Για το πακέτο βοήθειας των Ηνωμένων Πολιτειών προς την Ουκρανία

Η Βουλή των Αντιπροσώπων έσπευσε να εγκρίνει ένα οικονομικό πακέτο αξίας περίπου 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων, μετά από πρόταση του Αμερικανού προέδρου Τζο Μπάιντεν.

Ουκρανία
Velonastongiaka

Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Η διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’[1] δημοσιεύει μία είδηση που εν προκειμένω άπτεται της Ρωσικής στρατιωτικής εισβολής, της εξέλιξης αυτής, και της αντίδρασης των Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία προσλαμβάνει, με εμπρόθετο τρόπο, τα χαρακτηριστικά της υποστήριξης και δη της σημαντικής υποστήριξης προς την Ουκρανία.

Πιο συγκεκριμένα, η Βουλή των Αντιπροσώπων έσπευσε να εγκρίνει ένα οικονομικό πακέτο αξίας περίπου 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων,[2] μετά από πρόταση του Αμερικανού προέδρου Τζο Μπάιντεν.

Επρόκειτο για το μεγαλύτερο πακέτο[3] βοήθειας που προσφέρουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στην Ουκρανία, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, στο εγκάρσιο σημείο όπου αυτό το πακέτο επιμερίζεται ως εξής.[4]

Ένα μέρος των χρημάτων θα δοθεί για την στρατιωτική ενίσχυση της χώρας (προμήθεια σύγχρονων οπλικών συστημάτων στις Ουκρανικές Ένοπλες Δυνάμεις),[5] προκειμένου οι Ένοπλες Δυνάμεις της τελευταίας να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν στην πίεση που πλέον ασκούν οι Ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις στη Νότια και στην Ανατολική Ουκρανία,[6] ένα κομμάτι θα αφορά την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας στην Ουκρανία, εκεί όπου ως μείζον διακύβευμα καθίσταται η άμβλυνση των συνεπειών της κοινωνικής-ανθρωπιστικής επισφάλειας που έχει προκαλέσει η Ρωσική[7] στρατιωτική εισβολή στη χώρα (δεν γνωρίζουμε με ποιους μηχανισμούς θα διανεμηθεί η ανθρωπιστική βοήθεια στην Ουκρανία), με την βοήθεια αυτού του τύπου να μην εμπίπτει στην κατηγορία του «συμπονετικού συντηρητισμού»,[8] για τον οποίο κάνει λόγο η Kathleen Woodward.

Και, τελευταίο άλλα όχι έσχατο, ένα σεβαστό τμήμα της όλης βοήθειας θα δοθεί για τη διατήρηση «της συνέχειας των Ουκρανικών δημοκρατικών θεσμών».[9]

Υπό αυτό το πρίσμα, δύναται να αναφέρουμε πως, η παροχή βοήθειας αποσκοπεί στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας των δημοκρατικών θεσμών, που συνεχίζουν να λειτουργούν εν καιρώ Ρωσο-ουκρανικής σύγκρουσης, ιδίως οι θεσμοί της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας (κυβέρνηση-κοινοβούλιο), σε ένα σημείο μάλιστα όπου το Ουκρανικό κοινοβούλιο έχει καταφέρει να βρει, ως απόρροια των μεταβολών που επέφερε η Ρωσική στρατιωτική εισβολή, ‘χώρο,’ αποκτώντας έναν περισσότερο «αποτελεσματικό και επιδραστικό ρόλο»,[10] για να παραπέμψουμε στην ανάλυση του
Haider Muthnna Almoatasm, στην ενίσχυση της πολιτικής νομιμοποίησης που απολαμβάνει ο πρόεδρος (η ‘κεφαλή’ της εκτελεστικής εξουσίας), Ζελένσκι,[11] στη δημιουργία δικλείδων ασφαλείας ή στην ενίσχυση των ήδη υπάρχοντών, με στόχο εδώ το να συνεχίσει η Ουκρανική κυβέρνηση να ασκεί τα καθήκοντα της απρόσκοπτα.

Είναι αυτές οι τρεις παράλληλες πτυχές οι οποίες και συγκροτούν αυτό το (ενιαίο) πακέτο βοήθειας προς την Ουκρανία, για την έγκριση του οποίου απομένει η σύμφωνη γνώμη της Γερουσίας των Ηνωμένων Πολιτειών.[12]

Σταχυολογούμε ενδεικτικά από το δημοσίευμα της διαδικτυακής έκδοσης της εφημερίδας ‘Η Καθημερινή’: «Ο Τσακ Σούμερ, ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Γερουσία, έκρινε χθες ότι «η γρήγορη υιοθέτηση της χρηματοδότησης είναι απαραίτητη για να βοηθήσουμε τον ουκρανικό λαό στον αγώνα του εναντίον του απάνθρωπου (προέδρου της Ρωσίας Βλαντίμιρ) Πούτιν», κάνοντας λόγο περί «ηθικού καθήκοντος» των ΗΠΑ να σταθούν στο πλευρό «των φίλων μας στην Ουκρανία».

Η αμερικανική άνω Βουλή αναμένεται να εκφραστεί για το νομοσχέδιο στα τέλη της τρέχουσας εβδομάδας, ή το αργότερο στις αρχές της επόμενης.
Τη Δευτέρα, ο πρόεδρος Μπάιντεν κάλεσε το Κογκρέσο να εγκρίνει «αμέσως» τη χρηματοδότηση, καθώς το θέμα είναι επείγον, κατ’ αυτόν.
Η επικεφαλής των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών Άβριλ Χέινς υποστήριξε την Τρίτη ότι ο Ρώσος πρόεδρος Πούτιν, που ετοιμάζεται για παρατεταμένο πόλεμο στην Ουκρανία, λογαριάζει πως η βοήθεια που προσφέρει η Δύση στο Κίεβο θα αρχίσει να λιγοστεύει».[13]

Σε ένα γίγνεσθαι «δομικής ετερογένειας»,[14] σύμφωνα με την έκφραση των καθηγητών Δημήτρη Χρυσοχόου, Μιχάλη Τσινισιζέλη και Κώστα Υφαντή, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών, προβαίνει σε μία χρήση της ισχύος της, προκειμένου να συνδράμει στην προσπάθεια της Ουκρανίας να αποφύγει τη δημιουργία κοινωνικών, πολιτικών και εδαφικών ‘τετελεσμένων’ από την Ρωσία.

«Εξάλλου δύο γερουσιαστές με επιρροή, ο Λίντσεϊ Γκρέιαμ (Ρεπουμπλικάνοι) και ο Ρίτσαρντ Μπλούμενθαλ (Δημοκρατικοί), εισηγήθηκαν χθες, στο πλαίσιο των αμερικανικών αντιποίνων σε βάρος της Μόσχας, η Ρωσία να καταχωριστεί στη μαύρη λίστα των «κρατών που υποστηρίζουν την τρομοκρατία». Στον κατάλογο αυτό σήμερα περιλαμβάνονται σήμερα τέσσερις χώρες: η Κούβα, το Ιράν, η Συρία και η Βόρεια Κορέα».[15]

Μία τέτοια εξέλιξη, θα μπορούσε να κλιμακώσει την πολιτική-διπλωματική αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας, με την Ρωσία να βρίσκεται ένα βήμα πριν την αναγνώριση της, από τις Ηνωμένες Πολιτείες, σε ‘αποτυχημένο κράτος’ το οποίο παραγάγει το ίδιο τρομοκρατία (τρομοκρατία κρατικού τύπου).

ουκρανια



[1] Βλέπε σχετικά, ‘Ουκρανία: Έγκριση Κογκρέσου στο σούπερ-πακέτο βοήθειας Μπάιντεν,’ Διαδικτυακή έκδοση εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’ 11/05/2022, /www.kathimerini.gr/world/561852550/oykrania-egkrisi-kogkresoy-sto-soyper-paketo-voitheias-mpainten/ Η Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε το βράδυ της Τρίτης (ξημερώματα Τετάρτης ώρα Ελλάδας) σχέδιο νόμου για το κολοσσιαίο πακέτο δαπανών σχεδόν 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων που ζήτησε ο Αμερικανός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν για να προσφερθεί στρατιωτική, ανθρωπιστική και οικονομική βοήθεια από τις ΗΠΑ στην Ουκρανία, στην επικράτεια της οποίας εισέβαλε ο στρατός της Ρωσίας την 24η Φεβρουαρίου».

