Για τις εσωκομματικές εκλογές στο ΚΙΝΑΛ

Περίπου έξι χρόνια μετά την μη είσοδο του κόμματος στο κοινοβούλιο, ο Γιώργος Παπανδρέου διεκδίκησε την αρχηγία του ενιαίου φορέα της Κεντροαριστεράς, καταλαμβάνοντας την δεύτερη θέση με το 27,6% των ψήφων και υποσκελίζοντας τον Ανδρέα Λοβέρδο, ο οποίος κατετάγη τρίτος, αποσπώντας το 26,6% των ψήφων.

ΚΙΝΑΛ
Velonastongiaka

Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Την Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2021,[1] περίπου 1,5 μήνα μετά τον θάνατο της Φώφης Γεννηματά, διεξήχθη ο πρώτος γύρος των εσωκομματικών εκλογών για την προεδρία του Κινήματος Αλλαγής, που εν προκειμένω, είναι το τρίτο σε δύναμη κοινοβουλευτικό κόμμα.

→ ΚΙΝΑΛ: Β’ γύρος των εσωκομματικών εκλογών

Επίσης, οι εκλογές (ο δεύτερος γύρος μεταξύ Νίκου Ανδρουλάκη και Γιώργου Παπανδρέου θα διεξαχθεί την Κυριακή 12 Δεκεμβρίου),[2] διεξήχθησαν τέσσερα χρόνια μετά από την τελευταία αναμέτρηση για την εκλογή αρχηγού, όταν η εκλιπούσα Φώφη Γεννηματά,[3] επικράτησε στον δεύτερο εκλογικό γύρο, επί του ευρωβουλευτή του κόμματος, Νίκου Ανδρουλάκη.

Σε ένα πλαίσιο αυξημένης εκλογικής συμμετοχής,  δύναται να σημειώσουμε πως ο τελευταίος έλαβε τις περισσότερες ψήφους[4] στον πρώτο εκλογικό γύρο, επικρατώντας επί των αντιπάλων του για την προεδρία και αντιμετωπίζοντας στον δεύτερο γύρο τον επικεφαλής του ‘Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών’ (ΚΙΔΗΣΟ), Γιώργο Παπανδρέου.

Μέσω της χρησιμοποίησης του περισσότερο ‘φορτισμένου,’ στην Πασοκική πολιτική ιστορία και ιδιόλεκτο όρου ‘κίνημα,’ ο Γιώργος Παπανδρέου[5] (βλέπε και την περί ‘ΚΙΔΗΣΟ’[6] σύντομη ανάλυση του Βασίλη Ασημακόπουλου),[7] επεδίωξε να οικειοποιηθεί μέρος της πολιτικής κληρονομιάς του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος (ΠΑΣΟΚ), εμφανιζόμενος ως ο αυθεντικότερος εκφραστής της,[8] και επίσης,[9] ενεργοποιώντας αντι-δεξιά ανακλαστικά με τρόπο ώστε να θυμίζουν την συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ επί προεδρίας Ευάγγελου Βενιζέλου, σε κυβέρνηση συνεργασίας με την Νέα Δημοκρατία.

Περίπου έξι χρόνια μετά την μη είσοδο του κόμματος στο κοινοβούλιο, ο Γιώργος Παπανδρέου διεκδίκησε την αρχηγία του ενιαίου φορέα της Κεντροαριστεράς, καταλαμβάνοντας την δεύτερη θέση με το 27,6% των ψήφων και υποσκελίζοντας τον Ανδρέα Λοβέρδο, ο οποίος κατετάγη τρίτος, αποσπώντας το 26,6% των ψήφων.

Όπως τονίσθηκε και πιο πάνω, νικητής του πρώτου εκλογικού γύρου αναδείχθηκε ο ευρωβουλευτής Νίκος Ανδρουλάκης, που συγκέντρωσε το 37,1% των ψήφων,[10] αποκτώντας μία ευδιάκριτη διαφορά από τους δύο υποψηφίους που ακολουθούν.[11]

Ήδη, το ποσοστό που έλαβε του προσδίδει μία ικανοποιητική βάση για την διεκδίκηση με καλές προϋποθέσεις, της νίκης επί του Γιώργου Παπανδρέου[12] στον δεύτερο εκλογικό γύρο που αναμένεται, στο βαθμό που έχει ήδη αποκτήσει ‘αέρα’ εν δυνάμει νικητή.

Δίχως κάτι τέτοιο να σημαίνει όμως, πως το αποτέλεσμα του πρώτου γύρου δεν δύναται να μεταβληθεί, εκεί όπου, για κάτι τέτοιο, ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν κύρια οι εκλογείς που υποστήριξαν τον Ανδρέα Λοβέρδο.[13]

Η διαδικτυακή ιστοσελίδα της εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’ δημοσιεύει ένα ενδιαφέρον άρθρο το οποίο και προσφέρει στοιχεία της διαμορφωθείσας εκλογικής γεωγραφίας της ψήφου στις εκλογές της 5ης Δεκεμβρίου, στο εγκάρσιο σημείο όπου και διαφαίνονται οι επιμέρους χωρικές προτιμήσεις.[14]

Το ίδιο πράττει και η εφημερίδα ‘Τα Νέα,’ με άρθρο της Μυρτώς Λιαλιούτη, από το οποίο σπεύδουμε να αντλήσουμε κάποια στοιχεία: «Η εικόνα όσον αφορά τον πρώτο δεν άλλαξε πουθενά: ο Νίκος Ανδρουλάκης κέρδισε παντού, αλλού με μεγαλύτερο ποσοστό και αλλού με μικρότερο (στην Κρήτη με το «αρχηγικό» 61%), εκτός από τη Δυτική Ελλάδα-και χωρίς την πλήρη ενσωμάτωση της Πάτρας, νικητής ήταν εκεί ο Γιώργος Παπανδρέου. Η Αθήνα αποδείχθηκε καλή για τον Παύλο Γερουλάνο,[15] που πέρασε το 7%, ενώ ο Πειραιάς μοιράστηκε σχεδόν εξ ημισείας ανάμεσα στους τρεις πρώτους».[16]

Υπό αυτό το πρίσμα,[17] θα σημειώσουμε πως, στην περιφέρεια Κρήτης το ποσοστό του Νίκου Ανδρουλάκη ήσαν αξιοσημείωτα υψηλό, κάτι το οποίο οφείλεται εν μέρει και στην Κρητική του καταγωγή (προσίδια εντοπιότητα). Και γράφουμε εν μέρει, διότι, η περιφέρεια της Κρήτης, εν καιρώ Μεταπολίτευσης και πολιτικής κυριαρχίας του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κόμματος (ΠΑΣΟΚ), αποτέλεσε μία εκ των «ιστορικών δεξαμενών του»,[18] για να παραπέμψουμε στην ανάλυση της Βασιλικής Γεωργιάδου, με την ανακοίνωση της υποψηφιότητας του Νίκου Ανδρουλάκη,[19] να επιφέρει δύο επιπλέον μεταβολές που έχουν παραγνωρισθεί από την δημόσια συζήτηση.

Και ποιες είναι αυτές οι μεταβολές; Η πρώτη μεταβολή σχετίζεται με την εκ νέου ενεργοποίηση αδρανοποιημένων πολιτικά ‘πράσινων θυλάκων’ που,[20] στο άκουσμα της υποψηφιότητας του ευρωβουλευτή, κινητοποιήθηκαν και σε ένα δεύτερο επίπεδο, συσπειρώθηκαν, λειτουργώντας, εμπρόθετα,[21] ως πρώτος και βασικός ‘πυρήνας’ υποστηρικτών του Νίκου Ανδρουλάκη.

Και η δεύτερη μεταβολή, αφορά την ενεργοποίηση υπέρ της υποψηφιότητας του, ατόμων που είχαν στραφεί προς πολιτικά προς το κόμμα του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ),[22] και τα οποία έσπευσαν να εκφράσουν την υποστήριξη τους στο πρόσωπο του Νίκου Ανδρουλάκη, διακρίνοντας, το στοιχείο της πολιτικής προοπτικής για τον εγχώριο Κεντροαριστερό φορέα.

Άρα, εδώ υπεισέρχονται και πολιτικοϊδεολογικά χαρακτηριστικά, σχετικά με την επένδυση στην υποψηφιότητα Ανδρουλάκη ως την πλέον ‘κατάλληλη’ και για την συγκρότηση ενός ‘ανθεκτικού’ κόμματος, ως προς τον πολιτικοϊδεολογικό ανταγωνισμό με την Νέα Δημοκρατία και με τον ΣΥΡΙΖΑ, και επίσης, ως προς την σταδιακή ενίσχυση της επιρροής του.

Όμως, το υψηλό ποσοστό του στην Κρήτη δεν επαρκεί για να αντιληφθούμε πληρέστερα την καλή εκλογική του επίδοση. Ακριβώς διότι, ικανοποιητικά ποσοστά απέσπασε και στις υπόλοιπες περιφέρειες της χώρας, τα οποία, ναι μεν δεν έφθαναν, ακόμη και κατά προσέγγιση, το υψηλό ποσοστό της Κρήτης, από την άλλη όμως, του προσέφεραν μία απαραίτητη εξισορρόπηση (έλλειψη μεγάλων αποκλίσεων), ανά την επικράτεια, κάτι που εξέλιπε από τους άλλους υποψηφίους και ιδίως του δύο που ακολούθησαν, ήτοι, τους Γιώργο Παπανδρέου και Ανδρέα Λοβέρδο.

Του οποίου η επικράτηση στην Αττική δεν αντιστάθμισε ουσιωδώς τις απώλειες που υπέστη σε άλλες περιφέρειες της χώρας,[23] κάτι που είχε ως αποτέλεσμα το να μην αποκτήσει η υποψηφιότητα του, δυναμική τέτοια που αρχικά θα του επέτρεπε να εισέλθει στον δεύτερο εκλογικό γύρο.

