ΗΠΑ-Κίνα-Ταιβάν

Φαίνεται μέχρι στιγμής πως η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας επιδιώκει να αναδείξει σε ένα ευρύτερο ακροατήριο, την ιστορική, αξιακή, πολιτική και γεω-πολιτική σημασία που αποδίδει στην Ταϊβάν, την πολιτική ηγεσία της οποίας θεωρεί ως 'ανεύθυνη' και 'συνεργό' στους 'σχεδιασμούς' των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ταιβάν
Velonastongiaka

Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Με ένα ενδιαφέρον δημοσίευμα της, η διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’[1] αναφέρεται στην Κινέζικη αντίδραση που προκλήθηκε ως απόρροια της επίσκεψης της προέδρου της Αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων, Νάνσι Πελόζι, στην Ταϊβάν,[2] για συνομιλίες με την εκεί πολιτική ηγεσία.

Σε αυτό το πλαίσιο, δύναται να αναφέρουμε[3] πως αυτές τις ημέρες, δεν φθάσαμε στα πρόθυρα διεξαγωγής του Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου ή μίας άμεσης στρατιωτικής σύγκρουσης[4] μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής[5] και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας,[6] όπως τονίζουν απλοϊκά και με εμφανείς κινδυνολογικές τάσεις, διάφοροι αναλυτές, από την στιγμή μάλιστα όπου επ’ ουδενί δεν είναι στις προθέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών [7]και της Κίνας κάτι τέτοιο.

Όμως, μία τέτοια διαπίστωση, δεν σημαίνει πως δεν προέκυψε κλιμάκωση και δη άμεση κλιμάκωση της έντασης στην περιοχή, εξέλιξη που προσέλαβε ένα εμφανές αντίκτυπο στις διμερείς σινο-αμερικανικές[8] σχέσεις, που εν προκειμένω εισήλθαν σε τροχιά δραστικής αντιπαράθεσης ίσως για πρώτη φορά μετά την ανάληψη προεδρικών καθηκόντων από τον Τζο Μπάιντεν. Τουλάχιστον σε ό,τι έχει να κάνει με το καθεστώς της Ταϊβάν.[9]

Η αντίδραση του Κινεζικού καθεστώτος που περιήλθε σε κατάσταση οιονεί οργής, προήλθε κατά κύριο λόγο από την αίσθηση πως η επίσκεψη της Νάνσι Πελόζι στην Ταϊβάν, επίσκεψη που δεν διήρκεσε παρά ελάχιστα, δύναται να σημασιοδοτήσει την έμπρακτη, από πλευράς Ηνωμένων Πολιτειών αμφισβήτηση της πολιτικής της ‘μίας, ενιαίας και αδιαίρετης γεωγραφικά, Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας’ (με την Ταϊβάν ‘αναπόσπαστο μέρος της Κινεζικής επικράτειας’), θέτοντας τις βάσεις για την αναγνώριση της Ταϊβάν ως μίας «de jure κρατικής οντότητας»,[10] για να παραπέμψουμε στην ανάλυση του Lauterpracht.

Η ύπαρξη μίας τέτοιας αίσθησης (η Νάνσι Πελόζι δεν είχε μετέβη στην Ταϊπέι για να διακηρύξει, εμφατικά ή μη, την πρόθεση των Ηνωμένων Πολιτειών να αναγνωρίσουν στο εγγύς μέλλον την ανεξαρτησία της Ταϊβάν),[11] δεν ‘ανησύχησε’ απλώς τα ανώτερα κλιμάκια του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας, αλλά, είχε ως αποτέλεσμα την ενεργοποίηση ανακλαστικών αντίδρασης που έφθασαν έως του σημείου της αεροπορικού και ναυτικού αποκλεισμού της Ταϊβάν, κατά τη διάρκεια πραγματοποίησης Κινεζικών στρατιωτικών ασκήσεων στις θαλάσσιες περιοχές γύρω από το νησί.

Υπό αυτό το πρίσμα, θα επισημάνουμε πως η πραγματοποίηση στρατιωτικών ασκήσεων ήσαν η πρώτη αντίδραση, στο εγκάρσιο σημείο όπου αυτή εμπεριείχε εντός της έναν άμεσο προειδοποιητικό τόνο: ‘Έχουμε τη δυνατότητα να απαντήσουμε και με στρατιωτικά μέσα, κάνοντας πράξη την πολιτική της μίας Κίνας.’

Η δεύτερη αντίδραση του Κινεζικού καθεστώτος, ήσαν η απόφαση για την (προσωρινή; ) παύση της συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μία σειρά από τομείς.

Σταχυολογούμε ενδεικτικά από το δημοσίευμα της διαδικτυακής έκδοσης της εφημερίδας ‘Η Καθημερινή’: «Η Κίνα ανακοίνωσε σήμερα ότι αναστέλλει τη συνεργασία με τις ΗΠΑ σε μια σειρά από τομείς, όπως είναι ο διάλογος μεταξύ υψηλόβαθμων στρατιωτικών και οι συνομιλίες για το Κλίμα, ως αντίποινα για την επίσκεψη της προέδρου της αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων Νάνσι Πελόζι στην Ταϊβάν.

Το υπουργείο Εξωτερικών της Κίνας ανέφερε ότι αναστέλλει επίσης τη συνεργασία με τις ΗΠΑ στην πρόληψη διασυνοριακού εγκλήματος[12] και εμπορίας ναρκωτικών καθώς και για τον επαναπατρισμό παράτυπων μεταναστών.

Η Κίνα ματαίωσε, επίσης, προγραμματισμένη διμερή συνάντηση αναφορικά με μηχανισμό στρατιωτικής ασφάλειας στη θάλασσα».[13]

Ως προς αυτό, διαφαίνεται πως η Κίνα εκφράζει την αντίδραση της επιλέγοντας πεδία και τομείς στα οποία η όποια ζημία προκληθεί μπορεί κάλλιστα να καταστεί ελεγχόμενη, αναμένοντας πλέον από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών ένα βήμα καλής θέλησης, όπως θα μπορούσε (κατά το καθεστώς) να είναι η σαφής καταδίκη της επίσκεψης Πελόζι ( στην πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων επιβλήθηκαν κυρώσεις) από τον Τζο Μπάιντεν.

Ακόμη και αν δεν συμβεί αυτό όμως, φαίνεται μέχρι στιγμής πως η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας επιδιώκει να αναδείξει σε ένα ευρύτερο ακροατήριο, την ιστορική, αξιακή, πολιτική και γεω-πολιτική σημασία που αποδίδει στην Ταϊβάν, την πολιτική ηγεσία της οποίας θεωρεί ως ‘ανεύθυνη’ και ‘συνεργό’ στους ‘σχεδιασμούς’ των Ηνωμένων Πολιτειών.