[2] Κάποιες μεταβλητές, και δη, ισχυρές μεταβλητές με βάση τις οποίες μπορεί να εξηγηθεί πληρέστερα η στρατηγική αυτή απόφαση της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών και του προέδρου Τζο Μπάιντεν, είναι οι εξής: Η πρώτη μεταβλητή που μπορεί να ερμηνεύσει αυτή την απόφαση, έχει σχέση με το ό,τι αυτή αντανακλά την πρόθεση της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών να ενισχύσει με ποικίλους τρόπους την Ουκρανία (κάτι που συνέβαινε σε σημαντικό βαθμό και προτού αποφασισθεί η χορήγηση ενός τέτοιου πακέτου βοήθειας προς την Ουκρανία), ώστε η τελευταία, όχι μόνο να είναι σε θέση να ανταπεξέλθει στην προσπάθεια των Ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων να προωθηθούν περαιτέρω στην Νότια και στην Ανατολική Ουκρανία, καταλαμβάνοντας σημαντικές περιοχές, αλλά, να εμπλακεί με καλύτερους όρους, σε περίπτωση που κάτι τέτοιο απαιτηθεί, σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς με την Ρωσία. Και για μία τέτοια εμπλοκή, απαραίτητη προϋπόθεση καθίσταται η αποστολή σημαντικής οικονομικής και στρατιωτικής βοήθειας στην Ουκρανία. Άρα, θεωρητικά-επιστημολογικά, διακρίνουμε μία ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της λήψης της απόφασης παροχής οικονομικής και στρατιωτικής βοήθειας, και της πρόθεσης των Ηνωμένων Πολιτειών να συνδράμουν με τρόπο ώστε η Ουκρανία να μεταβεί όσο περισσότερο  ομαλά γίνεται, στην επόμενη φάση της Ρωσο-ουκρανικής ένοπλης σύγκρουσης. Η δεύτερη μεταβλητή, η οποία και αποκτά ιδιαίτερη αξία, θεωρητικά και επιστημολογικά, άπτεται της στρατηγικής των Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία ουσιαστικά έχει τεθεί σε εφαρμογή από τις πρώτες ημέρες του Μαρτίου, όταν και διεφάνη πως η Ρωσική στρατιωτική εισβολή δεν ήσαν τόσο απρόσκοπτη όσο νόμιζαν αρκετοί, αναλυτές και πολιτικοί. Και τι εννοούμε λέγοντας κάτι τέτοιο; Εννοούμε πως η απόφαση για την παροχή ενός τέτοιου στοχευμένου πακέτου στήριξης προς την Ουκρανία (εδώ οφείλουμε να δούμε πως το πακέτο αυτό φέρει προεκτάσεις που εκφεύγουν της οικονομικής του διάστασης, αποτελώντας ισχυρή ένδειξη του ό,τι εν καιρώ πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν καταστεί ο στενότερος, στρατηγικός σύμμαχος της Ουκρανίας, στο λεπτό και σύνθετο σημείο όπου η Ρωσική στρατιωτική εισβολή λειτούργησε ως θρυαλλίδα ή αλλιώς, παρείχε την ευκαιρία στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρωπαϊκή Ένωση να συσφίξουν τους δεσμούς τους σε σειρά πεδίων, επιτυγχάνοντας έτσι να αμβλύνουν έως άρουν πλέον την εκατέρωθεν καχυποψία που δημιουργήθηκε την περίοδο της διακυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ/Σε μία περίοδο όπου η Ρωσία, αν και διατηρεί κάποιες εφεδρείες στην ευρωπαϊκή ήπειρο, αδυνατεί να προχωρήσει σε μία άμεση και δραστική ενίσχυση των σχέσεων της με κάποιον ευρωπαϊκό δρώντα, οι διμερείς σχέσεις μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκλαμβάνουν μία ιδιαίτερη δυναμική), μπορεί να ενταχθεί εντός της ευρύτερης στρατηγικής των Ηνωμένων Πολιτειών η οποία θέτει πλέον ως επίδικο την ‘αποδυνάμωση’ της Ρωσίας σε τέτοιο βαθμό, ώστε αυτή να μην είναι σε θέση στο εγγύς μέλλον να επιτεθεί κύρια στην Ουκρανία, αλλά, και σε κάποια άλλη χώρα της Ανατολικής Ευρώπης (βλέπε τις πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού Άμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών, στρατηγού Λόιντ Όστιν/Η ανάληψη καθηκόντων υπουργού Άμυνας από κάποιον ανώτερο αξιωματικό, κατά κύριο λόγο εν αποστρατεία, δεν θεωρείται πως δημιουργεί ζήτημα πολιτικής-ηθικής τάξης στις Ηνωμένες Πολιτείες, εν αντιθέσει με την καθ’ ημάς Μεταπολιτευτική, πολιτική παράδοση και κουλτούρα, εκεί όπου, ιδίως τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, αποφεύγονταν συνειδητά το ενδεχόμενο επιλογής ενός στρατιωτικού καριέρας στη θέση του υπουργού Άμυνας, για λόγους που άπτονταν της συγκρότησης μίας ιστορικής-πολιτικής μνήμης στον πυρήνα της οποίας υπεισέρχονταν το αρνητικό προηγούμενο τόσο της μετεμφυλιακής-μεταπολεμικής περιόδου, και κυρίως, αυτό της δικτατορίας των συνταγματαρχών, με την επιλογή πολιτικών προσώπων να απηχεί την βαθύτερη επιθυμία να παραμείνει το στράτευμα υπό διαρκή πολιτικό και κοινοβουλευτικό έλεγχο, ευρισκόμενο εντός στρατώνων/Δεν θα πρέπει να παραβλέπεται θεωρητικά, η συμβολή του Κοινοβουλίου και των κοινοβουλευτικών πολιτικών δυνάμεων στη διαδικασία του μετασχηματισμού των Ενόπλων Δυνάμεων, διαδικασία σχετική με το ρόλο και με την εν γένει πολιτική του παρουσία, και, κατ’ επέκταση, στη διαδικασία κανονικοποίησης του και ένταξης του σε μία δημοκρατική δομή καθορισμένων ρόλων και αρμοδιοτήτων, ακριβώς διότι και τα τότε κοινοβουλευτικά κόμματα αλλά και οι περισσότεροι βουλευτές όμνυαν σε μία ρητορική υπεράσπισης της Μεταπολιτευτικής δημοκρατίας και των αξιών της, θέτοντας, εν τοις πράγμασι μάλιστα, προσκόμματα στην όποια προσπάθεια επιβολής στρατιωτικών ‘λύσεων’/Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες διαθέτουν μία ανεπτυγμένη, φιλελεύθερη δημοκρατία, με ισχυρές δικλείδες ασφαλείας, τέτοιες ανησυχίες, ιστορικώ τω τρόπω, εξέλιπαν, με την επιλογή ενός στρατιωτικού για τη θέση του υπουργού Άμυνας, να απηχεί την δια-κομματική αντίληψη πως ένας στρατιωτικός, γνωρίζοντας εκ των έσω το στράτευμα και την ανθρωπογεωγραφία του, μπορεί να εκκινήσει άμεσα, δίχως να χρειασθεί μεγάλο χρόνο προσαρμογής, τον σχεδιασμό και την εφαρμογή της αμυντικής πολιτικής της κυβέρνησης, όντας την ίδια στιγμή, αρκούντως πολιτικοποιημένος). Μία τέτοια στρατηγική, η οποία δεν είναι βραχυπρόθεσμου χρονικού ορίζοντα, εγγράφει προεκτάσεις όπως είναι η δημιουργία εμποδίων στη δυνατότητα της Ρωσίας να παρασκευάζει σύγχρονα οπλικά συστήματα (για κάτι τέτοιο, ιδιαίτερο ρόλο διαδραματίζει και η επιβολή των οικονομικών κυρώσεων), η καταστροφή Ρωσικών οπλικών συστημάτων στα πεδία της μάχης (εξού και η αντίστοιχη αμυντική ενίσχυση της Ουκρανίας, εκεί όπου, άτυπα και μη, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία έχουν εμπλακεί σε έναν στρατιωτικό ανταγωνισμό, σχετικό με το ποιος διαθέτει τα καλύτερα και αποτελεσματικότερα οπλικά συστήματα), η απώλεια ‘ζωτικών’ περιφερειακών και γεω-πολιτικών συμμάχων που θα μπορούσαν να παράσχουν υποστήριξη στη Ρωσία, η πρόκληση πληγμάτων στην οικονομία της χώρας, με διακύβευμα το να μην είναι ικανή στο μέλλον να συνδράμει στην ανάληψη επιθετικών στρατιωτικών πρωτοβουλιών. Η τρίτη μεταβλητή που εντοπίζουμε, σχετίζεται με το ό,τι η Αμερικανική κυβέρνηση επιθυμεί, μέσω της παροχής ενός τέτοιου πακέτου βοήθειας προς την Ουκρανία, να ωθήσει και ευρωπαϊκές χώρες που υποστηρίζουν διπλωματικά και πολιτικά την Ουκρανία, αλλά, και την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, στο να κινηθούν περισσότερο ενεργητικά, αυξάνοντας κατά τι την βοήθεια που προσφέρουν στην Ουκρανία. Βοήθεια που δύναται να είναι, στρατιωτική, διπλωματική και οικονομική. ‘Θεωρητικοποιώντας’ την ανάλυση μας, θα στραφούμε στην «πολυ-επίπεδη θεωρία των σχηματικών-συλλογιστικών-συνειρμικών και αναλογικών συστημάτων των Power & Dalgleish, την οποία εξειδικεύει η Αναστασία Βουτηρά σε μία πολύ ενδιαφέρουσα διδακτορική διατριβή. Κύρια μας ενδιαφέρει, από αυτό τον πολυ-πρισματικό, ψυχο-συναισθηματικό καμβά που αποδίδει έμφαση στο πως παράγονται στα συναισθήματα και τι μπορεί να εκφράσουν κάθε φορά (η στερεοτυπική έκφραση ‘εναλλαγή συναισθημάτων’ η οποία χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον ψυχο-συναισθηματικό αντίκτυπο που προκαλεί ένα ερέθισμα ή αλλιώς, η έκθεση ενός δρώντα σε μία ‘φορτισμένη,’ συγκινησιακή κατάσταση, αντίκτυπος που μπορεί να λάβει τη μορφή της εναλλαγής συναισθημάτων), το αποκαλούμενο και συνειρμικό σύστημα. Ας δούμε αρχικά τι γράφει σχετικά η Αναστασία Βουτηρά: «Εάν ένα γεγονός επαναλαμβάνεται συχνά και υποβάλλεται σε επεξεργασία πάντα με τον ίδιο σχηματικό τρόπο, τότε θα διαμορφώσει μια συνειρμική παράσταση, έτσι ώστε όταν εμφανίζεται πάλι να παραχθεί αυτόματο το σχετικό συναίσθημα». Ως προς αυτό, η Ρωσική στρατιωτική εισβολή που διαρκεί πλέον αρκετό καιρό και οι άμεσες επιπτώσεις της σε διάφορα επίπεδα, αναπαρίσταται πλέον ως «επαναλαμβανόμενο γεγονός» από δρώντες που συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες (μία ενδιαφέρουσα θεωρητικά-επιστημολογικά υπόθεση εργασίας είναι η εξής: Για  τη διαμόρφωση ενός τέτοιου σύνθετου πακέτου βοήθειας επιτεύχθηκε ένας επαρκής δι-υπουργικός συντονισμός που περιελάμβανε τα υπουργεία Οικονομικών, Άμυνας και Εξωτερικών, εκεί όπου, αυτός ο συντονισμός ήσαν τέτοιου  βαθμού, που μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα προσέφερε τη δυνατότητα στον πρόεδρο Μπάιντεν να ζητήσει την κοινοβουλευτική του έγκριση), «υποβάλλεται» σε διανοητική «επεξεργασία» (που δεν είναι απαραίτητα σχηματική), επί τη βάση της οποίας, αφενός μεν συγκροτείται μία «συνειρμική παράσταση» που θέλει την Ρωσία διαρκώς, έντονα και επαναλαμβανόμενα σε θέση επιτιθέμενου, απρόκλητα επιτιθέμενου που έχει ως στόχο τον εδαφικό διαμελισμό έως την πλήρη καταστροφή της Ουκρανίας (περισσότερο έχουμε να κάνουμε με το συνειρμικό σχήμα επιτιθέμενου-αμυνόμενου και κυνηγού-θηράματος, με το θήραμα να χρήζει άμεσης βοήθειας, και όχι με ένα συμβατικό και απλοϊκό συνειρμικό σχήμα θύτη-θύματος), και, αφετέρου δε, συμβάλλει στην παραγωγή συναισθημάτων συμπόνιας προς την Ουκρανία και έκφρασης μίας ζώσας αλληλεγγύης η οποία σχηματοποιείται στη διαμόρφωση και προώθηση προς ψήφιση ενός σημαντικού πακέτου στήριξης. Όμως, η παραγωγή τέτοιου τύπου θετικών συναισθημάτων, τα οποία ωθούν προς την ανάληψη δράση ώστε να μην αφεθεί η Ουκρανία ‘μόνη’ (εδώ η ‘μοναξιά’ ισοδυναμεί με ‘καταστροφή’), δεν συνοδεύεται από την παραγωγή και έκλυση στη δημόσια σφαίρα συναισθημάτων μίσους και οργής απέναντι στη Ρωσία εν συνόλω και στους Ρώσους πολίτες (η ρητορική του προέδρου Μπάιντεν καθίσταται πολύ προσεκτική ως προς αυτό, με τον ίδιο σε δημόσιες δηλώσεις του να τονίζει εμφατικά τις στιγμές όπου οι δύο χώρες συνέπραξαν και συνεργάσθηκαν), στο λεπτό όσο και σύνθετο σημείο όπου οι αφηγήσεις Αμερικανών αξιωματούχων σπεύδουν να διαχωρίσουν μεταξύ Ρώσων πολιτών και Πουτινικού καθεστώτος. Σε μία ψυχο-συναισθηματική διαβάθμιση (η αλληλεπίδραση με το πολεμικό περιβάλλον στην Ουκρανία και με τις Ρωσικές αφηγήσεις περί πολέμου, δεν έχει παραγάγει συναισθήματα οίκτου για τους Ουκρανούς, από πλευράς των Ηνωμένων Πολιτειών/Αντιθέτως, όσο εξελίσσεται η Ρωσική στρατιωτική εισβολή, τόσο περισσότερο εμπεδώνεται η πεποίθηση σε τμήματα της πολιτικής-διπλωματικής τάξης των Ηνωμένων Πολιτειών, πως η Ουκρανία μπορεί να καταφέρει να επικρατήσει στρατιωτικά έναντι της Ρωσίας), δυσαρέσκεια και για την Ρωσική στάση, τις αντιλήψεις του καθεστώτος και για αυτή καθαυτή την στρατιωτική εισβολή στην Ουκρανία ενυπάρχει, όχι όμως και μίσος. Η τέταρτη μεταβολή, μπορεί να συσχετισθεί με το momentum. Κάτι που σημαίνει πως, λίγο χρονικό διάστημα μετά την έναρξη της δεύτερης φάσης της Ρωσικής στρατιωτικής εισβολής η οποία επικεντρώνεται κατά κύριο λόγο στο παραθαλάσσιο μέτωπο της Ουκρανίας, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών εκτιμά πως τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή για την παροχή σημαντικής βοήθειας προς την Ουκρανία, με στόχο εδώ την ενίσχυση της αποφασιστικότητας και της αυτοπεποίθησης της τελευταίας (η Ουκρανία δεν ‘πρέπει να αισθανθεί μόνη’). Βλέπε σχετικά, Βουτηρά, Αναστασία., ‘Ο ρόλος της έκφρασης συναισθημάτων μέσα στην οικογένεια και της συναισθηματικής νοημοσύνης νεαρών ατόμων στις ακαδημαϊκές τους επιδόσεις,’ Διδακτορική Διατριβή, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, 2009, σελ. σελ. 52-53, Διαθέσιμη στο: Διατριβή: Ο ρόλος της έκφρασης συναισθημάτων μέσα στην οικογένεια και της συναισθηματικής νοημοσύνης νεαρών ατόμων στις ακαδημαϊκές τους επιδόσεις – Κωδικός: 32347 (ekt.gr) Βλέπε και, Power, M.J., & Dalgleish, T., ‘Two routes to emotion: Some implications of multi-level theories of emotion for therapeutic practice,’ Cognitive and behavioral Psychotherapy, 27, 1999.

