Για την συνάντηση Τσαβούσογλου-Λαβρόφ στην Άγκυρα

Λαβρόφ
Velonastongiaka

Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Με άρθρο της η ηλεκτρονική εφημερίδα ‘Το Βήμα,’[1] αναφέρεται στη συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών της Τουρκίας και της Ρωσίας Μεβλούτ Τσαβούσογλου και Σεργκέι Λαβρόφ, που πραγματοποιήθηκε στην Άγκυρα.[2]

Σταχυολογούμε ενδεικτικά από το δημοσίευμα της εφημερίδας ‘Το Βήμα’: «Χωρίς την επίτευξη συγκεκριμένης συμφωνίας ολοκληρώθηκε στην Άγκυρα η συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών της Τουρκίας, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, και της Ρωσίας, Σεργκέι Λαβρόφ. Μιλώντας μετά τη συνάντηση, οι δύο επικεφαλής της διπλωματίας έκαναν λόγο για χρήσιμη και παραγωγική συνάντηση, χωρίς όμως να αναφέρουν κάποιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα, παρά μόνο τη βούληση για μεταφορά των ουκρανικών σιτηρών.[3]  Σύμφωνα με το Reuters, ο Τσαβούσογλου χαρακτήρισε παραγωγικές τις διαπραγματεύσεις με τον Σεργκέι Λαβρόφ. Είπε ότι συζήτησαν την κατάσταση στην Ουκρανία και περιφερειακά ζητήματα με την ευκαιρία της επίσκεψης του Λαβρόφ στην Άγκυρα».[4]

Σε αυτό το πλαίσιο όμως, δύναται να αναφέρουμε πως η συζήτηση μεταξύ των δύο υπουργών Εξωτερικών,[5] περιστράφηκε περισσότερο γύρω από την αναζήτηση δικλείδων ασφαλείας[6] για την κατά το δυνατόν ασφαλέστερη οργάνωση της διαδικασίας εξαγωγής των Ουκρανικών σιτηρών (και οι δύο χώρες ή αλλιώς, και τα δύο καθεστώτα, επιθυμούν την ενεργότερη εμπλοκή του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών στην όλη διαδικασία), και όχι τόσο γύρω από την άμεση αναζήτηση μίας λύσης γύρω από την μεταφορά των Ουκρανικών σιτηρών σε αγορές εκτός Ουκρανίας.

Άλλως πως, μέσω αυτής της συνάντησης επιδιώχθηκε να τεθούν οι βάσεις για τη διεξαγωγή μίας τέτοιας επιχείρησης (που αν και εμπεριέχει ένα βαθμό ρίσκου,[7] θα λέγαμε πως αυτό μειώνεται λόγω της δραστηριοποίησης της Τουρκίας, η οποία ‘απορροφά’ δραστικά την ένταση στις διμερείς σχέσεις μεταξύ Ουκρανίας[8] και Ρωσίας)[9], μεταφοράς σιτηρών εκτός Ουκρανίας, στο εγκάρσιο σημείο όπου αυτή η επιχείρηση δεν καθίσταται μία αμιγώς «Ουκρανική υπόθεση»[10] για να παραφράσουμε ελαφρώς τον δικηγόρο Μιχάλη Στελακάτο-Λοβέρδο,[11] ο οποίος έχει προσφέρει μία εμπεριστατωμένη ανάλυση της καταδίκης της δικτατορίας των συνταγματαρχών από την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, για την συστηματική παραβίαση άρθρων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.[12]

Και μεταξύ των άρθρων αυτών συναντούμε και άρθρα που αναφέρονται στο σεβασμό της αξιοπρέπειας και της ανθρώπινης ζωής. Πέραν αυτού όμως, οι υπουργοί Εξωτερικών των δύο χωρών, έσπευσαν να συζητήσουν μία σειρά ζητημάτων που εν προκειμένω άπτονται του πεδίου των διμερών σχέσεων Τουρκίας[13] και Ρωσίας εν τω μέσω της Ρωσικής στρατιωτικής εισβολής στην Ουκρανία.

Δεν κομίζουμε ‘γλαύκας εις Αθήνας,’ εάν τονίσουμε πως αυτές οι διμερείς σχέσεις δεν έχουν επηρεασθεί επί τα χείρω από την Ρωσική στρατιωτική εισβολή στην Ουκρανία και την εξέλιξη της.[14]

Εμείς θα θίξουμε ένα ιδιαίτερο ζήτημα το οποίο δεν έχει αναδειχθεί ιδιαιτέρως αυτή την περίοδο όπου και εξελίσσεται η Ρωσική στρατιωτική εισβολή,[15] χρησιμοποιώντας την έννοια της «αλλαγής των εθνικών δομών ευκαιριών»[16] (changing domestic opportunity structures’), του Knill, υπογραμμίζοντας πως η Ρωσική στρατιωτική εισβολή στην Ουκρανία αποτέλεσε την ‘ευκαιρία’ για μία εκ νέου αξιολόγηση των Ρωσο-τουρκικών σχέσεων και των βάσεων πάνω στις οποίες εδράζονται, εκεί όπου διαφαίνεται πλέον με ενάργεια πως οι διμερείς σχέσεις διέπονται από έναν υψηλό βαθμό σταθερότητας-προβλεψιμότητας (οι δύο δρώντες αποφεύγουν ενέργειες και κινήσεις που θα μπορούσαν να αιφνιδιάσουν ενεργοποιώντας αρνητικά ανακλαστικά), με τις δύο χώρες να επενδύουν συμβολικούς και μη πόρους, προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης των σχέσεων αυτών, σε όποιο πεδίο απαιτείται.

Η Ουκρανία και οι εκεί εξελίξεις, είναι το νέο πεδίο εντός του οποίου δοκιμάζεται και επιτελείται στην πράξη η συμμαχία των δύο χωρών, συμμαχία που δεν έχει στρατιωτικό χαρακτήρα όπως συνέβη στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, όπου στρατιωτικές δυνάμεις των δύο χωρών είναι επιφορτισμένες με τη διαφύλαξη της κατάπαυσης του πυρός μεταξύ της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν, αλλά, πολιτικό-διπλωματικό, με έναν βαθμό αλληλοκατανόησης να είναι κάτι παραπάνω από ορατός.

«Ο Τσαβούσογλου δήλωσε ότι η Τουρκία θεωρεί ρεαλιστική την ιδέα της δημιουργίας ασφαλούς διαδρόμου για την εξαγωγή σιτηρών[17] από την Ουκρανία, αποφεύγοντας να πει αν και η Ρωσία συμφωνεί ότι πρόκειται για κάτι ρεαλιστικό.

«Μιλάμε για έναν μηχανισμό που μπορεί να δημιουργηθεί μεταξύ ΟΗΕ, Ρωσίας, Ουκρανίας και Τουρκίας. Θεωρούμε αυτό το σχέδιο ρεαλιστικό. Πρέπει να συζητήσουμε μέτρα για την ασφαλή διέλευση των πλοίων» υποστήριξε.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η Άγκυρα είναι έτοιμη να οργανώσει συνάντηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, της Ουκρανίας, της Τουρκίας και του ΟΗΕ στην Κωνσταντινούπολη για την εξαγωγή σιτηρών από τα ουκρανικά λιμάνια».[18]

Όπως η Τουρκία δεν επιθυμεί να τεθεί εκτός από τις διεργασίες που αφορούν τη μεταφορά φυσικού αερίου προς την Ευρώπη, έτσι δεν επιθυμεί να τεθεί εκτός και από τις διεργασίες που αφορούν την μεταφορά Ουκρανικών σιτηρών, διεκδικώντας τον ανάλογο διαμετακομιστικό ρόλο.



[1] Βλέπε σχετικά, ‘Τουρκία: Άκαρπη η συνάντηση Λαβρόφ – Τσαβούσογλου,’ Ηλεκτρονική Εφημερίδα ‘Το Βήμα,’ 08/06/2022, Τουρκία: Άκαρπη η συνάντηση Λαβρόφ – Τσαβούσογλου – Ειδήσεις – νέα – Το Βήμα Online (tovima.gr)

