώστας, Εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα, 1975, σελ. 150. Για την έννοια της πολιτικής κουλτούρας γενικά, βλέπε σχετικά, Kavanagh, D., ‘Πολιτική κουλτούρα,’ Πρόλογος-Επιμέλεια: Δεμερτζής Νίκος, Εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα, 1991. Για την «απόδοση ευκαιριών» (ένα από τα ζητήματα είναι κατά πόσο ένα δρώντας αντιλαμβάνεται την ευκαιρία ως τέτοια και σπεύδει να την αξιοποιήσει, κάτι που συνέβη στη Γερμανία), βλέπε και, Mc Adam, D., Tarrow, S., & Tilly, Ch., ‘Dynamics of Contention, Cambridge University Press, Cambridge, 2001. Για μία ανάλυση της έννοιας των «πολιτικών ευκαιριών», ιδωμένη και με κριτική σκοπιά, βλέπε και, Σεφεριάδης Σεραφείμ, ‘Συγκρουσιακή πολιτική, συλλογική δράση, κοινωνικά κινήματα: Μια αποτύπωση,’ Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, Τεύχος 27, Μάιος, 2006, σελ. 15-16.

[3] Βλέπε σχετικά, ‘Γερμανία: Ο Σολτς στον δρόμο της μετά Μέρκελ εποχής…ό.π. Ρόλο κεντρώας φωνής διεκδικεί ο πρόεδρος του κόμματος των Φιλελευθέρων Κρίστιαν Λίντνερ, αποδίδοντας έμφαση στον προσδιορισμό της νεοσχηματισθείσας κυβέρνησης ως «κυβέρνησης του Κέντρου». Είναι σε αυτό το σημείο, όπου παρατηρούμε μία ρητορική περί Κέντρου, η οποία όμως, δεν νοηματοδοτεί το Κέντρο με χαρακτηριστικά χωροταξικά, δηλαδή απλής τοποθέτησης του στον μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς χώρο, αλλά, αντιθέτως, το νοηματοδοτεί με χαρακτηριστικά περισσότερο πολιτικά έως πολιτικά-προγραμματικά, επενδύοντας στην επίτευξη συγκλίσεων μεταξύ των τριών κομμάτων. Άρα, ήδη από τώρα, διαφαίνεται πως το κόμμα των Φιλελευθέρων, από την μία πλευρά, αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη συμμετοχή του σε μία τέτοιου τύπου κυβέρνηση (βλέπε και την πιο πάνω υποσημείωση και ιδίως το σκέλος που αφορά τον παράγοντα των «πολιτικών ευκαιριών»), και, από την άλλη, αρθρώνοντας, μέσω του αρχηγού του, έναν λόγο περί Κέντρου, θα ασκήσει πολιτική πίεση προς το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα, επιδιώκοντας να αυξήσει την πολιτική του ελκτικότητα (αλλά και την πολιτική του χρησιμότητα μέσω της συμμετοχής του στην κυβέρνηση συνεργασίας και στην διαδικασία λήψης αποφάσεων/ το κόμμα Φιλελευθέρων ως ‘χρήσιμο κόμμα’), με επίδικο το να διεισδύσει περαιτέρω και με καλύτερους όρους, στο σώμα εκλογέων του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος, ιδίως όσο το δεύτερο, θα καταπιάνεται με την διαδικασία εκλογής νέου αρχηγού, κάτι που εκ των πραγμάτων προσφέρει πολιτικό χρόνο στην νέα κυβέρνηση ώστε αυτή να κινηθεί πιο άνετα πολιτικά. «Είμαστε μια κυβέρνηση του Κέντρου που πηγαίνει τη χώρα μπροστά. Είμαστε συνασπισμός της σύνθεσης και όχι των αποκλεισμών», είπε ο πρόεδρος των Φιλελευθέρων, Κρίστιαν Λίντνερ».