Ίσως η μη είσοδος του στον δεύτερο γύρο της 12ης Δεκεμβρίου να μην στοιχειοθετεί ‘έκπληξη,’ ακριβώς διότι, εκ των πρωταρχικών χαρακτηριστικών της όλης εκλογικής διαδικασίας, ήταν η εγγενής ρευστότητα της. Πέραν της εξισορρόπησης, η επικράτηση Ανδρουλάκη στις περισσότερες περιφέρειες της χώρας, του προσέδωσε επιπλέον κοινωνική-γεωγραφική δυναμική, αποδεικνύοντας το ό,τι ο συγκεκριμένος υποψήφιος για την ηγεσία του Κινήματος Αλλαγής, αξιοποίησε τις βάσεις ανά περιοχή που δημιουργήθηκαν το 2017, όταν και ηττήθηκε από την Φώφη Γεννηματά.

Αν και ο υψηλός αριθμός των ψηφισάντων, με αρκετούς εξ αυτών να είναι άτομα νεότερων ηλικιών, είναι εξέλιξη θετική για το Κίνημα Αλλαγής, δεν προοιωνίζεται αυτομάτως την αύξηση της κοινωνικής-πολιτικής επιρροής του κόμματος της εν Ελλάδι Σοσιαλδημοκρατίας. Για κάτι τέτοιο, απαιτούνται και άλλες προϋποθέσεις.

ΚΙΝΑΛ Γεννηματά



[1] Η εφημερίδα ‘Τα Νέα,’ στο φύλλο της Δευτέρας 6 Δεκεμβρίου, προσφέρει μία αναλυτική παρουσίαση του τι συνέβη στον πρώτο εκλογικό γύρο των εσωκομματικών εκλογών στο Κίνημα Αλλαγής, εκκινώντας από το ποσοστό που έλαβαν οι έξι συνολικά υποψήφιοι.  Βλέπε σχετικά, Λιαλιούτη Μυρτώ, ‘Αέρας νίκης για τον Νίκο Ανδρουλάκη,’ Εφημερίδα ‘Τα Νέα,’ 06/12/2021, σελ. 8-9. Της ιδίας, ‘Οι ουρές έβαλαν φωτιά στο πολιτικό σκηνικό…ό.π., σελ. 10-11. Δύο εκ των άρθρων αφορούν το πως προσέλαβαν την εκλογική διαδικασία η Νέα Δημοκρατία και ο Συνασπισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, αν και ορθότερο είναι εδώ να αναμένουμε το ποιος τελικά θα καταφέρει να εκλεγεί πρόεδρος του Κινήματος Αλλαγής την Κυριακή 12 Δεκεμβρίου. Ευαγγελοδήμου Ελένη, ‘Στάση ουδετερότητας από το Μαξίμου,’ και, Μανιάτης Ν. Δημήτρης, ‘Προβληματισμός στον ΣΥΡΙΖΑ από τη συμμετοχή…ό.π., σελ. 10-11. Παράλληλα, δεν εκ-λείπουν και άρθρα που έχουν μία πιο ειδική διάσταση, αναδεικνύοντας τα κυριότερα χαρακτηριστικά της εκλογικής διαδικασίας, με πρώτο εξ αυτών, την αυξημένη συμμετοχή, με τον συνολικό αριθμό των ψηφισάντων να υπερβαίνει τον αντίστοιχο αριθμό του 2017. Βλέπε και, Μποτόπουλος Κώστας, ‘Ταμείον και μείον…ό.π., σελ. 8, & Σεφερτζής Γιώργος, ‘ Χθεσινή «ντροπή», σημερινή νέα δόξα;…ό.π., σελ. 9.

