Για την υπογραφή της συλλογικής σύμβασης εργασίας στον ΟΤΕ (2011)

Η συλλογική σύμβαση εργασίας που υπογράφηκε στον ΟΤΕ το 2011, προστίθεται στην «ευμετάβλητη γεωμετρία» του συστήματος εκπροσώπησης κοινωνικών συμφερόντων, όπως αυτό διαμορφώνονταν την περίοδο της κρίσης

Velonastongiaka

Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Η διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’ προχώρησε στη δημοσίευση ενός ενδιαφέροντος άρθρου του συμβούλου επιχειρήσεων Γιώργου Αρβανιτίδη, που εν προκειμένω φέρει τον τίτλο ‘Μετασχηματισμός και συνδικάτα.’ [1]

Το άρθρο του συμβούλου επιχειρήσεων καταπιάνεται με τις εργασιακές σχέσεις που συγκροτούνται μέσα σε μία Δημόσια Επιχείρηση Κοινής Ωφέλειας (ΔΕΚΟ), αποδίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στη συλλογική σύμβαση εργασίας[2] που υπεγράφη μεταξύ της Ομοσπονδίας Εργαζομένων του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος  και της διοίκησης της εταιρίας, σύμβαση η οποία ονομάσθηκε ‘Συμφωνία για την Απασχόληση και την Ανταγωνιστικότητα.’ [3]

Σε αυτό το πλαίσιο,[4] δύναται να αναφέρουμε πως, η συμφωνία εμπίπτει, τυπολογικά, στην κατηγορία του «μικροκορπορατισμού στο επίπεδο της επιχείρησης»,[5] κατά την ανάλυση της Βάλιας Αρανίτου[6] (βλέπε αντίστοιχα και την ανάλυση του Cawson), σχετικού με την άμεση και ενεργό εμπλοκή του επιχειρησιακού συνδικαλιστικού οργάνου (ΟΜΕ/ΟΤΕ), στη διαδικασία λήψης αποφάσεων,[7] όντας το ένα εκ των δύο συμβαλλομένων μερών,[8] με το βασικό διακύβευμα να καθίσταται η υπογραφή μίας συλλογικής σύμβασης εργασίας που και θα είναι σε θέση να διασφαλίσει την επιχειρησιακή ‘ειρήνη,’[9] αλλά επίσης, θα διαμορφώνει το έδαφος για την προσαρμογή του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος σε ένα ανταγωνιστικό κοινωνικο-οικονομικό γίγνεσθαι.[10]

Ειδικότερα, μέσω της υπογραφής της συγκεκριμένης συλλογικής σύμβασης εργασίας,[11] εξασφαλίσθηκε η διατήρηση των θέσεων εργασίας (κάτι σημαντικό εν καιρώ βαθιάς κοινωνικοοικονομικής κρίσης), με τους εργαζομένους ή αλλιώς, το σωματείο της ΟΜΕ/ΟΤΕ, να αποδέχεται ως συλλογικός δρώντας την μείωση μισθών «που αναλογούσε μεσοσταθμικά σε 11%».[12]

Είναι αυτό το λεπτό όσο και ιδιαίτερο στοιχείο,[13] που κατέστησε την συλλογική συμφωνία που υπήρξε ‘προϊόν’ έντονων διαπραγματεύσεων που διήρκεσαν εννέα μήνες, παίγνιο θετικού αθροίσματος, δια του συμβιβασμού, με τα δύο μέρη (διοίκηση και σωματείο) να μπορούν να εμφανίζονται ικανοποιημένα και κερδισμένα, εκεί όπου, η συλλογική σύμβαση εργασίας στον ΟΤΕ, το 2011, να προσλαμβάνει και ένα δοκιμαστικό περιεχόμενο, στο βαθμό όπου, ίσως για πρώτη φορά σε επίπεδο μίας μεγάλης δημόσιας επιχείρησης που είχε ήδη μεταβεί σε εποχή λειτουργίας με κριτήρια ιδιωτικού management, τέθηκε σε εφαρμογή ένα σχέδιο μείωση των ωρών εργασίας («από 40 στις 35 ώρες εβδομαδιαίως»[14]).

Είναι αυτό το σημείο το οποίο, μας ωθεί, θεωρητικώ τω τρόπω, να υποστηρίξουμε πως έχουμε να κάνουμε με μία περισσότερο ολοκληρωμένη συμφωνία διευθέτησης εργασιακών σχέσεων,[15] στο εγκάρσιο σημείο όπου η ίδια συνέβαλλε στη μετάβαση σε ένα ενδιαφέρον ενδο-επιχειρησιακό εργασιακό μοντέλο,[16] και μάλιστα, εν καιρώ κρίσης και ανάπτυξης συγκρουσιακών μορφών δράσης.

Άλλως πως, θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε το σχήμα του «ανταγωνιστικού κορπορατισμού»,[17] που εισαγάγει στην περί κορπορατισμού θεωρητική συζήτηση ο Κώστας Λάβδας. Κύριο χαρακτηριστικό του ‘ανταγωνιστικού κορπορατισμού,’ είναι η αντίληψη ότι «οι ανταμοιβές των εργαζομένων, η θέση των επιχειρήσεων και η βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας τους βρίσκονται σε σχέση αλληλεξάρτησης»,[18] όπως τονίζει πάλι η Βάλια Αρανίτου, που μας προσφέρει μία ευσύνοπτη όσο και αναλυτική ταξινόμηση των διαφόρων τύπων κορπορατισμού και της ιστορικής τους εξέλιξης.

Αυτό το στοιχείο το παρατηρούμε και στη συμφωνία που επετεύχθη μεταξύ της ΟΜΕ/ΟΤΕ και της διοίκησης του ήδη ιδιωτικοποιημένου μερικώς Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΟΤΕ),[19] με την συνομολόγηση και την υπογραφή της συμφωνίας, να απηχεί αυτή την αίσθηση αλληλεξάρτησης συλλογικού εργοδότη και σωματείου εργαζομένων στο νέο εγχώριο και διεθνές περιβάλλον.

Αυτή η συμφωνία θεωρείται από τον Γιώργο Αρβανιτίδη ως ενσάρκωση του ό,τι θα προσδιορίσουμε εδώ ως ‘αλλαγή παραδείγματος,’ ως προς την διαχείριση της σχέσης εργοδότη-εργαζομένων και άμβλυνσης των εντάσεων και του συγκρουσιακού φορτίου, μία ‘αλλαγή παραδείγματος’ που συγκρίνεται με την στάση που έχει επιλέξει η ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ[20] με επίδικο την έκφραση διαμαρτυρίας και δη συλλογικής, επιχειρησιακής διαμαρτυρίας στη θεωρούμενη ως περαιτέρω ιδιωτικοποίηση της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ).

Στην τελευταία, οι πρώτες αντιδράσεις των εργαζομένων, αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο κλιμάκωσης των κατά βάση διεκδικητικών κινητοποιήσεων, “με σκοπό την άσκηση πίεσης στις αρχές,” σύμφωνα με την διατύπωση των Della Porta και Diani. Το ενδιαφέρον πλέον, έγκειται στο κατά πόσον εν καιρώ πανδημικής κρίσης, η οποία λειτούργησε και λειτουργεί ως θρυαλλίδα για την εμπέδωση δραστικών μεταβολών στις εργασιακές σχέσεις και στην αγορά εργασίας εν γένει, θα προκριθεί ένα διαβουλευτικό-συναινετικό επιχειρησιακό μοντέλο, με γνώμονα πλέον, την εξισορρόπηση μεταξύ εργάσιμου και μη εργάσιμου χρόνου (βλέπε τηλεργασία).[21]

Σταχυολογούμε ενδεικτικά από το άρθρο του Γιώργου Αρβανιτίδη: «Οι αλλαγές από μόνες τους δημιουργούν ανασφάλεια, ειδικά στους εργαζόμενους, και γι’ αυτό το λόγο οι αντιδράσεις είναι αναμενόμενες και δεν αποτελούν έκπληξη. Ούτε βοηθάει η λεκτική απαξίωση της ΓΕΝΟΠ αφ’ υψηλού και εξ αποστάσεως γιατί τολμά να εκφράζει τον φόβο και την ανασφάλεια αυτών που εκπροσωπεί. Αυτό που θα πρέπει να μας απασχολεί είναι το ερώτημα πώς διοίκηση και εκπρόσωποι των εργαζομένων θα βρουν έναν κοινό δρόμο ώστε να προχωρήσει ο αναγκαίος μετασχηματισμός και να πετύχει.
Σ΄ αυτό το ερώτημα οι λύσεις που έδωσαν οι κοινωνικοί εταίροι στον ΟΤΕ αποτελούν παράδειγμα καλής πρακτικής. Αρχές Νοεμβρίου του 2011 – δηλαδή πριν 10 χρόνια ακριβώς – διοίκηση και Ομοσπονδία Εργαζομένων του ΟΤΕ υπέγραψαν μια πρωτοποριακή συλλογική σύμβαση, την «Συμφωνία για την Απασχόληση και την Ανταγωνιστικότητα». Η συμφωνία αυτή αποτέλεσε την αφετηρία για τη μετέπειτα εξαιρετική πορεία του ΟΤΕ και την ικανότητά του να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του αναγκαίου μετασχηματισμού».[22]

Η συλλογική σύμβαση εργασίας που υπογράφηκε στον ΟΤΕ το 2011, προστίθεται στην «ευμετάβλητη γεωμετρία»[23] του συστήματος εκπροσώπησης κοινωνικών συμφερόντων, όπως αυτό διαμορφώνονταν την περίοδο της κρίσης. Στη βάση της συμφωνίας τίθεται, όχι η συν-διοίκηση, αλλά η ανοιχτή συνύπαρξη των δύο μερών, με άμεσα ωφελημένο και τον ΟΤΕ.