[3] Δεν είναι ορθό, θεωρητικά-επιστημολογικά, το να ισχυρισθούμε πως το τρέχον πακέτο βοήθειας προς την Ουκρανίας, συγκλίνει απόλυτα με τον σχεδιασμό και κατά κύριο λόγο με την εφαρμογή του Σχεδίου Μάρσαλ μετά το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, σε χώρες της ευρωπαϊκής ηπείρου. Προκρίνουμε μία προσέγγιση η οποία μπορεί να εντοπίσει τόσο συγκλίσεις όσο και αποκλίσεις μεταξύ των δύο ‘πακέτων.’ Ας τις δούμε πιο αναλυτικά. Ένας πρώτος παράγοντας στον οποίο συγκλίνουν τα δύο ‘πακέτα,’ αφορά το ύψος της οικονομικής βοήθειας το οποίο, και στα δύο υποδείγματα που εξετάζουμε ήσαν εξόχως μεγάλο, αν και η μία διαφορά που προκύπτει εδώ, έχει να κάνει με το γεγονός πως ενώ στην περίπτωση του Σχεδίου Μάρσαλ η παροχή της οικονομικής βοήθειας προς διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ αυτών και η Ελλάδα, ήσαν συνεχόμενη, συνοδευόμενη και από αντίστοιχους απολογισμούς, επεκτεινόμενη και στη δεκαετία του 1950, στην περίπτωση της χορήγησης ενός πακέτου (δεν έχουμε φθάσει βέβαια έως αυτό το σημείο), βοήθειας προς την Ουκρανία, η οικονομική  βοήθεια παρέχεται ‘άπαξ.’ Χρήζει όμως επισήμανσης το ό,τι αν αθροίσουμε σε αυτό το πακέτο βοήθειας και τα ποσά που έχουν δοθεί από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ουκρανία, τότε, μπορούμε να κάνουμε λόγο για μία στρατηγική ‘συνέχειας,’ συμπύκνωση της οποίας καθίσταται το τελευταίο και μεγαλύτερο πακέτο. Οπότε η διαφορά εδώ αμβλύνεται σε σημαντικό  βαθμό όμως εξακολουθεί να ισχύει, ιδωμένη και υπό το πρίσμα της χρονικής διάρκειας. Ένας δεύτερος παράγοντας (factor), ο οποίος διαφοροποιεί τα δύο υποδείγματα τα οποία και θα προσδιορίσουμε θεωρητικά-επιστημολογικά ως ‘υποδείγματα βοήθειας-στήριξης,’ έγκειται στα επιμέρους χαρακτηριστικά τους. Και τι σημαίνει κάτι τέτοιο; Σημαίνει πως, το σχέδιο Μάρσαλ ήσαν ό,τι δηλώνει η ονομασία του: Ήτοι, ένα ‘σχέδιο,’ το οποίο διαπνέονταν από μία μακροπρόθεσμη λογική, το οποίο επεδίωκε να λειτουργήσει ως βασικός οδοδείκτης για την εκκίνηση της διαδικασίας κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ανόρθωσης ευρωπαϊκών χωρών, ενέχοντας έτσι έναν ολιστικό χαρακτήρα, επιτυγχάνοντας να επηρεάσει σταδιακά (η δυναμική αυτής της διαδικασίας δεν ήσαν ομοιογενής στις ευρωπαϊκές χώρες που έλαβαν την βοήθεια των Ηνωμένων Πολιτειών), και με θετικό τρόπο, την δημοκρατική σταθερότητα αυτών των χωρών (ένα σημείο στο οποίο δεν έχει δοθεί ιδιαίτερη θεωρητική-επιστημολογική έμφαση είναι και το πως το σχέδιο Μάρσαλ ως εν συνόλω στρατηγική, διαδραμάτισε ιδιαίτερο ρόλο στη διαδικασία εκδημοκρατισμού σε χώρες όπως η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Δυτικής Γερμανίας, συντελώντας, τόσο στη  σταθερή λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών, όσο και στην εμπέδωση των δημοκρατικών, φιλελεύθερων αξιών, εξέλιξη η οποία κατέστη ιδιαιτέρως σημαντική για την κοινωνία και για τους νεότευκτους θεσμούς μίας χώρας η οποία προέρχονταν από μία μακροχρόνια έκθεση στα Εθνικοσοσιαλιστικά-Ναζιστικά προτάγματα, έχοντας ‘ανάγκη’ πλέον πολιτικά-δημοκρατικά αντίβαρα/Η διαχείριση του πρόσφατου και τραυματικού ιστορικού παρελθόντος στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Δυτικής Γερμανίας, έλαβε χώρα με όρους ‘σύγκρουσης’ ιδεών/Στο σημείο αυτό, θα διατυπώσουμε την κάτωθι υπόθεση εργασίας: Σημαντικό ρόλο στην αποτελεσματική και επιτυχή αντιμετώπιση των Ναζιστικών ιδεών, διαδραμάτισε, από τις αρχές περίπου της δεκαετίας του 1950, η πολιτισμική-αξιακή αλληλεπίδραση ή αλλιώς, η ώσμωση Γερμανών πολιτών με βασικά χαρακτηριστικά της, με επιταχυνόμενους ρυθμούς διεθνοποιημένης Αμερικανικής κουλτούρας, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα την δόμηση ταυτοτήτων για τις οποίες ο Αμερικανικός, ήγουν ο Δυτικός τρόπος ζωής, συμβίωσης και διασκέδασης, ήσαν κάτι περισσότερο από ελκυστικός), η πολιτική τάξη των οποίων αισθάνθηκε, υπό την παρουσία της Αμερικανικής ομπρέλας, αρκούντως ασφαλής ώστε να επιχειρεί σταδιακά να ενισχύσει την ποιότητα της δημοκρατίας. Διαδικασία η οποία όμως, ενέγραψε εντός της αρκετές αντιφάσεις, με το ελληνικό μετεμφυλιακό υπόδειγμα να είναι το πλέον χαρακτηριστικό, με την ελληνική δημοκρατία να καθίσταται ιδιαίτερα ανασφαλής (θεωρούμε πως πλέον, ο όρος ‘καχεκτική δημοκρατία΄ που χρησιμοποιεί ο Ηλίας Νικολακόπουλος και επηρέασε γενιές πολιτικών επιστημόνων στην προσπάθεια τους να περιγράψουν τα χαρακτηριστικά της τότε ελληνικής δημοκρατίας, χρήζει επανεξέτασης, καθότι δεν διαχωρίζει με σαφήνεια και με ακρίβεια ποιες ήσαν ακριβώς εκείνες οι παράμετροι με βάση τους οποίους εκείνη η δημοκρατία νοηματοδοτείται ως ‘καχεκτική,’ ποιες ήσαν οι φάσεις εξέλιξης της και το πως επίσης επηρεάστηκε, ενίοτε με θετικό τρόπο, αυτή η εξέλιξη της, υπό την πίεση  πολιτικών, κινηματικών, συλλογικών δράσεων/Για παράδειγμα, το σχήμα περί ‘καχεκτικής δημοκρατίας’ δεν μπορεί καθίσταται επαρκές για να εξηγήσει το γεγονός της ανάδειξης της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, στις βουλευτικές εκλογές του 1958, καθότι, εάν το τραβήξουμε στα άκρα του, το συμβάν αυτό δεν θα έπρεπε καν να συμβεί, συνεπεία της θέσπισης σημαντικών περιορισμών, για να μην μιλήσουμε για ολική απαγόρευση, στη λειτουργία και στην πολιτική δράση του κόμματος της Αριστεράς), ως απόρροια και των ‘αποτυπωμάτων’ που άφησε στην κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική σφαίρα ο τριετής εμφύλιος πόλεμος, με την συχνή επίκληση του κομμουνιστικού κινδύνου να συνιστά ισχυρό δείγμα πολιτικής-πολιτισμικής  ανασφάλειας. Αντίθετα, το τρέχον πακέτο βοήθειας προς την Ουκρανία, περιστρέφεται γύρω από την παροχή της βοήθειας η οποία δεν καθίσταται μόνο οικονομική βοήθεια, έχει έναν περισσότερο βραχυπρόθεσμο χαρακτήρα χρονικά (άρα η προσέγγιση που οδήγησε στο σχεδιασμού ενός τέτοιου πακέτου, δεν είναι ολιστική),  μη εμπεριέχοντας αναφορές σε μία μελλοντική διαδικασία ανοικοδόμησης της Ουκρανίας, ακριβώς διότι η Ρωσο-ουκρανική σύγκρουση συνεχίζει να εξελίσσεται, καθιστώντας επιτακτική ανάγκη, για τις Ηνωμένες Πολιτείες τη στήριξη της αμυνόμενης Ουκρανίας, ώστε να διατηρήσει την εδαφική ακεραιότητα της. Ένα άλλο σημείο (τρίτος παράγοντας), στον οποίο και αποκλίνουν τα δύο ‘υποδείγματα βοήθειας-στήριξης,’ είναι το στρατιωτικό σημείο. Κάτι που σημαίνει πως, αν το τρέχον πακέτο οργανώνεται γύρω από την παροχή σύγχρονου στρατιωτικού εξοπλισμού προς την Ουκρανία (η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών παρέχει οπλισμό στην Ουκρανία από τις πρώτες ημέρες ουσιαστικά, της Ρωσικής στρατιωτικής εισβολής/Εδώ ενσκήπτει μία ικανοποιητική συσχέτιση μεταξύ της παροχής σύγχρονου στρατιωτικού υλικού από τις Ηνωμένες Πολιτείες, και της Ουκρανικής ανάσχεσης, σε κάποια σημεία, της Ρωσικής επιθετικότητας), τότε, θα πούμε πως μία τέτοια λογική δεν περιέχονταν στο σχέδιο Μάρσαλ, εκεί όπου η παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών ήσαν άμεση, δραστική και επί του πεδίου (ύπαρξη και λειτουργία στρατιωτικών βάσεων ανά την Ευρώπη, εντός των οποίων διέμεναν Αμερικανοί στρατιώτες), κάτι που δεν συμβαίνει εν καιρώ Ρωσικής στρατιωτικής εισβολής, με το ενδεχόμενο αποστολής Αμερικανικών δυνάμεων στην Ουκρανία, να έχει αποκλεισθεί εξ αρχής ως επικίνδυνο. Με το ενδεχόμενο αποστολής ανθρώπινου δυναμικού να εκ-λείπει, ιδιαίτερη έμφαση δίδεται από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών στην παροχή στρατιωτικού εξοπλισμού προς τις Ουκρανικές Ένοπλες Δυνάμεις, η οποία καλύπτει σε σημαντικό βαθμό το γεγονός πως στρατιωτικές εγκαταστάσεις και εργοστάσια παραγωγής οπλικών συστημάτων της Ουκρανίας έχουν υποστεί καταστροφή μετά από Ρωσικούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς, κάτι που έχει αρνητικό αντίκτυπο στην παραγωγή εν καιρώ πολέμου, οπλικών συστημάτων εντός της Ουκρανίας. Ως παράγοντας σύγκλισης θα μπορούσε να λειτουργήσει και το ό,τι τόσο το μεταπολεμικό Σχέδιο Μάρσαλ όσο και το εμπόλεμο πακέτο βοήθειας προς την Ουκρανία, διαπνέονται από ένα έντονο πολιτικό ή αλλιώς, πολιτικοϊδεολογικό πρόσημο (ο Αμερικανός στρατιώτης σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες ‘ενσάρκωνε’ την εικόνα του φίλου/Θα είχε θεωρητικό-επιστημολογικό ενδιαφέρον η πραγματοποίηση μίας έρευνας η οποία και θα εξέταζε επισταμένως, το πως προσλαμβάνονταν η φιγούρα του Αμερικανού στρατιώτη σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες την  μεταπολεμική περίοδο αλλά και μετέπειτα, καθώς και τον βαθμό διεπίδρασης του με τις τοπικές κοινωνίες και τους ανθρώπους τους/ Ένα πρώτο συμπέρασμα, το οποίο δεν δύναται να προκύψει αβίαστα,  μας δείχνει πως στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Δυτικής Γερμανίας, η παρουσία των Αμερικανών στρατιωτών σε διάφορες περιοχές της χώρας, παρήγαγε λιγότερες εντάσεις και συγκρούσεις συγκριτικά με την Ελλάδα, εκεί όπου, ιδίως την από την περίοδο της Μεταπολίτευσης και έπειτα, για κόμματα και οργανώσεις της Αριστεράς,  ο Αμερικανός στρατιώτης αναπαρίστατο ενίοτε ως αρχετυπική ‘ενσάρκωση’ του ‘επαχθούς’ και ‘εκμεταλλευτικού’ Αμερικανικού ‘ιμπεριαλισμού,’ με την ’ενσάρκωση’ αυτού του τύπου, να συνδράμει στην παραγωγή αντίστοιχων Αμερικανικών αφηγήσεων), στο λεπτό σημείο όπου, από την μία πλευρά το Σχέδιο Μάρσαλ περιέκλειε πολιτικοϊδεολογικές αναφορές στην ‘απειλή που