[2] Ο αριθμός των ψηφισάντων κυμάνθηκε γύρω στις 270.000, νούμερο που ικανοποίησε και τους έξι υποψηφίους αρχηγούς του Κινήματος Αλλαγής. Θα σπεύσουμε τώρα, να αναδείξουμε θεωρητικά, εκείνες τις παραμέτρους που συνέβαλλαν στη διαμόρφωση ενός αυξημένου αριθμού εκλογέων: Η πρώτη παράμετρος, έγκειται στη συγκίνηση που προκάλεσε ο ξαφνικός θάνατος της Φώφης Γεννηματά, προέδρου για μία εξαετία (2015-2021) του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος και του συμμαχικού σχήματος του Κινήματος Αλλαγής. Εδώ ας προσέξουμε ένα ιδιαίτερο σημείο, το οποίο χρήζει βαθύτερης ανάλυσης. Και ποιο είναι αυτό; Οι αναφορές στο ‘κύμα’ συμπάθειας που προκάλεσε η γνωστοποίηση του θανάτου ενός πολιτικού προσώπου, το οποίο, μέσω της τηλεοπτικής αναπαραγωγής της εικόνας της, είχε ‘διεισδύσει’ στην καθημερινότητα πολλών, είναι ορθές, όμως, οι περισσότερες εξ αυτών, παραβλέπουν το ό,τι ήταν η συγκίνηση που προκλήθηκε από το ίδιο το γεγονός του θανάτου ενός γνωστού πολιτικού προσώπου, συγκίνηση μεγάλου και δια-κομματικού εύρους, που διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για την  μετέπειτα ανάπτυξη και σε πραγματικό χρόνο εκδήλωση ενός ‘κύματος’ συμπάθειας προς το πρόσωπο της Φώφης Γεννηματά, εκεί όπου, το ‘κύμα’ αυτό συναρθρώθηκε με την εν εξελίξει προεκλογική περίοδο (ας μην ξεχνάμε το ό,τι η Φώφη Γεννηματά έως τα τέλη του Σεπτεμβρίου, δεν είχε αποσύρει την υποψηφιότητα της), με εγχειρήματα αναγνώρισης των πολιτικών της προσπαθειών την περίοδο που διετέλεσε επικεφαλής, παράγοντας την αύξηση του ενδιαφέροντος για το εσωκομματικό γίγνεσθαι. Το αποκαλούμενο και ‘κύμα’ συμπάθειας, δεν προέκυψε εν κενώ, ή αλλιώς, μεταφυσικώ τω τρόπω, με τις προεκτάσεις του θανάτου και του τρόπο που βιώθηκε η απώλεια, ατομικά, συλλογικά και πολιτικά, να παραγάγει και ένα ακόμη αποτέλεσμα: Δηλαδή, την διεξαγωγή μίας δίχως ιδιαίτερες εξάρσεις και εντάσεις, προεκλογικής εκστρατείας, στο βαθμό που, η απώλεια και η άμεση επί-κληση της μνήμης της Φώφης Γεννηματά συνέβαλαν στον κατευνασμό της όποιας έντασης και των όποιων διαξιφισμών, με το καθαυτό πολιτικό στοιχείο (σύγκριση ιδεών και διαφορετικών σχεδίων), να είναι αυτό που απέκτησε τα «πρωτεία», για να παραφράσουμε τον τίτλο ενός βιβλίου της πολιτικής επιστήμονος, Σέρι Μπέρμαν. Άρα, η βιωμένη απώλεια με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο επέδρασε στο ύφος και στην ποιότητα της προεκλογικής εκστρατείας. Η δεύτερη παράμετρος, σχετίζεται εμπρόθετα με την κατάθεση της υποψηφιότητας του Γιώργου Παπανδρέου. Ακόμη και με τους επι-γενόμενους όρους της μνήμης για το πρόσφατο παρελθόν της χώρας (κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου την διετία 2009-2011), η υποψηφιότητα του πρώην πρωθυπουργού και προέδρου του ΠΑΣΟΚ, επέδρασε ποιοτικά, στην ενίσχυση του ενδιαφέροντος γύρω από τις κεντροαριστερές εσωκομματικές εξελίξεις, κινητοποιώντας τμήμα της οργανωμένης βάσης του κόμματος, με τον πρώην πρωθυπουργό να αξιοποιεί τα ερείσματα που διαθέτει, αποστασιοποιημένους εκλογείς που έλκονται από το εν γένει πολιτικό προφίλ του πρώην πρωθυπουργού, εκλογείς που έχουν διαμορφώσει μία ισχυρή πολιτική ταυτότητα ερειδόμενη στην επίκληση του ονόματος ‘Παπανδρέου,’ και, τελευταίο άλλα όχι έσχατο, εκλογείς που διακρίνονται, ως προς την άρθρωση του πολιτικού λόγου και τις εκφραζόμενες, κατά την ανάλυση του Campbell, «πολιτικές στάσεις» (attitudes),  από αντι-δεξιά ανακλαστικά. Στην τελευταία κατηγορία υποστηρικτών του Γιώργου Παπανδρέου μπορούμε να εντοπίσουμε, βαθύτερα, και άτομα που εμπίπτουν στον τύπο των ‘’party waverers,’’ ήτοι, «των εκλογέων που ταλαντεύονταν μεταξύ δύο κομμάτων, αν και τελικώς υπερψήφισαν το κόμμα της αρχικής τους προτίμησης», σύμφωνα με τον Rudolf Wildenmann. Μεταφρασμένο στα καθ’ ημάς, κάτι τέτοιο σημαίνει πως οι ταλαντευόμενοι εκλογείς των βουλευτικών εκλογών του 2019, ή μέρος αυτών, ταλαντευόμενοι μεταξύ Κινήματος Αλλαγής και ΣΥΡΙΖΑ (επιλέγοντας τελικά το πρώτο), στράφηκαν υπέρ του Γιώργου Παπανδρέου, με τον ίδιο να εμβαπτίζει, κατά την διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, τον πολιτικό του λόγου στα νάματα των όλων όσα θεωρεί ό,τι τον διαφοροποιούν, και μάλιστα αισθητά, και από τους συνυποψηφίους του, αλλά και από τους επικεφαλής των υπολοίπων πολιτικών κομμάτων. Σταχυολογούμε ενδεικτικά: Κλιματική αλλαγή και η διαχείριση της, αντιμετώπιση των κοινωνικών ανισοτήτων μέσω χρήσης ριζοσπαστικών εργαλείων αναδιανομής του πλούτου (αν και το όλο σχήμα παρέμεινε αρκούντως περιγραφικό), ενίσχυση της δημοκρατίας, προοδευτική διακυβέρνηση. Και το παράδοξο είναι πως, παρότι το συμβολικό-πολιτικό του κεφάλαιο, έβαινε μειούμενο, από τις αρχές ουσιαστικά της προηγούμενης δεκαετίας, με το ‘Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών’ να μην καταφέρνει να εισέλθει στο Κοινοβούλιο στις πρώτες βουλευτικές εκλογές του 2015 (στις βουλευτικές εκλογές του 2019, συμμετείχε στο Κίνημα Αλλαγής που είναι συλλογικός, Κεντροαριστερός πολιτικός φορέας), αυτό δεν τον εμπόδισε από το να προκαλέσει ένα ευρύτερο ενδιαφέρον, καθιστώντας πιο επιτακτικό το ερώτημα περί του ‘ποιος είναι ο πλέον κατάλληλος να ηγηθεί του Κινήματος Αλλαγής σε μία τέτοια συγκυρία;’ Η τρίτη παράμετρος, έχει να κάνει με το πλήθος των υποψηφίων (έξι συνολικά τον αριθμό), που παρέμεναν αρκετοί, παρά την απώλεια της Φώφης Γεννηματά και την ανακοίνωση της απόσυρσης της υποψηφιότητας του βουλευτή Ηρακλείου Βασίλη Κεγκέρογλου ο οποίος αποφάσισε να αποσύρει την υποψηφιότητα του, στο άκουσμα της ανακοίνωσης της υποψηφιότητας Παπανδρέου, δείγμα και αυτό, της κινητοποίησης-συσπείρωσης που προκάλεσε σε ένα ακροατήριο εντός κόμματος, αυτή η ανακοίνωση της καθόδου. Η πληθώρα υποψηφίων, προσέδωσε μία μη απλοϊκή ευκαιρία, πολιτικοϊδεολογικώ τω τρόπω, σε εκλογείς, να προχωρήσουν σε μία ευρύτερη και περισσότερο επεξεργασμένη νοηματικά-πολιτικά, αξιολόγηση των πολιτικών θέσεων και των προτάσεων των έξις υποψηφίων, στο βαθμό που η καθεμία εξ αυτών, αντιπροσωπεύει, ενδεχομένως και με συγκλίσεις, μία διαφορετική εκδοχή-πρόταση για την ανάπτυξη και την ισχυροποίηση του Κινήματος Αλλαγής. Και εκ του αποτελέσματος (αυξημένος αριθμός συμμετεχόντων),  θα ισχυρισθούμε πως η πολιτική αυτή ευκαιρία αξιοποιήθηκε σε σημαντικό βαθμό, καθιστώντας τις εκλογές ένα βασικό σημείο αναφοράς της τρέχουσας πολιτικής επικαιρότητας. Η τέταρτη παράμετρος, εκτιμούμε πως άπτεται των, κατά τον Σεραφείμ Σεφεριάδη, «κρίσιμων αλληλεπιδράσεων «ευκαιριών και απειλών». Αν δηλαδή, η πληθώρα υποψηφίων προσελήφθη ως σημαντική ευκαιρία για την ανάδειξη των διαφόρων πολιτικών και προγραμματικών θέσεων, τότε, για μερίδες ενδιαφερόμενων εκλογέων, ως ‘απειλή’ προσδιορίσθηκαν η απάθεια, η αδιαφορία και η «αδράνεια», με το κόστος ειδικά της τελευταίας να λογίζεται ως δυνάμει «ανεπανόρθωτο», για το Κίνημα Αλλαγής και το πολιτικό του μέλλον, σε περίπτωση που σε μία τέτοια ιδιαίτερη συγκυρία (θάνατος Φώφης Γεννηματά, εξέλιξη πανδημικής κρίσης, πολιτικοϊδεολογικός ανταγωνισμός), δεν επιτευχθεί ένας ικανοποιητικός αριθμός εκλογέων ως ‘μαγιά’ για την διεκδίκηση ενός αυξημένου ρόλου στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι. Η πέμπτη παράμετρος τώρα, δεν έχει να κάνει κύρια με την υψηλή συμμετοχή ως απόρροια της επιζητούμενης εκτόνωσης συνεπείας του ψυχο-συναισθηματικού βάρους που δημιούργησε η πανδημική κρίση και η διαχείριση της. Απεναντίας, η διενέργεια των εσωκομματικών εκλογών λειτούργησε ως δυνάμει έναυσμα για την επαφή και την ανταλλαγή απόψεων μεταξύ γνωστών και συντρόφων (αντλούμε από την Πασοκική ιδιόλεκτο), έξω από τα εκλογικά κέντρα (ένα σύγχρονο και εξωτερικό πολιτικό ‘καφενείο’), για την επιβεβαίωση πολιτικών δεσμών και, για την εν τοις πράγμασι άμβλυνση του διαχωρισμού μεταξύ εμβολιασμένων και ανεμβολίαστων. Οπότε, δεν κάνουμε λόγο για εκτόνωση, αλλά για άμβλυνση. Και, δεν δύναται να εκλείψει και μία έκτη παράμετρος η οποία έχει σχέση με το κίνητρο συμμετοχής που αυξάνονταν εν τω μέσω της προεκλογικής περιόδου. Και τι σημαίνει κάτι τέτοιο; Σημαίνει πως, όσο οι δημοσκοπήσεις της περιόδου ήσαν θετικά για το Κίνημα Αλλαγής, δείχνοντας μία σχετική αύξηση των εκλογικών του ποσοστών, τόσο περισσότερο αυξάνονταν το κίνητρο συμμετοχές σε μία εκλογική διαδικασία η οποία θεωρήθηκε ό,τι μπορεί να σημασιοδοτήσει, μέσω της εκλογικής ενός νέου αρχηγού, την πλήρη ‘επιστροφή’ του άλλοτε κυριαρχικού κόμματος.  Οι έξι αυτές παράμετροι, από κοινού, δύνανται να ερμηνεύσουν την αυξημένη εκλογική συμμετοχή στον πρώτο γύρο των εσωκομματικών εκλογών για την ηγεσία του Κινήματος Αλλαγής. Βλέπε σχετικά, Σεφεριάδης Σεραφείμ, ‘Συγκρουσιακή πολιτική, συλλογική δράση, κοινωνικά κινήματα: Μια αποτύπωση,’ Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, Τεύχος 27, Μάϊος 2006, σελ. 17. Βλέπε επίσης, Wildenmann, Rudolf, ‘Η εκλογική έρευνα. Συμπεριφορά του εκλογικού σώματος και ανάλυση εκλογών,’ Πρόλογος, Μετάφραση, Σχόλια: Γεωργιάδου Βασιλική, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 1998, σελ. 72. Και, Σέρμαν Μπέρι, ‘Το πρωτείο της Πολιτικής. Η Σοσιαλδημοκρατία και η Ευρώπη του 20ου αιώνα,’ Επιμέλεια: Σουλτάνης Παναγιώτης, Κουμπιάς Νίκος, Μετάφραση: Αστερίου Ελένη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2014.

[3] Στις εσωκομματικές εκλογές του 2017, αναφέρονται με κείμενο τους οι Βασίλης Ασημακόπουλος και Χρύσανθος Τάσσης, υιοθετώντας μία ανοιχτά κριτική στάση όσον αφορά τον πολιτικό λόγο των τότε εννέα υποψηφίων, με την κριτική στάση να αγγίζει και τις μετέπειτα εξελίξεις που οδήγησαν στην δημιουργία ενός νέου πολιτικού φορέα της εν Ελλάδι Κεντροαριστεράς, με την επωνυμία Κίνημα Αλλαγής: «Το ενδιαφέρον σε αυτή την περίπτωση είναι ότι από τους δέκα και εννέα τελικά υποψήφιους οι οποίοι διεκδίκησαν την Προεδρία για τον υπό διαμόρφωση νέο φορέα, κανένας δεν έχει αναφορά στις σοσιαλιστικές ρίζες του ΠΑΣΟΚ, αλλά και ούτε στην πρώτη κυβερνητική περίοδο 1981-1989, χαρακτηριστικό της τάσης για την προσήλωση των στελεχών της ηγετικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ αλλά και των άλλων συνιστωσών της Κεντροαριστεράς στις κρατικές αναγκαιότητες, όπως προσδιορίζονται από τη νεοφιλελεύθερη ατζέντα, αλλά και την αδυναμία/απροθυμία στελεχών που έχουν αναφορά σε πιο παραδοσιακές/αφετηριακές αξίες του ΠΑΣΟΚ να έχουν μια υποψηφιότητα με ριζοσπαστικά/σοσιαλιστικά χαρακτηριστικά». Η κριτική εδώ, εμβαπτίζεται στα νάματα της νεο-μαρξικής ανάλυσης, η οποία και δεν αποφεύγει την ‘παγίδα’ της γενίκευσης, μη εξειδικεύοντας στον πολιτικοϊδεολογικό λόγο των υποψηφίων που απλοϊκά κατατάσσονται στην κατηγορία του ‘νεοφιλελεύθερου.’ Βλέπε σχετικά, Ασημακόπουλος Βασίλης, Τάσσης Χρύσανθος, (επιμ.), ‘ΠΑΣΟΚ 1974-2018. Πολιτική οργάνωση, Ιδεολογικές μετατοπίσεις, Κυβερνητικές πολιτικές,’ Πρόλογος: Σπουρδαλάκης Μιχάλης, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 2018, σελ. 91.

[4] Στην φετινή εκλογική αναμέτρηση που περιελάμβανε τον ανταγωνισμό μεταξύ έξι υποψηφίων, ουσιαστικά, η ψήφος δεν δια-μοιράσθηκε ισομερώς μεταξύ των έξι, με το συγκροτούμενο μπλοκ των τριών να συγκεντρώνει την μερίδα του λέοντος, με την διαφορά με τους υπόλοιπους τρεις υποψήφιους (Παύλος Γερουλάνος, Χάρης Καστανίδης, Παύλος Χρηστίδης), που αθροιστικά κινούνται περίπου γύρω στο 6% να καθίσταται κάτι παραπάνω από ευδιάκριτη, ωθώντας μας στο να τονίσουμε θεωρητικά, πως αυτή η εκλογική αναμέτρηση υπήρξε αναμέτρηση δύο ταχυτήτων.