[4] Η συμπρόεδρος του κόμματος των Πρασίνων, Αναλένα Μπέρμποκ, θα αναλάβει, κατά πως φαίνεται, το κρίσιμο, για την διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής της χώρας, υπουργείο των Εξωτερικών. Εξ αρχής, εξεδήλωσε το ενδιαφέρον της για την ανάληψη αυτού του υπουργείου, το οποίο η ίδια θεωρεί πως προσφέρει την δυνατότητα να αναπτύξει ευκρινέστερα και τις πολιτικές αντιλήψεις των Πρασίνων, σε θέματα τα οποία και άπτονται της δημοκρατίας και της σύγκρισης φιλελεύθερης δημοκρατίας, δυτικού τύπου και διαφόρων κρατικών αυταρχισμών, καθώς και τις θέσεις τους σχετικά με την ενδεδειγμένη εξωτερική πολιτική της χώρας. Κάποια σημεία που μπορούμε να διακρίνουμε, από τις μέχρι σήμερα, αφηγήσεις της ιδίας και των Πρασίνων, είναι τα εξής: Πρώτον,  έμφαση σε ζητήματα δημοκρατίας και δημοκρατικών αξιών, ίσως μάλιστα μεγαλύτερη από ό,τι η έμφαση που έχει προσδώσει σε αυτά τα ζητήματα η διακυβέρνηση Μπάιντεν στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (η «φιλελεύθερη» τάση» της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ).  Με αυτόν τον τρόπο, δύναται να επιδιωχθεί ένας προσεκτικός επαναπροσδιορισμός των διμερών σχέσεων της Γερμανίας με χώρες όπως η Τουρκία και η Ρωσία, με άξονα τα στοιχεία εκείνα που διαφοροποιούν μία φιλελεύθερη δημοκρατία όπως η Γερμανική, και μία δημοκρατική ‘πολιτεία’ όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, από χώρες όπως είναι οι παραπάνω, χωρίς όμως τίθεται ως κεντρικό ή αλλιώς, στρατηγικό διακύβευμα, η εφαρμογή μίας πολιτικής ρήξης, όπως πολύ εύστοχα τονίζει ο Παναγιώτης Ιωακειμίδης. Απεναντίας, θα τεθεί ως στόχο η επίτευξη συνεργειών όπου ενυπάρχουν δυνατότητες για κάτι τέτοιο (βλέπε τον ρόλο που διαδραματίζει η Τουρκία στη διαχείριση των προσφυγικών-μεταναστευτικών ροών από χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής), κάτι που συνιστά μία εκ των βασικότερων παρακαταθηκών της καγκελαρίου Μέρκελ, στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, με τους Πράσινους να μην επιθυμούν να την υπονομεύσουν δραστικά, συνυπολογίζοντας το βαθμό της ρευστότητας και της συνθετότητας του σημερινού διεθνο-πολιτικού γίγνεσθαι, έχοντας ως βασική αρχή την ‘συνεργασία για την επίλυση σύνθετων ζητημάτων,’ αντλώντας, για την διαμόρφωση αυτής της αρχής, από τον καταστατικό τους πυρήνα. Όμως, ήδη έχει προκύψει ένα σημείο τριβής, το οποίο και έχει να κάνει με το γεγονός πως οι Γερμανοί Πράσινοι δεν συμφώνησαν, ούτε με την κατασκευή, αλλά ούτε και με την θέσπιση σε λειτουργία του αγωγού μεταφοράς φυσικού αερίου Nord Stream II. Το ζήτημα αυτό δυνητικά μπορεί να αποτελέσει σημείο διαφωνίας (και καταλύτη ανάδειξης στην επιφάνεια των αντιθέσεων των τριών κομμάτων),   μεταξύ των κυβερνητικών εταίρων, από την στιγμή όπου οι Σοσιαλδημοκράτες είχαν παράσχει τη συναίνεση τους ως κυβερνητικός εταίρος κατά την διάρκεια της θητείας της προηγούμενης κυβέρνησης, με τον εντολοδόχο καγκελάριο Όλα Σολτς, να καλείται να το διαχειρισθεί εκ των ένδον. Δεύτερον, διατήρηση του φιλο-ευρωπαϊκού προσανατολισμού  της εξωτερικής πολιτικής της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (είναι σημαντικό να αξιοποιηθεί και από την επόμενη υπουργό Εξωτερικών της Γερμανίας, η συμβολή της Γερμανίας στην επίτευξη της κατάπαυσης του πυρός στη Λιβύη), εστίαση σε τομείς στους οποίους διαφαίνεται μεγαλύτερη πιθανότητα προώθησης της ευρωπαϊκής ενοποίησης, διατήρηση και ενίσχυση των διμερών σχέσεων, εντός όμως του ευρω-ενωσιακού πλαισίου, με χώρες όπως η Γαλλία και η Πολωνία, περαιτέρω ανοίγματα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, εκεί όπου ήδη διαφαίνονται οι προϋποθέσεις για την πραγμάτωση μίας στενότερης συνεργασίας, με την Αναλένα Μπέρμποκ στο τιμόνι, σε ζητήματα όπως η υπεράσπιση της δημοκρατίας και σε τομείς όπως η διαχείριση της κλιματικής αλλαγής. Τρίτον, η χάραξη μίας συνεκτικής και καθαυτό εξωστρεφούς περιβαλλοντικής πολιτικής, σε ένα σημείο όπου η Γερμανία, με μία ‘Πράσινη’ υπουργό Εξωτερικών, ίσως θέσει στο επίκεντρο το να καταστεί ‘ηγέτης’ στο ζήτημα της κλιματικής αλλαγής, της διαχείρισης και της αποτελεσματικής αντιμετώπισης της. Άρα, μεταβαίνουμε προς ένα σχήμα ‘μπολιάσματος’ των κατευθύνσεων της εξωτερικής πολιτικής της χώρας με ένα ευδιάκριτο φιλο-οικολογικό και ‘Πράσινο’ αποτύπωμα. Τέταρτον, άσκηση πολιτικής ήπιας ισχύος, ανάδειξη νέων προτύπων ενεργητικής διπλωματίας (τουριστική, πολιτιστική διπλωματία), αλλά και επιμονή σε μία λογική διαλόγου και συμμετοχής σε διαπραγματεύσεις, σε διμερές και πολυμερές πλαίσιο, λογική που αναπτύχθηκε εντόνως την τελευταία δεκαετία, αποτελώντας την σταθερά της Γερμανικής εξωτερικής πολιτικής. Επρόκειτο για μία ‘σταθερά’ την οποία, εάν επιδιώξουμε να την ‘θεωρητικοποιήσουμε,’ θα υπογραμμίσουμε πως σχετίζεται με τον πρώτο κανόνα του συστήματος ισορροπίας δυνάμεων του M. Kaplan: «Να ενεργείς με στόχο τη βελτίωση των ικανοτήτων σου, μα προτίμησε τη διαπραγμάτευση από τη σύγκρουση».  Όπως τονίζει χαρακτηριστικά ο Παναγιώτης Ιωακειμίδης, «η νέα ΥΠΕΞ θα επιχειρήσει να προσδώσει ηθικότερο περιεχόμενο (όσο τούτο είναι δυνατό) στην εξωτερική πολιτική,  με έμφαση στα ατομικά δικαιώματα, σεβασμό κράτους δικαίου και διεθνούς δικαίου, και ταυτόχρονα ένα περισσότερο φιλοευρωπαϊκό προσανατολισμό, με έμφαση στη βαθύτερη ενοποίηση σε πολλούς τομείς (άμυνα κ.λπ.). Στη λογική αυτή η Μπέρμποκ θα είναι πολύ περισσότερο «αυστηρή» με την Τουρκία και τον πρόεδρο Ερντογάν και για τις εσωτερικές πτυχές της πολιτικής του (συρρίκνωση δημοκρατίας, κ.λπ.) και για τις εξωτερικές (παραβίαση διεθνούς δικαίου, κ.α.). Αλλά δεν πρόκειται να υπάρξει θεαματική αλλαγή πολιτικής που να οδηγεί σε πλήρη ρήξη». Ενώ οι διαπιστώσεις του Παναγιώτη Ιωακειμίδη είναι κατά βάση ορθές, και ως προς την μη επιθυμία πλήρους ρήξης της νέας Γερμανικής κυβέρνησης με την Τουρκία, άποψη απλοϊκή και επιφανειακή που ήδη έχει αρχίσει να αναπαράγεται εν Ελλάδι (ας θυμηθούμε τις επίσης μηχανιστικές αντιλήψεις που εκτιμούσαν το ό,τι η νέα κυβέρνηση Μπάιντεν στις ΗΠΑ θα ταχθεί ανεπιφύλακτα υπέρ των ελληνικών θέσεων σε ό,τι έχει να κάνει με τις ελληνο-τουρκικές σχέσεις και τις διαφορές των δύο χωρών), παραβλέπεται το ό,τι η Γερμανία, και επί θητείας καγκελαρίου Μέρκελ, και την τελευταία τετραετία, ασκούσε κριτική στην αυταρχική στροφή που επεχείρησε ο πρόεδρος Ερντογάν στην Τουρκία, πράγμα που μας ωθεί να κάνουμε λόγο για την δυνατότητα μίας εμβάθυνσης σε αυτά τα ζητήματα από την Αναλένα Μπέρμποκ. Δεν διέκρινε δηλαδή, την στάση της Γερμανίας απέναντι στην Τουρκία, ένας ωμός ρεαλισμός, όπως αφήνει να εννοηθεί ο συγγραφέας του άρθρου. Βλέπε σχετικά, Kaplan, M., ‘System and process in International Politics,’ New York, Wiley, 1964, σελ. 21. Και, Ιωακειμίδης Παναγιώτης, ‘Κάτι θα αλλάξει για Τουρκία…΄, Εφημερίδα ‘Τα Νέα,’ 15/11/2021, σελ. 40.