αντιπροσωπεύει η Σοβιετική Ένωση (ο πολιτικοϊδεολογικός ‘εχθρός’), και το κομμουνιστικό μοντέλο διακυβέρνησης για την δημοκρατική Ευρώπη και τις αξίες που τη διέπουν (και εδώ οι αναφορές στον Σοβιετικό πολίτη ήσαν λιγότερες αριθμητικά), στον κίνδυνο εκ των έσω διάβρωσης των δημοκρατικών θεσμών από τον κομμουνιστικό δάκτυλο (αφηγηματικό-πολιτικό μοτίβο ιδιαίτερα διαδεδομένο στην Ελλάδα), όντας προσανατολισμένο προς την  εφαρμογή μίας πολιτικής αποτροπής, και, από την άλλη, η πρόταση του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Τζο Μπάιντεν για την υιοθέτηση ενός τέτοιου πακέτου βοήθειας, εμπεριέχει σαφείς  και ‘φορτισμένες’ πολιτικές αναφορές και όχι νύξεις, στη πρόθεση των Ηνωμένων Πολιτειών να υποστηρίξουν την ευστάθεια και τη λειτουργικότητα της νεαρής Ουκρανικής Δημοκρατίας εν καιρώ Ρωσικής στρατιωτικής εισβολής, συμβάλλοντας στην αποτροπή της αποσταθεροποίησης της (λόγω της εισβολής), στον ‘κίνδυνο’ που αντιπροσωπεύει η Ρωσική αυταρχική θέσμιση για τις δημοκρατίες της Ανατολικής Ευρώπης, δίχως αυτού του τύπου η αφήγηση να συσχετίζει το Σοβιετικό-κομμουνιστικό παρελθόν με το Πουτινικό παρόν, κάτι που μας ωθεί να προβούμε θεωρητικά, στη διατύπωση δύο υποθέσεων εργασίας: Το σχέδιο Μάρσαλ και το νυν πακέτο βοήθειας προς την Ουκρανία, εναρμονίζονται ειδικότερα στο σκέλος που αφορά την φιλελεύθερη, αντιπροσωπευτική δημοκρατία και την αναγκαιότητα της υπεράσπισης της από αυταρχικές θεσμίσεις∙ Και, οι εμφανείς αναφορές στην Ουκρανική Δημοκρατία και στην πρόθεση παροχής βοήθειας για την «εξασφάλιση της συνέχειας των ουκρανικών δημοκρατικών θεσμών», αντικατοπτρίζουν την εντεινόμενη  ρητορική του προέδρου Μπάιντεν για την πολιτική-αξιακή ‘σύγκρουση’ μεταξύ φιλελεύθερης δημοκρατίας και διαφόρων μορφών αυταρχισμού. Σε αυτή την περίπτωση, η Ουκρανική δημοκρατία  καθίσταται ουσιαστικά η πρώτη που λαμβάνει βοήθεια ευρείας κλίμακας από μία ανεπτυγμένη δημοκρατία, ώστε να καταφέρει να αντέξει στην πίεση που της ασκεί το Πουτινικό καθεστώς (εδώ απαιτείται να δούμε την δια-δημοκρατική συνεργασία που αναπτύσσεται μεταξύ των δύο χωρών ή το πως μία ανεπτυγμένη φιλελεύθερη δημοκρατία συνδράμει μία νεαρή δημοκρατία οι τάσεις εξέλιξης της οποίας κινδυνεύουν να διακοπούν βιαίως μετά την Ρωσική στρατιωτική εισβολή,  με την κυβέρνηση των Ηνωμένων να σπεύδει εκ των προτέρων να αναγνωρίσει την Ουκρανία ως δημοκρατία, αντιδρώντας έτσι στα εσφαλμένα Ρωσικά ‘οπλοποιημένα αφηγήματα’ με βάση τα οποία δεν παρά ένα ‘καθεστώς’ φιλικά διακείμενο προς διάφορες ναζιστικές ομάδες). Βλέπε σχετικά, Νικολακόπουλος, Ηλίας., ‘Η καχεκτική δημοκρατία. Κόμματα και εκλογές, 1946-1967,’ Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2005. Η ανάλυση του Ηλία Νικολακόπουλου είναι κατά βάση ανάλυση πολιτική-εκλογική, η οποία δεν στρέφεται, έστω εν μέρει, στο επιστημολογικό πεδίο των θεωριών της Δημοκρατίας για να τεκμηριώσει συγκεκριμένα τον ισχυρισμό περί ύπαρξης μίας καχεκτικής δημοκρατίας. Εμείς δεν θα διστάσουμε να το κάνουμε, τονίζοντας πως η Ελληνική μετεμφυλιακή Δημοκρατία καθίσταται μία «εύθραυστη», σύμφωνα με τους Merkel & Croissant, δημοκρατία. Και, πιο συγκεκριμένα ή εξειδικευμένα, μία «δημοκρατία των τομέων» (υπο-κατηγορία της «εύθραυστης δημοκρατίας»), εντός της οποίας «ισχυροί κάτοχοι βέτο όπως ο στρατός», μπορούν να επηρεάσουν την κατεύθυνση των πολιτικών πραγμάτων. Η μεταπολεμική δημοκρατία εξελίσσονταν προϊόντος του χρόνου, επιχειρούσε ανοίγματα κα δη σημαντικά ανοίγματα (τα οποία παράλληλα την εδραίωναν) τα οποία προέκυπταν τόσο ως απόρροια του μεγαλύτερου βαθμού έκθεσης και αλληλεπίδρασης της με τις ευρωπαϊκές δημοκρατίες εκείνης της εποχής (άλλωστε, ο στόχος της σύνδεσης της Ελλάδας με την τότε Ευρωπαϊκή Κοινότητα απηχούσε την πρόθεση της τότε κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Καραμανλή να παραμείνει η Ελλάδα στο μπλοκ των ευρωπαϊκών χωρών, ενισχύοντας περαιτέρω τους δημοκρατικούς της θεσμούς), και με τα προτάγματα τους, όσο και ως απότοκο της σταδιακής ανοικοδόμησης της χώρας και της οικονομικής της ανάπτυξης (εδώ έχουμε κατά νου την θεωρία του  Lipset για την σύνδεση μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης και ενίσχυσης της δημοκρατίας), τα οφέλη από τη διάχυση της οποίας, επέτρεψαν και να διατηρηθεί αλλά και να εξελιχθεί η δημοκρατία με θετικό τρόπο, με επιταχυνόμενο ρυθμό από τη δεκαετία του 1960. Μία τέτοια θεωρία η οποία συσχετίζει την ανάπτυξη της οικονομίας και τα όποια οφέλη μπορούν να προκύψουν από αυτή τη διαδικασία, με την εδραίωση και την παράλληλη εξέλιξη ενός δημοκρατικού καθεστώτος, μπορεί να εφαρμοσθεί στη μελέτη της ελληνικής μεταπολεμικής δημοκρατίας, η οποία αν και διακρίνονταν από αντιφάσεις, πάσχοντας στο κομμάτι της συμπεριληπτικότητας (η φιλοδοξία της εύρεσης εργασίας στο δημόσιο τομέα η οποία παρήγαγε προσδοκίες κοινωνικής ανέλιξης και απόκτησης ενός διαφορετικού κοινωνικού status, σε γενικές γραμμές, ωφέλησε την ίδια τη δημοκρατία η οποία ενίοτε ταλαντεύονταν μεταξύ αυταρχικών-δικτατορικών εκτροπών και αναζήτησης μίας καλύτερης εκδοχής της, καθότι αυτή συνδέθηκε με αφηγήσεις που την θέλουν ως το ιδανικότερο πολίτευμα για την ευόδωση σημαντικών στόχων), διαθέτοντας θεσμούς που διαγκωνίζονταν για την εξουσία και την άσκηση της, επιχείρησε σημαντικά ανοίγματα στους τομείς των πολιτικών και ατομικών δικαιωμάτων, όντας εύθραυστη δημοκρατία μεν, κάτι που, παρά τη σταθεροποίηση που πέτυχε, αναδείχθηκε την περίοδο επιβολής της στρατιωτικής δικτατορίας,  όχι όμως και ‘δικτατορία’ με δημοκρατικό μανδύα, όπως την σημασιοδοτούν διάφορες αναλύσεις.  Βλέπε σχετικά, Merkel, W., & Croissant, Aurel., ‘Formale insitutionen und informale regeln in illiberalen Demokratien,’ PVS, 41, 2000.  Kαι, Lipset, Seymour, Martin., ‘Political Man,’ London, 1960. Περισσότερο επεξεργασμένες και εμπλουτισμένες θεωρητικά-επιστημολογικά, είναι μεταγενέστερες μελέτες οι οποίες (η προσέγγιση του Lipset, έθεσε τις βάσεις για ην συστηματική μελέτη ενός εν πολλοίς γνωστού εμπειρικά, αλλά ανεξερεύνητου ερευνητικά πεδίου), εστιάζουν στο βαθμό συσχέτισης και δη θετικής συσχέτισης που μπορεί να αναπτυχθεί μεταξύ κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης και εδραίωσης μίας δημοκρατίας (βλέπε και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Δυτικής Γερμανίας), θέτοντας προς διερεύνηση σειρά μεταβλητών, όπως το αν και πόσο η οικονομική ανάπτυξη και η διάχυση των ωφελειών της (ένα τέτοιο σχήμα δεν μπορεί να εφαρμοσθεί σε όλες τις περιπτώσεις, και μάλιστα με κάποια ακρίβεια/Δεν εκ-λείπουν και παραδείγματα όπου η οικονομική ανάπτυξη και η διάχυση των μερισμάτων της, αντί να προκαλέσει την ύπαρξη φυγόκεντρων δυναμικών που θα μπορούσαν, υπό προϋποθέσεις, να θέσουν τις βάσεις για την αρχική αλλοίωση, την κατάρρευση και όχι ανατροπή, και την οικοδόμηση δημοκρατικού συστήματος διακυβέρνησης, έτεινε προς την κατεύθυνση εδραίωσης, μέσω της απόσπασης μεγαλύτερης νομιμοποίησης, αυταρχικών καθεστώτων τύπου Κίνας/Αυταρχικές θεσμίσεις ‘παίζουν’ εξίσου σε αυτό το πεδίο), μπορεί να επιφέρει τη συγκρότηση ενός ‘δημοκρατικού ανθρώπου,’ να προκαλέσει μία θετική, υπέρ της δημοκρατίας, δυναμική, εκ-πεφρασμένη με όρους μαζικής συμμετοχής σε μία εκλογική διαδικασία, να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για την  Παραπέμπουμε τον ενδιαφερόμενο αναγνώστη σε μελέτες όπως αυτή των Burkhard, Ross, E., & Lewis-Beck, Michael., με τίτλο ‘Comparative democracy: The economic development thesis,’ APSR, 88, 1994. Kαι, Welzel, C., & Iglehart, R., ‘Analyzing Democratic change and stability: Human development theory of Democracy,’ Wissenschaftzentrum Berlin fur Sozialforschung,’ 1999. Η τελευταία μελέτη ως και ο τίτλος δηλοί, καταπιάνεται με το με ποιους τρόπους η θεωρία της «ανθρώπινης ανάπτυξης», σχετικής με την επίτευξη μίας καλής ποιότητας ζωής (‘πόσο ικανοποιημένος είναι από την ζωή μου μέσα σε μία δημοκρατία’/’Μου παρέχει η δημοκρατία όλα τα εχέγγυα που απαιτούνται για την ανάπτυξη της προσωπικότητας και την περαιτέρω εξέλιξη μου’; ),  μπορεί να συμβάλλει στη δημοκρατική σταθερότητα.  Και, Ersson, S., & Lane, J-E., ‘Democracy and development: A statistical exploration,’ στο: Leftwich, A., (επιμ.), ‘Democracy and Development. Theory and Practise,’ Cambridge, 1997. Βλέπε σχετικά, ‘Ουκρανία: Έγκριση Κογκρέσου στο σούπερ-πακέτο βοήθειας Μπάιντεν…ό.π. Άρα, όπως δείξαμε πιο πάνω, δεν ήσαν μόνο οι κινηματικές-συλλογικές δράσεις που μέσω της άσκησης πίεσης (είναι ενδεικτικό το ό,τι η δυναμική των κινηματικών-διεκδικητικών δράσεων που αναπτύχθηκαν την περίοδο της πολιτικής κρίσης του καλοκαιριού του 1965 ήσαν τέτοια, ώστε να επηρεάζει άμεσα τις πολιτικές εξελίξεις, συμβάλλοντας στην αποτυχία σχηματισμού διαφόρων κυβερνήσεων με κορμό βουλευτές και στελέχη της Ένωσης Κέντρου), ωθούσαν τις τότε κυβερνήσεις προς την πραγματοποίηση διαφόρων ανοιγμάτων. Σε αυτή την εξέλιξη συνετέλεσε και η οικονομική ανάπτυξη εκείνων των χρόνων, και η διαπαιδαγώγηση πολιτών σε έναν διαφορετικό τρόπο ζωής (η μεταπολεμική Δημοκρατία ήσαν περισσότερο σταθερή και λειτουργική από ό,τι τα δημοκρατικά καθεστώτα που προέκυψαν την περίοδο του Μεσοπολέμου), και ο ικανοποιητικός βαθμός αλληλεπίδρασης με άλλες δημοκρατίες, που παρήγε ως αποτέλεσμα μία θετική εικόνα της δημοκρατίας.

