Για την ένταση στις διμερείς σχέσεις Κοσόβου-Σερβίας

Η Πρίστινα προχώρησε στην απόφαση αυτή έπειτα από παρέμβαση των ΗΠΑ, που ζήτησαν να ανακληθεί προσωρινά το μέτρο για να αποφευχθεί κλιμάκωση της έντασης. Παρεμβάσεις στην Πρίστινα έγιναν επίσης και από την ΕΕ με το ίδιο αίτημα.

Velonastongiaka

Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Η διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’[1] με δημοσίευμα της, αναφέρεται στην πρόσφατη κρίση που εν προκειμένω ενέσκηψε στις διμερείς σχέσεις μεταξύ Σερβίας και Κόσοβου, με αφορμή την απόφαση της κεντρικής Κοσοβάρικης κυβέρνησης να αντικαταστήσει τις Σερβικές πινακίδες κυκλοφορίας[2] με αντίστοιχες Κοσοβάρικες, στις περιοχές όπου διαβεί η Σερβική κοινότητα της χώρας.

Η ένταση[3] (ίσως είναι προσφορότερος, θεωρητικά, ο όρος ‘ένταση’[4] και δη πολιτική-διπλωματική ‘ένταση’ μεταξύ των δύο γειτονικών χωρών), μεταξύ Κοσόβου και Σερβίας,[5] για το συγκεκριμένο ζήτημα, δεν είναι καινούργια,[6] καθότι έχει προκύψει και στο πρόσφατο παρελθόν, δίχως όμως να συμβάλλει στην πλήρη διάρρηξη[7] των διμερών σχέσεων, αν και το ‘αγκάθι’ της αναγνώρισης του Κοσόβου[8] από τη Σερβία[9] εξακολουθεί να παραμένει, επηρεάζοντας την περιφερειακή σταθερότητα στην περιοχή της Βαλκανικής.

Όμως, σε αυτό το σημείο οφείλουμε να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί, και αυτό διότι, να μεν το ζήτημα των διμερών σχέσεων μπορεί να επηρεάσει τη σταθερότητα στα Βαλκάνια, από την άλλη όμως, τα τελευταία χρόνια, και ιδίως μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσόβου (η μετέπειτα αναγνώριση του Κοσόβου[10] από χώρες και διεθνείς οργανισμούς ήσαν de facto, κάτι που σημαίνει πως η οντότητα που αναγνωρίζεται φέρει de facto τα «χαρακτηριστικά του κράτους»[11] για να παραπέμψουμε στην τυπολογική ανάλυση του Lauterpracht), οι εντάσεις που κατά καιρούς έχουν ενσκήψει στο προσκήνιο δεν προσέλαβαν τέτοια χαρακτηριστικά[12] ώστε να μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ως ανοιχτή πολιτική-διπλωματική κρίση.

Και μάλιστα κρίση τέτοια που θα μπορούσε να επηρεάσει επί τα χείρω τη σταθερότητα και την ασφάλεια στα Βαλκάνια.[13]

Άτυπα και μη, έχουν αναπτυχθεί δίαυλοι επικοινωνίας που μπορούν, όποτε απαιτείται, να τεθούν σε λειτουργία, καθιστώντας αρχικά την όποια ένταση σε διαχειρίσιμα επίπεδα.

Το αυτό συμβαίνει και τώρα (διαρκώς όμως υπό την αίρεση ό,τι τα πράγματα είναι ρευστά και μπορούν να μεταβληθούν), στο εγκάρσιο σημείο όπου η διπλωματική παρέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών[14] προς την κυβέρνηση του Κοσόβου στην οποία διαθέτει μεγαλύτερες προσβάσεις από ό,τι στη Σερβική κυβέρνηση, συνέβαλλε δραστικά ώστε να εκτονωθεί ή αλλιώς, να αμβλυνθεί η ένταση (μία τέτοια παρέμβαση επίσης, απέτρεψε το να μετεξελιχθεί η ένταση σε κρίση).

Όμως, μία τέτοια ανάλυση, αν και καθίσταται ορθή, θεωρούμε πως δεν αρκεί. Και αυτό διότι, δύο επιπλέον παράγοντες (factors), οι οποίοι επέδρασαν προκειμένου να εκτονωθεί η ένταση που προέκυψε με τις πινακίδες των οχημάτων, ήσαν, αφενός μεν οι δίαυλοι επικοινωνίας που έχουν αναπτυχθεί μεταξύ των δύο κυβερνήσεων (θεωρούμε μάλιστα πως αυτοί οι δίαυλοι έχουν πυκνώσει από το καλοκαίρι του 2020, μετά από την πρωτοβουλία σύγκλισης[15] των δύο χωρών που ανέλαβαν οι Ηνωμένες Πολιτείες επί προεδρίας Ντόναλντ Τραμπ), και, αφετέρου δε το γεγονός πως το συγκεκριμένο ζήτημα προσελήφθη από τους αρμόδιους ως ζήτημα «θεσμικής ατζέντας»,[16] κατά τη διατύπωση της Αναστασίας Ματανά.

Κατά την ίδια, «η θεσμική ατζέντα περιλαμβάνει θέματα ειδικά και συγκεκριμένα που έχουν γίνει αποδεκτά από τους δρώντες που στελεχώνουν τα κέντρα αποφάσεων ως χρήζοντα ενεργούς και σοβαρής αντιμετώπισης».[17]

Κάτι τέτοιο συνέβη και με το ζήτημα των πινακίδων, εκεί όπου αυτό αντιμετωπίστηκε ως ζήτημα ‘ειδικό και συγκεκριμένο’ που έχει γίνει αποδεκτό ως τέτοια και που κατ’ επέκταση χρήζει «ενεργούς και σοβαρής αντιμετώπισης».[18]

Υπό αυτό το πρίσμα, το όλο ζήτημα αντιμετωπίστηκε με τη δέουσα σοβαρότητα από τις δύο κυβερνήσεις, όντας δυνητικά επικίνδυνο, ωθώντας προς την κατεύθυνση λήψης των κατάλληλων μέτρων, όπως υπήρξε η απόφαση παράτασης της αλλαγής των πινακίδων κυκλοφορίας που έλαβε η κυβέρνηση του Κοσόβου,[19] προσφέροντας χρόνο για την οριστική διευθέτηση του προβλήματος.

Σταχυολογούμε ενδεικτικά από το δημοσίευμα της διαδικτυακής έκδοσης της εφημερίδας ‘Η Καθημερινή’: «Η ένταση στο βόρειο Κόσοβο βαίνει προς εκτόνωση μετά την απόφαση της κυβέρνησης του Κοσόβου να αναστείλει για έναν μήνα την εφαρμογή της απόφασης αντικατάστασης των σερβικών πινακίδων κυκλοφορίας.

Η Πρίστινα προχώρησε στην απόφαση αυτή έπειτα από παρέμβαση των ΗΠΑ, που ζήτησαν να ανακληθεί προσωρινά το μέτρο για να αποφευχθεί κλιμάκωση της έντασης. Παρεμβάσεις στην Πρίστινα έγιναν επίσης και από την ΕΕ με το ίδιο αίτημα.

Όπως ανακοινώθηκε από την κυβέρνηση του Κοσόβου, η απόφαση για τις πινακίδες κυκλοφορίας δεν αποσύρεται, αλλά θα αρχίσει να εφαρμόζεται από την 1η Σεπτεμβρίου, όχι από σήμερα 1η Αυγούστου όπως είχε αναγγελθεί.

Ο πρόεδρος της Σερβίας Αλεξάνταρ Βούτσιτς μετά από σύσκεψη που είχε χθες τα μεσάνυχτα με την ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων δήλωσε ικανοποιημένος που επικράτησε η λογική».[20]



[1] Βλέπε σχετικά, ‘Αποκλιμάκωση της έντασης στο Κόσοβο – Τι οδήγησε στη χθεσινή κρίση,’ Διαδικτυακή έκδοση εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’ 01/08/2022, Αποκλιμάκωση της έντασης στο Κόσοβο – Τι οδήγησε στη χθεσινή κρίση | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (kathimerini.gr)