[5] Βλέπε σχετικά, Δραμαλιώτη Παρασκευή, ‘Το Επιτελικό κράτος. Ρυθμιστική συνοχή και συντονισμός στο Κέντρο Διακυβέρνησης,’ Πρόλογος: Κοντιάδης Ξενοφών, Εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα, 2021, σελ. 162-163. Ας δούμε τι γράφει σχετικά η πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης: «Σύμφωνα με τα όσα ορίζει το άρθρο 81 παρ. 1 του Συντάγματος, το Υπουργικό Συμβούλιο αποτελείται από τον Πρωθυπουργό και τους Υπουργούς, στους οποίους περιλαμβάνονται οι αναπληρωτές και οι Υπουργοί Επικρατείας. Οι αντιπρόεδροι της Κυβέρνησης είναι μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου και όταν απαλλάσσονται από τα καθήκοντα Υπουργού, σύμφωνα με το άρθρο 40 παρ. 4 (σχετ. άρθρο παρ. 1 ν. 1558/1985, άρθρο 79 παρ. 1 ν. 1943/1991). Σημειώνεται ότι οι Υφυπουργοί δεν αποτελούν μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου. Ο Πρωθυπουργός δεν μπορεί να προσκαλέσει Υφυπουργούς να συμμετάσχουν σε συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου χωρίς δικαίωμα ψήφου. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του ΠΔ 63/2005, οι αρμοδιότητες του Υπουργικού Συμβουλίου συνοψίζονται στα εξής: α) Καθορίζει και κατευθύνει, κατά το άρθρο 82 παρ. 1 του Συντάγματος, τη γενική πολιτική της χώρας σύμφωνα με τους ορισμούς του Συντάγματος και των νόμων. Β) Αποφασίζει για πολιτικά θέματα γενικότερης σημασίας. γ) Αποφασίζει για κάθε θέμα αρμοδιότητας συλλογικών κυβερνητικών οργάνων ή για κάθε θέμα αρμοδιότητας ενός ή περισσότερων υπουργών που παραπέμπει σε αυτό ο Πρωθυπουργός. Οι σχετικές αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου υποκαθιστούν τις αποφάσεις των αρμόδιων οργάνων. δ) Ασκεί κάθε άλλη αρμοδιότητα που προβλέπει το Σύνταγμα και οι νόμοι». Σύμφωνα με όσα ορίζει το Σύνταγμα, οι υφυπουργοί διαθέτουν και έναν οιονεί υπηρεσιακό ρόλο.

[6] Πιάνοντας το νήμα από την υποσημείωση νούμερο ‘4,’ όπου και αναφερθήκαμε στην ανάληψη του υπουργείου Εξωτερικών από την Αναλένα Μπέρμποκ, θα μπορούσαμε να πούμε πως, όσον αφορά και την θέση της Γερμανίας εντός του πολιτικο-στρατιωτικού συνασπισμού του ΝΑΤΟ, είναι πιθανό να ακολουθηθεί το, κατά τον Keohane, μοντέλο του «θεσμικού φιλελευθερισμού», το οποίο προβλέπει την «παροχή μιας ροής πληροφοριών», απαραίτητων για την προώθηση περαιτέρω συνεργασίας, την εμπλοκή της Γερμανίας σε ενδεχόμενες επιχειρήσεις, και την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των νέων και ‘υβριδικών’ απειλών ασφαλείας που ανακύπτουν. Το κριτήριο στο οποίο μπορεί να δοθεί έμφαση, είναι ακριβώς το κριτήριο της συνεργασίας και της ενίσχυσης του επιπέδου συνεργασίας μεταξύ των χωρών-μελών, με θέα και τις εξελίξεις στην Ανατολική Ευρώπη. Κατά την διάρκεια της προηγούμενης συγκυβέρνησης Σοσιαλδημοκρατών-Πρασίνων, ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ‘Πράσινος’ Γιόσκα Φίσερ, δεν εξέφρασε αντιρρήσεις στην αποστολή Γερμανικών στρατευμάτων στο Αφγανιστάν, εμβαπτίζοντας αυτή την απόφαση του στα νάματα του πραγματισμού. Βλέπε σχετικά, Keohane, R. O., ‘International Institutions and State power: Essays in International relations theory,’ Boulder, Westview Press, 1989a, σελ. 2.

[7] Ο Ρόμπερτ Χάμπεκ, προαλείφεται και για την θέση του αντικαγκελάριου, θέση που κατείχε στην προηγούμενη κυβέρνηση Χριστιανοδημοκρατών-Σοσιαλδημοκρατών ο Όλαφ Σολτς, διατηρώντας παράλληλα την θέση του υπουργού Οικονομικών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο συμπρόεδρος του κόμματος των Πρασίνων, διεκδικεί έναν οιονεί αναβαθμισμένο πολιτικό ρόλο στη νέα κυβέρνηση, εξέλιξη που συνιστά ένδειξη του κόμματος του να εμπλακεί πιο ενεργά στη διαδικασία χάραξης πολιτικής, καθώς και στη διαδικασία λήψης κυβερνητικών αποφάσεων, κύρια σε πεδία όπου το ενδιαφέρουν ιδιαίτερα, όπως η κλιματική αλλαγή και η οικονομική πολιτική. Συγκρότηση υπερ-υπουργείων, έχουμε και στο ελληνικό κυβερνητικό υπόδειγμα (βλέπε την σειρά υπερ-υπουργείων που συγκροτήθηκαν επί συγκυβέρνησης Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς-Ανεξαρτήτων Ελλήνων),  ιδίως την τελευταία δεκαετίας της βαθιάς πολιτικής και κοινωνικοοικονομικής κρίσης, με την διεργασία αυτή να απηχεί, αφενός με την σημασία που αποδίδεται, από πλευράς κάποιου κυβερνώντος κόμματος, σε κάποιον τομέα, και, από την άλλη, να προσιδιάζει προς την κατεύθυνση αντανάκλασης της επιδίωξης διαμόρφωσης ενός πιο ευέλικτου και λειτουργικού (και όχι απαραίτητα μικρότερου) κυβερνητικού σχήματος, διαμέσου της συνένωσης και όχι της κατάργησης υπουργικών χαρτοφυλακίων. Αν και δεν απουσιάζουν τα προβλήματα από την θέσπιση και λειτουργεία υπερ-υπουργείων.  Ουσιαστικά εδώ, με την επιλογή Χάμπεκ και για την θέση του αντικαγκελάριου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το κόμμα των Πρασίνων, αναγνωρίζεται ως ο δεύτερος, βασικός κυβερνητικός εταίρος μετά το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, αποκτώντας παράλληλα την δυνατότητα  της ενασχόλησης με την μετάβαση σε ένα διαφορετικό και φιλο-οικολογικό παραγωγικό μοντέλο, αξιοποιώντας, για κάτι τέτοιο, την τριβή του με το περιβάλλον.  Και η δυνατότητα μετάβαση σε ένα τέτοιου τύπου μοντέλο, καθίσταται, όπως δείχνει και η πρόθεση συγκρότησης ενός υπερ-υπουργείου το οποίο και θα αναλάβει ‘Πράσινο’ πολιτικό στέλεχος, μία εκ των βασικών προτεραιοτήτων της νέας τρικομματικής κυβέρνησης συνεργασίας. Σε αυτή την περίπτωση, εν τω μέσω των συζητήσεων, καλλιεργήθηκε το έδαφος ώστε η κλιματική αλλαγή, ή αλλιώς, η εξελισσόμενη κλιματική αλλαγή και στη Γερμανία, να προσδιορισθεί ως «κοινωνικό πρόβλημα», για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία των Hilgartner & Bosk, και από τους τρεις εν δυνάμει κυβερνητικούς εταίρους, παρά τις επιμέρους διαφορετικές προσεγγίσεις τους επί του θέματος. Βλέπε σχετικά, Hilgartner, S, & Bosk, C., ‘The Rise and Fall of Social Problems: A Public Arenas Model», American Journal of Sociology,’  Τόμος 94, Τεύχος 1, 1988, σ. 53-78.