[4] Θεωρούμε πως επίσης δεν έχει δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα, στο πως γλωσσικά-πολιτικά μοτίβα τύπου ‘Go home British Soldiers go home,’ τα οποία αναπαράγονταν στην Ιρλανδία τον καιρό των εκεί ένοπλων συγκρούσεων μεταξύ των Βρετανικών Ενόπλων Δυνάμεων και του Ιρλανδικού, Δημοκρατικού Στρατού (IRA), και προέβαιναν στην ‘κατασκευή’ του Βρετανού στρατιώτη ως ‘ριζικά ανεπιθύμητου,’ επηρέασαν και την εδώ Αριστερή συνθηματολογία περί Ηνωμένων Πολιτειών και της ύπαρξης Αμερικανών στρατιωτών στην Ελλάδα, με το λεκτικό ‘Go home, British Soldiers go home,’ να μεταβάλλεται όσο απαιτείται από τον  εν Ελλάδι ‘παραγωγό λόγου,’  προσαρμοσμένο σε μία διαφορετική κοινωνική-πολιτική πραγματικότητα (δεν κάνουμε λόγο για τη διαδικασία ενός λεκτικού και νοηματικού μετασχηματισμού), γινόμενο ‘Yankees go home.’ Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα, εντάσσεται και λειτουργεί στα πλαίσια «δημόσιων παραστάσεων» διαμαρτυρίας, για να παραπέμψουμε στην ανάλυση της Karppi, εκεί όπου το περιώνυμο ‘Yankees go home,’ γίνεται σύνθημα στα χείλη πολλών, με τη χρήση της Αγγλικής γλώσσας να εκφράζει την επιδίωξη των πολιτικών δρώντων στο να καταστήσουν τις προθέσεις τους άμεσες και κατανοητές στους αποδέκτες (στρατιώτες από τις Ηνωμένες Πολιτείες) που έχουν ως μητρική γλώσσα την Αγγλική. Η χρήση της επωνυμίας ‘Γιάνκηδες,’ εντασσόμενη μέσα σε συγκεκριμένα γλωσσικά-πολιτικά συγκείμενα, φέρει υποτιμητικά χαρακτηριστικά, σημαίνοντας εδώ τον ‘απολίτιστο’ έως ‘άξεστο’ Αμερικανό που έχει έρθει στην Ελλάδα για να ‘επιβάλλει την κυριαρχία της χώρας του.’ Βλέπε σχετικά, Karppi, ‘Change name to No One. Like people’s status: Facebook trolling and managing online personas,’ The Fibreculture Journal 22, 2013. Το άρθρο της εφημερίδας ‘Ριζοσπάστης,’ είναι χαρακτηριστικό μίας προσέγγισης που αναγνωρίζει τους Αμερικανούς ως ‘γιάνκηδες’ που δεν ‘έχουν καμία δουλειά στην Ελλάδα.’ ‘Yankees go Home,’ Εφημερίδα ‘Ριζοσπάστης,’ 11/05/1998, www.rizospastis.gr/story.do?id=3725614 Στο τραγούδι ‘Go home British Soldiers, go home,’ το οποίο συνδέεται με τον Ιρλανδικό, Δημοκρατικό Στρατό, από τις τακτικές μάχης του οποίου έχουν επηρεασθεί οργανώσεις όπως η Ισλαμιστική Χαμάς, η επανάληψη του ‘Go home British Soldiers, go home’ (τραγουδιστική επαναληπτικότητα), λαμβάνει χώρα ώστε να εμπεδωθεί από ένα ευρύτερο κοινή ή ακροατήριο, πέραν των μελών της οργάνωσης που είναι οι πρώτοι και οι βασικοί ακροατές, πως εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για την επανένωση της Ιρλανδίας και τη δόμηση μίας κοινής Ιρλανδικής ταυτότητας είναι η διαμέσου της βίας εκδίωξη (το ‘Go home’ μπορεί να είναι και επιθυμία, αλλά, και προειδοποίηση), των Βρετανών στρατιωτών από τα εδάφη της Βόρειας Ιρλανδίας.