[1] Βλέπε σχετικά, ‘Το Πεκίνο αναστέλλει τη συνεργασία με την Ουάσιγκτον σε σειρά από τομείς,’ Διαδικτυακή έκδοση εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’ 05/08/2022, Το Πεκίνο αναστέλλει τη συνεργασία με την Ουάσιγκτον σε σειρά από τομείς | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (kathimerini.gr)

[2] Κάποιες ισχυρές μεταβλητές που συνέβαλλαν στην έντονη Κινεζική αντίδραση κατά τη διάρκεια και όχι μετά, της επίσκεψης της Νάνσι Πελόζι στην Ταϊβάν, ήσαν οι εξής: Η πρώτη μεταβλητή (εδώ οφείλουμε να δούμε, θεωρητικά-επιστημολογικά, το ό,τι ως ισχυρή μεταβλητή μπορεί να προσληφθεί και η ανησυχία πως μέσω αυτής της επίσκεψης ενός θεσμικού προσώπου στην Ταϊβάν, οι Ηνωμένες Πολιτείες εκφράζουν την εναντίωση τους στην πολιτική της ‘μίας Κίνας,’ όπως έχουμε σημειώσει στο κυρίως μέρος αυτού του κειμένου), άπτεται της άμεσης ενεργοποίησης του ό,τι οι Αλέξης Ηρακλείδης & Nikos Moudouros προσδιορίζουν, θεωρητικώ τω τρόπω, ως «σύνδρομο της περικύκλωσης», εκεί όπου, το σύνδρομο αυτό ενεργοποιείται μετά από ενέργειες τρίτης χώρας (ακόμη και όταν οι διμερείς σχέσεις μεταξύ της Βόρειας Μακεδονίας και της Ελλάδας δεν ήσαν στο καλύτερο δυνατό του σημείο, η Βόρεια Μακεδονία δεν αισθάνθηκε ‘απειλούμενη’ ή αλλιώς, ‘περικυκλωμένη’ από την Ελλάδα). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, για μία διόλου ευκαταφρόνητη μερίδα της Κινεζικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, η επίσκεψη της Νάνσι Πελόζι,  θεωρήθηκε πως πρώτον, δύναται να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις ‘περικύκλωσης’ της χώρας από τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθότι την κίνηση αυτή μπορεί να συνοδεύσει η μετακίνηση Αμερικανικών αεροπλανοφόρων προς την Ταϊβάν (στρατιωτική ‘περικύκλωση), καθιστώντας εν τοις πράγμασι αρκούντως δύσκολη την όποια σκέψη της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας να επιχειρήσει να προσαρτήσει άμεσα την Ταϊβάν στην Κινεζική ενδοχώρα και επίσης, ‘απειλώντας’ την ίδια την εδαφική επικράτεια της χώρας. Δεύτερον, δύναται να καλλιεργήσει το έδαφος για την εκκίνηση μίας πολιτικής-διπλωματικής εκστρατείας σε επίπεδο Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (και όχι μόνο), με κεντρικό ή αλλιώς, στρατηγικό διακύβευμα, την μεταβολή της στάσης αρκετών χωρών ως προς το καθεστώς που διέπει την Ταϊβάν. Έτσι, ένα τμήμα της πολιτικής-στρατιωτικής ηγεσίας της χώρας δεν αισθάνεται μόνο πως η χώρα ‘κινδυνεύει’ να ‘περικυκλωθεί’ αλλά, επίσης, αισθάνεται πως η χώρα ‘κινδυνεύει’ να ‘απομονωθεί’ (ιδίως εάν η Κίνα αφήσει να περάσει μία τέτοια ‘πρόκληση’ δίχως την ‘πρέπουσα’ από τη μεριά της απάντηση), πολιτικά-διπλωματικά, χάνοντας ‘κεκτημένα’ ετών και κυρίως τη δυνατότητα να αποφασίσει η ίδια, το πότε θα προσαρτήσει την Ταϊβάν στην επικράτεια της. Οτιδήποτε πέραν αυτού, στην Κινεζική σκέψη φαντάζει γεω-πολιτικός (ενδεχόμενη αναγνώριση της ανεξαρτητοποίησης της Ταϊβάν από περισσότερες χώρες καθώς και από τον ίδιο τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών θα επιφέρει μία δυσχέρεια πρόσβασης της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας στην ανοιχτή θάλασσα σε μία περίοδο οξυμμένων γεω-πολιτικών και περιφερειακών ανταγωνισμών) πολιτικός (ενδεχόμενη αναγνώριση της ανεξαρτητοποίησης της θα προκαλέσει, κατά το καθεστώς, μία αδυναμία ‘απορρόφησης’ των δημοκρατικών, πολιτειακών θεσμών της Ταϊβάν ακριβώς μέσω της διαδικασίας της προσάρτησης της νήσου στην Κινεζική ενδοχώρα)  και ιστορικός (ενδεχόμενη αναγνώριση της ανεξαρτητοποίηση της θα επιφέρει επίσης πλήγμα στην Κινεζική εθνική ταυτότητα και στην ιστορική μνήμη) ‘εφιάλτης.’ Σε αυτό το σημείο, θα διατυπώσουμε την εξής υπόθεση εργασίας: Το άγχος (ψυχο-συναισθηματική ανάλυση) που προκαλεί στην Κίνα και στο καθεστώς της χώρας το ενδεχόμενο αλλαγής του status quo και οι πιθανές συνέπειες του,  αποτρέπου το να εμπλακεί η το κομμουνιστικό καθεστώς σε οποιεσδήποτε συζητήσεις και διαπραγματεύσεις, τόσο με την πολιτική ηγεσία της Ταϊβάν, όσο και με διεθνείς οργανισμούς και χώρας, με αντικείμενο, για παράδειγμα, την παραχώρηση καθεστώτος διευρυμένης αυτονομίας στη χώρα κατά τα πρότυπα των προβλέψεων των ‘Συμφωνιών του Μινσκ’ για τις περιοχές της Ανατολικής Ουκρανίας (Ντονέτσκ & Λουγκάνσκ). Η δεύτερη μεταβλητή που μπορεί να συμβάλλει στην πληρέστερη κατανόηση της Κινεζικής στάσης και αντίδρασης, είναι ακριβώς