[8] Βλέπε σχετικά, ‘Γερμανία: Ο Σολτς στον δρόμο της μετά Μέρκελ εποχής…ό.π.

[9] Η πρόθεση συμμετοχής του κόμματος των Πρασίνων σε ένα συμμαχικό κυβερνητικό σχήμα, ωθήθηκε και από την επικαιρότητα (βλέπε την εξέλιξη της κλιματικής αλλαγής), με τους Πράσινους να μην υιοθετούν τον ρόλο του «πολιτικά αποστασιοποιημένου υποστηρικτή», κατά τους Στέλιο Αλεξανδρόπουλο, Ιωσήφ Μποτετζάγια, Νίκο Σερντεδάκι, μένοντας εκτός κυβερνητικού σχήματος, αλλά, εκφράζοντας την επιθυμία να συμμετάσχουν σε ένα κυβερνητικό σχήμα σε ομοσπονδιακό επίπεδο, συμβάλλοντας έτσι στη συν-διαμόρφωση πολιτικών με περιβαλλοντικό πρόσημο.  Η κατανομή ρόλων και αρμοδιοτήτων ανάμεσα στα τρία κόμματα, δείχνει κύρια πως το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα  υπήρξε δεκτικό, συνθετικό  και κάτι παραπάνω από πρόθυμο να συζητήσει τις επιθυμίες των εκπροσώπων των άλλων δύο κομμάτων, μη υπονομεύοντας το ίδιο την όλη διαπραγματευτική διαδικασία. Βλέπε σχετικά, Αλεξανδρόπουλος Στέλιος, Μποτετζάγιας Ιωσήφ, Σερντεδάκις Νίκος, ‘Το ελληνικό περιβαλλοντικό κίνημα: Από τη γένεση στην ενσωμάτωση του,’ Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, Τεύχος 30, Νοέμβριος 2007, σελ. 20.

[10] Για τους όρους συγκρότησης κοινωνικών κινημάτων περιβαλλοντικού τύπου στην Ελλάδα, βλέπε σχετικά, Kousis, M., ‘Local environmental protest in Greece, 1974-1984: exploring the political dimension, Environmental politics, 16, 5, 2007. Και, Pridham G, Verney S., & Konstandakopoulos, D., ‘Environmental Politics in Greece: Evolution, Structures and Process», Environmental Politics, Τόμος 4, Τεύχος  2,1995. Μία σύνοψη των συλλογικών, περιβαλλοντικών δράσεων εν Ελλάδα, την περίοδο της Μεταπολίτευσης, της πολυεπίπεδης σχέσης αυτών των συλλογικών δράσεων με την οιονεί πολιτική σφαίρα, από την οποία και δεν εξαιρούνται τα πολιτικά κόμματα, προσφέρουν οι Στέλιος Αλεξανδρόπουλος, Ιωσήφ Μποτετζάγιας και Νίκος Σερντεδάκις στο πιο πάνω αναφερθέν επιστημονικό άρθρο, χρήσιμο και για το λόγο ό,τι οι συγγραφείς του προβαίνουν σε μία εντός κειμένου επισκόπηση της διαθέσιμης, περί εγχώριας περιβαλλοντικής δράσης, βιβλιογραφίας. Βέβαια, αξίζει να σημειωθεί πως θα βοηθούσε τον ενδιαφερόμενο αναγνώστη μία αριθμητική ταξινόμηση της διαθέσιμης βιβλιογραφίας στο τέλος του κειμένου, κάτι που στην περίπτωση τους εκ-λείπει. Για τις προϋποθέσεις δημιουργίας της λεγόμενης «πολιτικής οικολογίας» την περίοδο της Μεταπολίτευσης (δεκαετίες 1970-1980), βλέπε και, Λουλούδης, Λ., ‘«Κοινωνικές διεκδικήσεις: Από την προστασία του περιβάλλοντος στην πολιτική οικολογία,’ στο: Ορφανίδης, Χ., (επιμ.), ‘Το οικολογικό κίνημα στην Ελλάδα,’ Εκδόσεις Μετά τη Βροχή, Αθήνα, 1987.