[2] Η προστριβή που δημιουργήθηκε για το ζήτημα της ονομασίας των πινακίδων των αυτοκινήτων στις Σερβικές κοινότητες της χώρας (εδώ οφείλουμε να δούμε, θεωρητικά-επιστημολογικά, πως μία κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα να αποφασίσει την αλλαγή της ονομασίας ή ορθότερα, της γλώσσας των πινακίδων), ήσαν η θρυαλλίδα που ανέδειξε στην επιφάνεια τα αίτια αυτής της ενσκήπτουσας πολιτικής-διπλωματικής έντασης. Κάποια αίτια (ιδωμένα ως ισχυρές μεταβλητές), που διαδραμάτισαν ιδιαίτερο ρόλο στο να διαμορφωθούν συνθήκες έντασης, ήσαν η εξής: Η πρώτη μεταβλητή, άπτεται, ψυχο-συναισθηματικά, του εκνευρισμού που προκαλεί στη Σερβική κυβέρνηση το γεγονός πως και δεν διαφαίνονται ιδιαίτερες προϋποθέσεις επίλυσης του προβλήματος (η κύρια ευθύνη βαραίνει την ίδια και το πολιτικό σύστημα της χώρας), αλλά και το ό,τι, άλλοτε περισσότερο σταδιακά  και άλλοτε με επιταχυνόμενο ρυθμό, το Κόσοβο κερδίζει έδαφος, ήτοι νομιμοποίηση στη διεθνή σκηνή, κάτι που μπορεί να εκφρασθεί μέσω της αναγνώρισης της ύπαρξης του ως ανεξάρτητου κράτους, και επίσης (για μία διόλου ευκαταφρόνητη μερίδα του Σερβικού πολιτικού συστήματος, το να καταφέρει να επιτύχει το Κόσοβο πιο γρήγορα την ένταξη του στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εκλαμβάνεται ως ‘εφιάλτης’), μέσω της σύναψης επίσημων διπλωματικών σχέσεων που επεκτείνονται και σε άλλους τομείς. ‘Θεωρητικοποιώντας’ την ανάλυση μας, θα σπεύσουμε να χρησιμοποιήσουμε το λεγόμενο «Συστατικό Μοντέλο Διαδικασίας» (component process model) του Scherer. Ο ίδιος νοηματοδοτεί, θεωρητικά-επιστημολογικά, το «συναίσθημα σαν ένα επεισόδιο αλληλένδετων, συγχρονισμένων μεταβλητών στην κατάσταση όλων ή των περισσοτέρων από τα πέντε υποσυστήματα του οργανισμού: 1) Έκφραση μέσω της φωνής και του προσώπου (facial and vocal expression), 2) σωματικά συμπτώματα και διέγερση (bodily symptoms and arousal), 3) υποκειμενική αισθηματική εμπειρία (subjective feeling), 4) τάση προς δράση (action tendency), και 5) γνωστική διάσταση (cognitive dimension), που πραγματοποιούνται ως απάντηση στην αξιολόγηση ενός εξωτερικού ή εσωτερικού ερεθίσματος/γεγονότος ως συναφές με τις πρωταρχικές ανησυχίες του οργανισμού». Ως προς αυτό, η πρόθεση της κυβέρνησης του Κοσόβου συνετέλεσε ώστε, στην πρώτη φάση της έντασης ο Σερβικός εκνευρισμός να βρει χώρο να αναδυθεί στην επιφάνεια και  να μετουσιωθεί σε επίσημη πολιτική, εκφραζόμενος με όρους «διέγερσης» (‘τι συμβαίνει; Πως πρέπει να αντιδράσουμε; ), καλλιεργώντας το έδαφος για την ανάπτυξη της «υποκειμενικής αισθηματικής εμπειρίας» (‘πάλι το Κόσοβο φαίνεται πως ‘έχει το πάνω χέρι’ και σπεύδει για άλλη μία φορά να ‘μας αιφνιδιάσει’/’Η πρόθεση αλλαγής της ονομασίας των πινακίδων αποτελεί το έναυσμα για την ‘Κοσοβοποίηση’ των περιοχών όπου διαβούν οι Σερβικές κοινότητες’/Σε αυτό το σημείο, θα διατυπώσουμε την ακόλουθη υπόθεση εργασίας: Η αντίληψη που αναπαράγεται εντός της Σερβικής κοινωνίας και του Σερβικού πολιτικού συστήματος, αντίληψη σχετικά με το ό,τι το Κόσοβο ‘απολαμβάνει πρωτοφανούς ασυλίας και συμπάθειας’ από τη Διεθνή Κοινότητα και ιδίως τη Δύση, όντας το ‘χαϊδεμένο παιδί’ της δεύτερης,’ συγκλίνει με μία παρόμοια Τουρκική αντίληψη κατά την οποία η Ελλάδα ‘απολαμβάνει την ανοχή και την συμπάθεια της Δύσης’ ιστορικά, προσπαθώντας έτσι να δημιουργήσει προβλήματα ή αλλιώς, σειρά προβλημάτων στην Τουρκία), και, φέροντας μία «τάση προς δράση» (κήρυξη των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας σε ετοιμότητα ώστε να ‘υπερασπιστούν’ ό,τι νοείται ως ‘εθνικό δίκαιο’). Η δεύτερη μεταβλητή, έχει σχέση με την στάση αρκετών κατοίκων των Σερβοκρατούμενων περιοχών του Κοσόβου. Και τι εννοούμε λέγοντας κάτι τέτοιο; Εννοούμε πως η απόφαση της κυβέρνησης του Κοσόβου, επέφερε μία άμεση «εθνικιστική όξυνση» σύμφωνα με τη διατύπωση των Νίκου Δεμερτζή, Αντώνη Αρμενάκη, Θεόδωρου Γκοτσόπουλου, Ρόης Παναγιωτοπούλου & Δημήτρη Χαραλάμπη, εντός της Σερβικής κοινότητας του Κοσόβου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η καθ’ όλα νόμιμη απόφαση της κεντρικής κυβέρνησης του Κοσόβου, ώθησε ένα τμήμα δρώντων στο να αντιδράσουν έντονα (μάλιστα, συγκροτήθηκαν και οδοφράγματα κατά μήκος των συνόρων των Σερβοκρατούμενων περιοχών με την Σερβική Δημοκρατία, σε ένα σύνθετο σημείο όπου τα οδοφράγματα που εκφράζουν την πρόθεση άμεσης κλιμάκωσης και σύγκρουσης και δη βίαιης σύγκρουσης επί του δρόμου, δεν στήθηκαν για την διεκδίκηση είτε κάποιων εκ των προτέρων τιθέμενων στόχων, είτε κάποιων στόχων που τέθηκαν κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης διαμαρτυρίας και ιδίως όταν τμήμα των δρώντων διέκρινε πως υπάρχουν πιθανότητες ευόδωσης των στόχων αυτών, ως απόρροια της δυναμικής και έντονης αντίδρασης που μπορεί να ωθήσει την κυβέρνηση στο να κάνει πίσω φοβούμενη για περαιτέρω αντιδράσεις, αλλά, αντιθέτως, για την υπεράσπιση της γης, της κοινότητας και της ταυτότητας των Σέρβων της περιοχής, ‘απέναντι σε κάθε Κοσοβάρικη επιβουλή’/Παράλληλα, η τοποθέτηση οδοφραγμάτων έλαβε χώρα προκειμένου να αποσυντονιστεί, σε περίπτωση έντονων συγκρούσεων, η αστυνομία του Κοσόβου, διευκολύνοντας έτσι την άμεση φυγής τους προς την Σερβική εδαφική επικράτεια), φοβούμενοι πως μία τέτοια απόφαση αποτελεί προπομπό για την εκκίνηση μίας διαδικασίας εθνικής ομογενοποίησης της χώρας και βίαιης ‘αφομοίωσης’ τους και απώλειας της εθνικής τους ταυτότητας (μάλιστα, επενδύουν περισσότερους συμβολικούς και πολιτικοϊδεολογικούς πόρους από την κυβέρνηση σε αυτή την αίσθηση την οποία ψυχο-συναισθηματικά δεν διστάζουν να εξωτερικεύσουν εντόνως στρεφόμενοι κατά της κυβέρνησης του Κοσόβου, εξέλιξη που διευρύνει το χάσμα μεταξύ των Σέρβων της χώρας και της κυβέρνησης), πράγμα το οποίο, από τη μία πλευρά, πυροδότησε την ένταση (ενσκήπτει μία μικρή έως πολύ μικρή συσχέτιση μεταξύ της πρόκλησης της έντασης μεταξύ των δύο χωρών και της θεωρούμενης ως Ρωσικής παρεμβατικότητας στα Βαλκάνια: Η Ρωσία δεν είναι διατεθειμένη να επενδύσει πόρους και ενέργεια σε κάτι που αυτή την περίοδο, δεν δύναται να την ωφελήσει δραστικά, περιοριζόμενη έτσι να εκφράσει τη συμπαράσταση της στη Σερβία, ανταποδίδοντας ουσιαστικά, και αυτή είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα παράμετρος, την συμπαράσταση που της προσέφερε η Σερβία κατά τη διάρκεια της Ρωσικής στρατιωτικής εισβολής στην Ουκρανία/Επ’ ουδενί δεν δύναται να κάνουμε λόγο για μία ‘σύγκρουση’ τύπου Ουκρανίας και Ρωσίας/Και λέμε κάτι τέτοιο, έχοντας κατά νου την τάση αρκετών Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης στο να δραματοποιούν την κατάσταση), και, από την άλλη, έθεσε τις βάσεις προκειμένου η Σερβική κυβέρνηση να εκφράσει την έντονη υποστήριξη της προς τους Σέρβους του Κοσόβου. Όμως, το θεωρητικό-επιστημολογικό ενδιαφέρον, έγκειται στο ό,τι οι «παραστάσεις» και οι «αφηγήσεις» που κατασκευάζουν τις κατά Τέρνερ «δομές εμπειρίας» (η πινακίδα ή αλλιώς, οι πινακίδες ανα-σημασιοδοτούνται με τέτοιον τρόπο, ώστε να τροφοδοτούν τον συμβολικό ανταγωνισμό μεταξύ Αλβανο-κοσοβάρικης και Σερβικής εθνικής ταυτότητας), δομές σχετικές με την παρουσία ενός εκάστου στα οδοφράγματα, αρκούν ή αρκούσαν για να «διαρρήξουν τη συνήθη και επαναληπτική συμπεριφορά, γινόμενες κοινωνικά δράματα (social dramas), ικανά είτε να γίνουν φορείς κοινωνικής αλλαγής, είτε να απορροφήσουν μια ένταση και να επιφέρουν την κοινωνική ηρεμία και ισορροπία». Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι «δομές εμπειρίας» που παρήχθησαν στα οδοφράγματα (διαρκής παρουσία, αλληλεπίδραση με άλλους δρώντες, διαμόρφωση συγκεκριμένων αφηγήσεων), ήσαν αρκετές για να στείλουν τα κατάλληλα μηνύματα και σε ένα δεύτερο επίπεδο, να «απορροφήσουν μια ένταση» (οι δρώντες δεν ‘ήθελαν κάτι άλλο’ παρά να δείξουν τι ‘ενοχλεί’ ή αλλιώς, τι δεν ‘μπορεί να γίνει ανεκτό’), κάτι στο οποίο συνέδραμε επίσης η στάση Κοσοβάρων (και της αστυνομίας της χώρας) η οποία υπήρξε αρκούντως ώριμη και συγκρατημένη, με τους ίδιους να αποφεύγουν να τροφοδοτήσουν εκ νέου την ένταση. Οι ακτιβιστικές-εθνικιστικές αυτές δράσεις (οι Σέρβοι του Κοσόβου ή έστω ένα μεγάλο τμήμα αυτών, αυτο-προσδιορίζονται ως Σέρβοι), αποτέλεσαν τμήμα της «κανονικής πολιτικής διαδικασίας», σύμφωνα με τους Della Porta & Diani. Η τρίτη μεταβλητή ή αιτία που προκάλεσε την ένταση, ήσαν το ό,τι κάθε κίνηση της κυβέρνησης του Κοσόβου που μπορεί να έχει σχέση με την οργάνωση της καθημερινής ζωής στα εδάφη όπου ζουν εθνοτικά Σέρβοι, υπενθυμίζει μνημονικά και αξιακά, το συλλογικό ‘τραύμα’ της απόσχισης του Κοσόβου από την Σερβική επικράτεια, φέροντας τους ενώπιον της βιωμένης πραγματικότητας που ακόμη και σήμερα δυσκολεύονται να αποδεχθούν (εν είδει υποθέσεως εργασίας, η σύγκλιση των τελευταίων ετών μεταξύ της Σερβίας και της Ρωσίας, εδράζεται πάνω στο ό,τι η πρώτη εκτιμά πως η Ρωσία ή αλλιώς, το Πουτινικό καθεστώς, την βοήθησε στο να ‘διαχειρισθεί τον πόνο της απώλειας’ παρέχοντας της το απαραίτητο ‘καταπραϋντικό’ συμβολικά και φαντασιακά: ‘Το Κόσοβο ήσαν και είναι Σερβικό’). Όπως επίσης, τέτοιου τύπου εξελίξεις, φέρουν Σέρβους και Σερβικά πολιτικά κόμματα ενώπιον του αναδυόμενου φόβου πως μία τέτοια κατάσταση δεν πρόκειται να αλλάξει εύκολα στο άμεσο μέλλον (όσο το Κόσοβο παγιώνει την παρουσία του στη διεθνή σκηνή, συνδεόμενο με δομές ασφαλείας και διεθνείς οργανισμούς, τόσο μεγεθύνεται ο Σερβικός φόβος πως το Κόσοβο δεν θα ‘επιστρέψει ποτέ στη Σερβία’). Αυτές οι τρεις μεταβλητές, συνιστούν από κοινού το αιτιοκρατικό πλαίσιο (στην οπτική της κυβέρνησης του Κοσόβου, μία τέτοια Σερβική αντίδραση, φαντάζει δυσανάλογη και ‘παράλογη’) που συνέβαλλε στο ξέσπασμα της έντασης που είναι όμως ελεγχόμενη.  Βλέπε σχετικά, Scherer, K.R., ‘Profiles of emotion -antecedent appraisal: Testing theoretical predictions across cultures. Cognition and emotion,’ Volume 11, No. 2, 1997, σελ. 113-150. Βλέπε και, Τσίχλα, Ειρήνη., ‘Το μουσείο ως περιβάλλον μάρκας: διερεύνηση του ρόλου της ατμόσφαιρας στην εμπειρία και τα συναισθήματα του επισκέπτη με βάση τη θεωρία της γνωστικής εκτίμησης,’ Διδακτορική Διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2016, Διαθέσιμη στο:  Διατριβή: Το μουσείο ως περιβάλλον μάρκας: διερεύνηση του ρόλου της ατμόσφαιρας στην εμπειρία και τα συναισθήματα του επισκέπτη με βάση τη θεωρία της γνωστικής εκτίμησης – Κωδικός: 37979 (ekt.gr)  Βλέπε και, Κυριακόπουλος, Λέανδρος., ‘Τελετουργίες του σύγχρονου αστικού νομαδισμού: τα psy-trance δρώμενα ως ετεροτοπικές επιτελέσεις,’ Διδακτορική Διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2013, Διαθέσιμη στο: Διατριβή: Τελετουργίες του σύγχρονου αστικού νομαδισμού: τα psy – trance δρώμενα ως ετεροτοπικές επιτελέσεις – Κωδικός: 36729 (ekt.gr) Και, για το ζήτημα της εμπειρίας (τι δύναται να σημάνει πεπειραμένος ποδοσφαιριστής ή ιατρός, εάν όχι ό,τι το πρόσωπο αυτό έχει αποκτήσει τέτοιες δεξιότητες που του επιτρέπουν να ανταποκρίνεται υπό συνθήκες πίεσης και δη έντονης πίεσης; Και ένα πεδίο όπου μπορεί να βρει εφαρμογή η έννοια της εμπειρίας είναι αυτό της χειρουργικής ιατρικής, εκεί όπου ο συνδυασμός της εμπειρίας, ήτοι της δεξιότητας ή της ικανότητας που αποκτάται ως το αποτέλεσμα της διαρκούς επανάληψης (επαναληπτικότητα) της χειρουργικής πράξης, επανάληψη που βοηθά στην αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων με περίσσεια ψυχραιμία και με λεπτές κινήσεις, σε συνδυασμό με την συσσωρευθείσα γνώση, μπορούν να αποβούν σωτήριες για τη ζωή του ασθενούς. Και, Αρμενάκης, Αντώνης., Γκοτσόπουλος, Θεόδωρος., Δεμερτζής, Νίκος., Παναγιωτοπούλου, Ρόη., & Χαραλάμπης, Δημήτρης., ‘Ο εθνικισμός στον ελληνικό τύπο: το Μακεδονικό ζήτημα κατά την περίοδο Δεκεμβρίου 1991-Απριλίου 1993,’ Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών,’ Τόμος 89, 1996, Διαθέσιμο στο: 7281-193-12907-1-10-20150610 (1).pdf Bλέπε και, Diani, Mario., & Della Porta, Donatella., ‘Κοινωνικά κινήματα: Μια εισαγωγή,΄ Μετάφραση: Γιαταγάνας, Ξενοφών., Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα, 2010.