[5] Η υποψηφιότητα του Γιώργου Παπανδρέου μας προσφέρει την ευκαιρία της περαιτέρω εμβάθυνσης στο ίδιο το περιεχόμενο της εκλογικής διαδικασίας ανοιχτού τύπου, που μάλιστα εγκαινιάσθηκε επί δικής του προεδρίας τον Φεβρουάριο του 2004, όταν ο ίδιος εκλέχθηκε τότε πρόεδρος του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος (ΠΑΣΟΚ), μέσω μίας ανοιχτής και δίχως περιορισμούς εκλογικής διαδικασίας που συγκέντρωσε πάνω από ένα εκατομμύριο ψηφοφόρους στις κάλπες. Από τότε μέχρι σήμερα (2004-2021), μεσολάβησαν άλλες δύο υποψηφιότητες του για την προεδρία (2007, 2021), οι οποίες και συμβάδισαν ουσιαστικά με όλες τις εξελίξεις που συντελέσθηκαν σε ό,τι έχει να κάνει με την ίδια την εκλογική διαδικασία της ανάδειξης προέδρου. Έτσι, από το 2004 και την πλήρως ανοιχτή διαδικασία, με στόχο την απόκτηση της μεγαλύτερης δυνατής κοινωνικής-πολιτικής νομιμοποίησης του τότε προέδρου, περάσαμε στο 2007, όταν στην μονομαχία μεταξύ Ευάγγελου Βενιζέλου και Γιώργου Παπανδρέου, ετέθησαν για πρώτη φορά συγκεκριμένες δικλείδες ασφαλείας (αυτή ήταν μία σημαντική καινοτομία που συνέδραμε στην εξέλιξη της διαδικασίας),  μέσω της θέσπισης ενός οργανωτικού περισσότερο, αλλά και πολιτικού διαχωρισμού μεταξύ ‘μέλους’ και ‘φίλου’ του κόμματος, και εν συνεχεία στην ‘παρένθεση’ του 2012, όταν ο Ευάγγελος Βενιζέλος, όντας ο μοναδικός υποψήφιος, εκλέχθηκε πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ (κάτι που θύμιζε, σε μικρότερους αριθμούς, την εκλογική διαδικασία του 2004), με τις εκλογικές αναμετρήσεις του 2015, του 2017 και του 2021, να αποδίδουν έμφαση στη θέσπιση και διατήρηση δικλείδων ασφαλείας, ώστε να το δείγμα να είναι περισσότερο αντιπροσωπευτικό της επιρροής του κόμματος, απηχώντας περισσότερο την πραγματικότητα. Αναλογικά, στις τρεις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις (2015, 2017, 2021), παρατηρείται αύξηση του αριθμού των υποψηφίων για την προεδρία του κόμματος, με τον ίδιο τον Γιώργο Παπανδρέου, να περνά από την κυριαρχία του ενός (2004), σε ένα πολιτικό πλουραλισμό έτσι όπως εκφράζεται μέσω της υποψηφιότητας έξι πολιτικών προσώπων. Άρα, συμπερασματικά, το πολιτικό πρόσωπο (Γιώργος Παπανδρέου), δύναται να ‘ενσαρκώσει,’ με έναν ιδιαίτερο τρόπο, τις εξελίξεις σχετικά με την εκλογική διαδικασία στο ΠΑΣΟΚ/Κίνημα Αλλαγής,  στο λεπτό και σύνθετο σημείο όπου ο ίδιος, απέφυγε να εκτεθεί στην κρίση μελών και φίλων του νεότευκτου Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών, ακόμη και μετά την εκλογική αναμέτρηση του Ιανουαρίου του 2015, και μη την κοινοβουλευτική του εκπροσώπηση.

[6] Αν και χρησιμοποίησε τον όρο ‘Κίνημα,’ το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών, ως απότοκος των κοινωνικών, πολιτικών και οργανωσιακών διεργασιών που έλαβαν χώρα εντός ΠΑΣΟΚ την πενταετία 2010-2015, δεν επεδίωξε να περιβάλλει τον πολιτικό του λόγο και τις κοινωνικές του αναφορές, στο μανδύα του Ανδρεοπαπανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ της περιόδου της πρώιμης Μεταπολίτευσης, επενδύοντας σε αντιδεξιά πολιτικά μοτίβα με διττή στόχευση: Αφενός μεν να αναδείξει εναργώς την διαφοροποίηση του από την ‘δεξιά’ Νέα Δημοκρατία του Αντώνη Σαμαρά, του κόμματος που είναι δηλαδή ο παραδοσιακός, Μεταπολιτευτικά, ανταγωνιστής του ΠΑΣΟΚ, και, αφετέρου δε, να αναδείξει αλλά και να ασκήσει κριτική σε ό,τι προσελήφθη ως σημαίνουσα ‘δεξιά’ στροφή του ΠΑΣΟΚ υπό την ηγεσία του Ευάγγελου Βενιζέλου, με κυριότερη απόδειξη αυτής, την συγκυβέρνηση με την Νέα Δημοκρατία την διετία 2012-2014. Με αυτόν τον τρόπο, διεκδίκησε για τον εαυτό του την δυνατότητα του να καλύψει το θεωρούμενο ως έλλειμμα εκπροσώπησης της παραδοσιακής κοινωνικής βάσης του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος, που ήσαν δυσαρεστημένη από την συγκυβέρνηση, δίχως όμως να καταφέρει κάτι τέτοιο, στο βαθμό που: Παραγνώρισε τις κοινωνικοπολιτικές διεργασίες που είχαν συντελεσθεί τα προηγούμενα χρόνια, πριν ακόμη από τον σχηματισμό της κυβέρνησης συνεργασίας μεταξύ Νέας Δημοκρατίας, ΠΑΣΟΚ και Δημοκρατικής Αριστεράς, εκεί όπου έλαβε χώρα η  εκ των ένδον δραστική συρρίκνωση της κοινωνικής συμμαχίας που εξέφραζε Μεταπολιτευτικά το ΠΑΣΟΚ, με κύριο ωφελημένο (και όχι μόνο), τον ΣΥΡΙΖΑ, θεωρώντας, επιφανειακά, και απλοϊκώ τω τρόπω, πως αρκεί και μόνο η επίκληση του ονόματος και της ‘αυθεντικής’ αντι-δεξιάς (και ρηχής) συνθηματολογίας, για την μεγέθυνση του ‘Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών. Παρέβλεψε πως εκείνη την περίοδο, η παραδοσιακή διαιρετική τομή μεταξύ Αριστεράς-Δεξιάς σε σημαντικό βαθμό επισκιάσθηκε από την τομή «μνημόνιο-αντιμνημόνιο» που «αποτελούσε», κατά την Βασιλική Γεωργιάδου, «την αποτύπωση μιας βαθιάς πόλωσης που αναδείχθηκε μεσούσης της κρίσης», και μάλιστα, βιαίως (αν και είχε «εφήμερα χαρακτηριστικά, κατά την καθηγήτρια του Παντείου Πανεπιστημίου). Η δόμηση και η αναπαραγωγή αυτής της εφήμερης διαιρετικής τομής (κύρια απώλεσε σημαντικό μέρος της ισχύος με την εκλογική επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας το 2019), μετέβαλε εν τοις πράγμασι τις πολιτικοϊδεολογικές αφηγήσεις του Γιώργου Παπανδρέου και του ‘Κινήματος των Δημοκρατών Σοσιαλιστών,’ με τον ίδιο να υπενθυμίζει ‘φορτισμένα,’  για μερίδες της κοινής γνώμης και της άλλοτε κοινωνικής συμμαχίας του ΠΑΣΟΚ, την έναρξη της μνημονιακής περιόδου εν Ελλάδι που συνδέθηκε με την περίοδο της δικής του διακυβέρνησης, ξυπνώντας αρνητικά αντανακλαστικά.  Δεν φρόντισε να προβεί στον εμπλουτισμό των πολιτικών, ιδεολογικών και προγραμματικών του θέσεων, με βάση τα διακυβεύματα της εποχής εκείνης, κάτι που θα μπορούσε να αναδείξει εναργώς το τι νέο κομίζει στην εγχώρια πολιτική σκηνή, καθώς, και το ποιοι είναι οι λόγοι ύπαρξης ενός νέου κόμματος. Μάλιστα, είναι ενδεικτικό ίσως αυτού, το ό,τι απέφυγε να αρθρώσει, συνεπεία και της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, έναν σαφή, Σοσιαλδημοκρατικό, φιλο-ευρωπαϊκό λόγο, ακριβώς για να μην παρακινήσει μνήμες από την διετία διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ (2009-2011). Παρέβλεψε τους όρους της κοινωνικής-πολιτικής ισχυροποίησης του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος επένδυσε σε έναν επιθετικό αντι-μνημονιακό και αντι-δικομματικό  λόγο (ασκώντας έντονη κριτική στον ίδιο και διαπαιδαγωγώντας την κοινωνική του βάση πάνω στο αφήγημα της ‘Πασοκικής’ και ‘Παπανδρεϊκής’ ευθύνης για την κρίση), τροφοδοτούμενος και από τις κινηματικές διεργασίες της πρώτης κρισιακής περιόδου, και αποκτώντας κεντρική θέση στην κομματική-πολιτική σκηνή. Η ισχνή εκλογική του επίδοση και η μη είσοδος του στη Βουλή (με έναν τρόπο, το ‘Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών,’ επηρεάσθηκε από την κρίση αντιπροσώπευσης που βίωνε το ΠΑΣΟΚ, προσλαμβανόμενο ως κακέκτυπο του), σε συνδυασμό με την υιοθέτηση μίας διαφορετικής στρατηγικής από το ΠΑΣΟΚ υπό την ηγεσία της Φώφης Γεννηματά, εμπλουτισμένης με κοινωνικές αναφορές,  με επιμέρους απευθύνσεις στην οργανωμένη βάση του κόμματος με όρους επανασυσπείρωσης του χώρου για την πολιτική του επιβίωση πλέον,   συρρίκνωσαν επιπλέον τον ήδη μικρό ζωτικό χώρο του ‘Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών,’ σταματώντας ουσιαστικά και αυτό που υπήρξε το βασικό του πλεονέκτημα από την πρώτη στιγμή της ίδρυση του: Την άντληση στελεχών από την δεξαμενή του ΠΑΣΟΚ, και από επαγγελματικούς-κοινωνικούς χώρους. Έκτοτε το κίνημα, αν και δεν έπαυσε να υπάρχει, παρέμεινε κόμμα ιδιαίτερα χαμηλής δυναμικής, χωρίς δυνατότητα να επηρεάσει το πολιτικό σκηνικό, ακόμη και στο επίπεδο των ιδεών, συντηρούμενο κυρίως σε επίπεδο ηγετικής κορυφής και επιλέγοντας, την σύμπλευση (και όχι την αντιπαλότητα), με το ΠΑΣΟΚ εντός του σχήματος του Κινήματος Αλλαγής. Μάλιστα, το 2019, κατάφερε να εκλέξει δύο βουλευτές (Γιώργος Παπανδρέου, Χάρης Καστανίδης), χωρίς όμως να κάτι τέτοιο να του προσδώσει κάποια δυναμική. Βλέπε σχετικά, Γεωργιάδου Βασιλική, ‘Η Άκρα Δεξιά στην Ελλάδα 1965-2018,’ Εκδόσεις Καστανιώτης, Αθήνα, 2019, σελ. 210. Για την ύπαρξη των διαιρετικών τομών ως γενεσιουργών αιτίων της ίδρυσης πολιτικών κομμάτων και του ανταγωνισμού τους την περίοδο της νεωτερικότητας, βλέπε την κλασική μελέτη των Lipset, S.M., & Rokkan, S., ‘Party systems and voters alignments,’ Cross-national perspectives,’ New York, Free Press, 1967.