[11] Στο εγχώριο οικολογικό υπόδειγμα, όπως αυτό δομήθηκε την περίοδο της Μεταπολίτευσης, με σχετικά ευδιάκριτο το κινηματικό του ίχνος, και μάλιστα, τοπικά εστιασμένο (το ελληνικό οικολογικό κίνημα συντίθεται από μία σειρά συλλογικό δράσεων), με τα παραρτήματα μη κυβερνητικών οργανισμών όπως η WWF και η Greenpeace, να κερδίζουν και να απολαμβάνουν δημοσιότητα και μία κοινωνική νομιμοποίηση, αν κα κάτι τέτοιο δεν μεταφράσθηκε σε μία ‘έκρηξη’ του ενδιαφέροντος για περιβαλλοντικά θέματα, ενυπήρξε ένα σταδιακά διαμορφούμενο χάσμα μεταξύ της κοινωνικής απήχησης οργανισμών όπως οι παραπάνω (Greenpeace), και της πολιτικής επιρροής κομμάτων που αναφέρονταν στον περιβαλλοντικό-οικολογικό χώρο, χάσμα το οποίο, ναι μεν αμβλύνθηκε με την πάροδο των ετών, αλλά δεν ήρθη με τρόπο ώστε να επέλθει μία σχετική εξισορρόπηση. Και σχετικά με την πολιτική επιρροή των οικολογικών κυμάτων, ενσκήπτει το εξής παράδοξο: Ενώ έχουν καταφέρει να μην προκαλούν ή αλλιώς, να μην ενεργοποιούν αρνητικά ανακλαστικά, όταν γίνεται αναφορά στις δράσεις τους, εν τούτοις, δεν έχουν επιτύχει μέχρι στιγμής να πείσουν μερίδες των ψηφοφόρων, ό,τι η ψήφος σε ένα οικολογικό κόμμα, είναι μία χρήσιμη ψήφος. Και σε αυτό δεν βοήθησε και η πρόσφατη παρουσία των Οικολόγων Πράσινων στη συγκυβέρνηση Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς-Ανεξαρτήτων Ελλήνων. Στη Γερμανία, και μετά από την επανένωση των αρχών της δεκαετίας του 1990, ένα τέτοιο χάσμα ουσιαστικά εξέλιπε, με το κόμμα των Πρασίνων να αποκτά κοινωνική, πολιτική και εκλογική επιρροή και εκπροσώπηση, αναπτύσσοντας μία φιλο-περιβαλλοντική ατζέντα και παρέχοντας συνδρομή και υποστήριξη σε τοπικές, κινηματικές δράσεις, με το ίδιο το κόμμα να καθίσταται εκ των πραγμάτων σε σημείο αναφοράς, με το σημείο τομής που κατέδειξε ή αλλιώς έπεισε ευρύτερα τμήματα ατόμων-ψηφοφόρων περί της χρησιμότητας και της αξιοπιστίας του, να είναι το 2011, όταν η τότε καγκελάριος Μέρκελ, ως επικεφαλής συμμαχικής κυβέρνησης, ανακοίνωσε το κλείσιμο των πυρηνικών εργοστασίων της χώρας, σε βάθος χρόνου, παρακινούμενη από το ατύχημα στον αντιδραστήρα του πυρηνικού εργοστασίου στη Φουκουσίμα, μετά από τον σεισμό και το τσουνάμι στην Ιαπωνία. Διακρίνουμε δύο αλληλο-συνδεόμενες παραμέτρους εδώ: Η πρώτη παράμετρος έγκειται στην «θεσμική αναβάθμιση» του Γερμανικού «περιβαλλοντισμού»,  για να παραφράσουμε τους Αλεξανδρόπουλο, Μποτετζάγια και Σερντεδάκι, αναβάθμιση που προήλθε ως απόρροια της περιβαλλοντικής στροφής Μέρκελ και της απόδειξης του ό,τι το Γερμανικό οικολογικό κίνημα και ειδικότερα το κόμμα των Πρασίνων έθετε τέτοια ζητήματα για χρόνια, με αποτέλεσμα την αναγνώριση σε αυτό ενός είδους πολιτικής επάρκειας και προνοητικότητας (το ‘κόμμα ασχολείται με ζητήματα στα οποία τα mainstream πολιτικά κόμματα δεν έδιδαν ιδιαίτερη σημασία’),  ενώ η δεύτερη παράμετρος, συσχετίζεται με την διαμόρφωση των προϋποθέσεων και για την αύξηση του ενδιαφέροντος για τις θέσεις και τις αφηγήσεις του, και, σε ένα δεύτερο επίπεδο, και για την ενίσχυση της εκλογικής του επιρροής. Ουσιαστικά τώρα, βοηθούσης και της κλιματικής αλλαγής, των κινηματικών δράσεων που έχουν αναπτυχθεί στη Γερμανία και αλλού, το κόμμα των Πρασίνων δρέπει τους καρπούς των προσπαθειών του. Βλέπε σχετικά, Αλεξανδρόπουλος Στέλιος, Μποτετζάγιας Ιωσήφ, Σερντεδάκις Νίκος, ‘Το ελληνικό περιβαλλοντικό κίνημα: Από τη γένεση στην ενσωμάτωση του…ό.π., σελ. 26.

[12] Βλέπε σχετικά, Αντωνιάδης Ευριπίδης, ‘Η σύνοδος στο Κραν Μοντανά (28-06-07.07.17) για το Κυπριακό πρόβλημα και ο Ελληνοκυπριακός τύπος: Οι θέσεις των Κυπριακών εφημερίδων Αλήθεια, Πολίτης και Χαραυγή,’ στο: Αντωνιάδης Ευριπίδης, (επιμ.), ‘Ιστορία, Κοινωνία, Πολιτική & Μέσα Επικοινωνίας. Ενημέρωση και Δημοκρατία,’ Β’ Επιστημονικό Συμπόσιο Πισσουρίου, Κύπρος, Εκδόσεις Επιφανίου Κ., Λευκωσία, 2020, σελ. 269.

[13] Η νέα Γερμανική κυβέρνηση συνεργασίας, συνιστά μία «πολυκομματική κυβέρνησης ευρείας πλειοψηφίας (oversized cabinet), υπερβαίνοντας κατά πολύ και άνετα το τιθέμενο όριο των 300 εδρών στην Ομοσπονδιακή Βουλή για την απόσπαση πλειοψηφίας, με τα τρία κόμματα, αθροιστικά, να αριθμούν 416 έδρες, επί συνόλου 598 εδρών. Για τις «πολυκομματικές κυβερνήσεις ευρείας πλειοψηφίας», βλέπε και, Γεωργιάδου Βασιλική, ‘Η Άκρα Δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης. Δανία, Νορβηγία, Ολλανδία, Ελβετία, Αυστρία, Γερμανία,’ Εκδόσεις Καστανιώτης, Αθήνα, 2008, σελ. 196. Για το ίδιο θέμα, βλέπε και, Strom, K., ‘Democracy, accountability, and coalition bargaining. The 1966 Stein Rokkan Lecture,’ European Journal of political research, Τόμος 31, 1-2, σελ. 47-62. Άλλως πως, δεν έχουμε να κάνουμε με την συμφωνία σχηματισμού κυβέρνησης που εμπίπτει στην κατηγορία της minimal winning coalition του W. Riker, ήτοι της «ελάχιστης νικηφόρας συμμαχίας», εκεί όπου, οι «κυβερνητικοί συνασπισμοί συνήθως συγκροτούνται με συμμετοχή τόσων κομμάτων, όσων είναι αναγκαία για το σχηματισμό της ελάχιστης απαιτούμενης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας», καθώς αυτή επιτεύχθηκε άνετα, κάτι που μας ωθεί να θέσουμε στο προσκήνιο, τα πολιτικοϊδεολογικά χαρακτηριστικά και τις συγκλίσεις που επιτεύχθηκαν μεταξύ των κομμάτων τα οποία επεδίωξαν την διαμόρφωση μίας κυβέρνησης ευρείας πλειοψηφίας, με Σοσιαλδημοκράτες και Πράσινους να μην αποκλείουν από τις συνομιλίες τους Φιλελεύθερους, παρά το ό,τι θα μπορούσαν να σχηματίσουν κυβέρνηση και δίχως την συμμετοχή τους. Εάν συνεχίσουμε την ανάλυση μας, με όρους «θεωρίας των κυβερνητικών συμμαχιών», σύμφωνα με την ανάλυση του Θανάση Διαμαντόπουλου, τότε θα λέγαμε πως η κυβερνητική συμμαχία, μπορεί να ενταχθεί, υπό προϋποθέσεις, στο σχήμα της «ελάχιστης ιδεολογικά συνεχούς νικηφόρας συμμαχίας» του Axelrold, υπό την έννοια πως σε αυτή την επιτευχθείσα συμφωνία, διαθέτουμε ένα κόμμα (Σοσιαλδημοκρατικό), που δύναται να «λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στους δύο ακραίους εταίρους του κυβερνητικού συνασπισμού». Και κάνοντας λόγο για «ακραίους εταίρους», εννοούμε το ό,τι το κόμμα των Πρασίνων και το αντίστοιχο των Φιλελεύθερων έχουν πολιτικοϊδεολογικές διαφορές, με το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, να είναι επιφορτισμένο με την άμβλυνση τους, σε περίπτωση που ανακύψουν με ένταση στην επιφάνεια, απειλώντας την συνοχή και την ευστάθεια του κυβερνητικού συνασπισμού. Βλέπε και, Axelrod, ‘Conflict of Interest,’ Εκδόσεις Markham, Chicago, 1973, σελ. 168. Και, Διαμαντόπουλος Θανάσης, ‘Το κομματικό φαινόμενο: Μορφές, συστήματα, οικογένειες κομμάτων,’ Εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα, 1993, σελ. 305-306.