[3] Παρά τα ευδιάκριτα φιλο-Σερβικά αισθήματα που διακατέχουν ένα μέρος της εν Ελλάδι κοινής γνώμης, θα λέγαμε πως αυτά δεν εκφράσθηκαν κατά τη διάρκεια της πρόσφατης ποδοσφαιρικής αναμέτρησης μεταξύ της εθνικής Ελλάδας και της αντίστοιχης του Κόσοβου η οποία έλαβε χώρα στο Πανθεσσαλικό στάδιο του Βόλου. Οι διαμαρτυρίες ή ορθότερα, οι αποδοκιμασίες που ακούστηκαν κατά τη διάρκεια της ανάκρουσης του εθνικού ύμνου του Κοσόβου νοούνται ως αντίδραση περισσότερο στις αντίστοιχες αποδοκιμασίες που έλαβαν χώρα στην Πρίστινα, όταν ακούγονταν από τα μεγάφωνα του σταδίου ο ελληνικός εθνικός ύμνος (δεν θεωρούμε πως οι αποδοκιμασίες έχουν να κάνουν με το ό,τι η Ελλάδα δεν έχει προβεί στην επίσημη αναγνώριση του κράτους του Κοσόβου, διστάζοντας να λάβει μία πρωτοβουλία που θα μπορούσε να ενισχύσει το συμβολικό και διπλωματική της κεφάλαιο στην περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων/Οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις από το 2008 και έπειτα, όταν και το Κόσοβο ανακήρυξε την ανεξαρτησία του, ανησυχούν σχετικά με τον διεθνο-πολιτικό αντίκτυπο που μπορεί να προσλάβει μία τέτοια ενέργεια, αρνούμενες να αναμετρηθούν διπλωματικά όσο και ψυχο-συναισθηματικά, με το ενδεχόμενο μίας Σερβικής αντίδρασης που θα μπορούσε να πλήξει τον πυρήνα των Ελληνο-σερβικών σχέσεων, με αποτέλεσμα η Ελλάδα, ως χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, να βρίσκεται αντιμέτωπη με το εξής παράδοξο: Ενώ αρκετές χώρες λαμβάνουν με τόλμη την πρωτοβουλία να αναγνωρίσουν το Κόσοβο, η Ελλάδα, λόγω της αμυντικής στάσης που έχει υιοθετήσει, υποχρεούται σε ‘βήματα προς τα πίσω,’ δίδοντας την εντύπωση όχι πως δεν είναι έτοιμη για κάτι τέτοιο, αλλά πως ενδόμυχα δεν το επιθυμεί, αποδίδοντας έτσι μεγαλύτερη αξία στη διατήρηση των καλών διμερών της σχέσεων με την Σερβία). Την τελευταία δεκαετία, οι φιλο-Σερβικές ενέργειες και δράσεις, επιτελούνται κατά κύριο λόγο μέσα σε ποδοσφαιρικά και μη γήπεδα, σε κερκίδες οργανωμένων οπαδών διαφόρων ομάδων (βλέπε μερίδα των Ultras της ομάδας του ΠΑΟΚ, οι οποίοι έχουν αναρτήσει πανό ‘Το Κόσοβο είναι Σερβικό’, δίχως όμως τέτοιες περιοδικά εμφανιζόμενες ενέργειες που συνιστούν μέρος των «εκφραστικών τελετουργιών της κερκίδας», για να παραφράσουμε ελαφρά τον Γιάννη Ζαϊμάκη, να διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του φαινομένου της «μαζικής πολιτικοποίησης», κατά τους Βαμβακά & Παναγιωτόπουλο και Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη και Βαγγέλη Τζούκα, με άξονα την συγκρότηση μίας σχετικά ευρύχωρης εθνικο-πολιτικής ταυτότητας εντός της οποίας βρίσκει πρόσφορο έδαφος ανάπτυξης η πολιτική, αξιακή, πολιτισμική ταύτιση Σερβίας-Ελλάδας), πράγμα που μας ωθεί να διατυπώσουμε (χρήζει θεωρητικής-επιστημολογικής επισήμανσης το γεγονός πως δεν υπήρξαν ιδιαίτερα έντονες διαμαρτυρίες κατά της διαδικασίας απόσχισης του Κοσόβου που de facto ίσχυε από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, μετά από την Νατοϊκή στρατιωτική επέμβαση στη Σερβία, και της ανακήρυξης της ανεξαρτησίας του/Οι κοινωνικές-πολιτικές διαμαρτυρίες, και αριστερής χροιάς, υπήρξαν αρκετά έως πολύ πιο έντονες στην περίπτωση της Νατοϊκής στρατιωτικής επέμβασης στη Σερβία, από ό,τι στην περίπτωση της ανακήρυξης της ανεξαρτησίας του Κοσόβου), την κάτωθι υπόθεση εργασίας: Με την πάροδο των ετών, τα φιλο-Σερβικά αισθήματα που διαπερνούν την ελληνική κοινωνία (και ίσως όχι τόσο τα πολιτικά κόμματα και δη τα κοινοβουλευτικά πολιτικά κόμματα), βαίνουν μειούμενα, με την πρόσφατη Ρωσική στρατιωτική εισβολή στην Ουκρανία να μην επιφέρει ανακλαστικά, μία απότομη επανενεργοποίηση τους ακριβώς λόγω της κατανόησης έως συμπάθειας με την οποία αντιμετώπισε τμήμα της Σερβικής κοινής γνώμης την Ρωσική στρατιωτική εισβολή στην Ουκρανία (εδώ έχουμε κατά νου μία συσχέτιση τύπου ‘είμαι και πρέπει να είμαστε με τους αδελφούς Ρώσους τους οποίους υποστηρίζουν οι επίσης αδελφοί Σέρβοι, ώστε να συγκροτηθεί ένας άξονας Ελλάδας-Σερβίας-Ρωσίας). Βλέπε σχετικά, Κασσαβέτη, Ορσαλία-Ελένη., & Τζούκας, Βαγγέλης., ‘Έχεις οργανωθεί για να πεθάνεις για το μεγαλείο της;». Ποδόσφαιρο, φανατικοί οπαδοί και βία στον εμπορικό κινηματογράφο της δεκαετίας του 1980. Η περίπτωση της κινηματογραφικής ταινίας «Χούλιγκανς»,’ στο: Μαστρογιαννάκης, Δ., & Τσιγγιλής, Ν., (επιμ.), ‘Αθλητισμός και Μέσα Επικοινωνίας: Ρητορική, ταυτότητες, αναπαραστάσεις,’ Εκδόσεις Ζυγός, Θεσσαλονίκη, 2020, σελ. 324. Βλέπε και, Βαμβακάς, Β., & Παναγιωτόπουλος, Π., ‘Η Ελλάδα στη δεκαετία του ‘80.Κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό λεξικό,΄ Εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2014. Οι βίαιες συμπράξεις ή αλλιώς, συνέργειες, μεταξύ Ελλήνων και Σέρβων Ultras, καλλιέργησαν το έδαφος για την «κοινωνιο-γένεση διακριτών» και Βαλκανικών «οπαδικών υπο-κουλτούρων», σύμφωνα με την πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση του Giulianotti, με πρωταρχικό τους χαρακτηριστικό ό,τι θα προσδιορίσουμε θεωρητικώ τω τρόπω, ως φαινόμενο της ‘εναλλασσόμενης ταύτισης’: ‘Ό,τι είναι για εμένα η Παρτίζαν και ο Ερυθρός Αστέρας στη Σερβία, είναι στην Ελλάδα ο ΠΑΟΚ και ο Ολυμπιακός αντίστοιχα,’ κάτι που δεν παρατηρείται, τουλάχιστον με τέτοια ένταση, σε άλλες Βαλκανικές και ευρωπαϊκές χώρες. Με τον Σέρβο που έρχεται στην Ελλάδα για να συμμετάσχει σε βίαια και χουλιγκανικά επεισόδια να διακατέχεται από μία έντονη επιθυμία (ο οπαδός της Παρτίζαν δεν αποδέχεται και δεν ενστερνίζεται τις ‘Παοκτσήδικες ιδέες’ λόγω κοινού χρώματος, αλλά, διότι στην ομάδα του ΠΑΟΚ και στις επιτελέσεις των Ultras της ομάδας της Θεσσαλονίκης, βλέπει την ‘αντι-συστημική’ αντίδραση στο αναπαριστάμενο ως ‘κέντρο’: Όπου ‘κέντρο΄ για τους ή για πυρήνες των Ultras του ΠΑΟΚ η εναντίωση στην ‘επάρατη Αθήνα’ και στο ‘Αθηναϊκό κατεστημένο’/Και όπου ‘κέντρο για πυρήνες των Σέρβων Ultras της Παρτίζαν η εναντίωση σε ό,τι εκπροσωπεί και πρεσβεύει η ομάδα του Ερυθρού Αστέρα, η οποία, κατά τους ίδιους, διαθέτει ‘προσβάσεις’ στα ‘ανώτερα κλιμάκια της Σερβικής πολιτικής εξουσίας’) να δείξει στον ‘αδελφό του’ (που μετατρέπεται σε ‘αδελφό’ από την στιγμή όπου τους ‘ενώνει’ η ‘πίστη’ στο σήμα και ό,τι αντιπροσωπεύει/Οι Ultras των δύο ομάδων δεν διακατέχονται από μία κουλτούρα νίκης), το τι ‘αξίζει’ και το τι ‘μπορεί να κάνει.’