[5] Λαμβάνοντας το νήμα από τις προηγούμενες αναφορές μας στο πακέτο βοήθειας προς την Ουκρανία και στην σύνδεση αυτής της βοήθειας με την επιθυμία διατήρησης της Δημοκρατίας στη χώρα, θα υπογραμμίσουμε πως, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών, αναγάγει ως πρωταρχική προϋπόθεση για τη διατήρηση της Ουκρανικής Δημοκρατίας, την ανεξαρτησία της, «όπως αυτή ορίζεται από το διεθνές δίκαιο» και από «αδιαμφισβήτητα σύνορα». Άρα, η Ουκρανία πρέπει να παραμείνει ανεξάρτητη, για να συνεχίσει να είναι και να ονομάζεται Δημοκρατία. Βλέπε σχετικά, Schmidt, Manfred., ‘Θεωρίες της Δημοκρατίας,’ Επίμετρο: Πάσχος Γιώργος, Επιστημονική Επιμέλεια: Δώδος Δημοσθένης, Μετάφραση: Δεκαβάλλα Ελευθερία, Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα, 2004, σελ. 497.

[6] Ενόσω εξελίσσεται η Ρωσική στρατιωτική εισβολή στην Ουκρανία, έχουν έρθει στο φως της δημοσιότητας αναφορές για βιασμούς γυναικών από την Ουκρανία από Ρώσους στρατιώτες. Η άσκηση σεξουαλικής βίας με έμφυλα χαρακτηριστικά, εν τω μέσω του πολέμου, συνιστά «έγκλημα κατά της ανθρωπότητας», σύμφωνα με την εύστοχη διατύπωση της Campbell, με τον βιασμό γυναικών με καταγωγή από την Ουκρανία, να φέρει τα εξής χαρακτηριστικά: Πρώτον, αποτελεί βίαιη πράξη η οποία έχει ως στόχο πρωταρχικά την ταπείνωση των γυναικών οι οποίες εν προκειμένω εκπροσωπούν μία χώρα που σύμφωνα με Ρωσικές αφηγήσεις, ‘δεν θα έπρεπε να υπάρχει,’ με την πράξη του βιασμού να ‘επιβεβαιώνει’ την ταυτότητα όσων υποκειμένων εμπλέκονται σε αυτόν, ως ‘κυνηγών.’ Είναι σε μία αυτό το πλαίσιο όπου πρέπει να προσεγγίσουμε θεωρητικά-επιστημολογικά την άσκηση σεξουαλικής βίας κατά γυναικών από την Ουκρανία ως σημείο στο οποίο συναντώνται με πολύπλοκο τρόπο ο μιλιταρισμός, ο εθνικισμός και οι «έμφυλοι ρόλοι και ταυτότητες», κατά την ανάλυση της Γεωργίας Καλαπόδη, η οποία έχει κομίσει στην ελληνική βιβλιογραφία την πλέον εμπεριστατωμένη και τεκμηριωμένη προσέγγιση του φαινομένου του  βιασμού. Δεύτερον, αποσκοπεί στο να μετατοπίσει την ευθύνη και την ψυχο-συναισθηματική ενοχή προς την πλευρά των βιασθέντων γυναικών, με τρόπο ώστε, την επαύριον του πολέμου, να κατηγορηθούν ως ‘εύκολες’ από μέλη τοπικών κοινοτήτων (άνδρες και γυναίκες), και ως ‘συμπαθούντες’ τους Ρώσους από την στιγμή όπου είχαν την επιλογή της φυγής από την περιοχή και από την χώρα και δεν το έπραξαν. Τρίτον, συσχετίζεται με περιπτώσεις «αναγκαστικής εγκυμοσύνης» (Γεωργία Καλαπόδη), εκεί όπου Ρώσοι στρατιώτες συνειδητά επιδιώκουν να καταστήσουν εγκύους βιασθείσες, και για να διαμορφώσουν προϋποθέσεις της ηθικής και ψυχο-συναισθηματικής απομόνωσης των γυναικών εντός των κοινοτήτων (εξασθένηση δεσμών αλληλεγγύης) και μεταξύ των γυναικών (δραστική εξασθένηση έμφυλων δεσμών), και επίσης,  για διαρρήξουν εκ των ένδον την συνοχή των κοινοτήτων, προκαλώντας διαιρέσεις και συγκρούσεις που μπορεί να πηγάζουν από τις διαφορετικές στάσεις που προκύπτουν ως προς την αντιμετώπιση της βιασθείσας γυναίκας και του τέκνου της (για την πρόσληψη των γεννηθέντων, από βιασθείσες μητέρες, παιδιών ως «παιδιών του εχθρού», βλέπε την θεώρηση του Goodhart). Τέταρτον, δύνανται να νοηματοδοτηθούν και μάλιστα εμπρόθετα, ως πράξεις ενεικόνισης του συμβόλου ‘Ζ,’ το οποίο έχει καταστεί δηλωτικό της Ρωσικής παρουσίας εντός του Ουκρανικού εδάφους, μετατρεπόμενο σε οιονεί ‘φαλλικό σύμβολο,’ μέσω του οποίου και επικυρώνεται βίαια και εν-σώματα (‘είμαστε εδώ και είμαστε μέσα σας’),  η Ρωσική παρουσία εντός της Ουκρανίας και πόλεων της Ουκρανίας, και προεικονίζεται, μέσω της πράξης, η άμεση Ρωσική επικράτηση στην Ουκρανία. Πέμπτον, επενδύει πόρους προς την κατεύθυνση της πρόκλησης ζημιάς στο ηθικό των Ουκρανών που ευρίσκονται στα πολεμικά μέτωπα, θέτοντας στο επίκεντρο την συγκεκριμένη ‘προειδοποίηση’: ‘Όσο εσείς μας πολεμάτε, τόσο εμείς θα βιάζουμε τις γυναίκες σας,’ με τον βιασμό να λειτουργεί ως πράξη που καλεί σε μία κατάθεση των όπλων. Δεν μπορούμε να συσχετίσουμε την άσκηση σεξουαλικής βίας στην Ουκρανία με προθέσεις γενοκτονίας, αφού δεν έχει ασκηθεί σε μαζική κλίμακα ώστε να προκαλέσει την επίσης μαζική εκδίωξη κατοίκων από την περιοχή όπου πραγματοποιήθηκαν οι βιασμοί, με επίδικο την αντικατάσταση τους από Ρώσους στρατιώτες και πολίτες, δίχως όμως μία τέτοια εξέλιξη να καθιστά την πράξη του βιασμού στην Ουκρανία λιγότερο καταδικαστέα και κατακριτέα. Βλέπε σχετικά, Καλαπόδη, Γεωργία., ‘Ο βιασμός κατά τις ένοπλες συρράξεις,’ Διδακτορική Διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2020, σελ. 128, Διαθέσιμη στο: /freader.ekt.gr/eadd/index.php?doc=48486&lang=el#p=128 Βλέπε και, Campbell, ‘Rape as crime against humanity: Trauma, Law and Justice in the ICTY,’ Journal of Human Rights, Volume 2, 4, 2003. Βλέπε και, Goodhart, M., ‘Sins of the fathers: War rape, wrongful procreation and children’s human rights,’ Journal of Human Rights, Volume 6, Issue 3, 2007.H Lara Stemple έχει καταπιασθεί ερευνητικά με το ζήτημα του σεξουαλικής κακοποίησης  ανδρών και ατόμων νεαρής ηλικίας κατά τη διάρκεια συρράξεων (δημοσιεύματα για βιασμούς ανδρών και παιδιών έχουν κυκλοφορήσει και για την Ουκρανία, αν και μέχρι στιγμής, δεν έχουν τεκμηριωθεί), κακοποίηση η οποία περιλαμβάνει διάφορες μορφές. Βλέπε και, Stemple, Lana., ‘Male rape and Human Rights Hastings,’ Law Journal, Volume 60, 2009. Ένας βιασθείς άνδρας μπορεί να αισθανθεί αισθήματα ντροπής, αδυναμίας και προσωπικής απαξίας, το οποίο, με τη σειρά του, μπορεί να παραγάγει τάσεις αυτοχειρίας.