[1] Βλέπε σχετικά, ‘Μετασχηματισμός και συνδικάτα,’ Διαδικτυακή έκδοση εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’ 28/11/2021, www.kathimerini.gr/economy/561606937/metaschimatismos-kai-syndikata/

[2] Θα επιχειρήσουμε να καταγράψουμε αναλυτικά τις παραμέτρους εκείνες που συνέβαλλαν στο κα καταστεί εφικτή η υπογραφή της συλλογικής σύμβασης εργασίας μεταξύ της Ομοσπονδίας Εργαζομένων στον ΟΤΕ και της διοίκησης της: Η πρώτη παράμετρος άπτεται της συγκρότησης και σε ένα δεύτερο επίπεδο, εμπέδωση της κουλτούρας κοινωνικού διαλόγου που προέκυψε ως απόρροια της θεσμοθέτησης του κοινωνικού διαλόγου ως εκ των πλέον βασικών εργαλείων διαχείρισης των εργασιακών σχέσεων από την δεκαετία του 1990 και έπειτα. Γράφει ο Κώστας Παλούκης σχετικά με το μοντέλο του κοινωνικού διαλόγου, το οποίο, σε επίπεδο οργανωμένης εκπροσώπησης συμφερόντων και διαβούλευσης μεταξύ κοινωνικών εταίρων, μπορεί να ατόνησε, την περίοδο της βαθιάς πολιτικής και κοινωνικοοικονομικής κρίσης, αλλά, παρ’ όλα αυτά, δεν κατέστη ατροφικό: «Πλάι στη θεσμοθέτηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων με στόχο την υπογραφή της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, (σ.σ: η οποία έπαψε να υφίσταται ως αποτέλεσμα ενός άμεσου κοινωνικού διαλόγου μεταξύ κοινωνικών εταίρων, την περίοδο της μνημονιακής διαχείρισης της κρίσης), βαθμιαία δημιουργήθηκαν πρόσθετοι θεσμοί προώθησης του κοινωνικού διαλόγου, στους οποίους συμμετείχαν οι εκπρόσωποι των εργοδοτικών και εργατικών οργανώσεων, με πιο χαρακτηριστική την ΟΚΕ». Υπό αυτό το πρίσμα, μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον διαχείρισης εργασιακών-κοινωνικών σχέσεων και διευθέτησης των διαφορών που προέκυπταν (ας μην παραβλέπουμε αυτή την παράμετρο), επωάσθηκε και εκκολάφθηκε η συλλογική σύμβαση εργασίας στον Οργανισμό Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος, με την συνομολόγηση της συμφωνίας να απηχεί αυτό το πνεύμα κοινωνικού εταιρισμού. Άρα, μπορούμε να πούμε πως η υπογραφή της συλλογικής σύμβασης εργασίας του 2011, συνιστά ένα εκ των πλέον χαρακτηριστικών παραδειγμάτων εφαρμογής του μοντέλου του κοινωνικού διαλόγου, ενδο-επιχειρησιακά. Η δεύτερη παράμετρος, αφορά την διαδικασία ιδιωτικοποίησης του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΟΤΕ), με την Γερμανική εταιρεία τηλεπικοινωνιών Deutsche Telekom, να καθίσταται από το 2008-2009, ο βασικός μέτοχος του ΟΤΕ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αυτή η εξέλιξη, ακόμη και ενδόμυχα, θεωρούμε πως ώθησε την ομοσπονδία των εργαζομένων της επιχείρησης, όχι μόνο στο να εμπλακεί σε διαπραγματεύσεις, αποφεύγοντας, εκείνη την περίοδο,  την υιοθέτηση περισσότερο συγκρουσιακών μορφών δράσης που θα μπορούσαν να συμπεριλάβουν και απεργιακές κινητοποιήσεις, ακόμη και πολυήμερες, και επιλέγοντας την επένδυση πόρων και ενέργειας προς την κατεύθυνση συμμετοχής σε διαπραγματεύσεις και δη έντονες διαπραγματεύσεις με τον συλλογικό εργοδότη για την επίτευξη συμφωνίας, εκεί όπου η επιλογή αυτή, έγινε ευμενώς αποδεκτή και συνυπολογίσθηκε από την διοίκηση της εταιρείας κατά την διάρκεια των ανοιχτών διαπραγματεύσεων. Σαφώς, η επιλογή δεν ήσαν εύκολη και ανώδυνη, ιδίως εάν λάβουμε υπόψιν την ύπαρξη εντός του σωματείου διαφορετικών στρατηγικών και προσεγγίσεων, πολιτικής χροιάς, αλλά, εκείνη την περίοδο, και με την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας να δημιουργεί εν τοις πράγμασι νέα δεδομένα και δυναμικές όσον αφορά και την ανάπτυξη του ΟΤΕ, και την σχέση διοίκησης-εργαζομένων της επιχείρησης, θεωρήθηκε η πλέον ενδεδειγμένη επιλογή, ώστε να διαμορφωθεί ένα minimum συναίνεσης και αμοιβαίας εμπιστοσύνης, από την στιγμή όπου είχε μετριασθεί κατά τι το πλεονέκτημα της εργασιακής ασφάλειας δια της μονιμοποίησης, που προσέφερε η ένταξη σε μία πρώην ΔΕΚΟ και η έναρξη της εργασιακής σχέσης μαζί της. Σε ένα θεσμοποιημένο περιβάλλον, ο ενδο-επιχειρησιακός διάλογος κατέστη η προτιμητέα επιλογή. Η τρίτη παράμετρος σχετίζεται εμπρόθετα, με το ευρύτερο περιβάλλον της εκδηλωθείσας κοινωνικοοικονομικής κρίσης. Και τι σημαίνει κάτι τέτοιο; Σημαίνει πως, σε μία περίοδο όπου ήδη είχαν διαμορφωθεί, στο δημόσιο χώρο, «ποικίλες μορφές συλλογικής δράσης», κατά την έκφραση των Νίκου Σερντεδάκι και Μυρσίνης Κουφίδη, στις οποίες συμμετείχαν και εργατικά-συνδικαλιστικά σωματεία, η ομοσπονδία εργαζομένων, ή αλλιώς, οι παρατάξεις που διέθεταν την πλειοψηφία, δεν ενέδωσαν στην πρόκληση του να ‘κατέβουν στο δρόμο’ και να διαμαρτυρηθούν ανοιχτά, ενεργοποιώντας και τα αντίστοιχα συμβολικά-αφηγηματικά ‘ρεπερτόρια,’ επι-μένοντας σε μία επιλογή που υπό εκείνες τις συνθήκες, θεωρήθηκε πως θα μπορούσε να είναι περισσότερο αποτελεσματικά, από ό,τι η στροφή σε μορφές διαμαρτυρίας. Εδώ, ανακύπτει και ένα βαθύτερο στοιχείο, το οποίο και τοποθετεί την συνομολόγηση και την υπογραφή της συλλογικής σύμβασης εργασίας του 2011, εντός του ευρύτερου κοινωνικού και πολιτικού περιβάλλοντος: Το στοιχείο αυτό έγκειται στο ό,τι ήταν το σωματείο των εργαζομένων της επιχείρησης, το οποίο, δρώντας ως φορέας εκπροσώπησης συμφερόντων, εξέφρασε την εμπιστοσύνη του (από κοινού με τη διοίκηση της εταιρείας), στο σχήμα του κοινωνικού διαλόγου σε μία περίοδο όπου το σχήμα αυτό ήδη είχε αρχίσει να υπονομεύεται, όχι πλέον μόνο πολιτικά, αλλά και κινηματικά-συνδικαλιστικά, ως σχήμα το οποίο κατεξοχήν ‘διασφαλίζει τα συμφέροντα των εργοδοτών,’ αποκλίνοντας από τις ‘επιθυμίες’ και τις ‘ανάγκες’ των εργαζομένων, διευρύνοντας έτσι τον χώρο και για την υπονόμευση του, με ιδιαίτερο τον ρόλο, για κάτι τέτοιο, και των παρατάξεων της Αριστεράς, κοινοβουλευτικής και εξω-κοινοβουλευτικής, όσο και για την νομιμοποίηση των συγκρουσιακών μορφών διεκδίκησης ως των πλέον ενδεδειγμένων εν καιρώ ‘έκτακτης ανάγκης’ (κρίση). Πριν παύσει να υφίσταται το σχήμα του κοινωνικού διαλόγου με στόχο την υπογραφή της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, είχε ήδη υπονομευθεί από τα ‘κάτω’ και από δρώντες που απέδιδαν έμφαση στην ‘ακαταλληλότητα’ του στις υπάρχουσες συνθήκες. Αντίθετα, το σωματείο των εργαζομένων του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΟΤΕ), εξέφρασε την εμπιστοσύνη του στον κοινωνικό διάλογο ενδο-επιχειρησιακής χροιάς (που υπήρξε κεκτημένο),  με πρόταγμα την διεκδίκηση, διαμέσου διαπραγματεύσεων, του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος, με την εξέλιξη της κρίσης (μειώσεις μισθών, απώλεια εργατικών κεκτημένων), και την αδυναμία των συγκρουσιακών δράσεων να επιφέρουν αποτελέσματα,  να ενισχύει την ήδη εδραιωμένη πεποίθηση του ό,τι ο καλύτερος τρόπος διασφάλισης των εργατικών δικαιωμάτων είναι οι διαπραγματεύσεις. Στην προμετωπίδα της εμπλοκής σε διαπραγματεύσεις υπήρξε το ‘από το να τα χάσεις όλα, φρόντισε να κερδίσεις κάτι.’ Η τέταρτη παράμετρος, αφορά το ό,τι η διοίκηση των εργαζομένων του ΟΤΕ, αισθάνθηκε αρκούντως ώριμη να συμμετάσχει σε έναν πολύμηνο γύρο διαπραγματεύσεων με τον συλλογικό εργοδότη, για να αποσπάσει μέτρα προστασίας των εργαζομένων του ΟΤΕ και κυρίως των νεοπροσληφθέντων που δεν εργάζονταν υπό καθεστώς μακροπρόθεσμης εργασιακής ασφάλειας όπως πρέπει να ορισθεί, θεωρητικά, η περιώνυμη ‘μονιμότητα’ (η διαμόρφωση μίας νέας εργασιακής κουλτούρας στις ΔΕΚΟ, περισσότερο εστιασμένης στην εξειδίκευση και στην κατάρτιση, πιο εξωστρεφής, ξεκίνησε ουσιαστικά από τον ΟΤΕ), δίδοντας έμφαση για να επιτύχει κάτι τέτοιο, στην τεκμηριωμένη παρουσίαση των θέσεων και των αιτημάτων του, τροφοδοτούμενο από μία οιονεί εξελισσόμενη διαδικασία την περίοδο της ύστερης Μεταπολίτευσης, «τεχνοκρατικοποίηση του πολιτικού λόγου των συνδικάτων». Το σωματείο των εργαζομένων, και εξ αυτού του λόγου, προσήλθε έτοιμο και προετοιμασμένο, ώριμο στο να θέσει στο τραπέζι και να διεκδικήσει δια της τεκμηρίωσης, στρεφόμενο και εδώ, σε ένα εκ των πλέον βασικών στοιχείων του «νέου ρόλου των συνδικάτων», κατά την Βάλια Αρανίτου. Η μη απόρριψη των βασικών αιτημάτων του σωματείου και η διάρκεια των διαπραγματεύσεων (εννέα μήνες), θεωρούμε πως συνιστούν ένδειξη αυτής της καλής οργανωτικής προετοιμασίας και της επαρκούς τεκμηρίωσης που υπήρξε, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα επίσης, το να σταθούν προσεκτικά οι εκπρόσωποι της εργοδοσίας, απέναντι στα τιθέμενα αιτήματα. Στον πυρήνα της συλλογικής σύμβασης εργασίας που υπεγράφη, τέθηκε η ωρίμανση.  Οι τέσσερις ως άνω παράμετροι, διευκόλυναν την διαπραγμάτευση και την υπογραφή της συμφωνίας, με βάση την οποία ο ΟΤΕ πορεύτηκε ουσιαστικά την περίοδο της κρίσης. Η αρχή της «θεσμικής κεντρικότητας» (institutional centrality),  των Ackers & Payne, με το σωματείο σε ρόλο και σε θέση επιχειρησιακού ‘θεσμού,’ που προχωρά βήμα,  βρίσκει εφαρμογή εδώ. Βλέπε σχετικά, Ackers, P., & Payne, J., ‘Trade unions and social partnership: rhetoric, reality and strategy,’ International Journal of Human Resource Management, 9, 3, 1998, σελ. 529-550.   Βλέπε σχετικά, Αρανίτου Βάλια, ‘Κοινωνικός Διάλογος και Εργοδοτικές οργανώσεις. Από τη συνεργασία των κοινωνικών εταίρων στην «ηγεμονία των αγορών»,’ Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα, 2012, σελ. 126. Παλούκης Κώστας, ‘Η ιστορία «από τα μέσα»: οι προφορικές μαρτυρίες των στελεχών της ΓΣΕΒΕΕ για τον σύγχρονο συνδικαλισμό,’ στο: Μπαχάρας Δημήτρης., (επιμ.), ‘Πτυχές της ιστορίας της ΓΣΕΒΕΕ. Ταυτότητες, αιτήματα, αναπαραστάσεις στην τέχνη και τον πολιτισμό,’ Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων ΓΣΕΒΕΕ, Αθήνα, 2020, σελ. 37. Βλέπε και, Σερντεδάκις, Νίκος, & Κουφίδου Μυρσίνη, ‘Συγκρουσιακός και εκλογικός κύκλος στην Ελλάδα της κρίσης,’ Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, Τεύχος 44, 2018, σελ. 7-30. Διαθέσιμο στο: ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/hpsa/article/view/15919/14329 Για την διάκριση μεταξύ «φαινομένων συνάθροισης και συλλογικής δράσης», βλέπε και, Melluci, Alberto, Challenging Codes. Collective Action in the Information Society,’ Cambridge, Cambridge University Press, 1996.