η μετατόπιση του γεω-πολιτικού ανταγωνισμού με τις Ηνωμένες Πολιτείες στην ευρύτερη θαλάσσια ζώνη του Ινδικού-Ειρηνικού ωκεανού. Σε αυτή την περίπτωση, η επίσκεψη της Νάνσι Πελόζι στην Ταϊβάν, παρείχε την ευκαιρία στο κομμουνιστικό, αυταρχικό κινεζικό καθεστώς να εκφράσει, έστω και αναδρομικά, την αντίδραση του, στην επιτευχθείσα, προ ενός έτους, συμφωνία ‘AUKUS’ (η σύνδεση της Κινεζικής αντίδρασης με την συγκεκριμένη συμφωνία και με το περιεχόμενο της, εκ-λείπει από τις εγχώριες αναλύσεις που έχουν δει το φως της δημοσιότητας), μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Μεγάλης Βρετανίας και Αυστραλίας, επιλέγοντας ένα προνομιακό, για το ίδιο πεδίο (Ταϊβάν), εγγράφοντας το παράλληλα εντός της εν ευρεία εννοία περιφερειακής του στρατηγικής: ‘Όσο μας ενδιαφέρει το καθεστώς της Ταϊβάν, άλλο τόσο μας ενδιαφέρει να δείξουμε το ό,τι διαδραματίζουμε τον κυρίαρχο ρόλο στην περιοχή του Ινδικού-Ειρηνικού Ωκεανού.’ Η Κίνα διαμόρφωνε σταδιακά και με υπομονή τον τρόπο της αντίδρασης της, αναμένοντας εκείνη την ‘κίνηση’ που θα συνέβαλλε στο να συναρθρώσει την αντίδραση της με την προάσπιση των ‘ζωτικών της συμφερόντων.’ Και αυτή η κίνηση που επέτρεπε την εκδήλωση της αντίδραση της, της καλά προσχεδιασμένης αντίδρασης της, ήσαν η επίσκεψη της Νάνσι Πελόζι στην Ταϊβάν και πιο συγκεκριμένα στην πρωτεύουσα της χώρας, Ταϊπέι. Η τρίτη μεταβλητή που εντοπίζουμε, έχει σχέση με την έκφραση του Κινεζικού θυμού (η το κομμουνιστικό καθεστώς είναι αρκούντως θυμωμένο διότι η στάση της Νάνσι Πελόζι έχει συντελέσει στην ανακίνηση στην επιφάνεια ενός θέματος το οποίο κατά το ίδιο δεν υφίσταται καν). Και τι εννοούμε λέγοντας κάτι τέτοιο; Εννοούμε πως ενσκήπτει μία ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της μετάβασης Πελόζι στην Ταϊπέι και της έκφρασης ενός έντονου Κινεζικού θυμού, ο οποίος, σύμφωνα με την ανάλυση των Ευθυμίας Αγγελοπούλου & Novaco, αποτελεί μια «υποκειμενική συναισθηματική κατάσταση προσδιορισμένη από ψυχο-σωματική έγερση και σκέψεις ανταγωνισμού». Με αυτόν τον τρόπο, η επίσκεψη Πελόζι εκτιμάται πως συνιστά ‘ανοιχτή’ έως ‘ωμή’ παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της Κίνας, την στιγμή όπου η ίδια αποφεύγει συνειδητά να εμπλακεί στις υποθέσεις και στα εσωτερικά ζητήματα άλλων χωρών (το καθεστώς επ’ ουδενί δεν επιθυμεί να ‘καταπνίξει’ τον θυμό του χάριν της διατήρησης της περιφερειακής σταθερότητας και ασφάλειας). Έτσι, ο εκ-πεφρασμένος ψυχο-συναισθηματικά, πολιτικά-διπλωματικά (βλέπε και τις ανακοινώσεις του Κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών), Κινεζικός θυμός προκύπτει ως απόρροια της θεωρούμενης ως ‘έλλειψης σεβασμού’ που σύμφωνα με την ίδια, διακατέχει τη στάση της Νάνσι Πελόζι και της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στις ανάγκες και στις επιθυμίες της (θα ενείχε ιδιαίτερο θεωρητικό-επιστημολογικό ενδιαφέρον το να δούμε το αν ο Κινεζικός θυμός για την επίσκεψη Πελόζι στην Ταϊβάν, θυμός αδικαιολόγητος, συνιστά αποτέλεσμα της «χαμηλής αυτο-εκτίμησης» που διέπει την πολιτική ηγεσία της χώρας, κατά την Ευθυμία Αγγελοπούλου/’Θεωρητικοποιώντας την ανάλυση μας και στρεφόμενοι στο σχήμα των Potter-Efron, θα σπεύσουμε να υποστηρίξουμε πως ο θυμός, ή για την ακρίβεια ο Κινεζικός θυμός ως ψυχο-συναισθηματική κατάσταση που προηγείται της ψυχραιμίας, μπορεί να συσχετισθεί με την σε πραγματικό χρόνο, έκφραση της ‘απειλής’: ‘Μην επιχειρήσετε ξανά κάτι τέτοιο γιατί θα νιώσετε τη δύναμη μας’), ως αποτέλεσμα της θεωρούμενης ως ΄έλλειψης κατανόησης’ στις ‘σταθερές’ που διακρίνουν την άσκηση της εξωτερικής της πολιτικής εκεί όπου μία εξ αυτών θεωρείται η αποφυγή παρέμβασης στις υποθέσεις άλλων χωρών (‘με ποιο δικαίωμα παρεμβαίνεις σε κάτι που αφορά αποκλειστικά εμένα και την Ταϊβάν;’/Τυπολογικά όσο και ψυχο-συναισθηματικά, ο Κινεζικός θυμός δύναται να ενταχθεί στην κατηγορία του «αντιδραστικού θυμού», για να στραφούμε στην προσέγγιση του Burney, με τον θυμό αυτό να ανακύπτει στην επιφάνεια ως «η άμεση απάντηση σε ένα γεγονός αρνητικό και απειλητικό»/Σε  μία συνθήκη «ελεγχόμενου θυμού» μπορεί να περιπέσει ένα παιδί μετά από μία ματαίωση της προσδοκίας που μπορεί να είχε, προσδοκίας σχετικής με την αγορά κάποιου δώρου από τους γονείς του,  ή της ανταμοιβής που περίμενε, αν και σε αρκετές εξ αυτών των περιπτώσεων, ο θυμός αμβλύνεται ή αλλιώς εκτονώνεται δραστικά, μέσω της γονεϊκής επένδυσης