[7] Ο Βασίλης Ασημακόπουλος, προχωρά σε μία σύντομη ανάλυση για το ‘Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών’ του Γιώργου Παπανδρέου σε δύο βιβλία: Στο ‘ΠΑΣΟΚ 1974-2018. Πολιτική οργάνωση, Ιδεολογικές μετατοπίσεις, Κυβερνητικές πολιτικές’ (από κοινού με τον Χρύσανθο Τάσση), και στο ‘Πρώτη Φορά Αριστερά. Αντιθέσεις, αντιφάσεις, εσωτερικές συγκρούσεις στο ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1974-1990 και οι βάσεις του πολιτικού μεταμορφισμού του.’ Η ανάλυση του είναι όμως σύντομη και περιορίζεται σε ένα μοτίβο κοινό και στα δύο βιβλία. « Στο επίπεδο της κεντρικής ηγετικής του γραφειοκρατίας (σ.σ: του ΠΑΣΟΚ της εποχής των μνημονίων) δεν καταγράφηκε καμία αποχώρηση την περίοδο 2010-2014. Μόνον όταν αποχώρησε τυπικά ο Γιώργος Παπανδρέου τον 1ο/2015 συγκροτώντας τον κομματικό σχηματισμό Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών (ΚΙΔΗΣΟ), αποχώρησε ένα τμήμα της γραφειοκρατίας του κόμματος, φανερώνοντας την πλήρη αποκοπή αυτής της ιδιότυπης κοινωνικής κατηγορίας από τις κυριαρχούμενες κοινωνικές τάξεις». Ως έναν βαθμό, είναι η κατανοητή θεωρητικά και επιστημολογικά η στάση αυτή, από την στιγμή όπου το κύριο αντικείμενο και των δύο βιβλίων είναι το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα και οι ανά ιστορικές περιόδους μεταβολές στο επίπεδο του πολιτικοϊδεολογικού λόγου, οργάνωσης, και πολιτικών. Σαφώς όμως, μία ανάλυση που αφορά το λεγόμενο ‘Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών’ δεν πρέπει να εξαντλείται μόνο σε αυτό, δηλαδή στο ό,τι η δημιουργία του το 2015 συνοδεύθηκε από την αποχώρηση ενός τμήματος της «γραφειοκρατίας» του ΠΑΣΟΚ προς το νεότευκτο κόμμα. Μία σφαιρική ανάλυση, οφείλει να εστιάζει στους λόγους της μη εισόδου του νέου φορέα στο Κοινοβούλιο (βλέπε και πιο πάνω), στον προσωπο-κεντρικό του χαρακτήρα και συνακόλουθα, στην έλλειψη ενός συλλογικού προφίλ, κάτι που επίσης μπορεί να αθροιστεί στους λόγους της μη εκλογικής επιτυχίας και της φθίνουσας πορείας του κόμματος, χωρίς όμως αυτό να φθάνει έως του σημείου της αυτοδιάλυσης, όπως συνέβη με την ‘Δημοκρατική Συμμαχία’ της Ντόρας Μπακογιάννη, στην εξέταση του πολιτικοϊδεολογικού του λόγου, στους λόγους που ώθησαν τον Γιώργο Παπανδρέου να λάβει την απόφαση ίδρυσης ενός νέου πολιτικού φορέα, ο οποίος, παράδοξα, κινήθηκε στη σφαίρα της αμφισημίας ή της επιλεκτικότητας, θέλοντας να είναι αλλά παράλληλα, και να μην είναι ‘νέο ΠΑΣΟΚ.’ Βλέπε σχετικά, Ασημακόπουλος, Βασίλης, & Τάσσης Χρύσανθος, (επιμ.), ‘ΠΑΣΟΚ 1974-2018. Πολιτική οργάνωση, Ιδεολογικές μετατοπίσεις, Κυβερνητικές πολιτικές…ό.π., σελ. 88. Και, Ασημακόπουλος Βασίλης, ‘Πρώτη φορά Αριστερά. Αντιθέσεις, αντιφάσεις, εσωτερικές συγκρούσεις στο ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1974-1990 και οι βάσεις του πολιτικού μεταμορφισμού του,’ Εκδόσεις Α.P Publications, Αθήνα, 2017, σελ. 461.

[8] Για την περίοδο της προεδρίας του ΠΑΣΟΚ από τον Γιώργο Παπανδρέου, βλέπε και, Ελευθερίου Κώστας, & Τάσσης Χρύσανθος, ‘Εσωκομματική πολιτική και στρατηγική του κράτους: το ‘συμμετοχικό’ εγχείρημα του ΠΑΣΟΚ (2004-2009), Επιστήμη και Κοινωνία, Τεύχος 27, 2011, Διαθέσιμο στο: ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/sas/article/viewFile/805/827.pdf

[9] Είναι ενδεικτικό το γεγονός πως, το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (SPD), δεν έχει υιοθετήσει ανοιχτές διαδικασίες εκλογής προέδρου, προκρίνοντας ένα οργανωτικό-πολιτικό μοντέλο το οποίο και αποδίδει έμφαση στη συμμετοχή της οργανωμένης ανά την επικράτεια βάσης του κόμματος για την εκλογή προέδρου και στην εν συνεχεία τελική ή μη έγκριση της των επιλεχθέντων από την βάση (διπλή νομιμοποίηση), από συνέδριο του κόμματος. Με αυτόν τον τρόπο εξελέγη το 2019, το δίδυμο των Νόρμπερτ-Βάλτερ Μπόργιανς και Σάσκια Έσεν στην ηγεσία του κόμματος, με την επιλογή προέδρου με αυτόν τον τρόπο να απηχεί την προτίμηση που δίδεται στον παράγοντα ‘οργανωμένο πολιτικό κόμμα.’ Περισσότερο εξειδικευμένα, θα λέγαμε πως είναι τα μέλη του κόμματος αυτά που αποφασίζουν επιλέγοντας με βάση κατατιθέμενες πολιτικοϊδεολογικές πλατφόρμες και πολιτικά προφίλ, επαναβεβαιώνοντας τους πολιτικούς δεσμούς που έχουν με το κόμμα και την πολιτική τους ταυτότητα, αποδεικνύοντας την χρησιμότητα τους. Η οργανωτική-πολιτική καινοτομία του ‘φίλου’ του κόμματος, κάτι που είδαμε και στις εσωκομματικές εκλογές της 5ης Δεκεμβρίου, αποφεύγεται, καθιστώντας την εκλογική διαδικασία όχι περιορισμένη ή αλλιώς, περιχαρακωμένη, αλλά στενά συνυφασμένη με την δομή του κόμματος και την σχέση βάσης-κορυφής. Σχέση που δεν είναι μονοσήμαντη, αλλά διέπεται από μία ιδιαίτερη και μεταβαλλόμενη δυναμική.  Μία τέτοια ανάλυση όμως δεν μας ωθεί στο να απορρίψουμε το μοντέλο εκλογής προέδρου που έχει εισαγάγει το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα στο εγχώριο κομματικό-πολιτικό γίγνεσθαι, με την επιλογή του ‘φίλου’ να αντανακλά και μία προσπάθεια κομματικού-πολιτικού ανοίγματος και αντιμετώπισης, σε συνθήκες 2004, της παρατηρούμενης κρίσης εμπιστοσύνης προς το τότε ΠΑΣΟΚ. Και είναι ενδεικτικό πως από το 2004 και έπειτα, η όλη διαδικασία έτεινε προς την τυπική θεσμοποίηση της, εφόσον και η Νέα Δημοκρατία εισήγαγε την συγκεκριμένη διαδικασία εκλογής προέδρου.