[3] Για τα αποτέλεσματα της συμφωνίας που υπεγράφη, θα παραπέμψουμε στην ανάλυση του Γιώργου Αρβανιτίδη: «Πρώτη φορά σωματείο στην Ελλάδα συμφώνησε σε μείωση μισθών και πρώτη φορά μεγάλη ιδιωτική εταιρία δεν προέβη σε απολύσεις για να λύσει τα προβλήματά της, αλλά αντιθέτως εγγυήθηκε την απασχόληση. Ο τότε πρόεδρος της ΟΜΕ/ΟΤΕ, Παναγιώτης Κούτρας, χαρακτήρισε το αποτέλεσμα της σύμβασης ως «win-win», αμοιβαία επωφελή συμφωνία. Και πράγματι, από την πλευρά της εταιρίας δεν μπήκε μόνο φρένο στη δυναμική αύξηση του εργασιακού κόστους, αλλά εξοικονομήθηκαν γύρω στα 160 εκατ. ευρώ σε βάθος τριετίας. Η εταιρεία πήρε την ανάσα που χρειαζόταν για να ξεκινήσει το μετασχηματισμό διατηρώντας την εργασιακή ειρήνη και αποφεύγοντας μακροχρόνιες και ακριβές δικαστικές διαμάχες που θα είχε αναπόφευκτα να αντιμετωπίσει αν προέβαινε σε μαζικές απολύσεις».  Από την δική μας την πλευρά, θα επισημάνουμε τα εξής σχετικά με τα πλεονεκτήματα της συγκεκριμένης συμφωνίας: Πρώτον, μέσω της υπογραφής της συμφωνίας και της σταδιακής εφαρμογής εξασφαλίσθηκε η ενδο-επιχειρησιακή σταθερότητα, αποφεύχθηκαν ενδο-επιχειρησιακοί κλυδωνισμοί, με αποτέλεσμα την διασφάλιση μίας σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, κοινωνικής-εργασιακής ειρήνης. Δεύτερον, συνεπεία της διασφάλισης της εργασιακής ειρήνης η επιχείρηση (Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος), κατέστη αποδοτικός και παραγωγικός, περισσότερο ανταγωνιστικός,  εξοικονομώντας ποσά (160 εκατομμύρια ευρώ), που θα μπορούσε να διαθέσει σε άλλες κατευθύνσεις, με το σωματείο να επιδιώκει να αποσπάσει οφέλη από μία θετική πορεία του ΟΤΕ.  Τρίτον, η συμφωνία διαδραμάτισε ιδιαίτερο ρόλο στην ενίσχυση του συμβολικού-συνδικαλιστικού κεφαλαίου του σωματείου εργαζομένων του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος, συνδράμοντας επίσης στην περαιτέρω ‘θεσμοποίηση’ του σε μία περίοδο όπου η υπονόμευση του θεσμοποιημένου κοινωνικού διαλόγου δεν είχε αρχίσει απλά, αλλά εξελίσσονταν. Τέταρτον, βοήθησε ώστε η διοίκηση της εταιρείας να καταρτίσει περισσότερο μεσοπρόθεσμα έως μακροπρόθεσμα επιχειρησιακά πλάνα, στηριζόμενη για κάτι τέτοιο, στο εύρος της συναίνεσης που είχε επιτευχθεί. Πέμπτον, υπήρξε εκ των παραγόντων που κατέστησαν ομαλή την προσαρμογή των εργαζομένων του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος σε μία νέα κατάσταση (μερική ιδιωτικοποίηση του οργανισμού), συγκροτώντας δικλείδες ασφαλείας και για τους νεοπροσληφθέντες, με αποτέλεσμα να καλλιεργηθεί εν τοις πράγμασι το έδαφος για την δημιουργία δεσμών μεταξύ εργαζομένων που εργάζονταν υπό διαφορετικό εργασιακό ‘καθεστώς.’ Έκτον, ανέδειξε το πως μία επαρκώς προετοιμασμένη εμπλοκή σε διαπραγματεύσεις, μπορεί να καταστεί αποτελεσματική, κομίζοντας τα κατάλληλα μηνύματα προς την εργοδοσία. Έβδομο, ανέσυρε στην επιφάνεια την σημαντικότητα της παρεξηγημένης έννοια της εργασιακής ειρήνης. Βλέπε σχετικά, Βλέπε σχετικά, ‘Μετασχηματισμός και συνδικάτα…ό.π.

