Οι γαλλικές προεδρικές εκλογές και ο λαϊκισμός

Ισχυρή στήριξη στον Εμανουέλ Μακρόν! Όχι για να ηττηθεί ο λαϊκισμός, όπως επιμένουν να διατείνονται οι εκπρόσωποι της ευρωπαϊκής ελίτ! Πριν και πάνω απ’ όλα γιατί το πολιτικό μέλλον της Ευρώπης δεν μπορεί να είναι η ακροδεξιά, που ευδοκιμεί με την ανοχή της σημερινής ευρωπαϊκής δεξιάς

μακρον
Velonastongiaka

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Σήμερα Κυριακή εκλέγεται ο νέος πρόεδρος της Γαλλίας και πλην συγκλονιστικού απροόπτου ο Εμανουέλ Μακρόν θα είναι και πάλι στην πολιτική ηγεσία της χώρας. Η νέα εκλογή του εκτίμησή μου είναι ότι θα είναι ανετότερη απ’ όσο εκτιμάται στον ευρωπαϊκό Τύπο, καθώς αναμφίβολα υπήρξε μια υπερβολή -και όχι μόνο δημοσκοπική- σχετικά με την εκτιμώμενη πρόθεση ψήφου προς την Μαρίν Λεπέν, με αναμολόγητο κίνητρο να ενεργοποιηθούν κοινά που προσανατολίζονταν προς την αποχή και να προσέλθουν τελικά να υπερηφίσουν τη μάλλον σκοπίμως «χλωμή» υποψηφιότητα Μακρόν. Όπερ και εγένετο κατά τον α΄ γύρο.

Ο δημόσιος διάλογος σχετικά με τις γαλλικές εκλογές εδώ αλλά και σ’ άλλες ευρωπαϊκές χώρες διεξήχθη υπό την εμμονική δουλεία που έχει επιβάλλει στην ΕΕ η κυρίαρχη πολιτικο-οικονομική ελίτ, υπό το απολύτως σχηματικό πρίσμα του διπόλου σημερινή ευρωπαϊκή πολιτική ή λαϊκισμός. Φυσικά πρόκειται για μια τελείως ελλειπτική και αποσπασματική αντίθεση των υπαρκτών κοινωνικών αντιθέσεων στην σημερινή Ευρώπη. Διότι, για παράδειγμα, η ορατή διά γυμνού οφθαλμού κεντρική βάση των ενεργών πολιτικών αιτημάτων που διαπερνούν τη Γηραιά Ήπειρο για ουσιώδη και αποτελεσματική ανακατανομή του πλούτου υπέρ των ασθενέστερων αλλά και μεταξύ ευρωπαϊκού βορρά και νότου, καθώς και για αποκατάσταση του καίρια πληγέντος από τον γερμανικής κοπής ευρωπαϊκό νεοφιλελευθερισμό κοινωνικού κράτους, σκεπάζονται -αντί να αναδεικνύονται- πίσω από τεχνητό δίλημμα που προαναφέρθηκε.

Στο κάτω-κάτω, η μαζική πρόσκληση καταψήφισης της Μαρίν Λεπέν πολιτικά δεν εδράζεται ούτε θα μπορούσε να είναι βιώσιμη και πειστική ως πρόσκληση καταψήφισης στο ότι είναι λαϊκίστρια, αλλά μόνο στο ότι είναι ακροδεξιά. Υπάρχουν δηλαδή ουσιωδέστερες σημασίες, όπως ζητήματα ταξικών αναφορών και σημεία που αφορούν στον πυρήνα των γνήσιων κοινωνικών αντιθέσεων, που ορίζουν την ανάγκη καταψήφισης της ακροδεξιάς γαλλίδας πολιτκού, αντί του ότι είναι λαϊκίστρια.

(Ευκαιρίας δοθείσης είναι καιρός να ασχοληθούμε λίγο περισσότερο με την καραμέλα του λαϊκισμού, όπως την διακινεί και την χρησιμοποιεί πολιτικά η ευρωπαϊκή πολιτική και οικονομική ελίτ. Είναι δηλαδή καιρός να αναφερθεί ότι ο λαϊκισμός ως πραγματικός ορισμός ενός τρόπου θέασης του δημόσιου σκηνικού, αφορά αποκλειστικά και μόνο αφορά σε πολιτικές που εφαρμόζονται δυνάμεις που κυβερνούν, δηλαδή βρίσκονται στην εξουσία και την ασκούν. Σε καμία περίπτωση ο «λαϊκισμός» δεν ευσταθεί ως όρος για να περιγραφεί η πολιτική που θα εφορμόσουν διάφορες wannabe αυριανές κυβερνήσεις, που τώρα όμως βρίσκονται στην αντιπολίτευση.