[14] Συγκροτημένες και οργανωμένες διαπραγματεύσεις, στα καθ’ ημάς, έλαβαν χώρα, μετά τις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου του 2012, όταν τρία πολιτικά κόμματα (Νέα Δημοκρατία, Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα, Δημοκρατική Αριστερά), ενεπλάκησαν σε αυτές, καταλήγοντας σε συμφωνία για τον σχηματισμό κυβέρνησης επί τη βάσει ενός κοινού, πολιτικού παρονομαστή, ο οποίος και είχε σχέση με την δυνατότητα επαναδιαπραγμάτευσης της ακολουθούμενης μνημονιακής πολιτικής. Αν επιδιώξουμε, θεωρητικώ τω τρόπω, να την εντάξουμε σε κάποιο σχήμα περί κυβερνητικών συμμαχιών, αυτό θα ήταν το σχήμα της «επωφελέστερης ελάχιστης νικηφόρας συμμαχίας» (cheapest minimal winning coalition), του W. Gamson. Σε αυτή την περίπτωση, «τα ισχυρότερα μετέχοντα κόμματα έχουν την τάση να επιλέγουν τους ασθενέστερους από τους δυνατούς κυβερνητικούς εταίρους για το σχηματισμό οριακής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, ώστε τα ίδια να έχουν τον πρώτο λόγο στις βασικές κυβερνητικές επιλογές». Αν και η κοινοβουλευτική πλειοψηφία που συγκροτήθηκε μόνο οριακή δεν ήσαν, καθώς συμπεριλάμβανε 179 βουλευτές. Σε αυτή την κυβέρνηση, ο «ασθενέστερος κυβερνητικός εταίρος», ήταν η Δημοκρατική Αριστερά, η αποχώρηση της οποίας από την κυβέρνηση, με αφορμή την τότε κυβερνητική απόφαση για το κλείσιμο της Ελληνικής Ραδιοφωνίας-Τηλεόρασης (ΕΡΤ), συνιστά δείγμα του ό,τι, και δεν διέθετε ισχυρό λόγο στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων (εντός της κυβέρνησης συνεργασίας, ενέσκηψε, «δομική ανισομέρεια»), λόγο που είχαν οι άλλοι δύο εταίροι, καθότι διαφωνούσε με την συγκεκριμένη επιλογή, και δεν κατάφερε να λειτουργήσει ως δρώντας που μπορεί, μέσω συγκεκριμένων εργαλείων, να πείσει τους άλλους δύο κυβερνητικούς εταίρους για το άτοπο της επιλογής κλεισίματος της ΕΡΤ. Οπότε, άμεσα και ‘βίαια,’ εξέλιπε η χρησιμότητα της, φανερώνοντας το ό,τι η απόφαση της Δημοκρατικής Αριστεράς να αποχωρήσει από την κυβέρνηση συνεργασίας, συνεπεία της απόφασης κλεισίματος της ΕΡΤ, ήταν η αφορμή, με την βαθύτερη αιτία να είναι η συνειδητοποίηση του ό,τι δεν υπάρχουν πολλές δυνατότητες για μία συνολική επαναδιαπραγμάτευση των μνημονιακών όρων, με την κυβέρνηση αυτή να έχει χαμηλό βαθμό πολιτικοϊδεολογικής συνοχής και επικοινωνίας (πράγμα καθ’ αυτό σημαντικό για μία τέτοια κυβέρνηση) μεταξύ των μελών της. Τμήμα της οργανωμένης βάσης της Δημοκρατικής Αριστεράς, αντιμετώπιζε με (αριστερόστροφη) δυσπιστία τα δύο παραδοσιακά κόμματα εξουσίας (Ν.Δ. & ΠΑΣΟΚ), δυσπιστία που δυσκολεύονταν να αποδεχθεί την σκοπιμότητα της συγκυβέρνησης με εκείνα τα πολιτικά κόμματα στα οποία ασκούνταν έντονη κριτική τα προηγούμενα χρόνια (κουλτούρα αμφισβήτησης του δικομματισμού),  ασκώντας με τον τρόπο της πιέσεις στην ηγεσία του κόμματος ώστε αυτή να αναθεωρήσει την στάση της ως προς την συμμετοχή της στην κυβέρνηση. Βλέπε σχετικά, Gamson, W., ‘A theory of coalition formation,’ American Sociological Review, 1961, σελ. 371. Και,   Γεωργιάδου Βασιλική, ‘Η Άκρα Δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης. Δανία, Νορβηγία, Ολλανδία, Ελβετία, Αυστρία, Γερμανία…ό.π., σελ. 213. Η τρικομματική κυβέρνηση συνεργασίας Νέας Δημοκρατίας, ΠΑΣΟΚ και Δημοκρατικής Αριστεράς, δεν απέκτησε ιδιαίτερη δυναμική και κοινό βηματισμό, παραμένοντας χαμηλών προσδοκιών.

[15] Βλέπε σχετικά, Sartori, Giovanni, ‘Συγκριτική συνταγματική μηχανική. Μια διερεύνηση των δομών, των κινήτρων και των αποτελεσμάτων,’ Επιμέλεια: Πελαγίδης Θ., Μετάφραση: Πλυτά, Τ., Εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα, 2007, σελ. 69.

[16] Τον σχηματισμό τρικομματικής κυβέρνησης συνεργασίας εντοπίζουμε τα προηγούμενα χρόνια στην Πορτογαλία, μεταξύ του εκεί Σοσιαλιστικού κόμματος, του Κομμουνιστικού κόμματος και του Μπλόκου της Αριστεράς, με την κυβέρνηση αυτή να εγγράφει ένα έντονο Σοσιαλδημοκρατικό-Αριστερό πρόσημο, συναρθρώνοντας την, κατά τον Γερμανό πολιτειολόγο Klaus Von Beyme, αρχή της «ευθύνης» που προκρίνει την συμμετοχή σε κυβερνητικά σχήματα και την επίτευξη κομματικο-πολιτικών συναινέσεων ως βασική προϋπόθεση για την γρηγορότερη έξοδο της Πορτογαλίας από την κρίση (αυτό το κριτήριο δεν απέκτησε ιδιαίτερη ισχύ στην Ελλάδα, κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας μεταξύ Νέας Δημοκρατίας, ΠΑΣΟΚ και Δημοκρατικής Αριστεράς), και την αρχή του «κέντρου βάρους», με το Σοσιαλιστικό κόμμα να διαθέτει τέτοια χαρακτηριστικά, όπως και στην Γερμανική περίπτωση το Σοσιαλδημοκρατικό, επιχειρώντας όμως προσεκτικά βήματα ως προς την επίτευξη συναινέσεων σε επιμέρους θέματα, ακριβώς διότι, τα άλλα δύο κόμματα και δεν διέθεταν κουλτούρα συμμετοχής σε κυβερνήσεις συνεργασίας, με ό,τι σημαίνει αυτό για την διαχείριση των αντιθέσεων, και αντλούσαν (και αντλούν) από μία πολιτική παράδοση αμφισβητησιακή που μπορεί τάχιστα να μεγεθύνει την αξία κάποιου θέματος ήσσονος σημασίας, προκαλώντας προβλήματα στην εν συνόλω κυβερνητική λειτουργία. Βλέπε σχετικά, Von Beyme, Klaus, ‘Die parlamentarischen regierunsysteme in Europa,’ Piper, München, 1970, σελ. 501-502.