[10] Κάποια «κίνητρα ψήφου» (Βασιλική Γεωργιάδου), που λειτουργούν περισσότερο ως υποθέσεις εργασίας, και δύνανται να ερμηνεύσουν την επικράτηση Ανδρουλάκη, είναι τα εξής: Πρώτο κίνητρο, που οδήγησε εκλογείς στην υπερψήφιση του Νίκου Ανδρουλάκη, είναι η «στράτευση με προσανατολισμό υποψηφίους» (candidate partisanship). Η στράτευση με τον συγκεκριμένο πολιτικό και υποψήφιο επι-τελείται επί τη βάσει του εν γένει πολιτικού του προφίλ, ενεργοποιείται πάνω στη θετική απόκριση στο ερώτημα ‘ποιος είναι κατάλληλος να συμβάλλει στην επιστροφή ή αλλιώς στην ανάκαμψη του ΠΑΣΟΚ/Κινήματος Αλλαγής’ και ωθεί στην τελική πολιτική κινητοποίηση που εκφράζεται δια της ψήφου. Η πίστη στις ικανότητες του, η με θετικό τρόπο αποτίμηση της θητείας του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με τον ίδιο να αποδίδει διαρκώς έμφαση στην συμβολή του στη διαμόρφωση του ευρω-ενωσιακού μηχανισμού της πολιτικής προστασίας (είναι χαρακτηριστικό πως άλλοι υποψήφιοι, όπως ο Γιώργος Παπανδρέου απέφυγαν να αναφερθούν στη δική τους συμβολή σε θετικά επιτεύγματα όπως η ‘Διαύγεια’), η με θετικό τρόπο υποδοχή της κομματικής νομιμοφροσύνης που επέδειξε από το 2017 όταν ως ο βασικός ανταγωνιστής για την προεδρία ηττήθηκε από την Φώφη Γεννηματά, καλλιέργησαν το έδαφος για την «στράτευση» στο πλευρό του ως του πλέον κατάλληλου (προσανατολισμός σε υποψήφιους) υποψήφιο για την ηγεσία του Κινήματος Αλλαγής. Ένα δεύτερο κίνητρο που διακρίνουμε, βαθύτερα, συνδέεται με την λειτουργία του ό,τι η Noelle-Neumann, προσδιορίζει θεωρητικά ως μηχανισμού της «σπειροειδούς της σιωπής». Ας δούμε τι γράφει επ’ αυτού η Βασιλική Γεωργιάδου: «Ο αποκληθείς από την Νοelle-Neumann «μηχανισμός της «σπειροειδούς της σιωπής» μπορεί στη διάρκεια μιας προεκλογικής περιόδου να δημιουργήσει ένα «last-minute swing», μια εκλογική μετατόπιση της τελευταίας στιγμής, υπέρ εκείνου του κόμματος που στηρίζει και προωθεί τις κυριαρχούσες στη δημοσιότητα πολιτικές γνώμες, ή, διαφορετικά, υπέρ εκείνου του κόμματος που κατά την εκτίμηση των εκλογέων και ανεξαρτήτως των δικών τους προσωπικών κομματικών προτιμήσεων προβλέπεται να είναι ο νικητής των εκλογών». Στην περίπτωση που άμεσα μας ενδιαφέρει, ο μηχανισμός της «σπειροειδούς της σιωπής» λειτούργησε ανεστραμμένα και υπέρ της υποψηφιότητας του Νίκου Ανδρουλάκη. Κάτι που σημαίνει πως, το οιονεί πολιτικό κλίμα που επικράτησε κατά την προεκλογική περίοδο, και η διενέργεια δημοσκοπήσεων που σε ένα εκ των προτέρων και εν τοις πράγμασι ρευστό και αβέβαιο σκηνικό (κάτι που είχε επισημανθεί βέβαια), οι οποίες και ‘έδειχναν’ την επικράτηση του Ανδρέα Λοβέρδου στον πρώτο γύρο, ή αλλιώς, την σχετικά άνετη είσοδο του στον δεύτερο εκλογικό γύρο, προκάλεσε αντανακλαστικά την αντίδραση μερίδας εκλογέων που προφανώς έχουν πολιτικές και συμβολικές αναφορές στο χώρο του ΠΑΣΟΚ, για ό,τι προσελήφθη ως ‘έλλειψη επαφής’ με την πραγματικότητα και ‘υποτίμηση’ της υποψηφιότητας Ανδρουλάκη με ό,τι αυτή πρεσβεύει και κομίζει, με αποτέλεσμα να έχουμε το μία σιωπηλή αντίδραση και συσπείρωση γύρω από την υποψηφιότητα τους και απέναντι στο πολιτικό-μιντιακό ‘κατεστημένο’ που ‘πολεμά’ τον Ανδρουλάκη, που εκφράσθηκε, πάλι σιωπηλά, δια της ψήφου, δίδοντας στον υποψήφιο, όχι μόνο μία άνετη είσοδο στον δεύτερο γύρο της εκλογικής διαδικασίας με ένα υψηλό ποσοστό,  αλλά και ένα σαφές προβάδισμα επί του Γιώργου Παπανδρέου. Κάτι που συνέβη και με όρους «last-minute swing», μίας «εκλογικής μετατόπισης της τελευταίας στιγμής», εις βάρος εδώ των τριών υποψηφίων που λογίζονταν ως αουτσάιντερ. Ο Ανδρουλάκης άρδευσε και από τις δικές τους δεξαμενές.  Ο μηχανισμός της «σπειροειδούς της σιωπής» λειτούργησε εξόχως προωθητικά, προσδίδοντας στον Νίκο Ανδρουλάκη μία ‘από τα κάτω’ δυναμική, εκεί όπου αναπαρίστατο ως ο βασικός εκφραστής του χώρου και των αξιών του, περισσότερο από τους άλλους δύο επικρατέστερους υποψηφίους. Άρα, ως «κίνητρο ψήφου», λειτούργησε το τρίπτυχο αντίδραση-συσπείρωση-έκφραση. Το τρίτο κίνητρο, έχει να κάνει με τα χαρακτηριστικά της υποψηφιότητας Ανδρουλάκη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν είναι απλά και μόνο το ηλικιακό πρόσημο και η νεότητα ή η ανανέωση σε πρόσωπα και σε δομές που εκφράζει, όσο, και πιο σύνθετα, το ό,τι  για μερίδα εκλογέων, έγινε αντιληπτό πως έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για την ανάδειξη ενός νέου πολιτικού στην ηγεσία του Κινήματος Αλλαγής, ενός προσώπου που έχει δοκιμασθεί επιτυχώς (σε αυτό το σημείο κατάφερε να υπερκεράσει την υποψηφιότητα Χρηστίδη), κομματικά-πολιτικά, και μπορεί να εγγυηθεί την ενότητα του κόμματος. Κριτήριο επιλογής προσώπου δεν ήσαν μόνο το ποιος μπορεί να επιφέρει την ισχυροποίηση του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος/Κινήματος Αλλαγής, αλλά και το ποιος μπορεί να εγγυηθεί την ενότητα. Και εδώ ο Ανδρουλάκης, λόγω παρελθόντος και πρότερου ‘έντιμου βίου,’ υπερίσχυσε κύρια επί του Γιώργου Παπανδρέου. Με αυτούς τους όρους, προσήλκυσε και άτομα νεότερης ηλικίας στις κάλπες. Ένα τέταρτο κριτήριο τώρα, συσχετίζεται με την συνάρθρωση του στοιχείου της αποτελεσματικότητας, στοιχείου αποτελεσματικού για έναν υποψήφιο που διεκδικεί την είσοδο του στον δεύτερο εκλογικό γύρο, με την πιο ανοιχτή διεκδίκηση της πολιτικής κληρονομιάς της Φώφης Γεννηματά, ιδίως στο σκέλος που αφορά την αυτονομία της παράταξης. Ο Νίκος Ανδρουλάκης υπήρξε ο υποψήφιος που διεκδίκησε με μεγαλύτερη ζέση τμήμα της Γεννηματικής πολιτικής κληρονομιάς, επένδυσε σε μία σειρά πολιτικών, αξιακών και μνημονικών αναφορών στο πρόσωπο της και στις προσπάθειες της να εγγυηθεί από θέση αρχηγού την αυτόνομη πορεία (ζήτημα υπαρξιακό πλέον για εκλογείς του ΠΑΣΟΚ),  κερδίζοντας έτσι την εύνοια ψηφοφόρων που προσήλθαν στις κάλπες το 2017 για να υποστηρίξουν την Φώφη Γεννηματά. Για τους οποίους, διακύβευμα παρέμενε και παραμένει, η υπεράσπιση του έργου, στοιχείο που διείδαν άμεσα στον λόγο του Νίκου Ανδρουλάκη. Και ένα πέμπτο κριτήριο, συνδέεται με την εσωκομματική συμπάθεια προς το πρόσωπο του, κριτήριο που πρωτίστως ώθησε προς την κάλπη ψηφοφόρους που τον είχαν υποστηρίξει και στην εκλογική διαδικασία του 2017, κάτι που αποδεικνύει πως διέθετε και διαθέτει έναν ευδιάκριτο πυρήνα υποστηρικτών εντός κόμματος. Βλέπε σχετικά, Γεωργιάδου Βασιλική, ‘Η Άκρα Δεξιά στην Ελλάδα 1965-2018…ό.π., σελ. 165. Και, Η εκλογική έρευνα. Συμπεριφορά του εκλογικού σώματος και ανάλυση εκλογών…ό.π.,, σελ. 56 & 96. Για τον μηχανισμό της «σπειροειδούς της σιωπής», βλέπε και, Noelle-Neumann, E., ‘The spiral of silence: A theory of public opinion,’ Journal of Communication, Volume 24, 1974, σελ. 43-51.