[2] Κάποιες ισχυρές μεταβλητές που κατέστησαν εφικτή την πραγματοποίηση της συνάντησης των δύο υπουργών Εξωτερικών (εδώ οφείλουμε να δούμε, θεωρητικά-επιστημολογικά, το ό,τι η συνάντηση τους στην Άγκυρα, υπήρξε απόρροια της πολύ καλής προσωπικής σχέσης που διατηρούν οι υπουργοί Εξωτερικών της Τουρκίας και της Ρωσίας, η οποία απέτρεψε το να προκύψει σειρά ατέρμονων συζητήσεων που θα μπορούσαν να μεταθέσουν την επίσκεψη του Σεργκέι Λαβρόφ προς τα πίσω χρονικά/ Μία τέτοια αντίληψη, μας ωθεί ουσιαστικά στο να κάνουμε λόγο για την ύπαρξη πολιτικών υποκειμένων που έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν αποφάσεις και να επηρεάζουν την άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής/Ως προς αυτό, πλησιάζουμε την θεώρηση του Graham  Alison περί «γραφειοκρατικών πολιτικών»), στην Άγκυρα, είναι οι εξής: Η πρώτη μεταβλητή έχει να κάνει εμπρόθετα με την πρόθεση αποστολής, από τις δύο πλευρές, συγκεκριμένων μηνυμάτων, με αποδέκτες τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον πολιτικο-στρατιωτικό συνασπισμό του ΝΑΤΟ, τους τρεις δηλαδή, βασικού πυλώνες που συγκροτούν το εν ευρεία εννοία Δυτικό μπλοκ. Εάν για τη Ρωσία, τα μηνύματα αυτά σχετίζονται με την προσπάθεια της να δείξει σε αυτά τα ακροατήρια πως δεν καθίσταται απομονωμένη πολιτικά-διπλωματικά, εξακολουθώντας να διαθέτει διπλωματικά ερείσματα σε χώρες όπως η Τουρκία, τότε, για την Τουρκία, τα μηνύματα τα οποία αποστέλλονται αφορούν κατά κύριο λόγο ή αλλιώς, συσχετίζονται με την επιθυμία ένταξης της Σουηδίας και της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ. Και τι εννοούμε λέγοντας κάτι τέτοιο; Εννοούμε πως η Τουρκική διπλωματία, εντάσσει την συνάντηση Τσαβούσογλου-Λαβρόφ μέσα σε ένα περιβάλλον ευρύτερης κινητικότητας, έτσι όπως αυτό έχει διαμορφωθεί μετά την γνωστοποίηση της πρόθεσης των δύο Σκανδιναβικών χωρών να ενταχθούν στη Βορειοατλαντική συμμαχία, αναδεικνύοντας τις εξής παραμέτρους: Πρώτον, το ό,τι δεν έχει επηρεάζονται σε βραχυπρόθεσμο και σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο, οι βασικές κατευθύνσεις της Τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, εκεί όπου, μία εξ αυτών των κατευθύνσεων  είναι  η συμμαχία της με την Ρωσική Ομοσπονδία και ο αντίκτυπος αυτής. Δεύτερον, το ό,τι επιδιώκει να εξουδετερώσει εν τοις πράγμασι τις όποιες προσπάθειες άσκησης πίεσης στην ίδια, με στόχο το να καμφθούν οι αντιρρήσεις της για το ενδεχόμενο ένταξης της Σουηδίας και της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ. Και ένας τρόπος για να φανεί αυτό, είναι η άσκηση μίας ενεργητικής εξωτερικής πολιτικής που φέρει στο ίδιο τραπέζι, εν καιρώ Ρωσικής στρατιωτικής εισβολής και ενδο-Νατοϊκής κινητικότητας, τους υπουργούς Εξωτερικών της Τουρκίας και της Ρωσίας. Σε αυτό το σημείο, θα επιχειρήσουμε μία βαθύτερη ανάλυση, διατυπώνοντας την ακόλουθη υπόθεση εργασίας: Ένας εκ των τρόπων με τους οποίους η Τουρκία σπεύδει να απορροφήσει τις όποιες πιέσεις (στην περίπτωση της εκκίνησης της ενταξιακής διαδικασίας των δύο Σκανδιναβικών χωρών, οι πιέσεις προς την Τουρκία δεν υφίστανται/ Απεναντίας, τα αρμόδια όργανα του  ΝΑΤΟ προκρίνουν την εφαρμογή ενός μοντέλου εντατικής διαβούλευσης μεταξύ της Τουρκίας, της Σουηδίας και της Φινλανδίας προκειμένου, σε ένα αρχικό επίπεδο, να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις για τη συγκρότηση ενός κατά τι άνετου, φιλικού και οικείου περιβάλλοντος το οποίο με τη σειρά του δύναται να επιτρέψει την επίτευξη συγκλίσεων μεταξύ των τριών μερών, συγκλίσεις που θα αρκούν ώστε η Τουρκία να συναινέσει στην ένταξη της Σουηδίας και της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ), θεωρεί ό,τι της ασκούνται από διάφορους δρώντες, είναι το να υπενθυμίζει το εύρος και το βάθος των διμερών της σχέσεων με την Ρωσία, την οποία και εκλαμβάνει ως διπλωματική όσο και γεω-πολιτική εναλλακτική απέναντι στο Δυτικό σύστημα διεθνών σχέσεων. Η Τουρκία αξιοποιεί την σχέση ή την συμμαχία της με την Ρωσία με έναν διττό τρόπο: Αφενός μεν την προσδιορίζει με όρους συμπληρωματικότητας, κύρια ως προς τις σχέσεις της Ηνωμένες Πολιτείες (‘εμείς δεν επιθυμούμε τη δραστική υπονόμευση, πολλώ δε μάλλον την παύση των σχέσεων μας με τις Ηνωμένες Πολιτείες/Όμως, είμαστε αναγκασμένοι να στραφούμε αλλού, από την στιγμή όπου δεν λαμβάνουμε από τις Ηνωμένες Πολιτείες αυτά που αξίζουμε’), και, αφετέρου δε, της προσδίδει τα χαρακτηριστικά της υποκατάστασης, κύρια όσον αφορά τις σχέσεις της με το ΝΑΤΟ και την παρουσία της εντός του ΝΑΤΟ. Υπό αυτό το πρίσμα, δεν εκλείπουν σκέψεις οι οποίες βέβαια δεν έχουν μετουσιωθεί σε στρατηγικές, περί πρόκλησης μίας συνειδητής ρήξης στις σχέσεις της Τουρκίας με το ΝΑΤΟ, κάτι που σημαίνει πως η Τουρκία θα θέσει σταδιακά στο επίκεντρο, το ενδεχόμενο αποχώρησης της από την Νατοϊκή συμμαχία. Οι προ ολίγων ημερών δηλώσεις του προέδρου του κόμματος Εθνικιστικής Δράσης Ντεβλέτ Μπαχτσελί, κυβερνητικού εταίρου του κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, αντανακλούν ακριβώς αυτές τις σκέψεις που ενυπάρχουν εντός της Τουρκικής πολιτικής-διπλωματικής τάξης, δίχως όμως να έχουν καταφέρει να κερδίσουν έδαφος (δεν θεωρούμε πως  μία τέτοια σκέψη έχει πολλές πιθανότητες να καταστεί επίσημη πολιτική της Τουρκίας). Τρίτον, το ό,τι σπεύδει να καταδείξει, αυτή την φορά προς την πολιτική ηγεσία της Σουηδίας και της Φινλανδίας, καλές έως πολύ καλές διμερείς σχέσεις που διατηρεί με τη Ρωσία, η πολιτική της οποίας στην Ουκρανία, αποτέλεσε την θρυαλλίδα που ώθησε τις δύο χώρες να  υποβάλλουν επίσημο αίτημα ένταξης στο ΝΑΤΟ. Με τον τρόπο της η Τουρκία δηλώνει πως το ‘πρόβλημα το έχει η Σουηδία και η Φινλανδία, και όχι εμείς.’ Η δεύτερη μεταβλητή που εντοπίζουμε, καθίσταται ιδιαίτερα πρωτότυπη και αφορά την καθαυτό αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο δρώντων, εκφεύγοντας από μία παραδοσιακή αντίληψη οποία βλέπει στη συνάντηση των δύο υπουργών Εξωτερικών την επιβεβαίωση των καλών διμερών σχέσεων Ρωσίας και Τουρκίας. Ως προς αυτό, θεωρητικά-επιστημολογικά, η συνάντηση των δύο υπουργών συνιστά το ιδιαίτερο αποτέλεσμα της βαθύτερης επιθυμίας του Ρώσου υπουργού επί των Εξωτερικών Λαβρόφ, να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του (ψυχο-συναισθηματικό πλαίσιο), προς τον Τούρκο ομόλογο του, για την όλη στάση του καθώς και για το ό,τι αποδέχθηκε την πραγματοποίηση μίας τέτοιου τύπου επίσημης συνάντησης στην Άγκυρα, λίγες ημέρες μετά την ακύρωση του ταξιδιού του στο Βελιγράδι για συνομιλίες με την πολιτική ηγεσία της χώρας, λόγω του ό,τι η Βόρεια Μακεδονία, το Μαυροβούνιο και η Ρουμανία έκλεισαν τον εναέριο χώρο τους (δεν επρόκειτο περί μίας διασταλτικής, αυστηρής ερμηνείας του καθεστώτος των κυρώσεων που έχουν επιβληθεί στη Ρωσία, καθότι, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αποφασίσει από τις πρώτες ημέρες της Ρωσικής στρατιωτικής εισβολής στην Ουκρανία, να κλείσει τον εναέριο χώρο της σε Ρωσικά αεροσκάφη/Χρήζει θεωρητικής-επιστημολογικής επισήμανσης το γεγονός πως ήσαν και η Βόρεια Μακεδονία μεταξύ των χωρών που έκλεισαν τον εναέριο χώρο τους στο αεροσκάφος που μετέφερε τον Ρώσο υπουργό Εξωτερικών, εξέλιξη που συνιστά ισχυρή ένδειξη της πολιτικής ηγεσίας της χώρας, να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σπεύδοντας, σε αυτό το σημείο, να εναρμονισθεί, ως υποψήφια χώρα-μέλος, με τους κανόνες που ισχύουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο), στο αεροσκάφος που τον μετέφερε. Άρα, η συνάντηση φέρει τα χαρακτηριστικά μίας «παρέμβασης ευγνωμοσύνης» του Σεργκέι Λαβρόφ προς τον Μεβλούτ Τσαβούσογλου, για να παραπέμψουμε στην ανάλυση του Χρήστου Πεζηρκιανίδη, και για το ό,τι δεν ευθυγραμμίσθηκε με την στάση των ομολόγων του σε Βόρεια Μακεδονία, Μαυροβούνιο (στο Μαυροβούνιο, η συγκεκριμένη απόφαση, αποτελεί δείγμα ύπαρξης μίας συνθήκης ανισορροπίας μεταξύ ενός διόλου ευκαταφρόνητου τμήματος της κοινής γνώμης της χώρας το οποίο διέπεται από ευδιάκριτα φιλο-ρωσικά χαρακτηριστικά, και της κυβέρνησης, η οποία, ίσως για πρώτη φορά μετά την έναρξη της Ρωσικής στρατιωτικής εισβολής στην Ουκρανία, αντιδρά με τέτοιον τρόπο, στο λεπτό όσο και σύνθετο σημείο όπου μία ενδιαφέρουσα υπόθεση εργασίας είναι η κάτωθι: Η κυβέρνηση της χώρας ωθήθηκε ουσιαστικά στο να μεταβάλλει τη στάση της απέναντι στη Ρωσία, συνεπεία του ευρύτερου αντίκτυπου που έχει αποκτήσει η Ρωσική στρατιωτική εισβολή και κατ’ επέκταση, η Ρωσο-ουκρανική σύγκρουση, με τον αντίκτυπο αυτό να καθίσταται ορατός και στο Μαυροβούνιο και να συναρθρώνεται, τόσο με το οικονομικό σκέλος, εκεί όπου κυριαρχεί η αύξηση στις τιμές των τροφίμων και στην τιμή διάθεσης πετρελαίου και φυσικού αερίου, όσο και με το πολιτικό-διπλωματικό σκέλος, ακριβώς διότι οι φορείς χάραξης της εξωτερικής πολιτικής της χώρας εκτιμούν πως η Ρωσική στρατιωτική εισβολή στην Ουκρανία, μετέβαλλε δραστικά τις προτεραιότητες της εξωτερικής πολιτικής του Μαυροβουνίου, συμβάλλοντας στο να μην λάβει πρωτοβουλίες που είχε προγραμματίσει), και για το ό,τι τον έκανε να αισθανθεί σημαντικός ‘παίκτης’ πολιτικά-διπλωματικά (ενσκήπτει μία ικανοποιητική συσχέτιση μεταξύ της απόφασης που έλαβαν η Βόρεια Μακεδονία, το Μαυροβούνιο και η Ρουμανία, και του γεγονότος πως ο Σεργκέι Λαβρόφ αισθάνθηκε, έστω και πρόσκαιρα, μία αμφιβολία για τον ρόλο του και για την παρουσία του στη διεθνή σκηνή), και, τελευταίο άλλα όχι έσχατο, για το ό,τι δεν εμπόδισε την άσκηση της Ρωσικής εξωτερικής πολιτικής (ο ανταγωνισμός μεταξύ Ρωσίας και Δυτικού μπλοκ, επιτελείται και με υβριδικούς πλέον, τρόπους). Οπότε, ήσαν σημαντικό εξαρχής, η συνάντηση να πραγματοποιηθεί στην Άγκυρα και όχι στη Μόσχα, ώστε, λαμβάνοντας την απάντηση που ανέμενε, ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του. Η τρίτη μεταβλητή η οποία κατέστησε εφικτή την συνάντηση των δύο υπουργών Εξωτερικών, έχει σχέση με την Συρία και με τις εκεί εξελίξεις και διεργασίες, με την πρόθεση της Τουρκίας να επέμβει στρατιωτικά στη Βόρεια Συρία να είναι γνωστή εδώ και κάποιες ημέρες. Έτσι λοιπόν, οι δύο υπουργοί βρήκαν την ευκαιρία, να συζητήσουν δια ζώσης τις εξελίξεις στη Συρία και τα δεδομένα που μπορεί να προκύψουν σε περίπτωση όπου η Τουρκία εισβάλλει στρατιωτικά στη Συρία (η συνάντηση των δύο, δεν φέρει ένα αντι-δυτικό πρόσημο, ή αλλιώς, διαφορετικά ειπωμένο, το φέρει, αλλά, σε μικρότερο βαθμό από ό,τι η συνάντηση του προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν και του Κινέζου ομολόγου του Σι Τζινπίνγκ), φροντίζοντας ώστε να μη δημιουργηθούν ζητήματα τα οποία θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά τις σχέσεις των δύο χωρών (η Ρωσία δεν έχει επενδύσει πόρους προς την κατεύθυνση ενίσχυσης των σχέσεων της με τους Κούρδους Πεσμεργκά, αποφεύγοντας συνειδητά να δυσαρεστήσει την Τουρκία, η οποία εκτιμά μία τέτοια στάση, θεωρώντας πως το ζήτημα αντιμετώπισης των Κούρδων μαχητών που δρουν στη Συρία αφορά αποκλειστικά την Τουρκία/Μάλιστα, προς επίρρωσιν αυτού, δεν έχει ασκήσει πίεση προς το αυταρχικό καθεστώς Άσαντ ώστε αυτό να αντιδράσει στρατιωτικά κατά της Τουρκίας, αποστέλλοντας στρατεύματα στη Βόρεια Συρία/Οι προσεγγίσεις Ελλάδας και Ρωσίας συγκλίνουν ως προς το ό,τι θεωρούν πως το Κουρδικό ζήτημα και η διαχείριση του, αφορούν την Τουρκία, με την ελληνική διπλωματία να μην εργαλειοποιεί, και ορθώς, αυτό το ζήτημα, με επίδικο το να θέσει προσκόμματα στην άσκηση της Τουρκικής, περιφερειακής πολιτικής), με τον Μεβλούτ Τσαβούσογλου, να επεξηγεί αναλυτικά τους λόγους που ωθούν την Τουρκία στο να επιχειρήσει μία νέα στρατιωτική εισβολή κατά των Κούρδων (η Τουρκία δεν ζητά την συναίνεση της Ρωσίας για να επέμβει, ούτε δρα διπλωματικά με γνώμονα το να άρει τις αμφιβολίες της Ρωσίας, ακριβώς διότι οι τελευταίες δεν υφίστανται) της Συρίας. Στη Συρία θα επανέλθουμε και σε άλλα σημείο της ανάλυσης μας. Τώρα, θα προσδώσουμε μία ψυχο-συναισθηματική διάσταση στην τέταρτη μεταβλητή μας, λέγοντας πως η συνάντηση των δύο υπουργών Εξωτερικών εγγράφει τους όρους ενός ιδιαίτερου «απολαμβάνειν», σύμφωνα με τη διατύπωση των Πεζηρκιανίδη, Bryant & Veroff. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι δύο υπουργοί Εξωτερικών, συναντήθηκαν για να «απολαύσουν» άμεσα και δια ζώσης το καλό επίπεδο των διμερών σχέσεων (εάν αντί του όρου «απόλαυση» χρησιμοποιούσαμε, θεωρητικά-επιστημολογικά, τον όρο ευχαρίστηση, η διαφορά θα ήσαν αμελητέα/τις καλές προσωπικές τους σχέσεις απολαμβάνουν και οι πρόεδροι των δύο χωρών), και τη συναντίληψη που έχει επιτευχθεί επί διαφόρων θεμάτων. Παράλληλα, απολαμβάνουν, με κάποιο ίχνος χαιρεκακίας, τα ζητήματα που δημιουργεί στον πολιτικο-στρατιωτικό συνασπισμό του ΝΑΤΟ, η εξέλιξη των διμερών σχέσεων Ρωσίας και Τουρκίας. Και, η πέμπτη και τελευταία μεταβλητή που διακρίνουμε, άπτεται του ό,τι η συνάντηση καθίσταται αμοιβαία σημαντική: Όσο το Πουτινικό καθεστώς επεδίωξε αυτή την συνάντηση για να αποδείξει πως μπορεί να δημιουργήσει σειρά αντιθέσεων στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ (αν και η όποια δυναμική μπορούσε να αποκτήσει αυτή η επιδίωξη έχει αμβλυνθεί δραστικά, ως απόρροια της συσπείρωσης μεταξύ των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ που προκάλεσε η Ρωσική στρατιωτική εισβολή),  έχοντας καλές διμερείς σχέσεις με μία χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ (τα τελευταία χρόνια, καμία άλλα χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ δεν έχει έρθει εγγύτερα στη Ρωσία, με τον τρόπο που το έχει πράξει η Τουρκία), άλλο τόσο την ήθελε και το καθεστώς Ερντογάν, για να αναδείξει στην επιφάνεια το ό,τι η Τουρκία διαδραματίζει σημαντικό περιφερειακό ρόλο. Βλέπε σχετικά, Alison, Graham., ‘Essence of Decision: Explaining the Cuban Missile Crisis,’ Little, Brown & Company, Boston, 1971. Και, Πεζηρκιανίδης, Χρήστος., ‘Δημιουργία ενός θεωρητικού μοντέλου για τις φιλικές σχέσεις ενηλίκων υπό το  πρίσμα θετικής ψυχολογίας,’ Διδακτορική Διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2020, σελ. 42, Διαθέσιμη στο: Πεζηρκιανίδης Χρήστος (2020 Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών) Δημιουργία ενός θεωρητικού μοντέλου για τις φιλικές σχέσεις ενηλίκων υπό το πρίσμα της θετικής ψυχολογίας (ekt.gr) Το ίδιο γόνιμη και πρωτότυπη, θεωρητικά-επιστημολογικά, είναι μία προσέγγιση που θέτει στο προσκήνιο την έννοια της συγχώρεσης. Κάτι που σημαίνει πως κανείς εκ των δύο υπουργών δεν διεκδίκησε  την πραγματοποίηση της συνάντησης (η συσχέτιση καθίσταται μηδαμινή), για να ζητήσει συγχώρεση για κάποια πράξη ή παράλειψη του. Βλέπε και, Bryant, F., & Veroff, J., ‘Savoring: A new model of positive experience,’ New Jersey, United States of America, Lawrence Erlbaum Associates, 2007.