 

[4] Δεν πρέπει να προσεγγίζουμε θεωρητικά, κάθε έκτακτη κοινωνικοπολιτική συνθήκη που προκύπτει, για μία σειρά από λόγους, ως ‘κρίση’ και ακόμη ως ‘έντονη κρίση,’ από την στιγμή όπου η γλωσσική και σημασιολογική κατάχρηση του όρου (ο όρος ‘κρίση’ και οι συνδηλώσεις που αποκτά, είναι προσβάσιμες σε ένα ευρύτερο ακροατήριο και όχι σε ένα εξειδικευμένο ακροατήριο), δύναται να μας στερήσει τη δυνατότητα να εντοπίσουμε και παράλληλα να εστιάσουμε στις αποχρώσεις ενδείξεις που μπορούν να μας επιτρέψουν να νοηματοδοτήσουμε μία έκτακτη κατάσταση ως ένταση (για παράδειγμα, οι πρόσφατες εξελίξεις στην Ιταλία που οδήγησαν στην παραίτηση του Ιταλού πρωθυπουργού Μάριο Ντράγκι, ήσαν απόρροια της πολιτικής έντασης που δημιουργήθηκε και όχι κάποιας πολιτικής κρίσης συνεπεία της πολιτικοϊδεολογικής απόκλισης των πολιτικών κομμάτων που συμμετείχαν στον κυβερνητικό συνασπισμό, με την άμεση προκήρυξη εκλογών για τις 25 Σεπτεμβρίου να εκτονώνει δραστικά την ένταση). Συνθήκες πολιτικής κρίσης θα μπορούσαν να δημιουργηθούν μετά την βίαιη εισβολή δρώντων στο Καπιτώλιο των Ηνωμένων Πολιτειών τον Ιανουάριο του 2021 (οι συμμετέχοντες ή έστω ένα σημαντικό τμήμα αυτών, έκαναν χρήση των κατά τον Alberto Melucci «challenging codes», που μπορεί να σημαίνει «αμφισβητώ τους κώδικές», τους κώδικες εκλογής του Τζο Μπάιντεν στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών, επιδιώκοντας να διοργανώσουν ένα μετεκλογικό πραξικόπημα). Και αν κάτι απέτρεψε τη δημιουργία οιονεί συνθηκών πολιτικής κρίσης που θα μπορούσαν να εμποδίσουν, τουλάχιστον για εκείνη την ημέρα, την επικύρωση της εκλογής του Τζο Μπάιντεν στην προεδρία των ΗΠΑ (η κουλτούρα της ενίοτε συχνής αλλαγής κυβερνήσεων δεν ενυπάρχει στο πολιτικό σύστημα της χώρας), αυτό ήσαν η στάση μελών του Ρεπουμπλικανικού κόμματος, αρκετά εκ των οποίων δεν έσπευσαν να προσφέρουν την υποστήριξη τους στη βίαιη εισβολή, στερώντας πολύτιμο ζωτικό από τους δρώντες. Η βίαιη εισβολή στο Καπιτώλιο των Ηνωμένων Πολιτειών, αποτέλεσε το σημείο τομής ώστε να αναδειχθεί ως ισχυρή κοινοβουλευτικός  η βουλευτής του Ρεπουμπλικανικού κόμματος Λιζ Τσένι, κόρη του πρώην αντιπροέδρου της χώρας (επί προεδρίας Τζορτζ Μπους Τζούνιορ), Ντικ Τσένι. Η πολιτική ρητορική της κατά τη διάρκεια αυτής της διετίας είναι τέτοια που συμβάλλει στην ενεργοποίηση (και όχι εκ των προτέρων διαμόρφωση) αντι-Τραμπικών πυρήνων εντός του Ρεπουμπλικανικού κόμματος, με την ίδια να καθίσταται άτυπα η πολιτική ηγέτης αυτών των πυρήνων. Σε αυτή την περίπτωση, για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε την πολιτική επιρροή που ασκεί πλέον η Λιζ Τσένι εντός του Ρεπουμπλικανικού κόμματος αλλά και της Βουλής των Αντιπροσώπων, θα αντλήσουμε στοιχεία από την μέθοδο της «λήψης αποφάσεων» των Hoffmann-Lange & Ευαγγελίας Καρτσουνίδου. Η συγκεκριμένη μέθοδος «ορίζει τις ελίτ ανάλογα με την ενεργό συμμετοχή τους στις σημαντικές πολιτικές αποφάσεις». Εάν η πολιτική της παρέμβαση την περίοδο της βίαιης εισβολής στο Καπιτώλιο κατέστησε την Λιζ Τσένι ισχυρή κοινοβουλευτικό, τότε η επιλογή ως ενός εκ των δύο αντιπροέδρων της επιτροπής του Κογκρέσου που καταπιάσθηκε με τα της βίαιης εισβολής και με τον ρόλο του τότε προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, συνιστά ισχυρή ένδειξη του ό,τι πλέον έχει γίνει μέλος της πολιτικής ελίτ της χώρας, με την ίδια να διαδραματίζει ενεργό ρόλο στην έκδοση του πορίσματος (ιδιαίτερη μνεία θα μπορούσε να γίνει και στο ρόλο του τότε αντιπροέδρου της χώρας, Μάικ Πενς),  της επιτροπής που εν τοις πράγμασι αποτελεί μείζονα πολιτική απόφαση. Η συμμετοχή της στην επιτροπή, και μάλιστα από τη θέση της αντιπροέδρου ενίσχυσε και την πολιτική της φήμη («μέθοδος φήμης»). Βλέπε σχετικά, Hoffmann-Lange, U., ‘Methods of elite identification,’ στο: Best, H., & Higley, J., (επιμ.), ‘The Palgrave Handbook of Political Elites,’ London, Palgrave Macmillan,  2018, σελ. 79-92. Βλέπε και, Καρτσουνίδου, Ευαγγελία., ‘Μελέτη υποψηφίων  βουλευτών με τη χρήση διαδικτυακών εργαλείων,’ Διδακτορική Διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2020, σελ. 18-19, Διαθέσιμη στο: Καρτσουνίδου Ευαγγελία (2020 Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ)) Μελέτη υποψηφίων βουλευτών με τη χρήση διαδικτυακών εργαλείων (ekt.gr)