[11] Κάποιες αιτίες για την μη είσοδο του θεωρούμενου ως φαβορί, Ανδρέα Λοβέρδου, είναι οι εξής: Η μη ουσιώδης ανάδειξη του μεταρρυθμιστικού προφίλ και πρόσημου της δικής του υποψηφιότητας επί των άλλων δύο υποψηφίων κύρια, ως βασικού κριτηρίου διαφοροποίησης (από την στιγμή που ο Γιώργος Παπανδρέου άρθρωσε έναν λόγο περί ‘προοδευτικής διακυβέρνησης’),  κάτι που θα μπορούσε να συνδεθεί με τις αναφορές του στην ‘αναγκαιότητα’ επιστροφής στο ΠΑΣΟΚ και στα σύμβολα του. Και η έμφαση σε έναν μεταρρυθμιστικό πολιτικό λόγο, κατέστη περισσότερο επιτακτική, από την στιγμή όπου το ‘μανδύα’ του προοδευτικού και της προοδευτικής παράταξης διεκδικεί και η Νέα Δημοκρατία, με τον κίνδυνο της κατάχρησης της έννοιας ‘προοδευτικός’ να ελλοχεύει.  Η επιμονή του στην ‘αναγκαιότητα’ επιστροφής στο Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα, που σταδιακά και όσο περνούσε ο καιρός εξελισσόταν στο κύριο-κυρίαρχο μοτίβο της προεκλογικής του εκστρατείας, όντας όμως αποσπασματικό, αποκομμένο από τις σύνθετες προκλήσεις που ανακύπτουν εν καιρώ μετα-νεωτερικότητας, καθότι το ζήτημα της ανάκτησης της απωλεσθείσας κοινωνικής-πολιτικής επιρροής του ΠΑΣΟΚ δεν εξαντλείται μονοσήμαντα, στην ‘επιστροφή’ του ονόματος και των συμβόλων του ΠΑΣΟΚ στο πολιτικό σκηνικό. Και, ακόμη και αν ήταν, εντός περιρρέουσας ατμόσφαιρας (νοσταλγικού-μνημονικού τύπου, αναφορές στο ‘παλαιό ΠΑΣΟΚ’), οι αναφορές αυτές προκάλεσαν τον φόβο και την ανησυχία εκλογέων που υποστήριξαν την Φώφη Γεννηματά και μπορεί να προέρχονταν και από άλλους πολιτικούς χώρους, όπως η Ανανεωτική Αριστερά, για το ό,τι το συλλογικό εγχείρημα του Κινήματος Αλλαγής ως ‘καρπός’ των προσπαθειών της Φώφης Γεννηματά, μπορεί να κινδυνεύσει με διάλυση εάν εκλεγεί εκείνος ο υποψήφιος που ευαγγελίζεται μία άμεση και ‘βίαιη’ επιστροφή στο ΠΑΣΟΚ. Η στρατηγική αυτή, χωρίς συνδέσεις με το παρόν, με μία συγκεκριμένη θεματολογία, ναρκοθέτησε το έδαφος γύρω από την υποψηφιότητα Λοβέρδου, την στιγμή  μάλιστα όπου ο ίδιος έπρεπε να διεισδύσει πολιτικά-εκλογικά στον πυρήνα των υποστηρικτών της Φώφης Γεννηματά. Ο χαμηλός δείκτης κοινωνικής-γεωγραφικής γείωσης της υποψηφιότητας του, σε εκτός του Λεκανοπεδίου της Αττικής περιοχές, καθότι, πλην εξαιρέσεων, σε αρκετές περιφέρειες της χώρας, αναδείχθηκε τρίτος, πίσω από τους Νίκο Ανδρουλάκη και Γιώργο Παπανδρέου, με το συμπέρασμα να είναι πως η υποψηφιότητα του και τα χαρακτηριστικά αυτής, ο πολιτικοϊδεολογικός του λόγος και το προφίλ του, δεν πέτυχαν να λειτουργήσουν συσπειρωτικά, και εξισορροπητικά, στο σημείο όπου η υποψηφιότητα του κατέστη κατά κύριο λόγο ‘Αθηναϊκή,’ κάτι σημαντικό αλλά όχι αρκετό.  Οι κατηγορίες των αντιπάλων του και δη των βασικών του αντιπάλων, περί προτίμησης στη ‘Δεξιά Νέα Δημοκρατία’ και στο ενδεχόμενο σύμπλευσης μαζί της, αν και επιφανειακές και όσο εξελισσόταν η διαδικασία μονοσήμαντες (από την στιγμή όπου το διακύβευμα ήσαν και είναι υψηλό), υπήρξαν αποτελεσματικές, φέρνοντας τον Ανδρέα Λοβέρδο ενώπιον των ίδιων ερωτημάτων για τις προθέσεις του, ενίοτε μάλιστα, με όρους αμηχανίας που γίνονταν αντιληπτή ως ‘κλείσιμο του ματιού’ στη Δεξιά παράταξη. Συνεπεία αυτού, ήταν η υποψηφιότητα του να συμπιεσθεί μεταξύ των αντι-δεξιών αντανακλαστικών στα οποία επένδυε εκ νέου η πλευρά Παπανδρέου, και στις εγκλήσεις περί απαραίτητης και αναγκαίας αυτονομίας της πλευράς Ανδρουλάκη, χάνοντας δυναμική στην τελική ευθεία πριν από την διεξαγωγή του πρώτου εκλογικού γύρου. Άλλως πως, το πρόσωπο του, δεν έκανε ‘γκελ’ στη βάση.  Οι όχι συχνές αναφορές του στη συμβολή του στην καλή και παραγωγική λειτουργία της Κοινοβουλευτικής ομάδας του Κινήματος Αλλαγής κατά την διάρκεια της τρέχουσας κοινοβουλευτικής περιόδου (ο Ανδρέας Λοβέρδος εμπίπτει στην κατηγορία του έμπειρου και «ισχυρού κοινοβουλευτικού», κατά την τυπολογική διάκριση του Mattei Dogan),  πράγμα που μπορούσε να αποκτήσει θετικό αντίκτυπο στην υποψηφιότητα του, και ως προς πλαίσιο της προσέλκυσης νέων ψηφοφόρων. Η μη συλλογική πλαισίωση της υποψηφιότητας του με νέα πρόσωπα, σε ηλικία και σε ιδέες, με αποτέλεσμα η υποψηφιότητα του και να εκληφθεί ως υποψηφιότητα περιστοιχισμένη από ‘μηχανισμούς,’ και να μην καταφέρει έστω να αντισταθμίσει την υπεροχή Ανδρουλάκη σε αυτό το πεδίο, ο οποίος, εν όψει δεύτερου γύρου, ήδη κινείται διλημματικά: ‘Ανανέωση ή ανακύκλωση.’ Βλέπε σχετικά για την διάκριση μεταξύ «ισχυρών κοινοβουλευτικών» και «απλών αντιπροσώπων»,  Dogan Mattei, ‘Is there a ruling class in France?,’ στο: Dogan Mattei, (επιμ.), ‘Elite configurations at the apex of power,’ Brill, Leiden, 2003, σελ. 67-68.

[12] Ένας «δεσπόζων τύπος ψηφοφόρου» του Γιώργου Παπανδρέου, είναι αυτός που αποδίδει έμφαση στη στράτευση με «προσανατολισμό θέματα/προβλήματα» (issue partisanship), αναγνωρίζοντας του έτσι  «θεματική κυριότητα» (issue ownership), σε σύγχρονα ζητήματα (βλέπε κλιματική αλλαγή/περιβαλλοντική διπλωματία), και μάλιστα, σε μεγαλύτερο βαθμό συγκριτικά όχι μόνο με τους συνυποψηφίους του για την ηγεσία του Κινήματος Αλλαγής, αλλά και συγκριτικά με τους άλλους πολιτικούς αρχηγούς. Αυτός ο τύπος ψηφοφόρου, που έσπευσε να εκφρασθεί εκλογικά, θεωρεί πως ο Γιώργος Παπανδρέου ‘μιλούσε για θέματα’ που σήμερα τίθενται σε πρώτο πλάνο’ εδώ και αρκετά χρόνια, νοηματοδοτώντας τον ως ένα είδος πολιτικού πιονέρου. Ένας δεύτερος και επίσης «δεσπόζων τύπος ψηφοφόρου», δημιουργήθηκε πάνω στο έδαφος της προσπάθειας ‘αποκάθαρσης’ του ονόματος και της πολιτικής του κληρονομιάς, θεωρώντας πως, από την μία πλευρά, φορτώθηκε ‘αδίκως’ βάρη που δεν του αναλογούσαν όσον αφορά την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης, και, από την άλλη, πως ‘ανακόπηκε βιαίως’ η μεταρρυθμιστική προσπάθεια που είχε ξεκινήσει ως πρωθυπουργός. Οπότε, ενδεχόμενη εκλογή του, δύναται να λειτουργήσει ως ένα πρώτο βήμα τόσο για την πολιτική του ‘αποκατάσταση,’ όσο και για την συνέχιση του μεταρρυθμιστικού-προωθητικού του έργου. Ο δεύτερος «δεσπόζων τύπος ψηφοφόρου», μπορεί να εκφράζει και τα πολιτικά του «παράπονα» (βλέπε και Lamprianou & Ellinas),  για την αντιμετώπιση που είχε και έχει ο Γιώργος Παπανδρέου.  Ο τρίτος και «δεσπόζων τύπος» Παπανδρεϊκού ψηφοφόρου, αναγάγει τον πρώην πρωθυπουργό ως τον μόνο ικανό από τους συνυποψηφίους του, να καταστήσει και πάλι το ΠΑΣΟΚ/Κίνημα Αλλαγής κόμμα εξουσίας, ως τον μόνο που διαθέτει το διεθνές εκτόπισμα και την πολιτική εμπειρία και να ηγηθεί και να αντιμετωπίσει επί ίσοις όροις τους Κυριάκο Μητσοτάκη και Αλέξη Τσίπρα και τα κόμματα τους,  θεωρώντας πως υπερέχει, και μάλιστα αισθητά, στο δείκτη της ‘ηγετικότητας.’ Και ο τέταρτος τύπος, ίσως όχι τόσο δεσπόζων, είναι αυτό που συνδέει πολιτικά και μνημονικά-ιστορικά την επωνυμία ‘Παπανδρέου’ με τον πολιτικό φορέα ‘ΠΑΣΟΚ,’ θέτοντας ως σημείο αναφοράς το ό,τι, είτε σε μεγαλύτερο είτε σε μικρότερο βαθμό το κόμμα ταυτίζεται με την οικογένεια Παπανδρέου, με τον Γιώργο Παπανδρέου να ‘πρέπει’ να αναλάβει εκ νέου ‘αυτό που του ανήκει.’ Είναι σε αυτό τον τύπο ψηφοφόρου που διακρίνουμε μία οιονεί ιδιοκτησιακή-κληρονομική αντίληψη. Βλέπε σχετικά, Γεωργιάδου Βασιλική, ‘Η Άκρα Δεξιά στην Ελλάδα 1965-2018…ό.π., σελ., 190 & 193. Και, Lamprianou, I, & Ellinas, A., ‘Institutional grievances and right-wing extremism: Voting for Golden Dawn in Greece,’ South European Society and Politics, 22, 1, 2017, σελ. 43-60.