[3] Η μεταφορά και δη, η ασφαλής μεταφορά των Ουκρανικών σιτηρών εντός της Ουκρανικής ενδοχώρας, προϋποθέτει τη δημιουργία ‘αγροτικών’ διαδρόμων, που θα εκκινούν από συγκεκριμένες περιοχές της χώρας, κατά κύριο λόγο τις σιτοπαραγωγικές περιοχές και θα κατευθύνονται προς τις πόλεις-λιμάνια του Εύξεινου Πόντου (ένα βασικό ζητούμενο καθίσταται το να προτιμηθεί κατά κύριο λόγο το λιμάνι της Οδησσού ως λιμάνι εξαγωγής σιτηρών/Μία τέτοια στρατηγικού τύπου επιλογή, δύναται να δείξει σε ευρύτερα ακροατήρια το ό,τι η χώρα που κατά κύριο λόγο έχει έννομο συμφέρον από τη διαδικασία αυτή, είναι η Ουκρανία, καθότι σε αυτή ανήκουν τα σιτηρά, οι μηχανισμοί που θα εξασφαλίσουν την συγκομιδή, τη μεταφορά και τη μεταφόρτωση τους, και τα λιμάνια/Η υπό Ρωσικό έλεγχο Μαριούπολη, πρέπει να χρησιμοποιηθεί σε μικρότερο βαθμό, στέλνοντας ένα μήνυμα στη Ρωσία πως η κυριαρχία της επί της Μαριούπολης δεν είναι ανεκτή σε διεθνές επίπεδο). Ο βαθμός δυσκολίας ενός εν τοις πράγμασι σύνθετου εγχειρήματος αυξάνει, από την στιγμή όπου τα μέχρι στιγμής εγχειρήματα δημιουργίας ανθρωπιστικών διαδρόμων εντός της Ουκρανίας, ήσαν αποσπασματικά και σχετικά χαμηλής δυναμικής, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα το να μην υπάρχει θετικό προηγούμενο (ή εμπειρία) που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί, ακόμη και δια της μετατροπής των ανθρωπιστικών διαδρόμων σε αγροτικούς διαδρόμους (στρατιωτικά και αστυνομικά οχήματα πρέπει να συνοδεύουν την μεταφορά των σιτηρών, υπό το φόβο του πλιάτσικου και της μαζικής υφαρπαγής).