συμβολικών και ψυχο-συναισθηματικών πόρων σε στρατηγικές διαχείρισης του, όπως είναι η εκ νέου μεγέθυνση της προσδοκίας με τρόπο που ‘διαγράφει’ από τη μνήμη του παιδιού την προηγούμενη και βιωμένη ματαίωση αυτής, η τοποθέτηση σε πρώτο πλάνο της δικαιολογίας ώστε το παιδί να συναισθανθεί πως έχει η κατάσταση και σε ένα δεύτερο επίπεδο, να αντιληφθεί πλήρως το γιατί δεν κατέστη εφικτή η αγορά ενός δώρου, ενεργοποιώντας έτσι ψυχο-συναισθηματικούς μηχανισμούς επικάλυψης του θυμού, η χρονική μετάθεση: ‘Αυτό που δεν έγινε σήμερα, μπορεί να γίνει αύριο, οπότε μη στενοχωριέσαι και μη θυμώνεις’), και, τελευταίο άλλα όχι έσχατο, συνεπεία της άποψης πως οι Ηνωμένες Πολιτείες ‘περιγελούν’ (κομματικά μέλη με έντονη εθνικοπατριωτική ρητορική, αισθάνονται πως οι Ηνωμένες Πολιτείες τους ‘κοροϊδεύουν’/Για την ακρίβεια, θα υποστηρίξουμε θεωρητικά-επιστημολογικά, εν είδει υποθέσεως εργασίας, πως εκείνα τα κομματικά στελέχη παλαιότερων γενεών που έχουν γαλουχηθεί ιστορικά με την Μαοϊκή  πολιτική της ‘μίας και αδιαίρετης Κίνας’ που δεν έβλεπε και δεν βλέπει στην Ταϊβάν μία άλλη χώρα αλλά μία ‘δεύτερη Κίνα’ είναι πιθανότερο να θεωρήσουν πως οι Ηνωμένες Πολιτείες τους ‘κοροϊδεύουν’ και τους ‘εμπαίζουν’ ),  την Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, δημιουργώντας προβλήματα σε μία εποχή όπου η δεύτερη προσπαθεί να υπερβεί τις πολλαπλές συνέπειες που της προκάλεσε η πανδημική κρίση. Η τέταρτη μεταβλητή η οποία μπορεί να επεξηγήσει αυτού του τύπου την Κινεζική αντίδραση, είναι το ό,τι αρκετά μέλη του Κινεζικού Πολιτικού Γραφείου, συνειδητοποιούν, μέσω της επίσκεψης Πελόζι (εξωγενές ερέθισμα), πως οι στόχοι μεταξύ Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών, καθίστανται «ασυμβίβαστοι» στην περιοχή, για να παραφράσουμε ελαφρά την Ευαγγελία Μάστορα, με την Κίνα να ‘οφείλει έτσι να δείξει τις προθέσεις της και την ισχύ της.’ Βλέπε σχετικά, Μάστορα, Ευαγγελία., ‘Συγκρούσεις, συλλογικό τραύμα και η ανάπτυξη της ομάδας και της ομαδικότητας σε ομάδες φοιτητών στη Δυτική Όχθη και το Ισραήλ,’ Διδακτορική Διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2015, σελ. 42, Διαθέσιμη στο: Διατριβή: Συγκρούσεις, συλλογικό τραύμα και η ανάπτυξη της ομάδας και της ομαδικότητας σε ομάδες φοιτητών στη Δυτική Όχθη και το Ισραήλ – Κωδικός: 37724 (ekt.gr) Δεν θεωρούμε πως η Κινεζική εξωτερική πολιτική, πολλώ δε μάλλον η διαμόρφωση της, έχουν επηρεαστεί από την νοηματοδότηση κάποιων ιστορικών συμβάντων όπως είναι για παράδειγμα η περίοδος της Ιαπωνικής κατοχής της χώρας, ως πολιτισμικών τραυμάτων, κάτι που οφείλεται, αφενός μεν στο θεμελιώδες συμβάν της επικράτησης του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας στην εμφύλια σύγκρουση, το οποίο πομπωδώς διακήρυξε τη μετάβαση της Κίνας σε μία νέα ιστορική εποχή, προτάσσοντας ως μείζον τον στόχο της ανακήρυξης της Κίνας σε μεγάλη δύναμη μέσα σε χρονικό διάστημα λίγων ετών, με την επίκληση του ιστορικού παρελθόντος και τη δημιουργία (δια της νοηματοδότησης) ιστορικών-πολιτισμικών τραυμάτων να θεωρείται πως δεν βοηθά στην επίτευξη του μείζονος στόχου, και, αφετέρου δε, στην διαμορφωθείσα αντίληψη πως η συμπερίληψη των όποιων τραυμάτων στη χάραξη και άσκηση της εξωτερικής πολιτικής της χώρας, ευνοεί ψυχο-συναισθηματικά και βραχυπρόθεσμα, όχι όμως στρατηγικά και μεσομακροπρόθεσμα. Που είναι διαρκώς το ζητούμενο για την Κινεζική εξωτερική πολιτική. Βλέπε και, Αγγελοπούλου, Ευθυμία., ‘Η διαχείριση του θυμού ως μέσο ανάπτυξης της συναισθηματικής νοημοσύνης: ένα πρόγραμμα παρέμβασης σε φοιτητές,’ Διδακτορική Διατριβή, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα, 2012, σελ. 60, Διαθέσιμη στο: Διατριβή: Η διαχείριση του θυμού ως μέσο ανάπτυξης της συναισθηματικής νοημοσύνης: ένα πρόγραμμα παρέμβασης σε φοιτητές – Κωδικός: 28633 (ekt.gr) Βλέπε και, Burney, D., ‘An investigation of anger styles in adolescent students,’ The Negro Educational Review, 57, 2006, σελ. 1-2. Και, Ηρακλείδης, Αλέξης., ‘Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειος. 50+1 όψεις των ελληνοτουρκικών σχέσεων,’ Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 2020, σελ. 158. Επίσης, βλέπε και, Moudouros, Nikos., ‘Turkey’s geopolitical vision of Cyprus,’ στο: Michael, M.S., & Vural, Y., (επιμ.), ‘Cyprus and the roadmap for peace. A critical interrogation of the conflict,’ Edward Elgar Publishing,  London, 2018.