[5] Ιδιαίτερο έως σημαντικό ρόλο στο να επέλθει μία εκτόνωση της συσσωρευθείσας έντασης (ένα δεύτερο σημείο στο οποίο συγκλίνουν Σερβία και Τουρκία, είναι το ό,τι θεωρούν πως το Κόσοβο και η Ελλάδα αντίστοιχα μπορούν και ‘παραπλανούν’ τη Διεθνή κοινότητα, πείθοντας την ό,τι οι δικές τους θέσεις είναι οι ορθές), πολιτικά-διπλωματικά, διαδραμάτισε ο Σέρβος πρόεδρος Αλεξάνταρ Βούτσιτς, ο οποίος απέφυγε συστηματικά να οξύνει τους τόνους, επενδύοντας σε μία ήπια και μετριοπαθή λογική και αναζητώντας τις πλέον βέλτιστες λύσεις (από κοινού με την κεντρική κυβέρνηση του Κοσόβου/Η μετά από έναν μήνα έναρξη της διαδικασίας αντικατάστασης των Σερβικών πινακίδων με Κοσοβάρικες, αποτελεί το minimum της σύγκλισης μεταξύ των δύο πλευρών). Έτσι, κινήθηκε στον αντίποδα της λογικής που θέλει τους πολιτικούς ηγέτες «να κάνουν ό,τι θέλουν οι πολίτες», κατά το θεωρητικό σχήμα της «ουσιαστικής αντιπροσώπευσης» του Powell. Κάτι που σημαίνει πως ο Σέρβος πρόεδρος απέφυγε να υπονομεύσει το παρόν και το μέλλον της χώρας του (μία άμεση κλιμάκωση από πλευράς Σερβίας θα μπορούσε να έχει αρνητικό αντίκτυπο στη διαδικασία ένταξης της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση), χάριν του κομματικού-πολιτικού οφέλους, εάν λάβουμε υπόψιν, θεωρητικά-επιστημολογικά, πως δεν εξέλιπαν Σέρβοι πολίτες που θα επιθυμούσαν μία πιο δυναμική στάση από την κυβέρνηση της χώρας τους. Βλέπε σχετικά, Powell, G.B., ‘Political representation in comparative politics,’ Annual Review of Political Science,’ 7, 1, 2004. Ευρύτερα ομιλώντας, θα ισχυρισθούμε πως η πολιτική πόλωση (για την έννοια της «κοινωνικής πόλωσης» βλέπε την μελέτη των Di Maggio, Evans & Bryson/πόλωση μπορεί να προκύψει ανάμεσα στα μέλη μίας ομάδας ομιλητών, εκεί όπου, άλλοι μπορεί να υιοθετούν μία υποστηρικτική, στην Ουκρανία στάση, κατά τη διάρκεια της Ρωσικής στρατιωτικής εισβολής, και άλλοι να σπεύδουν να κατηγορήσουν το ΝΑΤΟ και τις Ηνωμένες Πολιτείες, δικαιολογώντας τις ενέργειες Πούτιν και δρώντας γλωσσικά με τέτοιον τρόπο ώστε τα επιχειρήματα τους να εμπεριέχουν διαρκώς το στοιχείο της γλωσσικής πρόκλησης και όχι ειρωνείας  προς τους άλλους: ‘Τι λέτε όμως για την στάση των Ηνωμένων Πολιτειών που ήθελαν και θέλουν την Ουκρανία στο ΝΑΤΟ δίχως να συνυπολογίσουν τις Ρωσικές ανησυχίες;’ ‘Τι έχετε να πείτε για την επέκταση του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Ευρώπη;’/ Εδώ η επίκληση της γνώμης διανοητών και πολιτικών όπως ο Χένρι Κίσινγκερ λειτουργούν υποστηρικτικά σε τέτοιου τύπου επιχειρήματα), είναι κατά κανόνα υψηλότερη στο κεντρικό πολιτικό σύστημα από ό,τι στην εν Ελλάδι Τοπική  Αυτοδιοίκηση, αν και η «πόλωση των αυτοδιοικητικών ελίτ» είναι υψηλότερη από την «πόλωση των ψηφοφόρων» (το εκλογικό σύστημα της απλής αναλογικής με βάση το οποίο διεξήχθησαν οι τελευταίες δημοτικές και περιφερειακές εκλογές του Μαϊου του 2019, έχει συμβάλλει, μέσω της αναζήτησης συγκλίσεων-συναινέσεων και της διαμόρφωσης μετεκλογικών πολιτικών συμμαχιών έτσι όπως εκφράζονται στα κατά τόπους δημοτικά και περιφερειακά συμβούλια, στη μείωση της πολιτικής ή αλλιώς, της αυτοδιοικητικής πόλωσης, στην οποία επιμένουν τα διάφορα αυτοδιοικητικά σχήματα της ‘Λαϊκής Συσπείρωσης’ ανά την επικράτεια/Τα αυτοδιοικητικά σχήματα της ‘Λαϊκής Συσπείρωσης’ που έχουν αναδείξει ισχυρούς αυτοδιοικητικούς που διαθέτουν προσβάσεις σε ευρύτερα ακροατήρια όπως είναι ο δήμαρχος της Πάτρας Κώστας Πελετίδης, αρέσκονται να επιδεικνύουν τις διαφορές τους από τις άλλες αυτοδιοικητικές παρατάξεις, αποφεύγοντας όμως συνειδητά την επιτέλεση ακτιβιστικών δράσεων εντός δημοτικών και περιφερειακών συμβουλίων), με την πόλωση αυτή να εκφράζεται κατά κύριο λόγο την προεκλογική περίοδο. Βλέπε σχετικά, Di Maggio, P., Evans, J., & Bryson, B., ‘Have American’s social attitude become more polarized?,’ American Journal of Sociology, 102, 3, 1996, σελ. 690-755.

[6] Ανοίγοντας μία μικρή παρένθεση, ενέχει θεωρητικό-επιστημολογικό ενδιαφέρον το να δούμε το ό,τι το γεγονός πως η CIA γνώριζε πως η Ρωσική στρατιωτική εισβολή στην Ουκρανία θα ξεκινήσει στις 24 Φεβρουαρίου του 2022, δεν έχει πυροδοτήσει την ανάδυση στην επιφάνεια συνωμοσιολογικών αφηγήσεων τύπου ‘οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής γνώριζαν το τι θα συμβεί εκ των προτέρων, λαμβάνοντας τα μέτρα τους.’ Ένα παρόμοιο συνωμοσιολογικό σχήμα θα μπορούσε να είναι το ‘οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία ήσαν εκ των προτέρων συνεννοημένες, με στόχο να ωφεληθούν από κοινού, με την μεν Ρωσία να προχωρά στον εδαφικό διαμελισμό της Ουκρανίας, προσαρτώντας τα εδάφη που την ενδιαφέρουν και τις δε Ηνωμένες Πολιτείες να επιχειρούν, συνεπεία της επιβολής κυρώσεων, την αύξηση των ποσοτήτων υγροποιημένου φυσικού αερίου που διεξάγουν.’ Το έωλο ενός τέτοιου συνωμοσιολογικού σχήματος βέβαια, είναι πασιφανές.