[4] Βλέπε σχετικά, ‘Τουρκία: Άκαρπη η συνάντηση Λαβρόφ – Τσαβούσογλου…ό.π. Το θεωρητικό-επιστημολογικό ενδιαφέρον εδώ, έγκειται στο ό,τι η όποια συνδρομή του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών στη διαδικασία εξαγωγής των Ουκρανικών σιτηρών από Ουκρανικά λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας (ως προϋπόθεση για την ενεργό εμπλοκή του, ο ΟΗΕ, οφείλει να διεκδικήσει την εκ των προτέρων δέσμευση της Ρωσίας προς δεν θα ασκήσει στρατιωτική βία εναντίον των εμπορικών πλοίων και των πληρωμάτων τους που τυχόν θα κληθούν να μεταφέρουν Ουκρανικά σιτηρά διασχίζοντας τη Μαύρη Θάλασσα∙ Την δέσμευση της Τουρκίας πως δεν προτίθεται να εκμεταλλευθεί προς όφελος της τη διαδικασία, διακρατώντας, για παράδειγμα, ποσότητες σιτηρών που καταφθάνουν στα Τουρκικά λιμάνια του Εύξεινου Πόντου∙ Την παροχή στρατιωτικής προστασίας στα εμπορικά πλοία που θα μεταφέρουν τα σιτηρά διασχίζοντας τη Μαύρη Θάλασσα, με πολεμικά πλοία της Τουρκίας να επιβλέπουν την πορεία τους∙ Τη δέσμευση πως το Πουτινικό καθεστώς θα αποφύγει να αποστείλει ποσότητες σιτηρών στο εσωτερικό της Ρωσίας∙  Την παροχή εγγυήσεων ασφαλείας προς την Ουκρανία, προκειμένου αυτή να συμμετάσχει στη διαδικασία με τρόπο ώστε η Ουκρανική κυβέρνηση να ενεργοποιήσει απρόσκοπτα δομές του υπουργείου Γεωργίας και αγροτικούς συνεταιρισμούς που θα καταπιαστούν με τη συγκομιδή και με την μεταφόρτωση των σιτηρών από αγροτικές αποθήκες σε εμπορικά πλοία, να εξασφαλίσει τη μισθοδοσία τους, να ανοίξει με την μέγιστη δυνατή ασφάλεια το λιμάνι της Οδησσού για εμπορικές χρήσεις∙ Τη δημιουργία ενός τραπεζικού λογαριασμού στον οποίο, μετά το επιτυχές πέρας της διαδικασίας συγκομιδής-μεταφόρτωσης και εξαγωγής των σιτηρών, θα κατατεθούν χρηματικά ποσά υπέρ της Ουκρανικής κυβέρνησης∙ Την συνδρομή παρευξείνιων χωρών όπως η Ρουμανία και η Βουλγαρία, προκειμένου αυτές να διαθέσουν τα λιμάνια τους για την άμεση μεταφόρτωση και μεταφορά σιτηρών προς χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι μόνο), δεν σχετίζεται με την πρόθεση που είχε εκφράσει τον πρώτο μήνα εξέλιξης της Ρωσικής στρατιωτικής εισβολής, πρόθεση σχετική με τη δημιουργία ενός γραφείου στην Κωνσταντινούπολη, το οποίο, λειτουργώντας υπό την αιγίδα του, και με τη συμμετοχή Ουκρανών, Ρώσων και Τούρκων αξιωματούχων, θα έχει ως διακύβευμα την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας (και όχι μόνο) στην Ουκρανία. Αντιθέτως, θα υπογραμμίσουμε πως, από την στιγμή όπου κάτι τέτοιο δεν επιτεύχθηκε τελικά (η εξέλιξη των συγκρούσεων, ήτοι η το βάθεμα τους, από κοινού με τη σταδιακή απροθυμία της Τουρκίας να κατευθύνει το διαμεσολαβητικό της εγχείρημα προς την κατεύθυνση κάλυψης επειγουσών ανθρωπιστικών αναγκών, υποσκέλισαν την συγκεκριμένη πρωτοβουλία, οδηγώντας τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών να την αποσύρει από το προσκήνιο), οι όποιες προσπάθειες για την εμπλοκή του Οργανισμού ξεκινά ex nihilo, εκεί όπου, οι  ενέργειες των δύο δρώντων και, εάν προστεθεί και η Ουκρανία, των τριών, οφείλουν να είναι κατά τι συντονισμένες για να πεισθεί ο Οργανισμός και οι αρμόδιες υπηρεσίες του να συμμετάσχουν (το πρώτο πράγμα που ζητείται σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι η εξασφάλιση της σωματικής ακεραιότητας των αξιωματούχων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών που τυχόν θα συμμετάσχουν στην όλη διαδικασία). Η αποτυχία του εγχειρήματος δημιουργίας ενός ανθρωπιστικού γραφείου στην Κωνσταντινούπολη, δεν έχει επηρεάσει με αρνητικό τρόπο, την επιθυμία εμπλοκής του ΟΗΕ στα της Ουκρανίας. Ο Οργανισμός αναζητεί ευκαιρίες δραστηριοποίησης, διαμόρφωσης προγραμμάτων και επίτευξης συνεργειών με κρατικούς, υπερ-εθνικούς και μη-κρατικούς δρώντες. Και αυτό το θετικό momentum πρέπει να αξιοποιηθεί. Ο λογαριασμός για τον οποίο έγινε λόγος, μπορεί να έχει τη μορφή ενός «καταπιστευματικού ταμείου» (fund), σύμφωνα με τη διατύπωση του Τούρκου διεθνολόγου Altug Gunal, ώστε τα έσοδα που θα προκύψουν να χρησιμοποιηθούν και για την κάλυψη δαπανών της Ουκρανικής κυβέρνησης (μισθοδοσία στρατιωτικών), αλλά, και για την μελλοντική ανοικοδόμηση της χώρας. Βλέπε σχετικά, Gunal, Altug., ‘What does Turkey want from Cyprus,’ στο: Michalis, S. Michael., & Vural, Yucel., (επιμ.), ‘Cyprus and the roadmap for peace: A critical interrogation of the conflict,’ Edward Elgar, Cheltenham, 2018, σελ. 52.