[4] Σε αυτό το σημείο της ανάλυσης μας, θα τονίσουμε πως μπορεί να εξετασθεί περαιτέρω θεωρητικά και αναλυτικά, το αν το μοντέλο του κοινωνικού διαλόγου, χαρακτηριστικό δείγμα του οποίου αποτελεί η υπογραφή της συμφωνίας του 2011, στον ΟΤΕ, εφαρμόσθηκε πληρέστερα σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή όχι. Διαφορετικά ειπωμένο και υπό μορφή ερωτήματος, η μονιμότητα της εργασίας, λειτούργησε ως θεμελιώδης παράγοντας για την εφαρμογή του μοντέλου του κοινωνικού διαλόγου και εταιρισμού, ή αντίθετα, ώθησε προς την υιοθέτηση συλλογικών μορφών διαμαρτυρίας, από την στιγμή όπου δεν ενέσκηπτε κάποιο ρίσκο (έλλειψη κινδύνου) απώλειας της θέσης εργασίας;  Πηγαίνοντας βαθύτερα, θα πούμε πως σε επίπεδο πολιτικής επιστήμης, δεν έχει μελετηθούν επαρκώς, και το πως η πληρέστερη εφαρμογή του κοινωνικού εταιρισμού εν Ελλάδι, την δεκαετία του 1990 (οι βάσεις για την εισαγωγή του είχαν τεθεί νωρίτερα), ως στοιχείο μίας εξελισσόμενης διαδικασίας εξευρωπαϊσμού επέδρασε στο μετασχηματισμό δύο εκ των βασικών μεταπολιτευτικών συνδικαλιστικών παρατάξεων (ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ), κύρια από την στιγμή όπου αυτές οι δύο παρατάξεις ενσωμάτωσαν τον κοινωνικό διάλογο στον εν ευρεία εννοία τρόπο διεκδικητικής λειτουργίας τους, αποκτώντας την ιδιότητα, θεσμικώ τω τρόπω του ‘εταίρου,’ και επίσης, το πως το Πανεργατικό Αγωνιστικό Μέτωπο (ΠΑΜΕ), η συνδικαλιστική παράταξη που σχετίζεται με το ΚΚΕ (είναι απλοϊκή η αντίληψη που θέλει το ΠΑΜΕ να εξαρτάται μονοσήμαντα από το ‘μητρικό’ κόμμα), αξιοποίησε την έντονη αντίθεση του σε αυτό το μοντέλο, και για να διαμορφώσει εκ νέου τις αντιθετικές αφηγήσεις του και τα ‘εργαλεία’ δράσης που προκρίνει, και για να επιβεβαιώσει τους λόγους ύπαρξης του, υπερ-τονίζοντας την ‘διαφορά’ του από τις αποκαλούμενες και ‘συμβιβασμένες’ και ‘εργοδοτικές’ συνδικαλιστικές παρατάξεις της ΠΑΣΚΕ και της ΔΑΚΕ. Διότι, η εισαγωγή και η εφαρμογή ενός τέτοιου σύνθετου μοντέλου, που αποτελεί μοντέλο διαχείρισης κοινωνικών-ταξικών διαφορών (ακόμη και σήμερα, αριστερής χροιάς αναλύσεις, το αντιμετωπίζουν επιφυλακτικά), επέδρασε στις μεταβολές που επήλθαν στο οργανωμένο σύστημα εκπροσώπησης συμφερόντων εν Ελλάδι, αναδιατάσσοντας συμμαχίες, δημιουργώντας νέες, κομίζοντας οιονεί στοιχεία ‘υβριδικότητας’ όσον αφορά την διεκδίκηση συλλογικών αιτημάτων, και επίσης,  θέτοντας τις βάσεις για την δυνατότητα επίτευξης συναινέσεων (χωρίς να εξαλειφθεί το στοιχείο της σύγκρουσης),  με περισσότερο προωθητικό τρόπο από ό,τι εντός του πολιτικού συστήματος.

[5]  Βλέπε σχετικά, Αρανίτου Βάλια, ‘Κοινωνικός Διάλογος και Εργοδοτικές οργανώσεις. Από τη συνεργασία των κοινωνικών εταίρων στην «ηγεμονία των αγορών»…ό.π., σελ. 73., όπου και μία κατατοπιστική παρουσίαση των ιστορικών περιόδων ανάπτυξης του συστήματος του κοινωνικού διαλόγου εν Ελλάδι. Για τον μικροκορπορατισμό, βλέπε και, Cawson, A., ‘Organized interests and the state: Studies in Meso-corporatism,’ London, Sage, 1985. Ευρύτερα ομιλώντας, σημαντική και σήμερα, για την ανάλυση του φαινομένου του κορπορατισμού,  παραμένει η μελέτη του G. Lembruch, ‘Ιntroduction: Neo-corporatism in comparative perspective,’ στο: Lembruch, G., & Schmitter, Paul., (επιμ.), ‘Patterns of corporatist policy making,’ London, Sage, 1982. Για την διαδικασία εξευρωπαϊσμού ιδωμένη από την σκοπιά του συστήματος οργανωμένων συμφερόντων στην Ελλάδα, βλέπε και, Lavdas, Kostas, ‘The Europeanization of Greece. Interest politics and the crisis of integration,’ London, Macmillan, 1997.