[3] O Ευάγγελος Βενιζέλος, στη σειρά δοκιμίων του που φέρει τον τίτλο ‘Παλιγγενεσία και Αναστοχασμός. Κείμενα για τα 200 χρόνια από την ελληνική επανάσταση,’ αναφέρεται στο πρόσωπο του πολιτικού και διπλωμάτη Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου (που ήσαν ένας statesman με ευδιάκριτη ικανότητα στη διαχείριση των δημοσίων υποθέσεων, στην κάθε φορά ανάδειξη των πολιτικών-διπλωματικών διακυβευμάτων της επανάστασης, στη διατήρηση της στην ευρωπαϊκή επικαιρότητα), γράφοντας (ορθώς) πως «ο ιθύνων νους πίσω από όλες αυτές τις κινήσεις, τα Συντάγματα με τη συμβολική,  νομιμοποιητική και οργανωτική λειτουργία τους, τα δάνεια ως πράξεις στήριξης και οιονεί αναγνώρισης του επαναστατημένου Έθνους και τον σαφή προσδιορισμό της διεθνούς θέσης του νέου ελληνικού κράτους είναι ο μεγάλος αδικημένος της Ιστορίας της Ελληνικής Επανάστασης (σ.σ: κινούμενοι στο ίδιο πλαίσιο, θα υποστηρίξουμε θεωρητικά-επιστημολογικά πως δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς οι πολιτικές-διπλωματικές πρωτοβουλίες που έλαβε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και μετά την ανάληψη καθηκόντων επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας), ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Το πρόσωπο που είχε τη συγκροτημένη αίσθηση του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων και του τρόπου με τον οποίο έπρεπε να κινηθεί σε σχέση με αυτόν το επαναστατημένο Έθνος. Αδικημένος όχι στην επιστημονική ιστορική έρευνα, που αναδεικνύει τον ρόλο του, παρότι αυτός δεν είναι «δημοφιλής» με βάση τον λαϊκισμό, τις απλουστεύσεις και τις αυθαιρεσίες της δημόσιας Ιστορίας, αλλά στην εθνική μνήμη ως μνήμη τελικά της πολιτείας. Η περίπτωση του Μαυροκορδάτου δείχνει ότι ο λαϊκισμός λειτουργεί και στο επίπεδο της συλλογικής μνήμης. Ορισμένες φορές μπορεί να είναι κάποιος θύμα του εσαεί». Λαμβάνονταν υπόψιν τις καίριες επισημάνσεις του Ευάγγελου Βενιζέλου, θα υπογραμμίσουμε πως ήδη, με βάση τις Κινεζικές αντιδράσεις, αντιδράσεις πολιτικές, διπλωματικές, στρατιωτικές και λεκτικές-γλωσσικές, η πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων των Ηνωμένων Πολιτειών, αναπαρίσταται με εξόχως αρνητικό τρόπο ως δυνάμει ‘επικίνδυνη’ για την συλλογική ασφάλεια της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (Στην περίπτωση της Νάνσι Πελόζι, είναι απαραίτητη μία διάκριση η οποία θα μας επιτρέψει να αντιληφθούμε πληρέστερα το πως κατέστη η Νάνσι Πελόζι βασική εκπρόσωπος της Αμερικανικής πολιτικής ελίτ η οποία αρθρώνει έναν φιλελεύθερης απόχρωσης πολιτικό λόγο που τα τελευταία χρόνια εμπεριέχει εν σπέρματι ‘δικαιωματικές πινελιές’/Με αυτόν τον τρόπο και παραπέμποντας στην περί πολιτικών ελίτ ανάλυση του Γεράσιμου Κάρουλα, θα υποστηρίξουμε πως οι δύο «κύριες πηγές ανάδειξης» της εντός του Δημοκρατικού κόμματος των ΗΠΑ, καθίστανται, από τη μία πλευρά η οικογενειακή «πολιτική παράδοση» που την ώθησε στο να ασχοληθεί με την πολιτική σκηνή, λόγω του ό,τι ο πατέρας και ο αδελφός της διετέλεσαν δήμαρχοι στην πόλη της Βαλτιμόρης, κάτι που συνεπάγεται πως η ίδια επηρεάσθηκε άμεσα, αλληλεπιδρώντας με απόψεις, ιδέες και πεποιθήσεις, και, από την άλλη, οι πανεπιστημιακές της σπουδές, με το μεταπτυχιακό δίπλωμα στις πολιτικές επιστήμες να διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο στο να αποφασίσει να εισέλθει στο χώρο της πολιτικής και δη της κομματικής πολιτικής, παρέχοντας τις απαραίτητες δεξιότητες ώστε στα πρώτα  της  βήματα να μπορεί να ανταπεξέλθει σε ένα απαιτητικό και ανταγωνιστικό πολιτικό περιβάλλον/Η παράμετρος των πανεπιστημιακών σπουδών, ήτοι της επιστημονικής μελέτης του πολιτικού φαινομένου εν ευρεία εννοία,  επέδρασε βέβαια λιγότερο από ό,τι το άμεσο οικογενειακό περιβάλλον/Όμως, σημαίνον μέλος της πολιτικής ελίτ των Ηνωμένων Πολιτειών την κατέστησε η ανάδειξη της στο υψηλό θεσμικό αξίωμα της προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων, και επίσης, η ανανέωση της θητείας ως προέδρου, που της προσέφερε τη δυνατότητα να αλληλεπιδρά και να συνεργάζεται τόσο με Δημοκρατικούς όσο και με Ρεπουμπλικανούς προέδρους), ως πολιτικός δίχως συναίσθηση της ευθύνης που φέρει, καθιστάμενη έτσι μία μη «δημοφιλής» Αμερικανίδα πολιτικός που καταλαμβάνει χαμηλή θέση στην ήδη διαμορφούμενη Κινεζική «συλλογική μνήμη» έτσι όπως αυτή διαμορφώνεται ή ορθότερα ανα-διαμορφώνεται, με αφορμή την επίσκεψη της στην Ταϊβάν (κάτι αντίστοιχο δεν συμβαίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες). Εάν επιχειρήσουμε, θεωρητικώ τω τρόπω, να συνδέσουμε την ιστορική αποτίμηση του Ευάγγελου Βενιζέλου με την ιστορική ανάλυση του Κωνσταντίνου Δημαρά, τότε θα διατυπώσουμε την ακόλουθη υπόθεση εργασίας: Ένας εκ των βασικών παραγόντων για την μορφωτική, γνωσιακή, πολιτική και διπλωματική εξέλιξη του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, που υπήρξε ένας από τους πιο διεθνοποιημένους πολιτικούς της επαναστατικής περιόδου, ήσαν το γεγονός πως εκκολάφθηκε και αναπτύχθηκε μέσα στο Φαναριώτικο πολιτισμικό περιβάλλον, το οποίο ευνοούσε τις πολιτισμικές, αξιακές και γλωσσικές διεπιδράσεις και ανταλλαγές. Βλέπε σχετικά, Βενιζέλος, Ευάγγελος., ‘Εισαγωγή,’ στο: Βενιζέλος, Ευάγγελος., ‘Παλιγγενεσία και αναστοχασμός. Κείμενα για τα 200 χρόνια από την ελληνική επανάσταση,’ Εκδόσεις Πατάκης, Αθήνα, 2021, σελ. 17-18. Προκύπτει μία χαμηλή έως πολύ χαμηλή συσχέτιση μεταξύ της στρατηγικής επιλογής της Νάνσι Πελόζι να ασχοληθεί με την κεντρική πολιτική σκηνή από τις τάξεις του Δημοκρατικού κόμματος και της συμμετοχής της στην τελετή ορκωμοσίας του προέδρου Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι στα 1961. Βλέπε επίσης, Δημαράς, Κ.