[5] Διαθέτουμε λίγες μελέτες για το γεγονός πως το σύγχρονο Τουρκικό καθεστώς ενέγραψε στο εσωτερικό του χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν προς ό,τι ο Τάκης Παππάς προσδιορίζει θεωρητικά ως «δημοψηφισματική δημοκρατία» (plebiscitary democracy). Για την ακρίβεια, η δημοψηφισματική διαδικασία λειτουργούσε με τέτοιον τρόπο, ώστε, ανά τακτικά χρονικά διαστήματα, από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 και έπειτα, η πραγματοποίηση τους να στοχεύει στο να προσδώσει την απαραίτητη κοινωνική νομιμοποίηση (αν και η έκβαση τους δεν ήσαν εκ των προτέρων γνωστή), στην επί το αυταρχικότερον μετεξέλιξη της Τουρκικής δημοκρατίας. Το σημείο τομής ή αλλιώς, κορύφωσης της όλης δημοψηφισματικής διαδικασίας, ήσαν το δημοψήφισμα του 2017, το αποτέλεσμα του οποίου, έναν περίπου χρόνο μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του θέρους του 2016 (οι επίδοξοι πραξικοπηματίες, που ως επί το πλείστον προέρχονταν από τις τάξεις του Στρατού Ξηράς, δεν διέθεταν ιδιαίτερες προσβάσεις στα κόμματα της εν ευρεία εννοία Τουρκικής αντιπολίτευσης, πράγμα το οποίο αξιοποιήθηκε επαρκώς από το κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, το οποίο κατάφερε να διαμορφώσει μία εικόνα ομόθυμης καταδίκης της απόπειρας πραξικοπήματος, στερώντας έτσι πολύτιμο ζωτικό χώρο από τους επίδοξους πραξικοπηματίες και εντείνοντας την πίεση που ήδη τους ασκείτο/Οι πραξικοπηματίες, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, και από την στιγμή όπου απώλεσαν το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, κλήθηκαν να λάβουν σημαντικές αποφάσεις, όχι για να αυξήσουν τις πιθανότητες επιτυχίας της στρατιωτικής τους κίνησης, όσο για να αυξήσουν τις πιθανότητες της δικής τους επιβίωσης/Εκτιμούμε, αντλώντας από την κλασική ανάλυση του Γάλλου πολιτικού επιστήμονα Jean Meynaud, πως σε περίπτωση επιτυχίας, ο αρχικός πυρήνας των πραξικοπηματιών θα εγκαθίστατο άμεσα στην εξουσία, πλαισιωμένος από «μια ομάδα εξωστρατιωτικών συνεργατών»), ήσαν καθοριστικό για τη μετατροπή της Τουρκικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας σε προεδρική δημοκρατία, με έναν εκ των πραγμάτων ισχυρό και όχι απλά ρυθμιστικό, ρόλο του προέδρου. Σε αυτό το σημείο, θα θεωρητικοποιήσουμε όσο χρειάζεται την ανάλυση μας, προκειμένου να ανασύρουμε στην επιφάνεια τον τρόπο με τον οποίο ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επένδυσε πόρους, με την πολιτική υποστήριξη του κόμματος του, προς την κατεύθυνση κατασκευής της εικόνας του χαρισματικού ηγέτη, αντλώντας κάποια πολύτιμα στοιχεία από την τυπολογική ανάλυση του Τάκη Παππά, ο οποίος έχει προσφέρει μία εμβριθή μελέτη της πολιτικής χαρισματικότητας, χρησιμοποιώντας παραδείγματα από τον ελληνικό 20ο αιώνα. Σε αυτή την περίπτωση, ως σημείο τομής θα χρησιμοποιήσουμε το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016, το οποίο δεν δημιούργησε συνθήκες ανοιχτής κοινωνικής-πολιτικής κρίσης στην Τουρκία. Εδώ οφείλουμε να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί θεωρητικά-επιστημολογικά, και αυτό διότι, το πραξικόπημα περισσότερο δημιούργησε συνθήκες δυνητικής «θεσμικής αστάθειας», και όχι ανοιχτής κοινωνικής-πολιτικής κρίσης: Όσο γρήγορα και ξαφνικά εκδηλώθηκε το στρατιωτικό πραξικόπημα, άλλο τόσο γρήγορα κατεστάλη, με αποτέλεσμα να παύσουν εν τη γενέσει τους οι προϋποθέσεις εκδήλωσης μίας κοινωνικής, πολιτικής και θεσμικής κρίσης (εν είδει υποθέσεως εργασίας, θα λέγαμε πως σε περίπτωση επικράτησης τους, οι στρατιωτικοί άμεσα θα έπαυαν τις διαδικασίες μετατροπής της Τουρκικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας σε προεδρική δημοκρατία). Έτσι λοιπόν, μέσα στις συνθήκες δημιουργίας «θεσμικής αστάθειας» που επέφερε το πραξικόπημα (η στάση του τότε δημάρχου της Κωνσταντινούπολης ήσαν επίσης αρνητική απέναντι στους επίδοξους πραξικοπηματίες), εκκολάφθηκε η «ύπαρξη του χαρισματικού», κατά τον Τάκη Παππά, του χαρισματικού ηγέτη Ερντογάν, ο οποίος ανέλαβε την «αποστολή σωτηρίας της δημοκρατίας» από τους επικίνδυνους πραξικοπηματίες (o πολιτικός λόγος που αρθρώνει ο πρόεδρος αποφεύγει να τους ονομάσει, για να μην τους νομιμοποιήσει στα μάτια των Τούρκων πολιτών),  των οποίων η καταστολή του επέτρεψε να αυτο-προσδιορισθεί ως ‘λυτρωτής’ της Τουρκικής δημοκρατίας. Από την στιγμή όπου οι βάσεις είχαν τεθεί, η μετατροπή του σε χαρισματικό ηγέτη ολοκληρώθηκε με τη δημοψηφισματική διαδικασία του 2017, όταν ο ‘σωτήρας-λυτρωτής’ (όχι τόσο με θρησκευτικούς-θεολογικούς όρους, καθώς ούτε ο ίδιος ο Τούρκος πρόεδρος δεν επικαλέσθηκε την θρησκευτική του πίστη και ό,τι έχει αναλάβει κάποια ‘θεόσταλτη’ αποστολή ‘σωτηρίας’ της Τουρκίας), περιβλήθηκε θεσμικά, με τον μανδύα του ισχυρού προέδρου της Τουρκικής δημοκρατίας, καθιστάμενος ‘πρόεδρος λυτρωτής.’ Θεωρούμε πως ένας εκ των βασικών λόγων επικράτησης των συνταγματικών αλλαγών που πρότεινε ο πρόεδρος Ερντογάν, ήσαν το ό,τι, μία διόλου ευκαταφρόνητη μερίδα ψηφοφόρων που δεν είναι μόνο ψηφοφόροι του κόμματος ‘Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης,’  έσπευσε στις κάλπες του δημοψηφίσματος, για να επιβραβεύσει τον Τούρκο πρόεδρο για την άτεγκτη στάση του απέναντι στους πραξικοπηματίες (θα τους αποκαλέσουμε ως ‘ευγνωμονούντες ψηφοφόρους’/Μεταξύ αυτών βρίσκονται και πολλοί Κεμαλικοί στην ιδεολογία), αναγνωρίζοντας τον ως ‘ηγέτη’ και ως ‘σωτήρα’ που απέτρεψε με γρήγορες και αποφασιστικές κινήσεις την επιστροφή στο παρελθόν και τον κίνδυνο διολίσθησης στο κοινωνικό-πολιτικό χάος. Θεμέλιος λίθος για την γέννηση του Ερντογανισμού ως ιδεολογίας, στον καταστατικό πυρήνα του οποίου ενυπάρχουν ο λαϊκισμός με την παραδοσιοκρατία, είναι το δημοψήφισμα του 2017 (είναι αξιοσημείωτο το γεγονός πως στη μετα-σοβιετική Ρωσία, έχουν διεξαχθεί δημοψηφίσματα ανά περιόδους, αν και η πραγματοποίηση τους δεν αρκεί για να τεκμηριώσει θεωρητικά την άποψη περί συγκρότησης μίας δημοψηφισματικής κουλτούρας Ελβετικού τύπου/Δημοψηφίσματα έχουν λάβει χώρα και κατά τη διάρκεια διακυβέρνησης από τον Βλαντίμιρ Πούτιν, ο οποίος στρέφεται προς αυτή την πρακτική με στόχο το να αποκτήσουν  όσο το δυνατόν πιο ευρεία κοινωνική νομιμοποίηση οι πολιτικές του επιλογές, κάτι που μπορεί να του δώσει τη δυνατότητα να ισχυρισθεί πως ο ίδιος και το αυταρχικό του καθεστώς διαθέτουν την υποστήριξη μεγάλου μέρους των πολιτών) και η συνακόλουθη διαδικασία μετατροπής της Τουρκικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας σε προεδρική, εκεί όπου, στα ήδη υπό διαμόρφωση χαρακτηριστικά αυταρχικής μετεξέλιξης της Τουρκικής δημοκρατίας, προστέθηκε και ο προσωποπαγής χαρακτήρας. Δίχως όμως αυτός ο προσωποπαγής χαρακτήρας σχετικός με τον ρόλο που διαδραματίζει για το καθεστώς και τη συνοχή του, η μορφή του προέδρου Ερντογάν, να προσλάβει χαρακτηριστικά ανοιχτής προσωπολατρείας, όπως συνέβη ιστορικά, σε διάφορα κομμουνιστικά καθεστώτα, ή αλλιώς, χαρακτηριστικά «υπερβολική λατρείας», κατά την ανάλυση του Καρλ Μπράχερ. Υπό αυτή την οπτική, το Τουρκικό ημι-αυταρχικό καθεστώς μπορεί και συνυφαίνει την εθνικιστική ρητορική που όμως, εν αντιθέσει με το ό,τι πιστεύουν απλοϊκά, διάφοροι πολιτικοί και αναλυτές εν Ελλάδι, δεν είναι διαρκής και δεν χρησιμοποιείται σε όλες τις περιπτώσεις με τον ίδιο τρόπο (δεν υπάρχει ουδεμία νύξη στην αποκαλούμενη, από τον Στάνλεϊ Πέϊν, ως «φυλετική επανάσταση»), με την «έμφαση σε νέες μορφές προωθημένης τεχνολογίας», στη «λατρεία της καινούργιας τεχνολογικής αποτελεσματικότητας, των νέων στρατιωτικών τακτικών και της τεχνολογίας». Έτσι, όσο αυτό το καθεστώς μπορεί να είναι παραδοσιοκρατικού τύπου, άλλο τόσο μπορεί να είναι και μοντερνιστικό ή μοντέρνο, στοιχείο το οποίο δια-μοιράζεται με το Πουτινικό, αυταρχικό καθεστώς στη Ρωσία. Ένα άλλο στοιχείο που δια-μοιράζονται, είναι το ό,τι δεν είναι αντι-κληρικά καθεστώτα, στρεφόμενα κατά της επίσημης θρησκείας με τον τρόπο που το έπραξε το κόμμα των Μπολσεβίκων μετά την επικράτηση του στον Ρωσικό Εμφύλιο Πόλεμο. Τα στοιχεία της «έμφασης σε νέες μορφές προωθημένης τεχνολογίας» και της εστίασης στην ανάπτυξη της Τουρκικής στρατιωτικής τεχνολογίας (βλέπε το πως η ανάπτυξη των Τουρκικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών Bayraktar, συνδράμει στη διαμόρφωση ενός αφηγήματος που στο κέντρο της θέτει την εικόνα μίας Τουρκίας στρατιωτικά αυτάρκους και τεχνολογικά ισχυρής, η οποία πληροί πλέον τα κριτήρια για να ανταγωνισθεί επί ίσοις όροις τις θεωρούμενες ως μεγάλες δυνάμεις, διαθέτοντας συνάμα την υπεροχή επί των γειτόνων της),  στοιχεία που καθίστανται καθαυτό κρίσιμα για την συγκρότηση των αφηγήσεων του καθεστώτος, για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται το ίδιο τον εαυτό του και την Τουρκική ταυτότητα, δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς (η έννοια της ‘στρατιωτικής υπεροχής’ δεν προβάλλεται σε μεγάλο βαθμό). Βλέπε σχετικά, Meynaud, Jean., ‘Οι πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα. Βασιλική Εκτροπή και Στρατιωτική Δικτατορία,’ Μετάφραση: Μερλόπουλος, Π., Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα, 2002, σελ. 371. Δημοψηφίσματα πραγματοποιούνται όχι μόνο σε  ανεπτυγμένες φιλελεύθερες δημοκρατίες (Δανία, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία, Ιταλία), αλλά και σε λαϊκιστικά ημι-αυταρχικά καθεστώτα τύπου Μπολιβαριανής Δημοκρατίας στη Βενεζουέλα, με τα διάφορα κομμουνιστικά καθεστώτα που υπάρχουν σήμερα, να μην έχουν αναπτύξει μία δημοψηφισματική-πολιτική κουλτούρα στο εσωτερικό τους, όντας επηρεασμένα από το ό,τι ίσχυε επί Σοβιετικής Ένωσης.   Και, Παππάς, Τάκης., ‘Το τέλος του χαρισματικού; Πολιτική κρίση, χαρισματική ηγεσία και δημοκρατία στην Ελλάδα του 20ου αιώνα,’ Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, Τεύχος 19, 2002, 29, Διαθέσιμο στο: Προβολή του Το τέλος του χαρισματικού; Πολιτική κρίση, χαρισματική ηγεσία και δημοκρατία στην Ελλάδα του 20ού αιώνα (ekt.gr) Για τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η αποτελεσματική αντιμετώπιση των πραξικοπηματιών, συνιστά «απόδειξη του χαρίσματος» του. Για την κατασκευή της εικόνας του χαρισματικού ηγέτη και σε ένα δεύτερο επίπεδο, των αφηγήσεων που συνοδεύουν αυτή την εικόνα, ο πρόεδρος Ερντογάν αξιοποίησε πρωτίστως το πραξικόπημα και δευτερευόντως τις πολεμικές συγκρούσεις στις οποίες ενεπλάκη η Τουρκία στη Βόρεια Συρία και στο Ιράκ, εκεί όπου μπορούσε να πει απλά, ‘πράττω το καθήκον μου ως πρόεδρος.’ Μπαίνουμε στον θεωρητικό-επιστημολογικό πειρασμό να αναφερθούμε εκ νέου στο πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016 στην Τουρκία (που δεν προκάλεσε ανακατατάξεις και στις γειτονικές χώρες όπως η Συρία), υπογραμμίζοντας πως υπήρξε η ευδιάκριτη η «πληβειακή» του κουλτούρα, για να στραφούμε στην ανάλυση του Thompson. Κάτι που μεταφράζεται στο ό,τι, ελλείψει θεσμικών διαύλων επικοινωνίας που θα μπορούσαν να προσδώσουν μία άλλη δυναμική στο πραξικόπημα (ιστορικά, για κάθε ένα επιτυχημένο πραξικόπημα, προκύπτουν περισσότερα αποτυχημένα), μία παράμετρος που έγινε ευδιάκριτη ήσαν η «πληβειακή κουλτούρα» των υποστηρικτών του (δεν έχει τίποτα το υποτιμητικό αυτή η αναφορά/Αντιθέτως, εμμένουμε αυστηρά σε μία επιστημονική προσέγγιση), οι οποίοι κατά βάση προέρχονταν από την εργατική και την παραδοσιακή μικροαστική τάξη των μεγάλων αστικών κέντρων,  δίχως όμως αυτό να σημαίνει πως το πραξικόπημα αυτό υπήρξε ένα ταξικό δημοψήφισμα. Βλέπε και, Thompson, E.P., ‘Eighteenth-Century English Society: Class Struggle Without Class?», Social History, Τεύχος 3, 1978. Και, Πέϊν, Στάνλεϊ., ‘Η Ιστορία του Φασισμού,’ Μετάφραση: Γεώρμας, Κώστας, Επιμέλεια: Ροζάνης, Στέφανος, Εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα, 2000, σελ. 669. Βλέπε και, Bracher, K.D., ‘Zeitgeschichtliche kontroversen um Faschismus Totalitarismus Demokratie,’ Μόναχο, 1976, σελ. 60-78. Δανειζόμενοι την αναφορά του Brose, θα τονίσουμε πως εντός του κυβερνώντος κόμματος ‘Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης,’ ενυπάρχουν «πολυάριθμες και ανταγωνιστικές παραδόσεις» (για παράδειγμα, δεν εκλείπουν στελέχη τα οποία θεωρούν πως οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις μπορούν  να ανταποκριθούν επαρκώς σε μία ταυτόχρονη στρατιωτική εισβολή στη Συρία και στο Ιράκ, με άλλα στελέχη να υποστηρίζουν το αντίθετο/ Διχογνωμίες χαμηλής έντασης έχουν προκύψει και ως προς τις σχέσεις της Τουρκίας με την Ρωσία, εκεί όπου το στοιχείο της εμβάθυνσης το οποίο προκρίνουν στελέχη που κατέχουν υψηλές θέσεις στην κομματική πυραμίδα, ανταγωνίζεται εκείνο της συμμαχίας μεν, αλλά τη μη στρατηγικής συμμαχίας, το οποίο προτιμούν στελέχη μεσαίων έως χαμηλότερων βαθμίδων). Βλέπε σχετικά, Brose, Dorn, Eric., ‘II Nazismo, il Fascismo e la tecnologia,’ SC, 18, 2, 1987, σελ. 387.