[6] Η καθηγήτρια στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης Βάλια Αρανίτου, είναι κάτι παραπάνω από σαφής όταν γράφει πως: «Βασική υπόθεση εργασίας του παρόντος βιβλίου (σ.σ: ‘Κοινωνικός διάλογος και εργοδοτικές οργανώσεις’), είναι ότι ο κοινωνικός διάλογος, ενώ ξεκίνησε ως μέσο ενίσχυσης της κοινωνικής πολιτικής και εδραίωσης και επέκτασης των δικαιωμάτων του κόσμου της εργασίας, συν τω χρόνω μεταβλήθηκε σε μια διαδικασία, σε ένα μηχανισμό ενίσχυσης αρχικά του ρόλου και της σημασίας των εργοδοτικών οργανώσεων, για να συμβάλει στη συνέχεια στην πλήρη κυριαρχία των προταγμάτων του κεφαλαίου». Δεν έχουμε πρόθεση εδώ, να αμφισβητήσουμε αρχικά, το γεγονός πως η υπόθεση εργασίας της Βάλιας Αρανίτου είναι πολύ καλά τεκμηριωμένη και επαληθεύσιμη μέσω της αξιοποίησης διαφόρων πηγών. Επιθυμούμε όπως, επιστημολογικά, να εμπλουτίσουμε τον διάλογο περί της σημασίας ή όχι του μοντέλου του κοινωνικού διαλόγου όπως αυτός συγκροτήθηκε και με τα πολλαπλά επίπεδα που προσέλαβε (ομοσπονδιακό, κλαδικό, επιχειρησιακό), αναφέροντας κάποιες ουσιώδες μεταβλητές που μπορούν να αμφισβητήσουν την ως άνω διατυπωθείσα υπόθεση εργασίας. Με αυτόν τον τρόπο, θα υπογραμμίσουμε πως, η συγγραφέας παραβλέπει το ό,τι ήταν μέσω του κοινωνικού διαλόγου που εισήχθησαν και χρησιμοποιήθηκαν νέα ‘εργαλεία’ (κάνουμε λόγο για έναν ‘εμπλουτισμό ρεπερτορίου’),  από πλευράς εργαζομένων και συνδικάτων, με στόχο την κατά το δυνατόν καλύτερη προώθηση των αιτημάτων τους και διασφάλιση των συμφερόντων τους. Παράλληλα, παραγνωρίζει το ό,τι η μορφή του κοινωνικού διαλόγου, στην οποία και στράφηκαν και συνδικαλιστικές οργανώσεις όπως η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ), προσέδωσε την δυνατότητα σε εργατικές οργανώσεις να έρθουν εκ των ένδον και εγγύτερα σε επαφή με τα εργοδοτικά προτάγματα (τα «προτάγματα του κεφαλαίου όπως τα αποκαλεί η Βάλια Αρανίτου), αποκτώντας γνώση επ’ αυτών και οργανώνοντας καλύτερα την συνδικαλιστική στρατηγική τους, που σαφώς, δύναται να περιλαμβάνει και το στοιχείο της συλλογικής διεκδίκησης επί του δρόμου. Και μάλιστα, ενεργά. Αγνοεί το ό,τι επέδρασε στον εκσυγχρονισμό συνδικαλιστικών οργανώσεων (εδώ είναι σημαντική η παρουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης),  ακόμη και αν αυτός παρέμεινε ατελής για κάποιες εξ αυτών, βοηθώντας τες στο να ενσωματωθούν καλύτερα στο σύστημα κοινωνικής εκπροσώπησης και λήψης αποφάσεων, να προχωρούν σε μία ευκρινέστερη διάκριση μέσου και σκοπού, αποκτώντας και έναν νέο μοχλό πίεσης προς το πολιτικό σύστημα, αν αυτό είναι το ζητούμενο.  Θα προσθέταμε επίσης, πως η Βάλια Αρανίτου παραγνωρίζει πως η μορφή του κοινωνικού διαλόγου αποτέλεσε μία δυναμική και εξελικτική διαδικασία της περιόδου της Μεταπολίτευσης,  υποκείμενη σε διάφορους παράγοντες, συναρθρώνοντας το εγχώριο με το διεθνικό στοιχείο, και, τελευταίο άλλα όχι έσχατο, παράγοντας μία νέα γενιά συνδικαλιστικών στελεχών. Θεωρούμε πως απαιτείται εξειδικευμένη μελέτη για να τεκμηριωθεί πλήρως η βασική θέση που εκφράζει στην ανάλυση της η Βάλια Αρανίτου, περί του ό,τι ο κοινωνικός διάλογος (ενέχει θεωρητικό ενδιαφέρον να προσεγγίσουμε τον κοινωνικό διάλογο με τα μεθοδολογικά ‘εργαλεία’ της θεωρίας συγκρούσεων), μετεξελίχθηκε σε «μηχανισμό ενίσχυσης αρχικά του ρόλου και της σημασίας των εργοδοτικών οργανώσεων, για να συμβάλει στη συνέχεια στην πλήρη κυριαρχία των προταγμάτων του κεφαλαίου». Και η εξειδικευμένη μελέτη απαιτείται ακόμη και αν καταστεί περιπτωσιολογική, ώστε να τεκμηριωθεί αιτιώδης συσχέτιση. Από την πλευρά μας, δεν θεωρούμε πανάκεια την θέση που προσιδιάζει προς την κατεύθυνση υποτίμησης της σημαντικότητας των εταιρικών διαπραγματεύσεων που ενυπάρχει στον καταστατικό πυρήνα του κοινωνικού διαλόγου. Περαιτέρω, την θεωρούμε απλοϊκή, δεκτική σε έναν συγκρουσιακό ‘φετιχισμό’ που δεν επισημαίνεται αλλά υπάρχει υπόγεια εντός της ανάλυσης, θέση η οποία αδυνατεί να συλλάβει τάσεις, δυναμικές, διακυμάνσεις (θετικά αποτελέσματα), και σε πολιτικό επίπεδο, και επίσης, συμμαχίες: Τις ανακατατάξεις δηλαδή που επέφερε ο κοινωνικός διάλογος, συνυπάρχοντας διαλεκτικά και λειτουργικά, με περισσότερο συγκρουσιακές μορφές δράσης (τις οποίες επαναλαμβάνουμε πως δεν υποτιμούμε),  κύρια από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και έπειτα. Η αντίληψη της Βάλιας Αρανίτου είναι κατά βάση διχοτομικού τύπου, ερειδόμενη σε μία διαφοροποίηση με τους επι-γενόμενους όρους της συμβατότητας: Οι μεν συλλογικές, συγκρουσιακές μορφές δράσης είναι περισσότερο συμβατές με την εργατική τάξη και πρέπει να ακολουθείται, ο δε κοινωνικός διάλογος καθίσταται συμβατός με τις εργοδοτικές στρατηγικές διασφάλισης κοινωνικών-ταξικών συμφερόντων. Η κοινωνική ζωή, και εντός ενός χώρου εργασίας, είναι πιο σύνθετη και ποικίλη από τέτοιες διχοτομικές προσεγγίσεις. Βλέπε σχετικά, Αρανίτου Βάλια, ‘Κοινωνικός Διάλογος και Εργοδοτικές οργανώσεις. Από τη συνεργασία των κοινωνικών εταίρων στην «ηγεμονία των αγορών»…ό.π.

[7] Μέσω της επιτευχθείσας συμφωνίας, η Ομοσπονδία Εργαζομένων του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΟΜΕ/ΟΤΕ), διασφάλισε τις θέσεις εργασίας των εργαζομένων στην επιχείρηση, αποφεύγοντας τους κλυδωνισμούς της κρίσης και το άνοιγμα μίας νέα περιόδου έντασης μεταξύ διοίκησης και σωματείου. Η συμφωνία αποτελεί ‘καρπό’ ενός αμοιβαίου συμβιβασμού μέσω διαλόγου: Ναι μεν η Ομοσπονδία Εργαζομένων αποδέχθηκε τα εργοδοτικά προτάγματα περί αναγκαίου μετασχηματισμού της εταιρείας, από την άλλη όμως δε, η εργοδοσία έτεινε προς την αποδοχή των πλέον βασικών αιτημάτων της Ομοσπονδίας. Άρα, η συλλογική σύμβαση εργασίας του 2011 επιτυγχάνει την εξισορρόπηση και όχι την εκ των προτέρων αποδοχή των ισχυρών εργοδοτικών προταγμάτων από το σωματείο, για να στραφούμε στην ανάλυση της Βάλιας Αρανίτου, πιστοποιώντας πως η ανάλυση της πάσχει ακριβώς στο πεδίο της εξειδίκευσης και της τεκμηρίωσης στο  μικρο-επίπεδο.