Θ., ‘Νεοελληνικός Διαφωτισμός,’ Εκδόσεις Ερμής, Αθήνα, 2007, σελ. 137. Και, Κάρουλας, Γεράσιμος., ‘Πολιτικά κόμματα και ανάδειξη των πολιτικών ελίτ στο ελληνικό κομματικό σύστημα 1989-2011: παράγοντες συνδιαμόρφωσης των ηγετικών κομματικών ομάδων,’ Διδακτορική Διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2011, σελ. 151, Διαθέσιμη στο: Διατριβή: Πολιτικά κόμματα και ανάδειξη των πολιτικών ελίτ στο ελληνικό κομματικό σύστημα 1989-2011: παράγοντες συνδιαμόρφωσης των ηγετικών κομματικών ομάδων – Κωδικός: 35523 (ekt.gr) Η παράμετρος της σημαντικής θέσης που κατέχει εντός του Δημοκρατικού κόμματος σε συνδυασμό με την άρθρωση ενός πολιτικού λόγου προσαρμοσμένου στα επίδικα της περιόδου (η Νάνσι Πελόζι δεν διανθίζει τις τοποθετήσεις της με ιστορικού τύπου αναφορές, όπως πράττουν ενίοτε διάφοροι πρόεδροι της βουλής σε άλλες χώρες, υιοθετώντας μία αυστηρή θεσμική γραμμή: Για παράδειγμα δεν έσπευσε το προηγούμενο χρονικό διάστημα και όσο εξελίσσονταν οι κινητοποιήσεις κατά του προσχεδίου της απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου σχετικά με τις αμβλώσεις, να ζητήσει επίσημα το να συνταχθεί το κοινοβουλευτικό σώμα του οποίου προΐσταται υπέρ των κινητοποιήσεων αυτών), με την γνώση επί θεμάτων διεθνούς πολιτικής (ιδιαίτερη σημαντική παράμετρος προκειμένου να αξιολογήσουμε και την ποιότητα των εκάστοτε παρεμβάσεων ενός προέδρου για κάποιο σημαντικό ή λιγότερο σημαντικό διεθνές ζήτημα, αλλά, και τον κατά βάση εσωτερικό αντίκτυπο που μπορεί να προκαλέσει μία τέτοια παρέμβαση/Εκτιμούμε ευρύτερα, πως ο βαθμός  ‘διεθνοποίησης’ των Προέδρων της Βουλής των Ελλήνων κατά τη διάρκεια της Μεταπολιτευτικής περιόδου ποικίλλει ανά περίπτωση προέδρου/Θα ήσαν αφοριστικό και επιστημολογικά εσφαλμένο να το θεωρούσαμε ιδιαίτερα χαμηλό εν συνόλω), με  το αξίωμα που φέρει (εάν στη θέση της βρισκόταν κάποιος άλλος Αμερικανός πολιτικός, είτε Δημοκρατικός είτε Ρεπουμπλικάνος, το πιθανότερο θα ήταν πως η Κινεζική αντίδραση θα ήσαν λιγότερο έντονη/Άρα, η συσχέτιση μεταξύ θεσμικής ιδιότητας και Κινεζικού θυμού και αντίδρασης, βαίνει αυξημένη, εάν την εξετάσουμε σφαιρικά), συμβάλλουν στη διαμόρφωση του ενός αξιόπιστου πολιτικού προφίλ. Τώρα, λαμβάνοντας υπόψιν την ανάλυση της Μανίνας Κακεπάκη για το πως «θεσμικοί παράγοντες» όπως είναι η «δύναμη των κομμάτων» σε μία εκλογική περιφέρεια, μπορούν «να επηρεάσουν την παρουσία των γυναικών στα Κοινοβούλια», θα τονίσουμε πως η παραδοσιακά ισχυρή επιρροή που ασκεί το Δημοκρατικό Κόμμα στην πολιτεία του Μέριλαντ (πολιτεία καταγωγής της Νάνσι Πελόζι), οφείλει να προσμετρηθεί ως παράγοντα που διευκόλυνε όχι μόνο την κομματική-πολιτική στράτευση της Νάνσι Πελόζι (η ευρωβουλευτής του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος-Κινήματος Αλλαγής Εύα Καϊλή, αποτελεί παράδειγμα πολιτικού προσώπου που διακρίνεται για την έντονη επιθυμία της να θέσει υποψηφιότητα για το συγκεκριμένο πολιτικό αξίωμα, δίχως κάποιοι εκ των λεγόμενων «κομματικών θυροφύλακων» να προσπαθούν επιτακτικά να την πείσουν για κάτι τέτοιο)  αλλά και την εκλογή της ως  βουλευτή στη συγκεκριμένη πολιτεία των Ηνωμένων Πολιτειών. Βλέπε σχετικά, Κακεπάκη, Μανίνα., ‘Γυναίκες στο Εθνικό Κοινοβούλιο, 1989-2019,’ Ημερίδα ‘Φύλο και Πολιτική,’ Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2021, Διαθέσιμο  στο: (PDF) Γυναίκες στο Εθνικό Κοινοβούλιο, 1989-2019 (researchgate.net) Για  τους «κομματικούς θυροφύλακες» (gatekeepers) και τη δράση τους, βλέπε τη σημαντική μελέτη των R. Matland., & K. Montgomery, με τίτλο ‘Women’s Access to Political Power in Post-Communist Europe,’ Oxford University Press, Oxford, 2003. Η θητεία της Ζωής Κωνσταντοπούλου ως Προέδρου της Βουλής των Ελλήνων, έχει μελετηθεί κατά κύριο λόγο ως προς το συγκρουσιακό υπόδειγμα που η ίδια κόμισε στον ενίοτε έντονο κοινοβουλευτικό ανταγωνισμό του πρώτου εξαμήνου της συγκυβέρνησης Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ) και Ανεξαρτήτων Ελλήνων (ΑΝ.ΕΛΛ.) Σαφώς, αυτή η διάσταση δεν στερείται επιστημονικής βάσης και ορθότητας. Όμως, εμείς θα προτείνουμε κάτι διαφορετικό, θέτοντας στο επίκεντρο, και για περαιτέρω έρευνα, την έννοια του «άλλου κόσμου ως επιθυμητική εικόνα», για να δανεισθούμε την έκφραση της Susan Buck-Morss. Και λέγοντας κάτι τέτοιο, εννοούμε πως η Ζωή Κωνσταντοπούλου επεδίωξε απλοϊκά την ώσμωση ή αλλιώς, την αλληλεπίδραση μεταξύ καθαυτό θεσμικής και καθαυτό κινηματικής λειτουργίας (κάτι που δεν είχε επιχειρήσει άλλος Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων στο παρελθόν/Η συγκρότηση της επιτροπής διαγραφής χρέους, λίγα μόλις χρόνια μετά την οριστική διευθέτηση του μέσω του PSI, συνιστά ισχυρή ένδειξη ύπαρξης ενός κοινοβουλευτικού βολονταρισμού και λαϊκισμού που κατασκευάζει ένα διχοτομικό σχήμα μεταξύ του ‘λαού’ στο πλευρό του οποίου τάσσονται το Κοινοβούλιο και η ηγεσία του και του ‘ευρωπαϊκού διευθυντηρίου’: Άρα η Βουλή δεν δύναται να είναι τίποτα λιγότερο παρά ΄λαϊκή βουλή’ σε ένα σύνθετο σημείο όπου οι κοινοβουλευτικές πρακτικές της Κωνσταντοπούλου, όπως τις περιγράψαμε πιο πάνω, διασταυρώνονται με τις Αριστερές ιστορικές, πολιτικοϊδεολογικές αναφορές /Προσεγγίζουμε εδώ τον λαϊκισμό με όρους Ernesto Laclau: Ήτοι ως «μορφή λόγου»), μεταξύ άμεσης και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας εισαγάγοντας, στη λειτουργία της Βουλής και στη διαδικασία παραγωγής νομοθετικού έργου, αμεσοδημοκρατικές πρακτικές που απαντώνταν στις δράσεις του κινήματος των Αγανακτισμένων, προκειμένου να καταστήσει τη Βουλή έναν ιδιαίτερο ‘προθάλαμο’ του «άλλου κόσμου» κοινωνικά-πολιτικά που ευαγγελίζονταν η ίδια και το κόμμα της. Για μία κατατοπιστική ανάλυση του ερμηνευτικού σχήματος του Laclau, βλέπε και, Σταυρακάκης, Γιάννης., ‘Αντινομίες του φορμαλισμού: η κατά Laclau θεώρηση του λαϊκισμού και ο ελληνικός θρησκευτικός λαϊκισμός,’ Επιστήμη και Κοινωνία: Επιθεώρηση Πολιτικής και Ηθικής Θεωρίας, 2015, σελ. 152, Διαθέσιμο στο: (PDF) Αντινομίες του φορμαλισμού: η κατά Laclau θεώρηση του λαϊκισμού και ο ελληνικός θρησκευτικός λαϊκισμός (researchgate.net) Και, Buck-Morss, S., ‘Η διαλεκτική του βλέπειν:  Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν και το σχέδιο εργασίας περί στοών,’ Μετάφραση: Αθανασάκης, Μ, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο Κρήτης, 1989. Η εκλογή της Ζωής Κωνσταντοπούλου στο κοινοβούλιο έλαβε χώρα στις πρώτες εκλογές του 2012 που διεξήχθησαν στις 6 Μαϊου, και ήσαν απόρροια της κοινωνικής, πολιτικής και εκλογικής εκτόξευσης του ΣΥΡΙΖΑ που τον έφερε στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, κάτι που εν τοις πράγμασι επέτρεψε την εκλογή ενός σημαντικού μεγαλύτερου αριθμού βουλευτών από ό,τι στο πρόσφατο παρελθόν∙ Του οιονεί πολιτικού της προφίλ που την κατέστησε ιδιαίτερα δημοφιλή μεταξύ των εκλογέων της Α’ εκλογικής περιφέρειας της Αθήνας, και όχι μόνο (απαιτείται να εστιάσουμε, θεωρητικά-επιστημολογικά, στο ό,τι ο μη κοινότυπος πολιτικός λόγος που άρθρωνε, με την ίδια να διεκδικεί διαρκώς την πολιτική της αυτονομία, διαδραμάτισε ιδιαίτερο ρόλο στο να καταστεί δημοφιλής μεταξύ ατόμων νεότερης ηλικίας και γυναικών)∙ Της έντονης πολιτικής και κινηματικής αντι-μνημονιακής δραστηριοποίησης (η Κωνσταντοπούλου υπήρξε η κατεξοχήν αντι-μνημονιακή πολιτικός η οποία δεν έκανε χρήση ενός ‘φορτισμένου’ ταξικού πολιτικού λόγου/Απεναντίας, περισσότερο επένδυε πολιτικούς-γλωσσικούς πόρους προς την κατεύθυνση χρήσης ενός κατά βάση ‘αντι-νεοφιλελεύθερου’ πολιτικού λόγου που ενέγραφε στο εσωτερικό του, όρους όπως ‘νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση,’ ‘Ευρώπη των λαών,’ ‘αντίσταση από τα κάτω’/Οι όροι αυτοί αν και γίνονται περισσότερο αντιληπτοί από τους κομματικά, πολιτικά, κινηματικά μυημένους, δεν παύουν να χρησιμοποιούνται από την άλλοτε Πρόεδρο της Βουλής και σε δημόσιες εμφανίσεις της/Το γεγονός αυτό μας ωθεί να αναφέρουμε πως η νυν επικεφαλής της εξω-κοινοβουλευτικής ‘Πλεύσης Ελευθερίας’ δεν είναι αποτελεί ‘προϊόν’ της περιόδου της κρίσης, αλλά, αντιθέτως, πολιτικό ‘προϊόν’ της περιόδου που σχετίσθηκε με την ανάδυση και τη δράση του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης, της  διεπίδρασης μεταξύ της κινημάτων  και Αριστερών πολιτικών φορέων όπως ο τότε ΣΥΝ, που προσέδωσε πολιτικό βάθος στα πρώτα και ταυτότητα στον δεύτερο/Κατά τη διάρκεια των πρόσφατων Γαλλικών προεδρικών εκλογών, η Κωνσταντοπούλου ονόμασε τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν ως εκπρόσωπο της «ακραίας τραπεζοκρατίας», αποδεικνύοντας πως με την πάροδο των ετών, ο πολιτικός της λόγος εξακολουθεί να παραμένει συγκρουσιακός και διχαστικός, αντλώντας από ένα ευρύτερο ριζοσπαστικό λεξιλόγιο του οποίου δεν διστάζουν να κάνουν χρήση άτομα και φορείς με διαφορετικό πολιτικοϊδεολογικό υπόβαθρο, με το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος του 2015, τη μνημονιακή στροφή ΣΥΡΙΖΑ και την δική της αποχώρηση από το κόμμα να έχουν συμβάλλει στην περαιτέρω πολιτικοϊδεολογική της ριζοσπαστικοποίηση, η οποία εξισορροπεί έως αμβλύνει την ακόμη και δια-γενεακή και δια-κομματική συμπάθεια προς το πρόσωπο της/Αξίζει να αναφέρουμε πως παρά το ό,τι η Ζωή Κωνσταντοπούλου είναι  αρχηγός εξω-κοινοβουλευτικού κόμματος, έχοντας παράλληλα αραιώσει τις τηλεοπτικές της εμφανίσεις, αρκετοί πολίτες εξακολουθούν να την αποκαλούν ‘Ζωή’, δείγμα της αναγνωρισιμότητας που προσέλαβε καθ’ όλη τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας/Η προσφώνηση με το μικρό της όνομα, ωσάν να το αναφερόμενο πρόσωπο να είναι κάποιος φίλος ή γνωστός, συνιστά επίσης δείγμα της εκτίμησης που τρέφουν αρκετοί στις πολιτικές της ικανότητες ) της και την περίοδο της βαθιάς κοινωνικοοικονομικής και πολιτικής κρίσης (μπορεί να μην είχαμε κινηματικά πολιτικά κόμματα όμως αποκτήσαμε ‘κινηματικούς βουλευτές’ στις διπλές βουλευτικές εκλογές του 2012),  εξέλιξη που είχε ως αποτέλεσμα να αποκτήσει ευρύτερες προσβάσεις σε έναν κινηματικό πληθυσμό, διευκολύνοντας παράλληλα και τη στρατηγική διαμόρφωσης πυρήνων εντός του κόμματος εντός του οποίου ήσαν ήδη κάτι παραπάνω από ορατή,  με άξονα αυτή την έντονη κινηματική δραστηριοποίηση. Για ένα ανοιχτό, σε αυτές τις δράσεις κόμμα, όπως ήσαν ο ΣΥΡΙΖΑ εκείνων των ετών, αυτά τα χαρακτηριστικά αποκτούν ιδιαίτερο ρόλο. Του status  της δραστήριας και ‘μαχητικής’ Αριστερής που είχε αποκτήσει κατά το παρελθόν, με βάση το οποίο κατάφερε να προσεταιρισθεί εκλογείς που υποστήριζαν άλλα κόμματα της Αριστεράς, κοινοβουλευτικά και μη (εκείνη την περίοδο, οι πατριωτικές αναφορές δεν ήσαν τόσο έντονες στον πολιτικό λόγο που άρθρωνε, αν και ένας ενδιαφερόμενος παρατηρητής θα μπορούσε να τις εντοπίσει). Του ευρύτερου συμβολικού-εκπαιδευτικού και γνωσιακού της κεφαλαίου: Η ενασχόληση της με την νομική επιστήμη, της προσέφερε τη δυνατότητα χρήσης στέρεων, πολιτικά, επιχειρημάτων (θα ενείχε θεωρητικό-επιστημολογικό ενδιαφέρον η πραγματοποίηση μίας ειδικότερης έρευνας ώστε να διαφανεί εάν η Ζωή Κωνσταντοπούλου ψηφίσθηκε και σε ποιον βαθμό, από γυναίκες που παρέμεναν περισσότερες ώρες στο σπίτι, λόγω οικιακής ενασχόλησης, φοιτητικών σπουδών, ανεργίας, οι οποίες, ακριβώς λόγω της πιο μεγάλης σε χρονική διάρκεια παραμονής τους στο σπίτι, εκτέθηκαν στο περιεχόμενο του πολιτικού λόγου της και πείσθηκαν από αυτόν/Σε τέτοιες περιπτώσεις, η έκθεση συντελείται και μέσω των ζωντανών τηλεοπτικών εμφανίσεων της πολιτικού, με την καθημερινή τηλεοπτική εκπομπή του Γιώργου Παπαδάκη να λειτουργεί ως χώρος εμφάνισης και ανάδειξης μίας σειράς ‘εναλλακτικών’ πολιτικών όπως η ίδια/Η επένδυση της στο προφίλ της δυναμικής γυναίκας και επαγγελματία επέδρασε στην κινητοποίηση γυναικών υπέρ της υποψηφιότητας της; Την κατέστησε ΄πρότυπο’ ιδίως για κορίτσια νεότερων ηλικιών συντελώντας στην εκλογή της; Να δύο πολύ ενδιαφέροντα ερωτήματα), και επάρκεια στη χρήση της γλώσσας, πράγμα που συνετέλεσε, όχι μόνο στο να ανταπεξέλθει στον κομματικό-πολιτικό ανταγωνισμό, αλλά και να κερδίσει την εκτίμηση εκλογέων που δεν ανήκαν απαραίτητα στο χώρο της Αριστεράς, ως μία πολιτικός που τα ‘λέει έξω από τα δόντια.’ Η οικογενειακή πολιτική παράδοση, δεν έπαιξε κάποιον ισχυρό ρόλο στην εκλογή της και ευρύτερα στην πολιτική της ανάδειξη.