[6] Για την Τουρκία και για την Ρωσία, η Συρία και η εκεί εμπλοκή τους  (οι δύο χώρες δεν έχουν αναπτύξει από κοινού στρατιωτικές δυνάμεις στη ζώνη ασφαλείας που έχει δημιουργήσει η Τουρκία κατά μήκος των Συρο-τουρκικών συνόρων, κατά τα πρότυπα του Ναγκόρνο Καραμπάχ), έχει καταστεί «διαδικαστική διαφορά», κατά την ανάλυση του Χρήστου Ροζάκη. Και που οφείλεται αυτό; Οφείλεται στο ό,τι η με επιταχυνόμενους ρυθμούς εξέλιξη των Ρωσο-τουρκικών σχέσεων την τελευταία δεκαετία, έφθασε σε τέτοιο επίπεδο που κατέστησε εφικτή τη σταδιακή μετατροπή της με διαφορετικούς όρους εμπλοκή των δύο χωρών στα της Συρίας (οι Τουρκικές στρατιωτικές επεμβάσεις προϋπήρχαν της Ρωσικής στρατιωτικής επέμβασης υπέρ του καθεστώτος Άσαντ), σε «διαδικαστική διαφορά», η οποία και δεν επηρεάζει δραστικά την εξέλιξη των διμερών σχέσεων (τα συμφέροντα Τουρκίας και Ρωσίας δεν συναντώνται στο Ιράκ), και συνοδεύεται από την σχεδόν ανακλαστική απορρόφηση των όποιων δυσχερειών δύνανται να προκύψουν, χωρίς μάλιστα να έχουν θεσπιστεί επίσημα μηχανισμοί εξομάλυνσης των διαφορών στη Συρία (ούτε για την Ουκρανία ισχύει κάτι τέτοιο), από τις δύο χώρες. Η επικοινωνία που έχει αναπτυχθεί μεταξύ των αξιωματούχων στα υπουργεία Εξωτερικών και Άμυνας, είναι τέτοια, που επιτρέπει την άμεση αντιμετώπιση αυτών των δυσχερειών. Βλέπε σχετικά, Rozakis, Christos., ‘The Greek continental shelf,’ στο: Kariotis, Theodore, (επιμ.), ‘Greece and the law of the sea,’ Kluwer, Χάγη, 1997.

[7] Η ελληνική διπλωματία, με αφορμή τις διεργασίες που παρατηρούνται στο επίπεδο της εξαγωγής των Ουκρανικών σιτηρών εκτός της Ουκρανίας, θεωρούμε πως έχει περιπέσει σε μία κατάσταση «αδράνειας», που σημαίνει, κατά την Στέλλα Λαδή, μία διαπιστωμένη «έλλειψη αλλαγής».  Η  ελληνική διπλωματία ή ορθότερα, η ελληνική κυβέρνηση, θα μπορούσε να διεκδικήσει λόγο και ρόλο στη μεταφορά των Ουκρανικών σιτηρών εκτός της Ουκρανίας, αξιοποιώντας και την ισχύ της ελληνικής ναυτιλίας, δίχως να απαιτείται την πολιτικο-διπλωματική στάση υπέρ της Ουκρανίας που έχει υιοθετήσει από τις απαρχές της Ρωσικής στρατιωτικής εισβολής, κάτι που όμως δεν πράττει, έχοντας περιπέσει σε μία συνθήκη «αδράνειας» (έλλειψη επιθυμίας για μία αλλαγή στην ασκούμενη εξωτερική πολιτική), με αποτέλεσμα την απουσία διπλωματικής κινητικότητας και διπλωματικών ενεργειών σχετικών με την μεταφορά των σιτηρών με ελληνόκτητα πλοία από την Οδησσό προς τα λιμάνια διαφόρων χωρών, ευρωπαϊκών και μη (το ελληνικό προξενείο της Οδησσού θα μπορούσε να προβεί σε όλες τις αναγκαίες προπαρασκευαστικές ενέργειες). Για παράδειγμα, μετά από ενέργειες της ελληνικής κυβέρνησης (να ένα πεδίο όπου μία ενδεχόμενη σύμπραξη με την Τουρκία θα μπορούσε να συμβάλλει στη βελτίωση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων, ιδίως αυτή την περίοδο), ελληνόκτητα πλοία είτε θα μπορούσαν να παραλάβουν απευθείας τα σιτηρά από το λιμάνι της Οδησσού, είτε να τα μεταφορτώσουν από κάποιο Τουρκικό λιμάνι (ο θαλάσσιος αποκλεισμός του Εύξεινου Πόντου, από την Ρωσία, πρέπει να αρθεί), αναλαμβάνοντας την, μέσω του Αιγαίου Πελάγους, μεταφορά τους στις αγορές της Αιγύπτου και της Αλγερίας. Μία τέτοια συνθήκη αδράνειας, θυμίζει, την αδράνεια που επέδειξαν οι διαδοχικές κυβερνήσεις της προηγούμενης δεκαετίας ως προς την Λιβύη και τις εκεί εξελίξεις. Βλέπε σχετικά, Λαδή, Στέλλα., ‘Εξευρωπαϊσμός και αλλαγές δημόσιων πολιτικών: Η περίπτωση της ελληνικής περιβαλλοντικής πολιτικής,’ Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, Τεύχος 29, Ιούνιος 2007, σελ. 46, Διαθέσιμο στο: Προβολή του Εξευρωπαϊσμος και αλλαγές δημοσίων πολιτικών: η περίπτωση της ελληνικής περιβαλλοντικής πολιτικής (ekt.gr) Η επιδεικνυόμενη αδράνεια στην περίπτωση της χώρας της Βόρειας Αφρικής, στέρησε από την ελληνική διπλωματία και δυναμική, και τη δυνατότητα να ενισχύσει τις ήδη υφιστάμενες συμμαχίες της με χώρες όπως η Ιταλία (θα μπορούσαν εδώ να διερευνηθούν οι προϋποθέσεις κοινών πρωτοβουλιών για την Λιβύη). Η ευκαιρία που παρέχει ένα εγγενώς ρευστό διεθνο-πολιτικό και περιφερειακό περιβάλλον, δεν αξιοποιείται.

[8] Είναι σημαντικό, σε περίπτωση που εκκινήσει η διαδικασία μεταφοράς σιτηρών εκτός Ουκρανίας, η Τουρκία (και ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών), να παράσχει συγκεκριμένες και απτές εγγυήσεις ασφαλείας στην Ουκρανία, προκειμένου η κυβέρνηση της τελευταίας να συναινέσει στην αποναρκοθέτηση του λιμανιού της Οδησσού, κάτι που δεν πράττει φοβούμενη πως οι Ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις θα σπεύσουν να εκμεταλλευθούν αυτή την κατάσταση για να επιτεθούν από θαλάσσης στην πόλη. Εάν φθάσουμε στο σημείο της εκκίνησης μίας τέτοιας σύνθετης διαδικασίας, τότε είναι σημαντικό να επιτευχθεί ό,τι ο Cowles & η Heritier σημασιοδοτοτούν ως «ευκολία του ταιριάσματος» (goodness of fit), κάτι που σημαίνει πως απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχή εξέλιξη της διαδικασίας μεταφοράς ή εξαγωγής των Ουκρανικών σιτηρών (δεν θα πρέπει να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο μετακίνησης Τούρκων αγροτών στην Ουκρανία, για να συνδράμουν στη συγκομιδή και στη μεταφορά προς τα λιμάνια της χώρας, και προς αυτά που βρίσκονται υπό Ρωσική κατοχή), είναι το συνεργασθούν αρμονικά και δίχως προβλήματα οι εμπλεκόμενοι δρώντες (επίσης, θα μπορούσε, εναλλακτικά, να εξετασθεί το ενδεχόμενο αεροπορικής μεταφοράς σιτηρών από την Ουκρανία προς χώρες της Αφρικής και της Ασίας). Βλέπε σχετικά, Cowles, M., Caporaso, J., Risse, T.,  ‘Europeanization and Domestic Change: Introduction, στο: Cowles, M., Caporaso, J., Risse, T.,  (επιμ.), ‘Transforming Europe,’ Cornell University Press, Ithaca & London, 2001. Και, Heritier, A., Kerwer, D., Knill C., Lehmkuhl, D., Teutsch, D., & Douillet, A., ‘Differential Europe,’ Rowman and Littlefield Publishers, Lanham, Boulder, Oxford & New York, 2001.