[7] Για τις συνθήκες λογοκρισίας που έχουν διαμορφωθεί στη Ρωσία εν καιρώ Ρωσικής στρατιωτικής εισβολής, βλέπε και, Ξενάκη, Κίττυ., ‘Η φωνή των Ρώσων ευρωπαίων,’ Εφημερίδα ‘Τα Νέα,’ 10/05/2022, σελ. 38., όπου και μία ειδικότερη αναφορά στην επίθεση που δέχθηκε ο πρόσφατα βραβευμένος με Νομπέλ Ειρήνης, Ντμίτρι Μουράτοφ στη Ρωσία. Ο επιτιθέμενος έριξε στον δημοσιογράφο της εφημερίδας ‘ Νόβαγια Γκαζέτα,’ κόκκινη μπογιά «που περιείχε ασετόν», ώστε να του προκαλέσει έντονο πόνο και τραυματισμό, φωνάζοντας κατά τη διάρκεια της ρίψης της μπογιάς, «Μουράτοφ, αυτό είναι για τα αγόρια μας». Κατ’ αυτόν τον τρόπο,  την στιγμή όπου το δρων υποκείμενο ρίχνει την μπογιά, κάνοντας χρήση γλωσσικών κωδίκων που εμβαπτίζονται στα νάματα της ‘εκδίκησης’ για την θεωρούμενη ως ‘προδοτική,’ αντι-Ρωσική και φιλο-δυτική στάση του δημοσιογράφου (τα δύο τελευταία στοιχεία συγχωνεύονται για να διαμορφώσουν το προφίλ του δημοσιογράφου που δεν είναι παρά ‘φερέφωνο των άλλων’), ο Ντμίτρι Μουράτοφ, συμβολικά και μη, εισέρχεται σε ένα καθεστώς επισφάλειας (‘πουθενά δεν θα είσαι ασφαλής’), αναπαριστάμενος ως το πλέον αρνητικό πρότυπο για την Ρωσική κοινωνία εν αντιθέσει με τα «αγόρια μας» (εδώ έχουμε να κάνουμε με μία λογική εξιδανίκευσης), που πολεμούν στην Ουκρανία και συνιστούν τα πλέον ‘θετικά πρότυπα.’ Συνεπεία των νόμων που έχουν ψηφισθεί στη Ρωσία στις αρχές του περασμένου Μαρτίου οι οποίοι τείνουν στο να δημιουργηθεί ένα προστατευτικό έως υποστηρικτικό περιβάλλον γύρω από τη δράση του Ρωσικού στρατού στην Ουκρανία, μέσω του περιορισμού της άσκησης δημοσιογραφικής κριτικής και για αυτή καθαυτή την εισβολή και για τη δράση του Ρωσικού στρατού (η καταδίκη για την «διασπορά ψευδών ειδήσεων» είναι όσο ευρεία χρειάζεται για να συμπεριλάβει πολλά είδη κριτικής), προσιδιάζοντας συνάμα σε μία επί τα χείρω αναδιαμόρφωση των συνθηκών άσκησης του δημοσιογραφικού επαγγέλματος στην Ρωσία (είναι ενδιαφέρον το να δούμε εάν η εξέλιξη, πολλώ δε μάλλον η αρνητική εξέλιξη των συγκρούσεων και της εμπλοκής του Ρωσικού στρατού στην Ουκρανία αποτελέσει αποφασιστικό παράγοντα για την περαιτέρω ‘αυταρχικοποίηση’ του καθεστώτος), η εφημερίδα ‘Νόβαγια Γκαζέτα’ ανέστειλε την λειτουργία της εντός Ρωσίας, μεταφερόμενη στην πρωτεύουσα της Λετονίας, Ρίγα, από όπου μπορεί δίχως περιορισμούς να ασκεί κριτική στη Ρωσική στρατιωτική εισβολή και στο Πουτινικό καθεστώς.

[8] Βλέπε σχετικά, Woodward, Kathleen., ‘Calculating compassion,’ στο: Berlant, Laurent., (επιμ.), ‘Compassion: The culture and politics of an emotion,’ New York, Routledge, 2004.

[9] Βλέπε σχετικά, ‘Ουκρανία: Έγκριση Κογκρέσου στο σούπερ-πακέτο βοήθειας Μπάιντεν…ό.π. Προφανώς, η ενίσχυση των Ουκρανικών «δημοκρατικών θεσμών», από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών, στοχεύει, όχι μόνο στην ελαχιστοποίηση του κινδύνου εσωτερικής ή εξωτερικής ανατροπής της κυβέρνησης του προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι, αλλά, και στην αποτροπή, είτε μίας αυταρχικής διολίσθησης, που μπορεί να συντελεσθεί δια της επίκλησης των συνθηκών ‘εκτάκτου ανάγκης’ που έχει διαμορφώσει η Ρωσική στρατιωτική εισβολή, είτε μίας διολίσθησης σε συνθήκες κοινωνικού και πολιτικού χάους και ενός ανοιχτού εμφύλιου πολέμου, που θα παραπέμπουν στη Συρία και στις εκεί ένοπλες συγκρούσεις τη διετία 2011-2013, εκεί όπου διάφορες πολιτικο-στρατιωτικές ομάδες θα σπεύσουν να αμφισβητήσουν την νομιμοποίηση που απολαμβάνει η κυβέρνηση, αμφισβητώντας εμπράκτως και με βίαιο τρόπο,  την εξουσία της. Εκτιμούμε πως προκύπτει μία ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της λήψης απόφασης για την παροχή βοήθειας που προορίζεται για τη διασφάλιση της δημοκρατίας στην Ουκρανία, και του φόβου για το ενδεχόμενο του να περιορισθεί η εξουσία και οι αρμοδιότητες της Ουκρανικής κυβέρνησης σε περιοχές γύρω από το Κίεβο, αν και δεν έχει τεθεί τέτοιο ζήτημα, με την εξουσία της να εκτείνεται σε όλη την επικράτεια, εκτός πλέον των περιοχών στη Νότια και Ανατολική Ουκρανία που έχουν καταλάβει οι Ρωσικές δυνάμεις.