[7] Ενώ η Ρωσική Ομοσπονδία ή αλλιώς, το Πουτινικό καθεστώς δεν θεωρεί την Ουκρανία παρά ένα ψυδεπίγραφο και τεχνητό κρατικό μόρφωμα (ο όρος ‘μόρφωμα’ που χρησιμοποιούσε η άλλοτε επικεφαλής του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος-Κινήματος Αλλαγής Φώφη Γεννηματά για να περιγράψει την οργάνωση της Χρυσής Αυγής και τη βίαιη δράση αυτής, θεωρώντας την ως ένα ιδιαίτερο υβρίδιο μεταξύ πολιτικού κόμματος και οργάνωσης, ήσαν επιστημολογικά εσφαλμένος/Και αυτό διότι η Χρυσή Αυγή υπήρξε μία πολιτική οργάνωση, οργανωμένη κατά τα πρότυπα του μαζικού κόμματος: Τάγματα Εφόδου, δημιουργία συνδικαλιστικών οργανώσεων όπου αυτό είναι εφικτό και επίσης, απαραίτητο/Ο πρώην βουλευτής της οργάνωσης Ηλίας Κασιδιάρης αξιοποίησε την παρουσία του εντός Κοινοβουλίου διαμορφώνοντας ένα κοινοβουλευτικό προφίλ ‘μάχιμου κοινοβουλευτικού,’ που ‘διακρίθηκε’ κατά τη διάρκεια των εξεταστικών επιτροπών που συγκροτήθηκαν επί συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-Ανεξαρτήτων Ελλήνων/ Η εξέλιξη αυτή, δηλαδή η εμβάπτιση του στα νάματα της κοινοβουλευτικής δράσης, η άρθρωση ενός ‘φορτισμένου’ αντι-συστημικού λόγου θεματικής χροιάς, παρήγε ως αποτέλεσμα το να περιπέσει σε ένα ιδιότυπο καθεστώς ‘πολιτικής-ιστορικής λήθης’ η προ δεκαετίας βίαιη επίθεση του κατά της βουλευτού του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, Λιάνας Κανέλλη/Έτσι, από την καταδίκη της βίαιης επίθεσης σε κοινωνικό-πολιτικό επίπεδο, περάσαμε σε γλωσσικές αναφορές τύπου ‘πες τα Ηλία,’ ‘Ηλία είμαστε μαζί σου,’ ‘Ηλία, δείξτους,’ έτσι όπως αναπαράγονται στη διαδραστική πλατφόρμα του You Tube/Ουσιαστικά, αυτές οι γλωσσικές αναφορές πολιτικοϊδεολογικής χροιάς που κρατούν τον προφυλακισμένο πολιτικό στην επικαιρότητα, συνιστούν μετεξέλιξη του ‘Ν’ αγιάσει το χέρι του Κασιδιάρη,’ που ήσαν ένας δημοφιλής λεκτικός-γλωσσικός τύπος την επαύριον της άσκησης βίας κατά της Λιάνας Κανέλλη/Προτείνουμε τη διεξαγωγή μίας επιστημονικής έρευνας μεταξύ μελών διαφόρων κομμάτων της Αριστεράς, προκειμένου, με μεθοδολογικό άξονα τη διαμόρφωση ενός δείκτη αντιπάθειας, να αντλήσουμε πολύτιμα συμπεράσματα για το αν και πόσο αντιπαθούν τον Ηλία Κασιδιάρη στελέχη Αριστερών κομμάτων, καθώς και για ποιους λόγους), η Σερβία, τα τελευταία χρόνια, έχει καταφέρει να υπερβεί, μετά από αρκετή προσπάθεια, τέτοιες ανιστορικές προσεγγίσεις, εξακολουθώντας όμως να εκτιμά πως το Κόσοβο και ‘αποσχίσθηκε παράνομα’ από την εδαφική της επικράτεια και δεν πληροί τις προϋποθέσεις ώστε να είναι κράτος και να αναγνωρίζεται ως τέτοιο.

[8] H εμβριθής διδακτορική διατριβή του D. Yagcioglu η οποία φέρει τον τίτλο ‘From deterioration to improvement in Western Thrace: A political systems analysis of a triadic ethic conflict,’ σχετικά με τις τριαδικές σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ μειονότητας ή μειονοτήτων, «κράτους διαμονής» και «κράτους αναφοράς», μας παρέχει την ευκαιρία να διεισδύσουμε βαθύτερα, στην πηγή και αυτής της πολιτικής-διπλωματικής έντασης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αυτή πηγάζει από το ό,τι η Σερβική μειονότητα εντός Κοσσυφοπεδίου, τμήμα της οποίας, ακόμη και δεν επιθυμεί την επιστροφή εντός της Σερβικής εδαφικής επικράτειας, δεν παύει να διεκδικεί μεγαλύτερη διοικητική αυτονομία εντός Κοσόβου, αναγνωρίζει ως βασική νομιμοποιητική αρχή το εθνικό «κράτος αναφοράς» και όχι το «κράτος διαμονής». Με την απόφαση περί αλλαγής των πινακίδων να νοείται ως απόφαση που στοχεύει στην ‘περαιτέρω απομάκρυνση’ της Σερβικής μειονότητας (παράδειγμα επιτυχημένης ενσωμάτωσης, κοινωνικής, πολιτισμικής, γλωσσικής, προσφέρει η ελληνική μειονότητα της Βορείου Ηπείρου), από την ‘μητέρα πατρίδα’ η οποία αποτελεί για να στραφούμε στην αναλυτική του Akgonul,  «σύμβολο ισχύος και προστασίας». Βλέπε σχετικά, Yagcioglu, D., ‘From deterioration to improvement in Western Thrace: A political system analysis of a triadic ethic conflict,’ University George Mason, USA, 2004. Για τη θεώρηση του Akgonul, βλέπε και, Εκπαιδευτικές πρακτικές και διλήμματα ταυτότητας στη μειονότητα της Θράκης: η περίπτωση της Ξάνθης,’ Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, Τόμος 127, 2008,  σελ. 79, Διαθέσιμο στο: 9878-193-19039-1-10-20160329.pdf

[9] Η Σερβία (που δεν αποτελεί ένα «αποτυχημένο» κράτος») και το Κόσοβο, παρά τους διαύλους επικοινωνίας που έχουν μεταξύ τους (θα είχε ενδιαφέρον η πραγματοποίηση μίας έρευνας ώστε να διαφανεί και το ποιο είναι το ποσοστό των γυναικών στη Βουλή του Κοσόβου, αλλά, επίσης, και το ποσοστό των γυναικών που έχουν καταλάβει υπουργική θέση/Η σταδιακή απόσυρση των μελών του πάλαι ποτέ ‘Απελευθερωτικού Στρατού’ του UCK από το πολιτικό προσκήνιο, έχει διευκολύνει την ανάδειξη σε πολιτικά αξιώματα Κοσοβάρων νεότερων γενεών, οι οποίοι ομνύουν στην ευρω-ατλαντική προοπτική της χώρας σε μεγαλύτερο μάλιστα βαθμό από ό,τι πολιτικά στελέχη στη Σερβία, στο λεπτό σημείο όπου αρκετοί εξ αυτών των νεότερης γενεάς αντιπροσώπων έχουν βιώσει ψυχο-συναισθηματικά την μετάβαση από το καθεστώς διευρυμένης αυτονομίας εντός της ενιαίας Σερβίας, στην ανεξαρτητοποίηση της χώρας, η οποία όμως, δεν στάθηκε αφορμή (βλέπε την στάση αρκετών κατοίκων των περιοχών του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ μόλις ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν ανακοίνωσε την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας τους), για πανηγυρισμούς (Κοσοβάρικη εθνο-γένεση), όσο για έναν κριτικό αναστοχασμό της μέχρι τότε πορείας καθώς και για την θέσπιση συγκεκριμένων προτεραιοτήτων ώστε το νεότευκτο κράτος (ή αλλιώς, η δημοκρατία αυτού) να παγιώσει τη θέση του στη διεθνή σκηνή), δεν έχουν υπογράψει μία διμερή συμφωνία ή συνθήκη η οποία (μία Συνθήκη της Πρίστινας κατά το αντίστοιχο της Συνθήκης της Λωζάνης που ρύθμισε σφαιρικά το περιεχόμενο των ελληνο-τουρκικών σχέσεων μετά την Μικρασιατική Καταστροφή του 1922/Η Συνθήκη της Λωζάνης υπήρξε μία δια-κρατική συνθήκη μακράς ιστορικής πνοής, ο αντίκτυπος της οποίας διαφαίνεται και σήμερα: Δεν έχει υπάρξει άλλη φορά στο πρόσφατο Μεταπολιτευτικό παρελθόν, που οι κυβερνήσεις των δύο χωρών να την επικαλούνται τόσο συχνά), η οποία και θα ρυθμίζει το περιεχόμενο των διμερών τους σχέσεων. Σύμφωνα με τους Lauterpracht & Καλλία, «μόνο η σύναψη διμερούς συνθήκης (σ.σ: κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στην Κύπρο, εκεί όπου η μη αναγνώριση της ‘Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου’ από την Κυπριακή Δημοκρατία, θέτει προσκόμματα στην υπογραφή μίας συμφωνίας αλληλο-αναγνώρισης και ειρήνευσης) που ρυθμίζει περιεκτικά τις σχέσεις μεταξύ δύο κρατών, η επίσημη έναρξη διπλωματικών σχέσεων και, ίσως, το ζήτημα των προξενικών σχέσεων, δικαιολογούν την ύπαρξη πρόθεσης. Διότι η αναγνώριση εμπεριέχει πρόθεση η οποία μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή». Βλέπε σχετικά, Καλλία, Μαρία.,  ‘Η δημιουργία κρατών στη σύγχρονη διεθνή δικαιοταξία,’ Διδακτορική Διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Αθήνα, 2015, σελ. 130, Διαθέσιμη στο: Διατριβή: Η δημιουργία κρατών στη σύγχρονη διεθνή δικαιοταξία – Κωδικός: 35856 (ekt.gr) Και, Lauterpracht, H., ‘Recognition of States in International Law,’ 53, 3, Yale LJ, 1944, σελ. 385-458.