[17] Κάποιες παρατηρούμενες συγκλίσεις μεταξύ Πρασίνων και Σοσιαλδημοκρατών, έχουν επέλθει τα τελευταία χρόνια, ως απόρροια και του αυξανόμενου ενδιαφέροντος των Σοσιαλδημοκρατών για περιβαλλοντικά θέματα, με τα τελευταία μάλιστα να συνδέονται με θέματα δια-γενεακής αλληλεγγύης και κοινωνικής δικαιοσύνης, και του εμπλουτισμού της ατζέντας των Πρασίνων με θέματα κοινωνικού κράτους και κοινωνικής πολιτικής (παραδοσιακή Σοσιαλδημοκρατική ατζέντα), φιλελεύθερης δημοκρατίας (αυτό είναι ένα σημείο σύγκλισης και με το κόμμα των Φιλελευθέρων), και επίσης, ενός ιδιαίτερου ‘δικαιωματισμού.’ Ριζοσπαστικά οικολογικά κόμματα, τροφοδοτούνται, και σήμερα, από την διαιρετική τομή Αριστεράς-Δεξιάς, συγκροτώντας ένα αριστερόστροφο πολιτικό λόγο, και διαμορφώνοντας τις κατάλληλες απευθύνσεις. Όμως, το Γερμανικό κόμμα των Πρασίνων, έχει ήδη υπερβεί αυτό το στάδιο, εάν λάβουμε υπόψιν την ιστορική διαδικασία μετεξέλιξης του. Με την πάροδο των ετών, δεν έχει μείνει το ίδιο, όντας ‘ζωντανός’ και εν κινήσει κομματικός-πολιτικός οργανισμός. Κάνουμε την υπόθεση εργασίας, υποστηρίζοντας πως για σημαντικό τμήμα της οργανωμένης βάσης των Σοσιαλδημοκρατών (η ιστορική εξέλιξη του οποίου, ανά περιόδους, επέδρασε και σε αρκετά ομόλογα, Σοσιαλιστικά-Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα), οι Πράσινοι λογίζονται και ως συγγενές κόμμα αλλά και ως προτιμητέος κυβερνητικός εταίρος, από την στιγμή ιδίως όπου η συζήτηση για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού τέθηκε σε νέα βάση, με το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα σε θέση κυρίαρχου. Το ίδιο ισχύει και για τμήμα της οργανωμένης βάσης των Πρασίνων.

[18] Συνεχίζοντας να κινούμαστε σε ένα ευρύτερο πολιτικο-ιστορικό πλαίσιο, θα προσθέσουμε πως μία  κυβέρνηση συνεργασίας σχηματίσθηκε και στην Ισπανία, μεταξύ του Σοσιαλιστικού κόμματος, των  Podemos (εδώ συμπεριλαμβάνουμε και το Κομμουνιστικό κόμμα Ισπανίας), κομμάτων διαφόρων περιοχών. Η κυβέρνηση αυτή αποτελεί κλασικό υπόδειγμα μίας «πολυκομματικής κυβέρνησης μειοψηφίας» (minority cabinet), με ένα επίσης χαρακτηριστικό της στοιχείο να είναι πως εδράζεται πάνω σε μία «ενίσχυση του ισχυρότερου κυβερνητικού εταίρου», εκεί όπου το Σοσιαλιστικό  κόμμα κατέχει έναν σημαντικά μεγαλύτερο αριθμό υπουργείων. Γεωργιάδου Βασιλική, ‘Η Άκρα Δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης. Δανία, Νορβηγία, Ολλανδία, Ελβετία, Αυστρία, Γερμανία…ό.π., σελ. 196. Και, Διαμαντόπουλος Θανάσης, ‘Το κομματικό φαινόμενο: Μορφές, συστήματα, οικογένειες κομμάτων…ό.π., σελ. 310. Το κόμμα των ‘Podemos,’ δεν επεδίωξε να συμμετάσχει περισσότερο ενεργά στην κυβέρνηση, τηρώντας αποστάσεις ασφαλείας.

[19] Θα ήταν απλοϊκό το να υποστηρίξουμε πως δεν προκύπτουν συγκλίσεις σε κεντρικά προτάγματα πολιτικής, ανάμεσα σε Πράσινους και σε Φιλελεύθερους. Άλλωστε, οι διαπραγματεύσεις το αποδεικνύουν αυτό, όπως αποδεικνύουν εναργώς το ό,τι σημαντική έμφαση δόθηκε στο να είναι η νέα κυβέρνηση όσο πιο συνεκτική γίνεται, με τους κυβερνητικούς εταίρους να συμφωνούν σε θέματα υψηλής πολιτικής.

[20] Ιδιαίτερη μέριμνα δόθηκε, στην παρουσία των Φιλελευθέρων σε επίπεδο κυβέρνησης και ανάθεσης υπουργικών καθηκόντων, με τον Κρίστιαν Λίντνερ να αναλαμβάνει το κρίσιμο υπουργείο Οικονομίας, σε μία λογική «ενίσχυσης των μικρότερων κομμάτων», σύμφωνα με τα κριτήρια κατανομής υπουργικών θώκων που θέτει ο J.C. Julliard, και όχι μονολιθικής «ενίσχυσης του ισχυρότερου κυβερνητικού εταίρου». Με τις διαπραγματεύσεις να διαπνέονται από αυτή τη λογική, το κόμμα των Φιλελευθέρων εκπλήρωσε τον βασικό του στόχο (συμμετοχή του αρχηγού του στην κυβέρνηση, ανάληψη σημαντικού κυβερνητικού πόστου), προσλαμβάνοντας τον κατάλληλο πολιτικό χώρο και την έγκριση ώστε να διασφαλίσει το ό,τι θα συνεχίσει να δίδεται πρωτεύουσα αξία στην κουλτούρα της δημοσιονομικής σταθερότητας, που ουσιαστικά έχει θεσμοποιηθεί στη Γερμανία. Και έχει ενδιαφέρον να δούμε το πως θα επιτευχθεί η ισορροπία μεταξύ της αναγκαίας δημοσιονομικής σταθερότητας εν καιρώ πανδημίας (πράγμα  σημαντικό) και της άσκησης κοινωνικής πολιτικής, αν και η πρώτη απόφαση που ελήφθη (αύξηση του κατώτατου ημερομισθίου), διαπνέεται από το πνεύμα ενός Σοσιαλδημοκρατικού φιλο-εργατισμού, με το κόμμα να σπεύδει να αναγνωρίζει το ρόλο που διαδραματίζουν εντός της κοινωνικής συμμαχίας του, μερίδες της εργατικής τάξης. Βλέπε σχετικά, Colliard , J.C., ‘Les systemes parlementaires contemporains,’ Presses de la F.N.S.P., Paris, 1977.