[13] Θα αποφύγουμε να μιλήσουμε για τον δεύτερο γύρο και για το ποιος δύναται τελικά να επικρατήσει. Τα στοιχεία που παραθέτουμε πιο πάνω, πηγάζουν από τα δεδομένα που προέκυψαν από το εκλογικό αποτέλεσμα του Α’ γύρου.

[14] Βλέπε σχετικά, ‘Εκλογές ΚΙΝΑΛ: Ο «χάρτης» της επικράτησης Ανδρουλάκη – «Κλειδιά» Κρήτη, Βόρεια Ελλάδα και Θεσσαλία,’ Διαδικτυακή έκδοση εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’ 06/12/2021,  www.kathimerini.gr/politics/561617155/ekloges-kinal-o-chartis-tis-epikratisis-androylaki-kleidia-kriti-voreia-ellada-kai-thessalia/

[15] Ως «τοπικό κάστρο» για την υποψηφιότητα του Παύλου Γερουλάνου, ενός μετριοπαθούς πολιτικού, που πρέπει να αξιοποιηθεί την επόμενη ημέρα, λειτούργησε το Λεκανοπέδιο της Αττικής, συνεπεία και της τριβής του με την εκεί τοπική θεματολογία από την εποχή όπου ήταν υποψήφιος δήμαρχος Αθηναίων στις δημοτικές εκλογές του 2019. Το διακύβευμα της αποκέντρωσης της εξουσίας και του δια-μοιρασμού αρμοδιοτήτων, με το οποίο προσήλθε σε αυτή την εκλογική αναμέτρηση ο Παύλος Γερουλάνος, υπήρξε ξεκάθαρο, διακύβευμα μη στενά κομματικό και με ιδιαίτερη πολιτική-θεωρητική σημασία, το οποίο όμως, σε μία ‘φορτισμένη’ εκλογική-πολιτική διαδικασία, υπερκεράσθηκε (θεωρούμε εσφαλμένα), από αφηγήσεις και ρητορικές που εστίαζαν στο παρόν και στη μελλοντική πορεία του κόμματος, στις προϋποθέσεις της ανάκαμψης του, όπως επίσης και στο αν προτίθεται να συμπράξει σε ενδεχόμενη κυβέρνηση συνεργασίας είτε με την Νέα Δημοκρατία είτε με τον Συνασπισμό της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Τα χαρακτηριστικά της εκλογικής  διαδικασίας δεν ευνόησαν μία υποψηφιότητα που θα όφειλε να συγκεντρώσει μεγαλύτερο ενδιαφέρον και από τα μέλη και τους ‘φίλους’ του κόμματος. Βλέπε σχετικά, Γεωργιάδου Βασιλική, ‘Η Άκρα Δεξιά στην Ελλάδα 1965-2018…ό.π.

[16] Βλέπε σχετικά, Λιαλιούτη Μυρτώ, ‘Αέρας νίκης για τον Νίκο Ανδρουλάκη…ό.π., σελ. 9. Η συγκέντρωση περίπου των ίδιων ποσοστών, με μικρές αποκλίσεις, στον Πειραιά, συνιστά ένδειξη του ό,τι οι αποστάσεις μεταξύ των τριών επικρατέστερων δεν ήταν μεγάλες. Το αντίθετο.

[17] Η καλή τηλεοπτική εμφάνιση του υποψηφίου Παύλου Χρηστίδη, στην τηλεμαχία μεταξύ των πέντε υποψηφίων (δεν συμμετείχε ο Γιώργος Παπανδρέου), εκεί όπου ο ίδιος κινήθηκε πέραν του συμβατικού κομματικού-πολιτικού λόγου, ομιλώντας πιο οικεία, λιγότερο συνθηματολογικά  και ‘ατακαδόρικα,’  του προσέδωσε μία μικρή δυναμική που αρκούσε στην τελευταία ευθεία, ώστε να καταλάβει την τέταρτη θέση, πίσω από τους Νίκο Ανδρουλάκη, Γιώργο Παπανδρέου και Ανδρέα Λοβέρδο. Θα αναφέρουμε πως ο σχολιασμός της παρουσίας του στην τηλεμαχία των πέντε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, προκάλεσε μία συζήτηση γύρω από το όνομα του, προσδίδοντας του την θετική δημοσιότητα που δεν είχε λάβει στα προηγούμενα στάδια της προεκλογικής περιόδου, κάτι που συνιστά ένδειξη του πως επι-τελούνται πολιτικές λειτουργίες εντός της ψηφιακής σφαίρας, με το συγκροτούμενο ‘κοινό’ να είναι και διαδικτυακό-ψηφιακό.

[18] Βλέπε σχετικά, Γεωργιάδου Βασιλική, ‘Αντλώντας από τις Δεξαμενές της Δεξιάς. Εκλογικά κάστρα και ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής,’ στο: Γεωργαράκης Ν-Γ., & Δεμερτζής Ν., (επιμ.), ‘Το Πολιτικό πορτραίτο της Ελλάδας. Κρίση και η αποδόμηση του πολιτικού,’ Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών/Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 2015, σελ. 223.

[19] Για αρκετούς εκλογείς που προσήλθαν στις κάλπες που στήθηκαν ανά την επικράτεια, ο Νίκος Ανδρουλάκης προσέφερε μεγαλύτερη πολιτική ‘ασφάλεια’ και πολιτική επάρκεια. Και, όπως το 2015 θεωρήθηκε πως έφθασε η στιγμή για την εκλογή μίας γυναίκας στην προεδρία τότε του ΠΑΣΟΚ, έτσι και τώρα, θεωρήθηκε πως έφθασε η στιγμή για μία άλλη ‘πρωτιά’: Την εκλογή ενός προσώπου που προέρχεται από μία άλλη και νεότερη γενεά στην ηγεσία του Κινήματος Αλλαγής.

[20] Αντίθετα, ως άμεση και πολιτική αντίστιξη στον θετικό και συσπειρωτικό τρόπο με τον οποίο λειτούργησε η υποψηφιότητα Ανδρουλάκη σε Κρητικούς εκλογείς, θα προσθέταμε πως η υποψηφιότητα του Θεσσαλονικιού Χάρη Καστανίδη δεν λειτούργησε με τον ίδιο τρόπο, διαψεύδοντας εκείνες τις προβλέψεις που ήθελαν την Θεσσαλονίκη κυρίως αλλά και την περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας ως έναν βαθμό να συνιστούν τα εκλογικά-πολιτικά του κάστρα ή προπύργια, με την υποψηφιότητα του να δέχεται αμφίπλευρες και έντονες πιέσεις από τα ερείσματα που διατηρούν στην περιοχή οι Νίκος Ανδρουλάκης, Ανδρέας Λοβέρδος (οι δύο πρώτοι στην Κεντρική Μακεδονία), αλλά και ο Γιώργος Παπανδρέου, που είναι ισχυρός στο πολεοδομικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης.

[21] Στην ανάλυση μας, που επιθυμεί να είναι μη συμβατική (out of the box), ιδιαίτερη σημασία αποκτά και το ‘μετά’ της εκλογικής αναμέτρησης και του δεύτερου εκλογικού γύρου της Κυριακής, όποιος και αν επικρατήσει τελικά. Και αυτό διότι, το Κίνημα Αλλαγής, σε μία εκ των πραγμάτων νέα εποχή με νέα ηγεσία, οφείλει να οικοδομήσει υπομονετικά, δίχως να διστάζει να κοπιάσει ώστε να ιχνηλατήσει την πανδημική κοινωνική ανθρωπογεωγραφία της χώρας,  τις κοινωνικές του απευθύνσεις, αρθρώνοντας παράλληλα έναν επεξεργασμένο και Σοσιαλδημοκρατικό πολιτικό λόγο. Ως εκ τούτου, λειτουργώντας σε συνθήκες ανα-προσδιορισμού, δεν πρέπει να περιορίζεται σε μία στενά εκλογικίστικη στρατηγική, αναμένοντας απλά πότε θα διεξαχθούν οι εκλογές, διακατεχόμενο παράλληλα από το άγχος της αυτο-επιβεβαίωσης, εκλογικά και μη, αλλά να κινηθεί με τρόπο ώστε να επικοινωνήσει με άτομα των νεότερων γενεών, κομίζοντας εναλλακτικές σε διάφορα θεματικά πεδία.

[22] Θα είχε ιδιαίτερο θεωρητικό ενδιαφέρον το να διαθέταμε στοιχεία για την κοινωνική-επαγγελματική σύνθεση του εκλογικού σώματος, για τις ηλικίες των ψηφισάντων καθώς και για εάν οι άνδρες υπερτερούν των γυναικών ή το αντίθετο.

[23] Αξιοσημείωτη παραμένει η εκλογική επίδοση του Ανδρέα Λοβέρδου στην περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, λόγω και της οργανωμένης κινητοποίησης στο μικρο-επίπεδο που επήλθε, λαμβάνοντας ώθηση από την υποστήριξη που του προσέφερε η βουλευτής Νομού Δράμας του Κινήματος Αλλαγής Χαρά Κεφαλίδου, η οποία, πάλι κατά την ανάλυση του Dogan, έχει καταστεί «εδραιωμένη» βουλευτής, αν συνυπολογίσουμε την πολιτική της πορεία την τελευταία δεκαετία. Βλέπε σχετικά, Dogan Mattei, ‘Political asset in a class society: French deputies 1870-1958,’ στο: Dwaine, Marvick, (επιμ.), ‘Political decision-making,’ New York, The Free Press, σελ. 57-90, 1961.

ΚΙΝΑΛ

Ρoή Ειδήσεων
Σχετικά άρθρα
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

Pet Shop Θεσσαλονίκη
Μενού