[8] Υπόδειγμα μίας συλλογικής, διεκδικητικής μορφής διαμαρτυρίας, εκείνη την περίοδο (2010-2011), αποτέλεσε η απεργιακή κινητοποίηση των εργαζομένων στη Χαλυβουργεία, με σημαντικό τον ρόλο σωματείων που πρόσκεινταν στην κοινοβουλευτική (ΠΑΜΕ) και την εξω-κοινοβουλευτική Αριστερά, αντίστοιχα. Παραφράζοντας ελαφρά τον Κώστα Κανελλόπουλο, θα πούμε πως η απεργιακή κινητοποίηση, που άντλησε  από το ευρύτερο αντι-μνημονιακό κλίμα, υπήρξε ένα σημαντικό «γεγονός διαμαρτυρίας» ενταγμένο στον ευρύτερο συγκρουσιακό κύκλο που αναπτύχθηκε την πρώτη διετία της κρίσης. Σε αυτή την περίπτωση, ενσκήπτουν, ό,τι ο Σεραφείμ Σεφεριάδης προσδιορίζει θεωρητικά ως «αλληλεπιδράσεις ευκαιριών» και «απειλών». Ως «ευκαιρία» εδώ, διαμορφούμενη μέσα σε ένα δυναμικό, ιστορική περιβάλλον, νοείται η κρίση και οι προεκτάσεις που αυτή εξέλαβε, όντας στοιχείο που αντανακλά μία «κρατική αποδυνάμωση», κατά το σχήμα των Goldstone και Tilly. Η κοινωνικοοικονομική κρίση καθίσταται «ευκαιρία» επένδυσης συμβολικών πόρων (αφηγήσεων) και ενεργοποίησης εφεδρειών, δημιούργησε προσδοκίες απόσπασης μίας ευρύτερης κοινωνικής συναίνεσης, με την κλιμάκωση των συλλογικών, συνδικαλιστικών δράσεων (κυλιόμενες επαναλαμβανόμενες απεργίες, κατάληψη συμβολικών χώρων του εργοστασίου, απόφαση μετατροπής της απεργίας σε μακροχρόνια), να ευνοείται από δύο επιμέρους μεταβλητές οι οποίες χρήζουν επισήμανσης: Η πρώτη μεταβλητή αφορά την κοινωνική-πολιτική αστάθεια που είχε επέλθει, αστάθεια ευδιάκριτη στο «επίπεδο ενότητας των επιμέρους ελίτ», σύμφωνα με την διατύπωση του Νίκου Σερντεδάκι που παραπέμπει με τη σειρά του στην ανάλυση του Mc Adam, που εν προκειμένω συνέβαλε στην εδραίωση της πεποίθησης των κινητοποιούμενων ό,τι μία κλιμάκωση της δράσης είναι εφικτή, ακόμη και εάν το βασικό μήνυμα χώλαινε ενίοτε (οι απεργιακές δράσεις στη Χαλυβουργία, δεν έχουν ιδωθεί ως ‘αυτό που είναι’: Δηλαδή, ως υπόβαθρο που διευκόλυνε την «ανάπτυξη και διάδοση μιας γενικευμένης πεποίθησης», κατά τον Νιλς Σμέλσερ, το ό,τι ‘είμαστε εργάτες και επιθυμούμε να παλεύουμε για το δίκιο μας’), ενώ η δεύτερη μεταβλητή που διακρίνουμε, σχετίζεται εμπρόθετα με την αμφιθυμία ως προς την κρατική καταστολή που έπρεπε να ασκηθεί,  και ως προς το εύρος αυτής. Η αμφιθυμία αυτή, που προέκυπτε και από την αποθάρρυνση που προκαλούσε ο φόβος πως μία ενδεχόμενη αστυνομική παρέμβαση δύναται να προκαλέσει και μία εκ νέου και ξαφνική κλιμάκωση, αποτελεί το σημείο-κλειδί ώστε να αντιληφθούμε πληρέστερα την απόφαση που ελήφθη, με την απεργία ως καθαυτό μοντέλο κινητοποίησης-συσπείρωσης να αποκτά μία σταθερότητα, σταθερότητα που ενισχύονταν αναλογικά όσο η κυβέρνηση και το αρμόδιο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, δεν αποφάσιζαν την αστυνομική επέμβαση, καθιστάμενη μακροχρόνια. Αυτή το στοιχείο της χρονικής διάρκειας όμως υπήρξε και ένα από τα βασικά μειονεκτήματα των κινητοποιούμενων σωματείων που επεδίωξαν μία σφαιρική παρέμβαση στα της κρίσης (διεκδικητικός εργατισμός), ακριβώς διότι, η προβλεψιμότητα που προσέλαβε η όλη συλλογική δράση, μείωσε δραστικά τις δυνατότητες εναλλαγής διαφόρων μορφών πάλης και διεκδίκησης, συρρίκνωσε το στοιχείου του αυθόρμητου που θα μπορούσε να προκαλέσει σύγχυση στις αρχές, συνιστώντας εκ των πρωταρχικών λόγων για τους οποίους η κινητοποίηση, παρά την σχετική κοινωνική δυναμική που απέκτησε (βλέπε δράσεις αλληλεγγύης υπέρ των απεργών), ιδίως στα πρώτα στάδια της, δεν προκάλεσε κινητοποίηση (ευρύτερος «βαθμός κινητοποίησης»),  τέτοια, που θα μπορούσε να επιδράσει στη συγκρότηση ευρύτερων κοινωνικών και δια-ταξικών συμμαχιών, μένοντας κατά κύριο λόγο υπόθεση της, συνδικαλιστικής και πολιτικής Αριστεράς. Δίχως να στρέφεται προς την κατεύθυνση χρήσης βίας και επίσης, να ‘επικοινωνεί’ με τμήματα του αναρχικού-αντιεξουσιαστικού χώρου. Η μεγάλη χρονική διάρκεια της, αποτέλεσε ένα ιδιαίτερο ‘γεγονός’ μέσα στο ‘γεγονός.’ Τώρα, μπορούμε να κάνουμε λόγο για μία βαθύτερη παράμετρο που ανακύπτει. Τα σωματεία (έχουμε ενδο-επιχειρησιακές, συνδικαλιστικές συμμαχίες), αποφάσισαν την λήξη της απεργιακής κινητοποίησης τον Ιούλιο του 2012, λίγο καιρό μετά την πραγματοποίηση της δεύτερης εκλογικής αναμέτρησης του 2012 (Ιούνιος), όταν και επιβεβαιώθηκε δια του εκλογικού αποτελέσματος, η συντελούμενη πολιτική-εκλογική αλλαγή στην Ελλάδα της κρίσης, και η εμφάνιση ενός νέου και διαφορετικού κομματικού-πολιτικού συστήματος. Με την πολιτική και εκλογική άνοδο του κόμματος του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ), άνοδο που τροφοδοτήθηκε και από τις ποικίλες κινηματικές και συνδικαλιστικές δράσεις που έλαβαν χώρα την διετία 2010-2012, η δυναμική των οποίων εξασθενούσε όσο διαφαίνονταν στον ορίζοντα η προοπτική διενέργειας των εκλογών (εν τοις πράγμασι, λόγω της έλλειψης σχετικής αποτελεσματικότητας, οι εκλογές θεωρήθηκαν ως ευκαιρία για την διαμόρφωση ενός νέου κομματικού-πολιτικού συστήματος και για την μέσω αυτού, ευόδωση των στόχων), κλείνει ο κινηματικός κύκλος της πρώτης διετίας της κρίσης, στο σημείο όπου η απόφαση για την λήξη της απεργίας τον Ιούλιο του 2012, συνιστά, συμβολικά και μη, και επιβεβαίωση των αλλαγών που επήλθαν, και άμεσα σχετιζόμενη με το κλείσιμο αυτού του κύκλου, με την όποια δυναμική είχε απομείνει, να έχει εξατμισθεί. Άλλως πως, το νέο «εκλογικό καθεστώς» που προέκυψε, κατά τους Doug Mc Adam & Sydney Tarrow, συνιστά αποτέλεσμα των έντονων και «ποικίλων αλληλοεπηρεασμών ανάμεσα στα κοινωνικά κινήματα και στις εκλογικές αναμετρήσεις» (Σερντεδάκις και Κουφίδη).  Bλέπε σχετικά, Goldstone, J.A, & Tilly, C., ‘Threat (and Opportunity): Popular Action and State Response in the Dynamics of Contentious Action», στο: R.R. Aminzade (επιμ.), ‘Silence and Voice in the Study of Contentious Politics, Cambridge University Press, Cambridge, 2001. Mc Adam, Doug, ‘Conceptual Origins, Current Problems, Future Directions”, στο: McAdam D., McCarthy J., Zald M.N., (επιμ.),  ‘Comparative Perspectives on Social Movements: Political Opportunities, Mobilizing Structures, and Cultural Framings, Cambridge: Cambridge University Press, 1996, σελ. 26. Σερντεδάκις Νίκος, ‘Η θεωρία για τα κοινωνικά κινήματα και τη συλλογική δράση. Η συμβολή του Στέλιου Αλεξανδρόπουλου,’ Περιοδικό Κοινωνική Συνοχή και Ανάπτυξη,’ 1, 2, 2006, σελ. 100. Σερντεδάκις, Νίκος, & Κουφίδου Μυρσίνη, ‘Συγκρουσιακός και εκλογικός κύκλος στην Ελλάδα της κρίσης…ό.π., σελ. 22. Ο Σεραφείμ Σεφεριάδης, υπογράφει μία από τις πλέον κατατοπιστικές μελέτες για την θεωρία των κοινωνικών κινημάτων. Βλέπε σχετικά, Σεφεριάδης Σεραφείμ, ‘Συγκρουσιακή πολιτική, συλλογική δράση, κοινωνικά κινήματα: Μια αποτύπωση,’ Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, Τεύχος 27, Μάιος 2006, σελ. 17., όπου και μία εύστοχη κριτική, με αναφορές στη θεωρία (Tilly, Μac Adam), σε αναγωγιστικές και δομολειτουργικές προσεγγίσεις περί ευκαιριών και ύπαρξης ευκαιριών, οι οποίες, μπορεί να προκύπτουν και ξαφνικά, αλλά δεν αναπτύσσονται εκτός του πυκνού κοινωνικού χρόνου, με ζητούμενο να παραμένει και το πως αξιοποιείται από κάποιο κίνημα (και από το συνδικαλιστικό), αλλά και το πόσο είναι διατεθειμένο κάποιο κίνημα να αξιοποιήσει την ευκαιρία. Για μία μελέτη που εστιάζει στη συσχέτιση του κινήματος των ‘Αγανακτισμένων’ και της υποχώρησης του με την άνοδο του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς (αν και το ζήτημα είναι πιο ευρύ), βλέπε και, Savater-Fernandez, Amador, & Fomiyana, Flesher Cristina, (επιμ.,), ‘Life After  the Squares: Reflections on the Consequences of the Occupy Movements, Social Movement Studies 16(1), 2017. Και, Κανελλόπουλος Κώστας, ‘Η Διαλεκτική κομμάτων και κινημάτων στην Ελληνική πολιτική. Το ΠΑΣΟΚ από το αντιδικτατορικό κίνημα στους Αγανακτισμένους,’ στο: Ασημακόπουλος Βασίλης, & Τάσσης Χρύσανθος, (επιμ.), ‘ΠΑΣΟΚ 1974-2018. Πολιτική οργάνωση, Ιδεολογικές μετατοπίσεις, Κυβερνητικές πολιτικές,’ Πρόλογος: Σπουρδαλάκης Μιχάλης, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 2018, σελ. 213. Για τον εγχώριο κινηματικό κύκλο διαμαρτυρίας, βλέπε και, Psimitis, M., ‘The Protest Cycle of Spring 2010 in Greece, Social Movements Studies 10(2), σελ. 191-197, 2011. Βλέπε και, Smelser, Neil, ‘Τheory of collective behavior,’ New York, Free Press, 1962.