[9] Το ό,τι η Τουρκία μπορεί και ‘απορροφά’ την ένταση και την αμοιβαία καχυποψία που διέπει τις διμερείς σχέσεις της Ουκρανίας και της Ρωσίας, οι οποίες βρίσκονται σε καθεστώς εμπόλεμου, δεν σημαίνει ό,τι την εξαφανίζει και πλήρως, κάτι που το αποδεικνύουν και οι αμφιβολίες που εκφράζει η Ουκρανική πλευρά ως προς την συμμετοχή της στην όλη διαδικασία (εδώ καθοριστικός μπορεί να αποδειχθεί και ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο να καταφέρει να πείσει την Ουκρανία να συμμετάσχει).

[10] Στελακάτος-Λοβέρδος, Μιχάλης., ‘Η «ελληνική υπόθεση» στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Η Διεθνής Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Ελλάδα μετά την 21η Απριλίου 1967 ως αντικείμενο διεθνούς διαφοράς,’ Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, Τεύχος 14, 1999, Διαθέσιμο στο: Προβολή του H« ελληνική υπόθεση» στο Συμβούλιο της Ευρώπης: Η διεθνής προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ελλάδα μετά την 21 η Απριλίου 1967 ως αντικείμενο διεθνούς διαφοράς (ekt.gr)

[11] Επιμένοντας σε ένα θεωρητικό-επιστημολογικό πλαίσιο, θα πούμε πως οφείλουμε να αναμένουμε για να δούμε το αν και πως η ενταγμένη μέσα σε ένα φιλελεύθερο, πολιτικό πλαίσιο ή πνεύμα  ομιλία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη ενώπιον των μελών του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών (είναι ενδεικτικό το ό,τι η έκθεση του ενώπιον ενός εν τοις πράγμασι απαιτητικού ακροατηρίου δεν τον ‘τρόμαξε’ γλωσσικά/Ταυτόχρονα, και η αρχική υποδοχή της ομιλίας του από τον «φιλελεύθερο τύπο», σύμφωνα με τον όρο που χρησιμοποιεί ο Isabella, στην Ελλάδα, ήσαν κάτι παραπάνω από θετική/Η πρόσληψη της ομιλίας του από τον έντυπο τύπο, αντιπολιτευόμενο και μη, θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αυτοτελούς έρευνας), θα επιδράσει στο περιεχόμενο και στην εξέλιξη των ελληνο-τουρκικών σχέσεων, από την στιγμή μάλιστα όπου, οι σχέσεις αυτές είναι εξόχως σύνθετες για να επηρεασθούν σημαντικά, έστω και με μεσο-μακροπρόθεσμο επίπεδο, από την ομιλία ενός πολιτικού ηγέτη στο Κοινοβούλιο μίας τρίτης χώρας. Αν και βραχυπρόθεσμα, παρατηρούμε πως η αύξηση της έντασης των τελευταίων ημερών, έτσι όπως εκδηλώνεται λεκτικά και διπλωματικά, συνιστά απόρροια της πρόσληψης της ομιλίας του πρωθυπουργού με αρνητικό έως ‘απειλητικό’ τρόπο, από την Τουρκική πλευρά. Παραπέμποντας στην τυπολογία που έχει κατασκευάσει ο Bauman, θα εμβαθύνουμε σε κάποια επιμέρους χαρακτηριστικά της ομιλίας του πρωθυπουργού ο οποίος τοποθετήθηκε ενώπιον των μελών του Κογκρέσου ως μέλος (και ορθώς) μίας άτυπης ‘φιλελεύθερης διεθνούς,’ επισημαίνοντας κατ’ αρχάς, πως η αυτή καθαυτή η ομιλία ήσαν ένα ιδιαίτερο «γεγονός» (event), που προκάλεσε ευρύτερο αντίκτυπο εντός Ελλάδος και εντός Ηνωμένων Πολιτειών (εδώ παρεμβάλλεται και η Τουρκική κυβέρνηση και όχι η Τουρκική κοινή γνώμη). Αποδέκτης της ομιλίας του στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών, ήσαν κατά πρωτίστως η κυβέρνηση, ενώ στο εσωτερικό της Ελλάδας οι αποδέκτες ήσαν διάφοροι (οι αποδέκτες αυτοί έσπευσαν να αλληλεπιδράσουν με το περιεχόμενο της ομιλίας ή έστω με τα κυριότερα σημεία αυτής), και μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνονται τα κόμματα της αντιπολίτευσης εν συνόλω, το εσωτερικό του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας, η κοινή γνώμη (οι αναφορές στην Ευρωπαϊκό Ένωση και στο που έγκεινται η θεωρητική-επιστημολογική πρωτοτυπία και η πολιτική σημαντικότητα του ευρωπαϊκού εγχειρήματος εξέλιπαν, κατά τη διάρκεια της ομιλίας). Το δεύτερο στοιχείο, με βάση την ανάλυση του Baumann, είναι το «είδος» (genre) της ομιλίας. Θα χαρακτηρίσουμε την ομιλία του πρωθυπουργού ως πολιτική ομιλία (και σε κάποια σημεία της θεωρητική),  με εμφανείς ιστορικές αναφορές (βλέπε τις αναφορές στο ιστορικό υπόβαθρο των σχέσεων μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και Ελλάδας και στους όρους συγκρότησης της διασπορικής ελληνο-αμερικανικής κοινότητας, κάτι που έγινε αντιληπτό με τη χρήση παραδειγμάτων από τα πεδία του αθλητισμού και της τέχνης), με ευδιάκριτη την έλλειψη αναφορών που ομνύουν στο πλαίσιο του πολιτικού ριζοσπαστισμού, εκεί όπου, η ομιλία αυτή, εγγράφεται, όπως ήδη σημειώθηκε στη φιλελεύθερη πολιτική παράδοση, όντας εναντιωτική προς μορφές πολιτικού ριζοσπαστισμού-εξτρεμισμού (να πως εμφανίζεται εντός της ομιλίας ο ριζοσπαστισμός/Ως υπόθεση εργασίας, θα πούμε το εξής: Ο πολιτικός εξτρεμισμός έτσι όπως εμφανίσθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες τον Ιανουάριο του 2021, με την εισβολή ατόμων στο Καπιτώλιο επηρέασε το περιεχόμενο της εισήγησης του πρωθυπουργού, κύρια ως προς το σκέλος της καταδίκης και της πολιτικής, ηθικής και αξιακής απόρριψης του πολιτικού εξτρεμισμού), δημαγωγίας και λαϊκισμού υπό την μορφή των ‘εύκολων λύσεων.’ Το τρίτο στοιχείο είναι οι «ρόλοι» (roles), κάτι που σημαίνει πως εντός της αίθουσας, ο πρωθυπουργός ενείχε ρόλο εκφωνητή ενός ήδη παραχθέντος πολιτικού κειμένου-λόγου, ρόλο πρωθυπουργού μίας χώρας η οποία έναν χρόνο πριν γιόρταζε με διάφορους τρόπους τα διακόσια χρόνια από το ξέσπασμα της επανάστασης του 1821 (η αρχική αφορμή για την επίδοση πρόσκλησης στον πρωθυπουργού για να τοποθετηθεί ενώπιον των μελών του Κογκρέσου ήσαν αυτή), και πλέον αντιμετωπίζει πολλαπλές προκλήσεις, ρόλο πολιτικού δρώντα που υπενθύμιζε το ποιες είναι οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η φιλελεύθερη δημοκρατία στις διάφορες μορφές της. Σε ρόλο ιδανικών ακροατών, που διαλέγονταν ή αλλιώς, διαπραγματεύονταν το περιεχόμενο της ομιλίας (έντονα χειροκροτήματα, σιωπή ως ένδειξη μεγάλης προσοχής, σκουντήγματα ως ένδειξη απορίας για κάτι που δεν γνώριζαν και ευχάριστης έκπληξης),   ήσαν οι γερουσιαστές και οι βουλευτές των δύο νομοθετικών σωμάτων των Ηνωμένων Πολιτειών. Και το τέταρτο στοιχείο αφορά τις «δράσεις» (acts), οι οποίες συνιστούν αυτοτελές κομμάτι της ομιλίας του πρωθυπουργού, όντας σχετικές με την περαιτέρω εμβάθυνση των διμερών σχέσεων (με ποιες δράσεις θα επιτευχθεί αυτός ο στόχος), με την ανάληψη πρωτοβουλιών για την ενίσχυση της φιλελεύθερης δημοκρατίας (ως συμβολική δράση μπορεί να νοηματοδοτηθεί και η μνημονική υπενθύμιση του ρόλο που διαδραματίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο διεθνές γίγνεσθαι), για την επιπλέον υποστήριξη της Ουκρανίας (ο διεθνιστικός τόνος δεν εξέλιπε εδώ).  Βλέπε σχετικά, Isabella, Maurizio., ‘Risorgimento in Exile. Italian emigres and the liberal international in the post-Napoleonic era,’ Oxford University Press, Oxford, 2000. Και, Bauman, R., ‘Language, Identity, Performance,’ Pragmatics, 10, 1, 2000, σελ. 1-5.

[12] Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει καταδικάσει κανονιστικά και αξιακά, το Τουρκικό καθεστώς για διάφορες πολιτικές που έχει εφαρμόσει, στηλιτεύοντας τις πρακτικές συγκέντρωσης εξουσιών, παραβίασης των κανόνων δίκαιης δίκης (βλέπε την περίπτωση του Οσμάν Καβάλα), μαζικών συλλήψεων μελών της Κοινωνίας των Πολιτών.