[21] Στις διάφορες διεθνείς συναντήσεις στις οποίες και συμμετείχε η υπηρεσιακή καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, προσκάλεσε μαζί της και τον εντολοδόχο καγκελάριο Όλαφ Σολτς. Και το θεωρητικό-επιστημολογικό ερώτημα ανακύπτει εύκολα: Συνιστά κάτι τέτοιο δείγμα του ό,τι η Γερμανική δημοκρατία φέρει πλέον εντόνως και διαλεκτικά, πρωθυπουργικοκεντρικά-«προσωποκεντρικά» χαρακτηριστικά, με τον καγκελάριο να επέχει θέση «πρώτου επί ανίσων»; (Γεωργιάδου/ Sartori;) Σύμφωνα με την Βασιλική Γεωργιάδου, «η δημοκρατία του καγκελάριου» ανατρέπει την ισορροπία εκτελεστικής-νομοθετικής εξουσίας εις βάρος της δεύτερης. Υπ’ αυτήν την έννοια, η «Kanzlerdemokratie» απο-μειώνει τα συναινετικά στοιχεία του πολιτικού συστήματος της Γερμανίας, ευνοεί ωστόσο τη δημιουργία κυβερνήσεων συνεκτικών και σταθερών». Αν και, στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει, υπήρξε ένας βαθμός συναίνεσης. Βλέπε σχετικά, Sartori, Giovanni, ‘Συγκριτική συνταγματική μηχανική. Μια διερεύνηση των δομών, των κινήτρων και των αποτελεσμάτων…ό.π., σελ. 164. Γεωργιάδου Βασιλική, ‘Η Άκρα Δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης. Δανία, Νορβηγία, Ολλανδία, Ελβετία, Αυστρία, Γερμανία…ό.π., σελ. 198.

[22] Την περίοδο των διαπραγματεύσεων μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών, συντελέσθηκε η συνύφανση «ερμηνευτικών πλαισίων», μεταξύ των τιθέμενων στόχων και της λήψης των αναγκαίων πολιτικών για την επίτευξη τους. Βλέπε σχετικά με τα «ερμηνευτικά πλαίσια», Snow, D, Rochford, Jr, Worden, S.K, Benford, R., ‘ «Frame Alignment Processes, Micromobilization, and Movement Participation»,’ American Sociological Review, Τεύχος 51, 1986, σ. 464-81.

[23] Γεωργιάδου Βασιλική, ‘Η Άκρα Δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης. Δανία, Νορβηγία, Ολλανδία, Ελβετία, Αυστρία, Γερμανία…ό.π., σελ. 196.

[24] Η συμφωνία για τον σχηματισμό μίας νέας και διαφορετικής πολιτικοϊδεολογικής υφής κυβέρνησης, διευκολύνθηκε, και από το γεγονός πως οι διαφορές μεταξύ των πολιτικών κομμάτων (και των τριών που συν-αποτελούν την κυβέρνηση) έχουν αμβλυνθεί με την πάροδο των ετών (εξέλιξη που δεν απαντάται μόνο στη Γερμανία), λόγω και των προτεραιοτήτων που τίθενται σε επίπεδο διακυβέρνησης και διαδραματίζουν ρόλο στην μετεξέλιξη των πολιτικών κομμάτων,  της στροφής σε μία μορφή ‘μαχόμενου πραγματισμού’ που έχουν επιχειρήσει εκ νέου οι Πράσινοι, μη διστάζοντας να αναλάβουν πλέον κυβερνητικές ευθύνες, διεκδικώντας κάτι που μέχρι τώρα συναντάται στους Φιλελεύθερους: Να είναι το ‘χρήσιμο κόμμα’ σε κυβερνητικό επίπεδο.

[25] Γεωργιάδου Βασιλική, ‘Η Άκρα Δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης. Δανία, Νορβηγία, Ολλανδία, Ελβετία, Αυστρία, Γερμανία…ό.π., σελ. 196. Το υπουργείο Υγείας θα αναλάβει στέλεχος προερχόμενο από το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, με διακύβευμα την εφαρμογή μίας πολιτικής αισθητά διαφορετικής, στο πεδίο της πανδημίας,  από αυτή του μέχρι τώρα ομοσπονδιακού υπουργού Γενς Σπαν, στο βαθμό που το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα εμβαπτίζει την επιλογή αυτή και  στα νάματα της ύπαρξης μίας διαφορετικής αντίληψης για θέματα δημόσιας υγείας, που διαπερνάται από αξιακές πλαισιώσεις (περισσότερη διαφάνεια), υπενθυμίζοντας την εμπλοκή του υπουργείου Υγείας σε φαινόμενα διαφθοράς. «Προχθές η απερχόμενη καγκελάριος κάλεσε τους επικεφαλής της νέας κυβέρνησης, αποσπώντας τους από την τελευταία φάση της διαπραγμάτευσης, προκειμένου να τους ενημερώσει για την κρισιμότητα της κατάστασης και, σύμφωνα με κάποιες αναφορές, να τους παροτρύνει να συμφωνήσουν σε lockdown».  Βλέπε σχετικά, ‘Γερμανία: Ο Σολτς στον δρόμο της μετά Μέρκελ εποχής…ό.π.

[26] Βλέπε σχετικά, ‘Γερμανία: Ο Σολτς στον δρόμο της μετά Μέρκελ εποχής…ό.π. «Στις δεσμεύσεις της συμφωνίας συγκυβέρνησης περιλαμβάνεται η αύξηση του κατώτατου μισθού από 9,6 σε 12 ευρώ την ώρα, η οποία αναμένεται να αυξήσει τα εισοδήματα 10 εκατομμυρίων ανθρώπων, η μείωση του κόστους των φαρμάκων και η χορήγηση δικαιώματος ψήφου από την ηλικία των 16 ετών, μέτρο που ωστόσο θα χρειαστεί και τις ψήφους της αντιπολίτευσης προκειμένου να εγκριθεί.

Προκειμένου να τονίσουν την ανάγκη δράσης στο ζήτημα της στέγασης, οι Σοσιαλδημοκράτες δημιούργησαν ένα νέο υπουργείο που ασχολείται αποκλειστικά με το θέμα αυτό, ενώ στη συμφωνία συγκυβέρνησης περιλαμβάνεται η υπόσχεση για 400.000 νέες κατοικίες τον χρόνο, εκ των οποίων οι 100.000 επιδοτούμενες». Αυτά καθίστανται τα αρχικά και βασικά σημεία συμφωνίας μεταξύ των τριών κομμάτων.

[27] Εκ των πραγμάτων, αποκτά ιστορικά σημασία η δημιουργία αυτού του κυβερνητικού συνασπισμού.

Ρoή Ειδήσεων
Σχετικά άρθρα
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

Pet Shop Θεσσαλονίκη
Μενού