[9] Εάν συγκρίνουμε τα δύο υποδείγματα δράσης, ήτοι το υπόδειγμα της εμπλοκής σε διαπραγματεύσεις μεγάλης διάρκειας στον Οργανισμό Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος, με την απεργιακή δράσης, επίσης μεγάλης διάρκειας, στη Χαλυβουργεία, με όρους αποτελεσματικότητας (μία μεταβλητή), τότε θα υπογραμμίζαμε πως το πρώτο υπόδειγμα κατέστη αποτελεσματικό-αποδοτικό εν αντιθέσει με το δεύτερο,  κάτι που αναδεικνύει το ό,τι το μοντέλο του κοινωνικού διαλόγου, το οποίο μπορεί να καταστεί και ‘εργαλείο’ αντιστροφής της παρατηρούμενης εδώ και καιρό μείωσης της συνδικαλιστικής πυκνότητας, διαχεόμενο προς τα ‘κάτω’ και ενταγμένο σε μία λογική ανοίγματος προς διάφορες μερίδες της εργατικής τάξης (αν μιλούμε για την εργατική τάξη), με άξονα το ερώτημα ‘τι συνδικάτα θέλουμε,’ δεν πρέπει να απορρίπτεται επιφανειακά και μηχανιστικά. Και από συνδικαλιστικές οργανώσεις που πρόσκεινται στη εν ευρεία εννοία Αριστερά.

[10] Σε αυτό το σημείο της ανάλυσης μας, θα ισχυρισθούμε θεωρητικά, πως, πέραν της διαμόρφωσης μίας νέας γενιάς συνδικαλιστικών στελεχών που απέκτησαν, συνεπεία και της συνδικαλιστικής τους στράτευσης αλλά και της γνώσης που αποκόμισαν ως συμμετέχοντες στον κοινωνικό διάλογο, αυξημένο βαθμό προσβασιμότητας στο πολιτικό σύστημα, κάτι που πρωτίστως ισχύει για την ΠΑΣΚΕ (αν και ως ‘φυτώριο’ ανάδειξης πολιτικών στελεχών λειτούργησε και το ΠΑΜΕ), η ουσιαστικά εξ αρχής θετική υποδοχή του συγκεκριμένου μοντέλου από τις συνδικαλιστικές παρατάξεις ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ, και οι συνεργασίες που επιτεύχθηκαν, η σύγκλιση σε μία λογική εξευρωπαϊσμού σε πολλά πεδία, προλείαναν το έδαφος για την σταδιακή πολιτική σύγκλιση μεταξύ του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος και της Νέας Δημοκρατίας σε κεντρικά διακυβεύματα πολιτικής, κάτι που αργότερα μεταφράσθηκε και σε κυβερνητική συνεργασία. Θεωρητικά και επιστημολογικά, οφείλουμε να αποφύγουμε την ‘παγίδα’ εκείνη που βλέπει μονολιθικά την εξάρτηση του συνδικάτου και της συνδικαλιστικής παράταξης από το πολιτικό κόμμα, μεταβαίνοντας σε μία προωθητικό θεωρητικό σχήμα εντός του οποίου ενυπάρχουν οι αλληλοεπηρεασμοί, οι αντιφάσεις, οι διασπάσεις, οι δράσεις των συνδικάτων που δύνανται να μεταβάλλουν την εφαρμοσμένη πολιτική του κόμματος (το ΠΑΣΟΚ το βίωσε εντόνως αυτό), το γεγονός πως συνδικαλιστικές παρατάξεις και ομοσπονδίες όπως η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος, λειτούργησαν ως προωθητικοί μηχανισμοί κεντρικών στόχων (ένταξη στην ΟΝΕ), σε περιόδους όπου αρκετός κόσμος επιδίωκε να αντιληφθεί το τι συνέβαινε.

[11] Μία εικόνα του τρόπου πρόσληψης του κοινωνικού διαλόγου και της υπογραφής συλλογικών συμβάσεων εργασίας, ιδωμένων υπό την οπτική γωνία ενός τεκμηριωμένου διεκδικητισμού, δίδει σε άρθρο του στην περιοδική έκδοση του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Θεσσαλονίκης, το μέλος της εκτελεστικής του επιτροπής, Δημήτρης Σιαμπάνης, ο οποίος αποδίδει έμφαση στην υπογραφή της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ως πρωταρχικής προϋπόθεσης ώστε να υπογραφούν εν συνεχεία, κλαδικές και επιχειρησιακές συμβάσεις εργασίας. Στην αντίληψη του, η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, μπορεί να προσφέρει εκείνες τις απαραίτητες δικλείδες ασφαλείας που θα επιτρέψουν η διαπραγμάτευση για την υπογραφή κλαδικών-επιχειρησιακών συμβάσεων να γίνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ο ίδιος, δεν φαίνεται να απορρίπτει το πνεύμα του κοινωνικού διαλόγου, επιζητώντας την επίτευξη ενός ευρύτερου συντονισμού για την άσκηση πίεση προς την πλευρά του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων. Βλέπε σχετικά, Σιαμπάνης Δημήτρης, ‘Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας 2002,’ Περιοδική Έκδοση Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Θεσσαλονίκης ‘Ο κόσμος της εργασίας,’ Τεύχος 16, Φεβρουάριος 2002, σελ. 27.

[12] Βλέπε σχετικά, ‘Μετασχηματισμός και συνδικάτα…ό.π. Η απώλεια μισθών αντισταθμίσθηκε από άλλες παραμέτρους, όπως είναι η συμφωνία για την διατήρηση των ήδη υπαρχόντων θέσεων εργασίας. Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της διοίκησης του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος και της Ομοσπονδίας Εργαζομένων, υπήρξαν έντονες έως εξαντλητικές, με την δεύτερη να σπεύδει να αξιοποιήσει τους διαθέσιμους διαύλους επικοινωνίας, με την διαπραγματευτική της στρατηγική, που επιμερίσθηκε σε διάφορες φάσεις, να ενισχύεται από την έλλειψη δυσπιστίας και καχυποψίας όσον αφορά τον διάλογο και τις διαπραγματεύσεις, από το προεδρείο του.

[13] Την πανδημική περίοδο και μάλιστα σχετικά πρόσφατα, επιτελέσθηκε μία διεκδικητική-σωματειακή δράση, πρωτοβάθμιου τύπου, από διανομείς της ‘E-food,’ οι οποίοι και πέτυχαν, μέσω δράσεων που συμπεριελάμβαναν τόσο την απεργία όσο και την μοτοπορεία προς τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας, την επίτευξη ενός μείζονος στόχου: Την μονιμοποίηση των διανομέων γρήγορου φαγητού, αντιστρέφοντας άμεσα και γρήγορα το κλίμα αρνητισμού που είχε επικρατήσει μετά την απόφαση της εταιρείας να ζητήσει την μετατροπή των διανομέων σε ‘ελεύθερους συνεργάτες,’ που θα έχουν μία πιο χαλαρή σχέση με την εταιρεία, με ό,τι δύναται να σημάνει αυτό, στηριζόμενοι για κάτι τέτοιο στο αυξημένο ‘ρεύμα συμπάθειας’ προς την κατηγορία των διανομέων γρήγορου φαγητού, όπως έχει αναπαραχθεί εν καιρώ πανδημικής κρίσης. Οι δράσεις των εργαζομένων, όπως επίσης και οι ερμηνευτικές πλαισιώσεις τους, κατέστησαν ‘viral,’ με τμήμα της αντιπαράθεσης με την εργοδοσία και της συλλογικής δράσης να μετατοπίζεται στη σφαίρα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Και το ερευνητικό ερώτημα προκύπτει εύλογα: Θα μπορούσε να βοηθηθεί η απεργιακή δράση των εργαζομένων της Χαλυβουργίας το 2011, από συνεχόμενες αναφορές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αν τα δεύτερα ήσαν εκείνη την εποχή διέθεταν περισσότερους χρήστες; Ας μην ξεχνάμε πως η απεργιακή κινητοποίηση εργαζομένων και σωματείων στη Χαλυβουργία, κινούνταν στη σφαίρα του εργατικού και του πιο ‘στενά’ συνδικαλιστικού πεδίου, ενώ αντίθετα, η συλλογική δράση των διανομέων ήσαν στοχευμένη και παράλληλα περισσότερο ευέλικτη, διαχεόμενη, και με ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας με τμήμα της κοινής γνώμης, και λόγω του ό,τι η ιδιότητα του διανομέα αγγίζει περισσότερο ό,τι θα αποκαλέσουμε ως ‘διασκέδαση’ και συντροφικότητα.

[14] Βλέπε σχετικά, ‘Μετασχηματισμός και συνδικάτα…ό.π. Η μείωση των ωρών εργασίας, αίτημα που κερδίζει έδαφος εντός του συνδικαλιστικού κινήματος, στις διάφορες αποχρώσεις του, από την στιγμή όπου θεωρείται πως διαμορφώνονται οι βάσεις για κάτι τέτοιο (το αίτημα μείωσης των ωρών εργασίας δεν αποσυνδέεται από μία συζήτηση για την μετάβαση σε ένα διαφορετικό παραγωγικό πρότυπο που θα περιλαμβάνει και την τηλεργασία), συνιστά ‘επίτευγμα’ η αξία του οποίου ενισχύεται εάν λάβουμε υπόψιν το περιβάλλον κρίσης εντός του οποίου συντελέσθηκε, συντελώντας σε μία επιπλέον εξισορρόπηση μεταξύ του ‘τι έδωσαν’ και τι ‘έλαβαν’ οι εργαζόμενοι, επενεργώντας στην ενδο-επιχειρησιακή σχέση εργοδοσίας-εργαζομένων, και προσφέροντας την δυνατότητα στους τελευταίους να ανα-διαμορφώσουν σε νέες βάσεις την διαχείριση του καθημερινού τους χρόνου.