[13] Οι καλές έως πολύ καλές διμερείς σχέσεις μεταξύ της Τουρκίας και της Ρωσίας, αποτέλεσαν και αποτελούν τον κυριότερο παράγοντα (factor) που συνετέλεσε ώστε να μην ξεσπάσουν, ακόμη και αυθόρμητα, από μεμονωμένα άτομα, εκδηλώσεις διαμαρτυρίας κατά της Ρωσικής στρατιωτικής εισβολής στην Ουκρανία. Υποστηρικτικά ως προς αυτό, έδρασαν και παράγοντες όπως είναι η ύπαρξη ενός βαθμού κατανόησης για την Ρωσική στάση εντός κοινωνίας και πολιτικού συστήματος της χώρας, με πολίτες και πολιτικούς διαφόρων κομμάτων (ένας σχετικά υψηλός βαθμός συναίνεσης ως προς την εξωτερική πολιτική και κυρίως ως προς πεδία όπως είναι η Συρία και η Κύπρος, ενσκήπτει μεταξύ της κυβέρνησης και πολιτικών κομμάτων της αντιπολίτευσης, με τον βαθμό συναίνεσης σε θέματα εξωτερικής πολιτικής να είναι υψηλότερος από ό,τι για θέματα εσωτερικής πολιτικής),  να εντοπίζουν αναλογίες μεταξύ της Ρωσικής και της Τουρκικής στρατηγικής αντίληψης, από την στιγμή όπου όπως η Ρωσία, που αργά αλλά σταθερά, κατά τους ίδιους (η αντίληψη αυτή είναι εσφαλμένη), περικυκλώνονταν από το ΝΑΤΟ, δρώντας με τρόπο ώστε να παύσει αυτή την εν εξελίξει διαδικασία, φροντίζοντας για την ασφάλεια της, έτσι και η Τουρκία, δρα με έναν παρόμοιο τρόπο στη Συρία, επιδιώκοντας το να  άρει στρατιωτικά, τις συνθήκες περικύκλωσης της από τις Κουρδικές δυνάμεις. Το χαμηλό ενδιαφέρον για τα τεκταινόμενα στην Ουκρανία και για την Ρωσική στρατιωτική εισβολή, εκεί όπου η εισβολή υποσκελίζεται από θέματα καθημερινότητας και εσωτερικής επικαιρότητας. Η ύπαρξη ενός βαθμού υποστήριξης προς την Ρωσία η οποία ‘αντιμετωπίζει’ όχι μία χώρα (Τούρκοι πολίτες υποδέχονται και εκλαμβάνουν με θετικό τρόπο αυτό το βασικό Ρωσικό αφήγημα, χωρίς να χρειασθεί να το επανεπινοήσουν), αλλά την ‘εχθρική Δύση’ που στρέφεται ‘εναντίον της,’ όπως πράττει και με την Τουρκία, ενίοτε. Οι συνθήκες συλλογικής-κινηματικής άπνοιας που έχουν διαμορφωθεί μετά τις διαδηλώσεις του 2013 στην Κωνσταντινούπολη (μετά το πέρας εκείνων των μαζικών κινητοποιήσεων, επήλθε μία απότομη πτώση στον αριθμό πραγματοποίησης συλλογικών-διεκδικητικών κινητοποιήσεων), έχουν επιδράσει με αρνητικό τρόπο, πολιτικά και ψυχο-συναισθηματικά (το ερώτημα ‘γιατί να διαδηλώσω;’ διαπερνά τη δημόσια σφαίρα της Τουρκίας και εκφράζει, όχι την ψυχο-συναισθηματική κόπωση αλλά τον χαμηλό βαθμό προσδοκίας, τη διάθεση παραίτησης), και τις οποίες δεν αντέστρεψαν ουσιαστικά κινητοποιήσεις όμως αυτές για την αποχώρηση της Τουρκίας από την Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης για την προστασία των γυναικών, εμποδίζουν την πραγματοποίηση κινητοποιήσεων διαμαρτυρίας κατά της Ρωσικής στρατιωτικής εισβολής. Και είναι χαρακτηριστικό πως κατά τη διάρκεια της πρόσφατης τελετουργικής-μνημονικής κινητοποίησης για την συμπλήρωση εννέα ετών από τις διαδηλώσεις στο πάρκο Γκεζί (δεν υπήρξε κάποια πρόθεση συνέχειας) δεν υπήρξαν αναφορές και συνθήματα σχετικά με την Ρωσική στρατιωτική εισβολή και την καταδίκη της.

[14] Αντλώντας στοιχεία από την ανάλυση της Destradi, για την εξωτερική πολιτική της Ινδίας απέναντι στη Σρι Λάνκα, στο Μπαγκλαντές και στο Νεπάλ, θα ισχυρισθούμε πως από το 2015-2016 και έπειτα, η Τουρκική πολιτική στη Συρία, έτσι όπως χαράσσεται και ασκείται, έχει παραγάγει επιτυχίες (η σταθεροποίηση του καθεστώτος, ήτοι η επικράτηση του στο μεγαλύτερο μέρος της εδαφικής επικράτειας της χώρας, έχει συμβάλλει στη σταθεροποίηση της Τουρκικής παρουσίας εντός της Συρίας, μέσω της εγκαθίδρυσης μίας ζώνης ασφαλείας της οποίας κάθε φορά που η Τουρκία κρίνει πρόσφορο, μεταβάλλεται το μήκος της), κάτι που δεν ίσχυε στο πρόσφατο ιστορικό παρελθόν, στο παρελθόν προ της Συριακής ένοπλης σύγκρουσης, όταν δεν τίθονταν ως μείζον διακύβευμα η στρατιωτική εισβολή της Τουρκίας στη Βόρεια Συρία (τα πρώτα ρήγματα στις σχέσεις της Τουρκίας με τη Συρία και με το εκεί Μπααθικό καθεστώς, διεφάνησαν μετά την ανάληψη της εξουσίας στη Συρία από τον Μπασάρ Αλ-Άσαντ, το 2000/Ο θάνατος του πατέρα του Χάφεζ, ο οποίος είχε βρει ένα modus vivendi με τις Τουρκικές κυβερνήσεις, σταδιακά μετέβαλλε τα δεδομένα, καθότι ο Μπασάρ Αλ-Άσαντ ήσαν λιγότερο διατεθειμένος να ανεχθεί τις προσπάθειες της Τουρκίας να αναβαθμίσει το περιφερειακό της status, μετεξελισσόμενη σε περιφερειακή δύναμη). Βλέπε σχετικά, Destradi, Sandra., ‘Indian Foreign and Security Policy in South Asia: Regional Power Strategies,’ London: Routledge, 2012.

[15] Όπως  σωστά επισημαίνει ο ιστορικός Ian Buruma, «το να ισχυριστείς ότι η κακή διακυβέρνηση του Πούτιν (ή του Στάλιν) είναι ένα φυσικό και αναπόφευκτο αποτέλεσμα της ρωσικής κουλτούρας είναι σαν να πέφτεις στην ίδια παγίδα με τους θεωρητικούς «από τον Λούθηρο στον Χίτλερ». Όπως έδειξαν η μεταπολεμική Γερμανία και η Ιαπωνία, τίποτα δεν είναι αναπόφευκτο» και ο «εθνικός χαρακτήρας» μπορεί να αλλάξει γρήγορα. Η φετιχοποίηση της ρωσικής κουλτούρας ως άγριας ρίζας της επιθετικότητας του Πούτιν και του βάναυσου πολέμου στην Ουκρανία είναι και επικίνδυνη και άστοχη». Βλέπε σχετικά, Buruma, Ian., ‘Σταματήστε να κατηγορείτε τη ρωσική ψυχή,’ Εφημερίδα ‘Τα Νέα/The Project Syndicate,’ 09/06/2022, σελ. 38.

[16] Βλέπε σχετικά, Knill, C., ‘The  Europeanisation of National Administrations,’ Cambridge University Press, Cambridge 2001. Δεν θεωρούμε πιθανό το ενδεχόμενο άμεσης εμπλοκής μελών της Ισλαμιστικής-τζιχαντιστικής οργάνωσης ‘Ισλαμικό Κράτος’ στην ένοπλη σύγκρουση Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων και Κούρδων μαχητών. Ο μείζον κίνδυνος που ελλοχεύει και τον έχουν επισημάνει οι Ηνωμένες Πολιτείες, είναι το να αξιοποιήσει ένα ενδεχόμενο κενό ασφαλείας που μπορεί να δημιουργηθεί και πρόσκαιρα, το ‘Ισλαμικό Κράτος,’ με στόχο το να αποκτήσει θύλακες στην περιοχή της Βόρειας Συρίας που θα δρουν όσο χρειάζεται για να ΄’ενοχλούν’ τους Κούρδους, με μέλη τους να επιχειρούν να περάσουν αρχικά στην Τουρκία και από εκεί στην Ευρώπη για την πραγματοποίηση τρομοκρατικών ενεργειών.

[17] Εάν φθάσουμε στο σημείο της μεταφοράς των Ουκρανικών σιτηρών, άτυπα μεταβαίνουμε προς το έδαφος συγκρότησης ενός τυπικού σχήματος ‘2+1’ στην περιοχή του Εύξεινου Πόντου. Η εμβάθυνση του όμως, δεδομένων των συνθηκών, δεν αποτελεί εύκολη υπόθεση (η συνεργασία Ουκρανίας-Ρωσίας για τη μεταφορά των σιτηρών, δεν προοιωνίζεται την επίτευξη συμφωνίας για την  κατάπαυση του πυρός, πολλώ δε μάλλον μία συμφωνία για την πολιτική επίλυση της σύγκρουσης),

[18] Βλέπε σχετικά, ‘Τουρκία: Άκαρπη η συνάντηση Λαβρόφ – Τσαβούσογλου…ό.π. Για μία εμβριθή επισκόπηση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων και κυρίως, διαφορών, βλέπε και, Ηρακλείδης, Αλέξης., ‘Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειος. 50+1 όψεις των ελληνοτουρκικών διενέξεων,’ Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 2020., όπου και μία ειδικότερη ανάλυση του τι ισχύει με το καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης για τη νησιά του Αιγαίου (καθεστώς που δεν καθίσταται ενιαίο, όντας μεταβαλλόμενο για τις βασικές συστάδες νησιών που βρίσκονται εγγύτερα στις Τουρκικές ακτές), και σε ποια περίπτωση η Τουρκία εγείρει νόμιμες αξιώσεις.

Ρoή Ειδήσεων
Σχετικά άρθρα
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

Pet Shop Θεσσαλονίκη
Μενού