[10] Βλέπε σχετικά, Almoatasm, Muthnna, Ηaider., ‘Determinants for new role of contemporary parliament,’ Emerald Insight, 2020, Διαθέσιμο στο: www.emerald.com/insight/content/doi/10.1108/REPS-06-2019-0083/full/html  Σε μία περίοδο όπου από αρκετούς αναλυτές και πολιτικούς επιστήμονες δίδεται έμφαση στην θεωρούμενη ως αποδυνάμωση του Κοινοβουλίου εις βάρος της εκτελεστικής εξουσίας και της πολιτικής-λειτουργικής ενδυνάμωσης της, το Ουκρανικό Κοινοβούλιο έχει καταφέρει να ενισχύσει την πολιτική παρουσία του δρώντας συντεταγμένα (η εισβολή έχει αμβλύνει σε σημαντικό βαθμό τις πολιτικοϊδεολογικές διαφορές μεταξύ των κομμάτων του κοινοβουλίου, οι οποίες όμως, δεν έχουν παύσει να υφίστανται),  αν και δεν εμπλέκεται άμεσα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων,  συμμετέχοντας αποφασιστικά στο  εγχείρημα απόσπασης διεθνούς υποστήριξης για την Ουκρανία, στην παραγωγή πολιτικού λόγου τον οποίο αξιοποιεί εν συνεχεία σε δημόσιες τοποθετήσεις του ο πρόεδρος Ζελένσκι, και, στις προσπάθειες τεκμηρίωσης του ό,τι η άσκηση θανατηφόρας βίας κατά αμάχων, από Ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις, συνιστά έγκλημα πολέμου.

[11] Εδώ ομιλούμε συγκεκριμένα για την ενίσχυση της πολιτικής νομιμοποίησης που απολαμβάνει στο εξωτερικό ο Ουκρανός πρόεδρος, και όχι για την εν συνόλω νομιμοποίηση της κυβέρνησης και του δημοκρατικού συστήματος διακυβέρνησης, για τα οποία έχει γίνει πιο πάνω λόγος.

[12] Για την μετακίνηση νεαρών Ουκρανών αθλητών εκτός Ουκρανίας, για τον τρόπο με τον οποίο βιώνουν την Ρωσική στρατιωτική εισβολή και την Ρωσο-ουκρανική σύγκρουση εκτός της χώρας, για το ‘κύμα νοσταλγίας’ που διαπερνά κάποιους εξ αυτών των Ουκρανών αθλητών για την βιαίως απωλεσθείσα καθημερινότητα εντός και εκτός αθλητικών χώρων, βλέπε και, Στροσχάιν, Γιεργκ., ‘Η ζωή των αθλητών στην εμπόλεμη Ουκρανία,’ Ενημερωτική-Ειδησεογραφική Ιστοσελίδα ‘Deutsche Welle,’ Επιμέλεια: Αναστασοπούλου Ειρήνη, 17/04/2022, www.dw.com/el/η-ζωή-των-αθλητών-στην-εμπόλεμη-ουκρανία/a-61438187 Από την στιγμή όπου Ουκρανοί αθλητές που έχουν εγκατασταθεί σε διάφορες περιοχές της Γερμανίας, συνεχίζουν να αθλούνται, έστω σε ένα διαφορετικό περιβάλλον, τότε, θα αποκαλέσουμε αυτού του τύπου την ‘προσφυγοποίηση’ ως ‘αθλητική προσφυγοποίηση.’ Συνυπολογίζοντας το ό,τι το ‘κύμα νοσταλγίας’ για την Ουκρανία που βρίσκεται σε πόλεμο και την ζωή εκεί, μεταφράζεται σε πρόθεση επιστροφής στη χώρα, όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες, θα επισημάνουμε πως, τα πρόσωπα που τονίζουν εμφατικά αυτή την πρόθεση τους, εμπίπτουν στην κατηγορία της «μετανάστευσης χωρίς πρόθεση μόνιμης εγκατάστασης» στη χώρα υποδοχής, σύμφωνα με τη Δόμνα Μιχαήλ. Βλέπε σχετικά, Μιχαήλ, Δόμνα., ‘Διεθνοποιημένα νοικοκυριά και κοινωνική ανάπτυξη την εποχή κρίσης,’ στο: Βαμβακίδου, Ιφιγένεια., Καλεράντε, Ευαγγελία., & Σολάκη, Ανδρομάχη., (επιμ.), ‘Από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ στο τερατώδες είδωλο της Ευρώπης. Οι παθογένειες του καπιταλιστικού συστήματος,’ Εκδόσεις Επέκεινα, Τρίκαλα Θεσσαλίας, 2016, σελ. 158. «Η καθημερινή επαφή με τους γονείς τους στην Ουκρανία διατηρείται με τα κινητά τηλέφωνα και από το διαδίκτυο. Όμως το ποδόσφαιρο είναι δευτερεύουσας σημασίας για τους νέους αυτήν τη στιγμή. “Πρώτα θέλω να επιστρέψω και να βοηθήσω στην ανοικοδόμηση της Ουκρανίας και μετά να κάνω ποδοσφαιρική καριέρα” λέει ο Ιβάν, ένας από τους νεαρούς Ουκρανούς αθλητές. «Η οργάνωση μαθημάτων σπορ και ποδοσφαιρικών προπονήσεων, δεν είναι του παρόντος, γιατί είναι κάτι το επικίνδυνο» λέει ο Ζαρίκοβ στη DW. «Για λόγους ασφαλείας οι αρχές του Κιέβου δεν επιτρέπουν καμία μεγάλη διοργάνωση, ιδιαίτερα όταν συμμετέχουν παιδιά». Ο 59χρονος Ζαρίκοβ έμεινε στο Κίεβο και προσπαθεί νυχθημερόν να διαχειριστεί τις ζωές των νεαρών ποδοσφαιριστών. «Ασχολούμαι κυρίως με τον συντονισμό των προπονήσεων των ομάδων που έχουν φύγει στο εξωτερικό. Πρωταρχικό μέλημα σε αυτήν την εμπόλεμη κατάσταση η προστασία των νεαρών ποδοσφαιριστών. Αυτήν τη στιγμή είναι ασφαλείς, έχουν την ευκαιρία να κυνηγήσουν το πάθος τους, να προπονηθούν αλλά και να πάνε στο σχολείο”. Τί θα γίνει όταν κάποτε επιστρέψει η ειρήνη; «Μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα ότι το ουκρανικό ποδόσφαιρο περνά δύσκολες στιγμές». Μέχρι στιγμής τουλάχιστον, δεν διαφαίνεται κάποια πρόθεση υποβολής αίτησης για την παροχή ασύλου στη Γερμανία. Κατά κύριο λόγο στην Πολωνία και στη Ρουμανία, οι Ουκρανοί πρόσφυγες εγκαθίστανται σε «θύλακες» (enclaves), στα περίχωρα μεγάλων αστικών κέντρων (σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν συμβαίνει αυτό), εντός των οποίων συγκροτούν τις δικές τους κοινότητες, κάτι που συνέβη και στην Ελλάδα την περίοδο της όξυνσης της προσφυγικής-μεταναστευτικής κρίσης: Η ομαλοποίηση που επέφερε η υπογραφή της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας, μέσω της οποίας η Ελλάδα κατέστη επίσημα και θεσμικά αναγνωρισμένος τόπος διαμονής προσφύγων και μεταναστών, καλλιέργησε το έδαφος για τη μετάβαση στο επόμενο στάδιο διαχείρισης της παρουσίας επί ελληνικού εδάφους αυτών των προσφυγικών-μεταναστευτικών πληθυσμών, το οποίο περιελάμβανε τη συγκρότηση δομών στα περίχωρα πόλεων (και όχι μόνο), εντός των οποίων, η συγκρότηση κοινοτήτων από άτομα κοινής καταγωγής, δεν απέκλειε και δεν αποκλείει την ώσμωση με άτομα που κατάγονται από άλλες χώρες. Βλέπε και, Brettell, Caroline., ‘Anthropology and Migration. Essays on Transnationalism, Ethnicity, and Identity,’  Altamira Press, 2003.

[13] Βλέπε σχετικά, ‘Ουκρανία: Έγκριση Κογκρέσου στο σούπερ-πακέτο βοήθειας Μπάιντεν…ό.π. Φρονούμε ό,τι λόγω της θετικής, (δια-κομματικής) υποδοχής  που επιφύλαξε η Βουλή των Αντιπροσώπων στην πρόταση Μπάιντεν ( πολλά μέλη των  Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων συγκλίνουν σε μία στάση υπέρ της Ουκρανίας), Ουκρανίας είναι  τα μέλη της Γερουσίας θα υπερψηφίσουν το πακέτο βοήθειας. Η αντίδραση του γερουσιαστή Πολ, δεν θεωρούμε πως θα δημιουργεί ιδιαίτερα προβλήματα, αν και ρηγματώνει την εικόνα της δια-κομματικής συναίνεσης.

[14] Βλέπε σχετικά, Chryssochoou, Dimitris, Tsinisizelis, Michael., & Ifantis, Kostas., ‘Geopolitical imperatives of system change,’ Research Gate, 2018, /www.researchgate.net/publication/327132692_Geopolitical_imperatives_of_system_change

[15] Βλέπε σχετικά, ‘Ουκρανία: Έγκριση Κογκρέσου στο σούπερ-πακέτο βοήθειας Μπάιντεν…ό.π.

Ρoή Ειδήσεων
Σχετικά άρθρα
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

Pet Shop Θεσσαλονίκη
Μενού