[15] Ευρύτερα ομιλώντας, θα μπορούσαμε να στοχαστούμε πάνω στο ερώτημα του αν, με αφορμή την εκδήλωση της πανδημίας και την κρατική διαχείριση της, μεταβαίνουμε σε ό,τι οι W. Streeck & P. Schmitter, σε κορπορατιστικό μοντέλο «εξαρθρωμένου πλουραλισμού», με μία πληθώρα συνδικαλιστικών οργανώσεων και σωματείων (και οι τριτοβάθμιες), να καταθέτουν  αιτήματα, και αμυντικού τύπου, κλαδικά-επαγγελματικά, τιθέμενα σε βραχυπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα, διεκδικώντας και την ανάλογη υποστήριξη αρχικά στη βάση του ομοιοεπαγγελματισμού; Μέχρι στιγμής, η απεργία ως διεκδικητική πρακτική που δεν αποτελεί προνόμιο των οργανώσεων που αναφέρονται στην εργατική τάξη, ασκείται, με κάποια δυναμική, από πρωτοβάθμιες αλλά και δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις, με οργανώσεις όπως η ΓΣΕΕ να τηρούν μία στάση συνδικαλιστικής αναμονής και υπενθύμισης των βασικών προϋποθέσεων για την αντιμετώπιση της πανδημικής κρίσης (βλέπε την καμπάνια υπέρ του εμβολιασμού που εκκίνησε η ΓΣΕΕ). Χρήση του απεργιακού εργαλείου, κεντρικά και οργανωμένα, αφού πρώτα αξιοποιήσει θεσμικούς διαύλους επικοινωνίας και κατάθεσης αιτημάτων, έκανε η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εστιατορικών και Συναφών Επαγγελμάτων (ΠΟΕΣΕ) στα μέσα Νοεμβρίου. Βλέπε σχετικά, Streeck, W., & Schmitter, P., ‘From national corporatism to transnational pluralism: Organized interests in the Single European Market,’ Politics and Society, 19, 2, 1991, σελ. 133-164. Αν και είναι ακόμη πρόωρο, θα μπορούσαμε να πούμε πως διαφαίνονται τάσεις ενίσχυσης του πρωτοβάθμιου και του κλαδικού συνδικαλισμού.

[16] Το ενδιαφέρον όσο και παράδοξο εν καιρώ βαθιάς πολιτικής και κοινωνικοοικονομικής κρίσης, ήταν το γεγονός πως, ενώ ο κοινωνικός διάλογος για την συνομολόγηση και την υπογραφή της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας έπαυσε να υφίσταται ‘βιαίως’ και κανονιστικά, ο ίδιος ο κοινωνικός διάλογος ως μορφή διευθέτησης των κοινωνικών διαφορών, ως στοιχείο επίτευξης συναίνεσης, διατήρησε την δυναμική του σε κλαδικό και σε επιχειρησιακό επίπεδο, κάτι το οποίο πρέπει να αξιοποιήσουν οι κοινωνικοί εταίροι αλλά κυρίως, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις εκπροσώπησης για να διεκδικήσουν επιτακτικά, την επαναφορά του για την θέσπιση της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας καθώς και ‘άλλων δαιμονίων.’ Το  ζήτημα της τηλεργασίας εν τω μέσω της πανδημίας και μετά από αυτή, είναι ένα σύνθετο ζήτημα το οποίο μπορεί να διευθετηθεί μέσω του κοινωνικού διαλόγου, με σαφείς αναφορές στην ανάγκη ξεκαθαρίσματος του εργάσιμου και του μη εργάσιμου χρόνου. Και μπορεί να τεθεί και σε κλαδικό και επιχειρησιακό επίπεδο, αρχικά.

[17] Βλέπε σχετικά, Λάβδας Κώστας, ‘Οι ομάδες συμφερόντων στον εξαρθρωμένο κορπορατισμό: Ο κοινωνικός διάλογος στην Ελλάδα και ο ευρωπαϊκός ‘’ανταγωνιστικός κορπορατισμός’’, στο: Featherstone, K., (επιμ.), ‘Πολιτική στην Ελλάδα. Η πρόκληση του ανταγωνισμού,’ Εκδόσεις Οκτώ, Αθήνα, 2007, σελ. 138-139.

[18] Βλέπε σχετικά, Αρανίτου Βάλια, ‘Κοινωνικός Διάλογος και Εργοδοτικές οργανώσεις. Από τη συνεργασία των κοινωνικών εταίρων στην «ηγεμονία των αγορών»…ό.π., σελ. 75.

[19] Αν και η συμφωνία που επετεύχθη το 2011, λειτούργησε ομαλά και τα επόμενα χρόνια (με την Ομοσπονδία Εργαζομένων να μην εντάσσεται στον συγκρουσιακό κύκλο της περιόδου),  ενισχύοντας το απόθεμα εμπιστοσύνης και διευκολύνοντας την χάραξη μίας στρατηγικής ανάπτυξης της εταιρείας, η Ομοσπονδία Εργαζομένων του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος, δεν ‘απέβαλλε’ από τις δράσεις και τις αφηγήσεις της, την υιοθέτηση μορφών δράσης όπως οι απεργίες, δίδοντας μας την ευκαιρία να πούμε πως ο κοινωνικός διάλογος δεν παρέχει ένα ‘έτοιμο μοντέλο’ προς άμεση εφαρμογή και χρήση, ούτε προσφέρει ‘έτοιμες λύσεις’ που ικανοποιούν πλήρως. Η χρήση του, προϋποτίθεται στην έκφρασης εμπιστοσύνης στην έννοια του συμβιβασμού, στην αξιοπιστία ενός εκάστου και στη δημιουργική σύνθεση, κάτι που είχαμε στην περίπτωση του ΟΤΕ.

[20] Η Γενική Ομοσπονδία Προσωπικού της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ), εκτιμώντας πως το «κόστος αδράνειας» (Σεραφείμ Σεφεριάδης), μετά την απόφαση για την περαιτέρω μετοχοποίηση του Οργανισμού, δύναται να προκαλέσει ζημίες, επέλεξε, προς ώρα, «δράσεις πειθούς», για να στραφούμε στους Taylor & Van Dyke (ας θυμηθούμε και την αργοπορημένη σχετικά, αλλά έντονη δραστηριοποίηση της ΓΕΝΟΠ (στην ιδιόλεκτο της ΓΕΝΟΠ το ρεύμα προσλαμβάνεται ως καθαυτό και βασικότατο ‘δημόσιο αγαθό’ που δεν πρέπει να αλλάξει χρήση, εκεί όπου επίσης νοηματοδοτείται μία διαφοροποίηση με χαρακτηριστικά τάξης μεγέθους),  την προηγούμενη δεκαετία), για το ορθό των θέσεων της. Μπορούμε να αναφέρουμε πως επρόκειτο για μία διαμαρτυρία ανακλαστικής χροιάς, που προσλαμβάνει την μετοχοποίηση του Οργανισμού ως έναυσμα για την εμπέδωση ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων λειτουργίας (αυτό το μοτίβο εξέλιπε το 2011, από τις αφηγήματα της ΟΜΕ/ΟΤΕ), με την ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ, να κάνει χρήση του αμφισβητησιακού αποθέματος που διαμόρφωσε τα τελευταία χρόνια. Βλέπε σχετικά, Taylor, V., & Van Dyke, N., ‘“Get up, Stand up”: Tactical Repertoires of Social Movements»,’ στο: Snow, D., Soule, S.A., Kriesi H., (επιμ.), ‘The Blackwell Companion to Social Movements, Blackwell Publishing, 2004.

[21] Σημαντικό είναι να συνυπολογισθούν και τα διαφορετικά εργασιακά ‘καθεστώτα’ (επισφαλής εργασία) που ενυπάρχουν στην  αγορά εργασίας.

[22] Βλέπε σχετικά, ‘Μετασχηματισμός και συνδικάτα…ό.π.

[23] Βλέπε σχετικά, Hyman R., ‘Understanding trade unionism: Between market, class and society, London, Sage, 2001. Για τις μεταβολές που επι-τελούνται στις εργασιακές σχέσεις την περίοδο της κρίσης, βλέπε και, Voskeritsian H., & Kornelakis, A., ‘Institutional change in Greek relationship in an era of fiscal crisis,’ GreeSE Paper No. 52, Hellenic Observatory, London, 2011.

Ρoή Ειδήσεων
Σχετικά άρθρα
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

Pet Shop Θεσσαλονίκη
Μενού