[10] Στα Δυτικά Βαλκάνια, πριν ακόμη την αποδόμηση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, ισχύει το ό,τι η Φωτεινή Τσιμπιρίδου σημασιοδοτεί ως «πολλαπλασιασμός των ταυτοτήτων». Βλέπε σχετικά, Τσιμπιρίδου, Φωτεινή., ‘Πως μπορεί να είναι κανείς Πομάκος στην Ελλάδα σήμερα,’ στο: Παπαταξιάρχης Ε., ‘Περιπέτειες της ετερότητας,’ Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2009, σελ. 209-214. Οι Ρομά της περιοχής της Αλεξάνδρειας Ημαθίας, δεν διαφοροποιούνται ή αλλιώς, δεν αυτοπροσδιορίζονται, ατομικά-συλλογικά, επί τη βάσει της γλώσσας, όσο επί τη βάσει του χώρου όπου διαμένουν (κοινότητα Αγίου Γεωργίου εκεί όπου είναι συγκεντρωμένοι, αν και λέγοντας κάτι τέτοιο δεν κομίζουμε ‘γλαύκας εις Αθήνας’ θεωρητικά-επιστημολογικά, καθότι κάτι παρόμοιο ισχύει και σε άλλες περιοχές της χώρας), όπως επίσης, με επιταχυνόμενο ρυθμό τα τελευταία χρόνια, συνεπεία των αγωνιστικών της επιτυχίας, επί τη βάσει ύπαρξης της ποδοσφαιρικής ομάδας ‘ΠΑΟΚ Αλεξάνδρειας (το γειτονικό Πλατύ Ημαθίας φιλοξενεί έναν μη συμπαγή πληθυσμό Ελλήνων πολιτών μουσουλμανικού θρησκεύματος, οι οποίοι προστίθενται στο σύνθετο μωσαϊκό της περιοχής που επίσης περιλαμβάνει Καππαδόκες πρόσφυγες, Πόντιους και Βλάχους). Οι Ρομά της περιοχής έτειναν προς την κατεύθυνση συγκρότησης της ταυτότητας του μέσω της ποδοσφαιρικής ομάδας (τα μέλη της τοπικής κοινότητας κατάφεραν έτσι να πετύχουν τη διαμόρφωση ενός ευδιάκριτου ‘εμείς’ ποδοσφαιρικού και την ίδια στιγμή, κοινωνικού/Ο εθνολογικού τύπου χαρακτηρισμός ‘παίζουμε με τους γύφτους’ παραπέμπει σε μία λογική προσδιορισμού της ομάδας, των ποδοσφαιριστών και της κοινότητας στην οποία ανήκει/Το θεωρητικό-επιστημολογικό ενδιαφέρον έγκειται στο ό,τι  ο χαρακτηρισμός αυτός παρέμεινε αυστηρά εντός ποδοσφαίρου, με τις ρατσιστικές αφηγήσεις και τα ρατσιστικής χροιάς επεισόδια να εκλείπουν από τα γήπεδα της Ημαθίας) η οποία, για ένα μεγάλο μέρος της κοινότητας, καθίσταται ‘πηγή υπερηφάνειας’ λόγω των επιτυχιών που ανά περιόδους έχει, εκεί όπου, τα τελευταία χρόνια έχει επιχειρήσει και ανοίγματα συμπεριλαμβάνοντας στις τάξεις της ποδοσφαιριστές που δεν προέρχονται από την κοινότητα των Ρομά. Για αρκετά χρόνια, η ομάδα λειτουργούσε κατά τα πρότυπα της Βασκικής Αθλέτικ Μπιλμπάο, έχοντας στις τάξεις της κατά κύριο λόγο ποδοσφαιριστές από την τοπική κοινότητα των Ρομά. Η μεταβολή αυτή, συνιστά ισχυρή ένδειξη της αλληλεπίδρασης της κοινότητας (δεν τους ενδιαφέρει η απόκτηση ποδοσφαιρικής τεχνογνωσίας/τους ποδοσφαιριστές που εντάσσονται στις τάξεις της τους ενδιαφέρει η συμμετοχή και δευτερευόντως η ατομική ποδοσφαιρική διάκριση), με ένα ευρύτερο πλήθος, σε ένα σημείο όπου αυτή δεν ήσαν ποτέ στεγανοποιημένη.

[11] Lauterpracht, H., ‘Recognition of States in International Law…ό.π., σελ. 369.

[12] Για παράδειγμα, οι κοινωνικοπολιτικές διεργασίες στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, δύνανται να προκαλέσουν συνθήκες κρίσης και δη πολιτικής όσο και εθνοτικής κρίσης (αστάθεια παράγει ενίοτε και το δίδυμο Σερβία-Αλβανία, όχι όμως και το δίδυμο Σερβία-Βόρεια Μακεδονία), σε αρκούντως μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι ο άξονας Κοσσυφοπέδιο-Σερβία. Σε αυτή την περίπτωση θα αναφέρουμε πως, πέραν της δομής του πολιτικού συστήματος της χώρας και του κατά πόσον αυτό είναι λειτουργικό και μπορεί να απορροφήσει τις κατά τόπους εντάσεις που ενσκήπτουν, η εθνοτική δομή της χώρας παραμένει τόσο εύθραυστη που εν τοις πράγμασι μπορεί να διαμορφώσει συνθήκες κρίσης. Να ένα ενδιαφέρον ερώτημα: Πόσοι εκ των κατοίκων της χώρας αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στο «εθνόνυμο» (Ανδρέας Νοταράς), Βόσνιος; Με την πάροδο των ετών (αν και η Βοσνία-Ερζεγοβίνη εξακολουθεί να υφίσταται ως πραγματικό και όχι ως μη τεχνητό κράτος, εν αντιθέσει με απλοϊκές αντιλήψεις και απόψεις που δίκην ‘αυτο-εκπληρούμενης προφητείας’ επενδύουν στην ‘καταστροφή’ του), δεν έχει κατασκευασθεί μία «αυθεντική» Βοσνιακή ταυτότητα, για να παραφράσουμε ελαφρά την Σεβαστή Τρουμπέτα, από την στιγμή όπου οι δύο εκ των τριών βασικών εθνοτικών ομάδων της χώρας (Σέρβοι και Κροάτες), παραγάγουν φυγόκεντρες δυναμικές, με διακύβευμα όχι την εκ των έσω ‘αποδόμηση’ της Βοσνιακής κρατικής οντότητας, αλλά, αντιθέτως, τη μη δημιουργία μίας «αυθεντικής» Βοσνιακής συλλογικής ταυτότητας η οποία νοείται ως ‘απειλή’ για τη δική τους ύπαρξη και για τη δική τους τοπική ταυτότητα (στο Κόσοβο ο βαθμός της εθνικής ομοιογένειας είναι κατά πολύ υψηλότερος έχοντας ως κύριο συστατικό τη γλώσσα και δη την Αλβανική γλώσσα μέσω της οποίας παράγεται η αίσθηση του εθνικού ‘ανήκειν’ που δεν θα πρέπει να συγχέεται ή αλλιώς, να ταυτίζεται μονοσήμαντα με την Αλβανία και με οτιδήποτε Αλβανικό/Με την πάροδο των ετών, το Κόσοβο έχει αποκτήσει τη δική του ταυτότητα που διαφοροποιείται από την αντίστοιχη Αλβανική, δίχως να καθίσταται επίδικο η μελλοντική ένωση της χώρας με την Αλβανία: Εάν όντως επιδιώκονταν κάτι τέτοιο, αυτό θα μπορούσε να συμβεί το 2008, τη χρονιά ανακήρυξης της ανεξαρτησίας του Κοσσυφοπεδίου, όταν οι συνθήκες ήσαν περισσότερο πρόσφορες για κάτι τέτοιο). Βλέπε σχετικά, Νοταράς, Ανδρέας., ‘Εκπαιδευτικές πρακτικές και διλήμματα ταυτότητας στη μειονότητα της Θράκης: η περίπτωση της Ξάνθης…ό.π., σελ. 77. Βλέπε και, Τρουμπέτα, Σεβαστή., ‘Κατασκευάζοντας ταυτότητες για τους μουσουλμάνους της Θράκης,’ Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα, 2001, σελ. 85.