Συγκεκριμένα, «λαϊκισμός» είναι όρος που εισήχθη με αφορμή πολιτικές που εφαρμόστηκαν από κυβερνήσεις-καθεστώτα κυρίως στη λατινική Αμερική της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου και λόγω της ευρείας λαϊκής υποστήριξης που εξασφάλισαν προκάλεσαν σοβαρή ανησυχία στο πολιτικό κατεστημένο των ΗΠΑ, οι οποίες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο θεωρούσαν τη λατινική Αμερική ένα ιδιότυπο προτεκτοράτο τους, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια με τις αμερικανοκίνητες χούντες που ακολούθησαν.

Αντίθετα, ο όρος λαϊκισμός ως τρέχουσα αναφορά επί του ευρωπαϊκού πολιτικού πεδίου είναι σχετικά πρόσφατο γεγονός. Πολιτικά, με ευρωπαϊκούς όρους «λαϊκισμός» δεν είναι άλλο από την απόπειρα της ελίτ της ΕΕ να φορτιστούν αρνητικά παρατάξεις και πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες αμφισβήτησαν και αμφισβητούν την σοϊμπλική δημοσιονομική συνταγή των σκληρών οικονομικών περιορισμών, που όπως έχει πλέον αποδειχτεί εξασφάλισε τα μεγάλα πλεονάσματα για τον ευρωπαϊκό βορρά σε συνδυασμό με την θωράκιση του συσσωρευμένου πλούτου  της ευρωπαϊκής ελίτ, με συνέπεια το μεγάλο μέρος των επιπτώσεων της ευρωπαϊκής κρίσης του 2010 να βαρύνει τα μεσαία και τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Παραδείγματα αυτής της ευρωπαϊκής κοπής αναφοράς της ευρωπαϊκής ελίτ στον «λαϊκισμό» υπάρχουν πολλά, ανάμεσά τους, όμως, ασφαλώς ξεχωρίζει η ατάκα Ντάισελμπουμ περί της τρυφηλότητας των νοτιοευρωπαίων. Και φυσικά, ξεχωριστή είναι η περίπτωση της Ελλάδας στην ιστορία αυτή, με τη γνωστή αδιανόητη για μια κοινότητα ισότιμων μεταξύ τους χωρών-μελών απολύτως μειωτική και υποτιμητική για τη χώρα μας εν πολλοίς επικοινωνιακή παρουσίαση της Ελλάδας της ως άρπαγα του πλούτου των βορειοευρωπαίων, ακριβώς την ώρα που η συσσώρευση πλεονασμάτων υπέρ των χωρών τους εκτοξευόταν σε επίπεδα που υπερέβαιναν τα όρια των ίδιων των κανόνων της ΕΕ.

Για να συμπληρώσουμε αυτή τη μακρά, -αλλά, φρονώ, αναγκαία- αναφορά στην ιστορία του ευρωπαϊκού λαϊκισμού, δεν θα πρέπει να μην γίνει αναφορά στην περίπτωση του σημιτικού εκσυγχρονισμού. Δηλαδή σε μια σχεδιασμένη, έντεχνη, απαξίωση της κυβερνητικής πολιτικής του Ανδρέα Παπανδρέου ως «λαϊκισμού» (αν και ποτέ οι εκσυγχρονιστές δεν τόλμησαν ανοιχτά να αντιπαρατεθούν στον ιδρυτή του μεγάλου λαϊκού κινήματος) τη δεκαετία 1980-’90. Παραδείγματα αυτής της προσπάθειας απαξίωσης της πολιτικής του Ανδρέα Παπανδρέου από τους εκσυγχρονιστές, όπως το το πασίγνωστο άρθρο στο «Βήμα» για των αγωγιάτη που φόραγε ανάποδα τα πέταλα στα άλογό του για να κάνει διάφορες λοβιτούρες, άρθρο που δημοσιεύτηκε με πρόσωπο-αναφορά τον υπουργό Οικονομικών του Ανδρέα Παπανδρέου, δηλαδή τον Δημήτρη Τσοβόλα, υπάρχουν πολλά!…

Σε κάθε περίπτωση, αυτή η καραμέλα περί λαϊκισμού του ευρωπαϊκού κατεστημένου πολιτικά θα πρέπει να γίνει αντιληπτή ως σύμπτωμα της ιδεολογικοπολιτικής αφασίας της ευρωπαϊκής συντήρησης, η οποία μετά το «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια» της μεταπολεμικής περιόδου δεν έχει καταφέρει έκτοτε και ως σήμερα να αρθρώσει κανένα σοβαρό πλαίσιο πολιτικών αρχών πειστικών προς τους πολίτες, με αποτέλεσμα στην προσπάθεια να διατηρήσει την πολιτική ισχύ της να αναγκάζεται να προσφεύγει στο φλερτάρισμα με τη ευρωπαϊκή ακροδεξιά ή στην ιδεοληπττική και προφανώς ετεροπροσδιοριστική καραμέλα του λαϊκισμού).

Για να επιστρέψουμε στις γαλλικές προεδρικές εκλογές, ο ίδιος ο Μακρόν, σε μια όψιμη παραδοχή ότι το διακύβευμα των γαλλικών εκλογών (αλλά και της ευρύτερης ευρωπαϊκής ενοποιητικής υπόθεσης) δεν είναι το πλασματικό κατασκεύασμα περί δήθεν κινδύνου από τον λαϊκισμό, μεταξύ των δύο εκλογικών γύρων «κοινωνικοποίησε» σε σημαντικό βαθμό τις προγραμματικές αναφορές του. Δεν το έκανε μόνον για να κολακεύσει τα κοινά του Μελανσόν! Αντίθετα, κατά τη γνώμη μου ο Μακρόν πράγματι κατενόησε ότι με άδειο από κοινωνικές αναφορές πρόγραμμα της πιθανολογούμενης δεύτερης θητείας του, η νέα προεδρία του θα ξεφούσκωνε άδοξα και γρήγορα. Έχοντας εξ αρχής την εντύπωση ότι ο Μακρόν είναι ένας συντηρητικός πολιτικός, που επιθυμεί όμως επί της ουσίας μια πολιτική «επανίδρυση» της ΕΕ ως όρου επιβίωσής της, δηλαδή είναι ένας πολιτικός που αντιλαβάνεται ότι με τη σημερινή πολιτική στάση και την ηγεσία της ΕΕ το ενοποιητικό οικοδόμημα φθείρεται αντί να ενισχύεται, έχω διακρίνει ότι η προσπάθεια αυτή του γάλλου προέδρου υπηρετήθηκε με διάφορους τρόπους. Χαρακτηριστικότερα παραδείγματα της εν λόγω προσπάθειας του Μακρόν θεωρώ δύο σημεία: α. την αναφορά του περί «εγκεφαλικού θανάτου του ΝΑΤΟ», και β. την επιμονή του στην ανάγκη περισσότερο ισορροπημένης ευρωπαϊκής αντίδρασης κατά της απαράδεκτης εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία, με την σταθερή δήλωσή του ότι θα συνεχίσει να κρατά ανοιχτούς διαύλους διαλόγου με τον Βλαντίμιρ Πούτιν.

Αναμφίβολα τέτοιες φιλοδοξίες του Μακρόν εκτός από περισσότερο χρόνο χρειάζονται και αλλαγές στους συσχετισμούς των πολιτικών δυνάμεων στην Ευρώπη για  να προαχθούν. Απ’ αυτή τη σκοπιά, η ενδυνάμωση του Μελανσόν στον α΄ γύρο των γαλλικών προεδρικών εκλογών είναι θετική εξέλιξη. Αρκεί ο ίδιος ο Μελανσόν να ξεπεράσει το σύνδρομο του περιθωρίου που τον διακατέχει (όπως ακριβώς ο ΣΥΡΙΖΑ στη Ελλάδα μετασχηματίζεται σε παρεμβατική πολιτική δύναμη στην Ελλάδα) και να αναζητήσει λόγο και ρόλο στο τρέχον πολιτικό σκηνικό της Γαλλίας. Η πρώτη εντύπωση από τις αναφορές του Μελανσόν σε μια πρόσκληση καταψήφισης της Μαρίν Λεπέν είναι ένα θετικό στοιχείο

Σε κάθε περίπτωση, στις παρούσες γαλλικές προεδρικές εκλογές αποτυπώνεται ανάγλυφα το βάθος και η ένταση της βαθύτατης κρίσης που διέρχεται η ΕΕ. Η ΕΕ, που βρίσκεται στην πιο αδύναμη θέση της εδώ και 30 χρόνια!

Μ’ έναν καγκελάριο-σκιά του ρόλου της πολιτικής του θέσης και του ειδικού βάρους της για ολόκληρη την Ευρώπη. Μ’ ένα γάλλο πρόεδρο σχεδόν αναγκασμένο να μην παραβλέπει από δω και πέρα την ταξική συγκρότηση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και να παρεμβαίνει σε ζητήματα δικαιότερης κατανομής του πλούτου. Με μια ευρωπαϊκή ηγεσία, προδήλως αδύναμη και ακατάλληλη να σηκώσει το βάρος των αλλαγών που χρειάζεται το ευρωπαϊκό ενοποιητικό πρόταγμα για να διασωθεί και να προαχθεί. Μια Ευρώπη, που, δυστυχώς, στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο μόνο ως παρακολούθημα και ως αδύναμος παίκτης του σκηνικού αντιδρά, παρ’ όλο που το θέμα αφορά στα ύψιστα γεωπολιτικά της συμφέροντα.

Ισχυρή στήριξη στον Εμανουέλ Μακρόν, δηλαδή και κατόπιν όλων αυτών! Όχι για να ηττηθεί ο λαϊκισμός, όπως επιμένουν να διατείνονται οι εκπρόσωποι της ευρωπαϊκής ελίτ! Πριν και πάνω απ’ όλα γιατί το πολιτικό μέλλον της Ευρώπης δεν μπορεί να είναι η ακροδεξιά, που ευδοκιμεί με την ανοχή της σημερινής ευρωπαϊκής δεξιάς.

 

Ρoή Ειδήσεων
Σχετικά άρθρα
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

Pet Shop Θεσσαλονίκη
Μενού