[13] Η Μαρία Καλλία, στη διδακτορική της διατριβή εστιάζει στην «προβληματική της αναγνώρισης του Κοσόβου», το αν αυτή δηλαδή, ανταποκρίνεται σε κάποια εκ των προτέρων τιθέμενα κανονιστικά πρότυπα. Όμως, σχεδόν 15 χρόνια μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσόβου, το γεγονός αυτό εξακολουθεί να παραγάγει δίκαιο (ο Αλβανικός πληθυσμός της Βόρειας Μακεδονίας διατηρεί σχέσεις με τους Κοσοβάρους), το οποίο αξιο-θεμελιώνεται στο ό,τι είναι λίγες οι χώρες που πλέον αμφισβητούν την ανεξαρτησία του Κοσόβου, η απόκτηση της ιδιότητας «του μέλους σε διεθνείς οργανισμούς ως συλλογική αναγνώριση» (το Κόσοβο αποτελεί μέλος του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και του πολιτικο-στρατιωτικού συνασπισμού του ΝΑΤΟ), κάτι που δεν έχουν καταφέρει ‘Λαϊκές Δημοκρατίες’ τύπου Αμπχαζίας και Νότιας Οσσετίας, η πετυχημένη επιτέλεση μίας πολιτικής-διπλωματικής εκστρατείας που αξιοποίησε διάφορα διεθνή φόρα για την ανάδειξη του προφανούς με θέα και στις κινήσεις της Σερβίας (‘το Κόσοβο ήσαν και είναι ανεξάρτητο κράτος’/Ένα επίσης επιτυχημένο παράδειγμα marketing προσφέρει και το Αμερικανικό thrash metal συγκρότημα των Metallica, τα μέλη του οποίου αποδέχθηκαν ασμένως την πρόσφατη δημοσιότητα που έλαβε το τραγούδι τους με τίτλο ‘Master of Puppets,’ το οποίο ακούστηκε στη σειρά ‘Strangers Things,’ ενσωματώνοντας στις ζωντανές εμφανίσεις του την τελευταία περίοδο, την σκηνή όπου ο Eddie Munson παίζει στην ηλεκτρική του κιθάρα το ‘Master of Puppets/Με αυτόν τον τρόπο, τα μέλη του συγκροτήματος επανεπινοούν την εμπειρία θέασης της σκηνής  προκειμένου να την δια-μοιράσουν εκ νέου),  η μη μετατροπή του είτε σε ένα ‘αποτυχημένο κράτος’ είτε σε ένα ‘κράτος-παρία’ της διεθνούς κοινότητας, και, τελευταίο άλλα όχι έσχατο, η ιστορική μνήμη, σχετική με το ό,τι η απόφαση της απόσχισης από την Σερβική κρατική οντότητα ήσαν το αποτέλεσμα της καταπίεσης που υφίσταντο οι Αλβανόφωνοι της Σερβίας από Σερβικές παραστρατιωτικές ομάδες και οργανώσεις. Οποιαδήποτε σκέψη περί επιστροφή στο προηγούμενο καθεστώς φαντάζει ιστορικός αναχρονισμός. Βλέπε σχετικά, Καλλία, Μαρία.,  ‘Η δημιουργία κρατών στη σύγχρονη διεθνή δικαιοταξία…ό.π., σελ. 149.

[14] Η διπλωματική-διαμεσολαβητική προσπάθεια των Ηνωμένων Πολιτειών (ακολούθησε και αυτή της Ευρωπαϊκής Ένωσης), καθίσταται κρίσιμης σημασίας για να σχηματίσουμε μία πληρέστερη εικόνα της όλης κατάστασης. Μάλιστα, η διαμεσολαβητική προσπάθεια έλαβε χώρα πολύ γρήγορα υπό τον φόβο πως η Ρωσία θα σπεύσει να αξιοποιήσει προς όφελος της την όποια κρίση μπορεί να δημιουργηθεί. Προφανώς το σενάριο που θέλει τη Ρωσία να επιχειρεί να ενισχύσει την γεω-πολιτική και περιφερειακή της επιρροή στην περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων, ενόσω μάλιστα εξελίσσεται η στρατιωτική της εισβολή στην Ουκρανία, δεν είναι επιθυμητό από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών.

[15] Η πρωτοβουλία σύγκλισης  (και όχι ιδεολογικής σύγκλισης) των δύο χωρών που έλαβε ο τότε πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ (διακρίνουμε μία ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της ανάληψης της συγκεκριμένης πολιτικής-διπλωματικής πρωτοβουλίας και της επιτυχημένης, εκ του αποτελέσματος, πρωτοβουλίας που έλαβαν οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής το καλοκαίρι του 2020, με τις ‘Συμφωνίες του Αβραάμ’), δεν συνοδεύθηκε από σημαντικά αποτελέσματα, αν και όμως αρκούσε για να προσδώσει μία δυναμική που το προηγούμενο χρονικό διάστημα εξέλιπε. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, και σήμερα, ζητούμενο παραμένει το να μπορέσουν να πραγματοποιήσουν απευθείας διαπραγματεύσεις οι δύο χώρες για την επίλυση των ‘διαφορών’ τους (το παράδοξο έγκειται στο ό,τι ενώ το ζήτημα έχει επιλυθεί, η Σερβία συνεχίζει να ομνύει σε μία ‘μάχη χαρακωμάτων’ μετρώντας ‘φίλους και αντιπάλους’), άποψη την οποία ασπάζονταν και η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ. Η μεσολάβηση του 2020 αποσκοπούσε σε ακριβώς αυτό: Να διαμορφωθούν δηλαδή οι προϋποθέσεις ώστε εν ευθέτω χρόνω και μέσω της αισθητής βελτίωσης του κλίματος, οι κυβερνήσεις των δύο χωρών να μπορέσουν να διεξαγάγουν διαπραγματεύσεις και συζητήσεις εφ’ όλης της ύλης.

[16]Βλέπε σχετικά,  Ματανά, Αναστασία., ‘Η εκπαιδευτική πολιτική του ελληνικού κράτους για τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης: Η περίπτωση της πρωτοβάθμιας μειονοτικής εκπαίδευσης,’ Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, Τόμος 116, 2005, σελ. 115, Διαθέσιμο στο: 9459-193-18003-2-10-20170830.pdf

[17] Βλέπε σχετικά,  Ματανά, Αναστασία., ‘Η εκπαιδευτική πολιτική του ελληνικού κράτους για τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης: Η περίπτωση της πρωτοβάθμιας μειονοτικής εκπαίδευσης…ό.π., σελ. 115. Δεν διαθέτουμε πραγματολογικά στοιχεία σχετικά με το πως εκλαμβάνεται το Κόσοβο και οι κάτοικοι του στα σχολικά βιβλία (στο ελληνικό εκπαιδευτικό υπόδειγμα, δεν εκ-λείπουν περιπτώσεις όπου η Τουρκία και ο Τούρκος αναπαρίστανται με έναν δυνάμει ‘εξωτικό’ τρόπο,  των σχολείων που ανήκουν στη Σερβική μειονότητα, αν και η «μειονοτική εκπαίδευση» θα μπορούσε να προσεγγισθεί υπό το πρίσμα της «άσκησης δημόσιας πολιτικής». Πολύ καλή επιστημονική δουλειά ως προς το ζήτημα της αναπαράστασης Ελλήνων και Τούρκων μέσα στα σχολικά βιβλία, έχει κάνει ο πολιτικός επιστήμονας Ηρακλής Μήλλας. Βλέπε σχετικά, Μήλλας, Ηρακλής., ‘Εικόνες Ελλήνων και Τούρκων. Σχολικά βιβλία-ιστοριογραφία-λογοτεχνία και εθνικά στερεότυπα,’ Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2005. Ο εν ευρεία εννοία ποιητικός λόγος του Γιάννη Ρίτσου αποφεύγει να προβεί στην λεκτική αναπαράσταση Τούρκων και άλλων εθνικών ομάδων, προσλαμβάνοντας την έννοια ‘Τούρκος’ διαμεσολαβημένα, ήτοι μέσω της μετάφρασης ποιημάτων του Τούρκου ποιητή Ναζίμ Χικμέτ.

[18] [18]Βλέπε σχετικά,  Ματανά, Αναστασία., ‘Η εκπαιδευτική πολιτική του ελληνικού κράτους για τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης: Η περίπτωση της πρωτοβάθμιας μειονοτικής εκπαίδευσης…ό.π. Το πρόβλημα που ανέκυψε στις διμερείς σχέσεις Κοσσυφοπεδίου και Σερβίας, απέκτησε ένα ευρύτερο ενδιαφέρον, με την ανησυχία να είναι ευδιάκριτη σχετικά με το τι μπορεί να προκύψει.

[19] Πρωτοτυπώντας, η κεντρική κυβέρνηση της χώρας, θα μπορούσε να καλέσει τους πολιτικούς ηγέτες της Σερβικής μειονότητας για την πραγματοποίηση συζητήσεων σχετικά με το επίμαχο ζήτημα, ζητώντας την γνώμη τους και τις απόψεις τους ως προς το ποιος μπορεί να είναι ο προσφορότερος δρόμος για την οριστική και όχι προσωρινή,  διευθέτηση του, δίχως να προκύψουν νέες εντάσεις.

[20] Βλέπε σχετικά, ‘Αποκλιμάκωση της έντασης στο Κόσοβο – Τι οδήγησε στη χθεσινή κρίση…ό.π. «Η κυβέρνηση του Άλμπιν Κούρτι είχε δώσει διορία ένα μήνα στους Σέρβους του Κοσόβου να αντικαταστήσουν τις σερβικές πινακίδες κυκλοφορίας των οχημάτων τους με πινακίδες που θα εκδίδονται από τις αρχές.

Επίσης, είχε αποφασιστεί να μην γίνονται αποδεκτά από σήμερα τα σερβικά δελτία ταυτότητας στις συνοριακές διαβάσεις και στους κατόχους τους θα παρέχονταν προσωρινό έγγραφο για την είσοδο στο Κόσοβο με διάρκεια παραμονής 90 ημερών».

Ρoή Ειδήσεων
Σχετικά άρθρα
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

Pet Shop Θεσσαλονίκη
Μενού