[4] Χρήζει θεωρητικής-επιστημολογικής επισήμανσης το γεγονός πως η Νάνσι Πελόζι (και η θεσμική ιδιότητα της), απέκτησε μεγαλύτερη δημοσιότητα (και όχι απαραίτητα δημοφιλία), μετά από την επίσκεψη της στην Ταϊβάν. Μία περιήγηση στη δημοφιλή ιστοσελίδα αναζήτησης Google σε ειδήσεις που αφορούν την πρόεδρο της Αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων, δείχνει πως οι περισσότερες εξ αυτών (εγχώριες και διεθνείς), αναφέρονται στην επίσκεψη της στην Ταϊβάν και τι μπορεί αυτή να σημασιοδοτήσει ως προς την εξέλιξη των σχέσεων μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, με τις ειδήσεις που καλύπτουν άλλες πολιτικές δραστηριότητες της Νάνσι Πελόζι, είτε να εκλείπουν (στα καθ’ ημάς, θεωρούμε πως, συνεπεία της ειδησεογραφικής κάλυψης του γεγονότος, η Νάνσι Πελόζι κατέστη περισσότερο γνωστή σε ένα ευρύ κοινό που παρακολουθεί τα γεγονότα και ενημερώνεται από διάφορες πηγές, κάτι που δεν είχε καταφέρει τον περασμένο Μάϊο, όταν ο Έλληνας πρωθυπουργός επισκέφθηκε τις Ηνωμένες Πολιτείες και εκφώνησε ομιλία ενώπιον των μελών του Κογκρέσου, μετά από πρόσκληση μάλιστα της Νάνσι Πελόζι, η οποία στεκόταν ακριβώς από πίσω του την ώρα της ομιλίας του/Ίσως αυτή η εικόνα να παρήγαγε σε κάποιους τηλεθεατές συνειρμούς τύπου ‘ποια είναι αυτή πίσω από τον Κυριάκο Μητσοτάκη;’) είτε να υποσκελίζονται πλέον από τις ειδήσεις, τα άρθρα και τα δημοσιεύματα που προκάλεσε η επίσκεψη της στην Ταϊβάν. Αντλώντας στοιχεία από το θεωρητικό σχήμα των Shoemaker, Danielian & Brendlinger, περί παρουσίασης και «κάλυψης των διεθνών ειδήσεων», θα χρησιμοποιήσουμε τον όρο «απόκλιση» (deviance), που «περιγράφει «ασυνήθιστες» ειδήσεις, οι οποίες «αποκλίνουν» από τις «κανονικότητες» που καθορίζονται στη βάση κοινά αποδεκτών αξιών και πεποιθήσεων» (Ηλιάνα Γιαννούλη). Έτσι λοιπόν, η επίσκεψη της Νάνσι Πελόζι στην Ταϊβάν, προσέλκυσε το διεθνές ειδησεογραφικό ενδιαφέρον διότι εξελήφθη ως μείζονα «απόκλιση» από την διεθνο-πολιτική «κανονικότητα» που θέλει την Ταϊβάν τμήμα της Κινεζικής εδαφικής επικράτειας (στην ελληνική τηλεόραση και όχι τόσο στον ελληνικό διαδικτυακό τύπο, δεν εξέλιπαν και κάποια αφιερώματα στην πολιτική πορεία της Νάνσι Πελόζι, σε μία ακόμη προσπάθεια να ‘αποκαλυφθεί’ το πρόσωπο που ‘προκάλεσε’ την ένταση στο τρίγωνο Ηνωμένες Πολιτείες-Κίνα-Ταϊβάν/Δίπλα σε αυτή την παράμετρο, προστίθεται και η πρόθεση ανάλυσης του ιστορικού υπόβαθρου που διέπει την αντιπαράθεση μεταξύ Κίνας και Ταϊβάν, με τα δημοσιογραφικά μέσα, σε αυτή την περίπτωση το ‘Πρώτο Θέμα’ που καταπιάσθηκε με αυτή τη διάσταση, να επιτελούν λειτουργίες δημοσιογραφικής διαπαιδαγώγησης, επιδιώκοντας να αμβλύνουν κατά τι το γνωστικό έλλειμμα των αναγνωστών τους σχετικά με το τι συμβαίνει στην Ταϊβάν σήμερα) και που ‘αποκλείει’ έτσι την επίσκεψη πολιτικών αξιωματούχων στη χώρα. Ίσως βέβαια και το μέγεθος της χώρας καταγωγής της Νάνσι Πελόζι, καθώς και η επιρροή που ασκεί στο διεθνο-πολιτικό γίγνεσθαι να ασκεί κάποιον ρόλο ως προς την προσέλκυση ενδιαφέροντος. Όμως, αυτή η μεταβλητή μετριάζεται, εάν θυμηθούμε πριν από λίγο καιρό το διεθνές ειδησεογραφικό ενδιαφέρον που προκάλεσε η απόφαση της Λιθουανίας να εμβαθύνει τις διμερείς της σχέσεις με την Ταϊβάν, εξέλιξη η οποία επίσης είχε προκαλέσει την έντονη και διπλωματικά εκφρασμένη αντίδραση της Κίνας. Βλέπε σχετικά, Shoemaker, P.J., Danielian, L.H., & Brendlinger, N., ‘Deviant acts, risky business and U.S. interests: The newsworthiness of world events,’  Journalism & Mass Communication Quarterly, 68, 4, 1991, σελ. 781-795. Και, Γιαννούλη, Ηλιάνα., ‘Οι ανταποκριτές ξένου τύπου στην Ελλάδα: αναλύοντας το προφίλ, τις επαγγελματικές πρακτικές και τις συνεργατικές σχέσεις της ‘ελίτ’ της δημοσιογραφίας,’ Διδακτορική Διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2020, Διαθέσιμη στο: Γιαννούλη Ηλιάνα (2020 Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ)) Οι ανταποκριτές ξένου τύπου στην Ελλάδα: αναλύοντας το προφίλ, τις επαγγελματικές πρακτικές και τις συνεργατικές σχέσεις της ‘ελίτ’ της δημοσιογραφίας (ekt.gr) Ο δημοσιογράφος Μιχάλης Στούκας της εφημερίδας ‘Πρώτο Θέμα’ που συνέγραψε ένα άρθρο για το ιστορικό υπόβαθρο της αντιπαράθεσης μεταξύ Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και της Ταϊβάν, δύναται να ‘ενσαρκώσει’ «την σημασία του να παρέχεις πληροφόρηση σχετικά με την πληροφόρηση που έχει καταστεί μια ζωτικής σημασίας προσθήκη στις δεξιότητες και τα καθήκοντα που υπαγορεύει η άσκηση της δημοσιογραφίας…αυτό επαναπροσδιορίζει τον ρόλο του δημοσιογράφου ως σχολιαστή ή ερμηνευτή, μια νέα συνθήκη που σηματοδοτεί τη μετάβαση από την εποχή του δημοσιογράφου-φρουρού (watchdog/ Η πλατφόρμα του Youtuber ‘Watchdog’  είναι κατά βάση χιουμοριστική, φλερτάροντας όμως με την νεανική ‘αντι-συστημικότητα’), στον δημοσιογράφο-καθοδηγητή (guidedog), κατά τους Bardoel & Deuze. Το ιστορικού περιεχομένου άρθρου έχει γραφεί μέσω της συλλογής των απαραίτητων ιστορικών πληροφοριών, δίχως να έχει παρεμβληθεί η λειτουργία της μετάφρασης από το κάποιο ξενόγλωσσο κείμενο. Βλέπε σχετικά, Bardoel, J., & Deuze, M., ‘’Network Journalism:’’ converging competencies of old and new media professional,’ Australian Journalism Review, 23, 3, 2001, σελ. 91-103. Και, Στούκας, Μιχάλης., ‘Κίνα-Ταϊβάν: Mια διαμάχη που έρχεται από παλιά,’ 06/08/2022, Κίνα-Ταϊβάν: Mια διαμάχη που έρχεται από παλιά (protothema.gr) Η «πρακτική λόγου» (discursive practise), του Μιχάλη Στούπα είναι διάστικτη από ονόματα χωρών και προσώπων, εν αντιθέσει με άλλα άρθρα που εντρυφούν περισσότερο στον επικαιρικό χαρακτήρα της αντιπαράθεσης, αποφεύγοντας να παραθέσουν ονόματα και για να μην κουράσουν τον αναγνώστη που έρχεται σε επαφή με το κείμενο (κάνοντας χρήση και των δικών του προσλήψεων)  μετατοπιζόμενος γεωγραφικά, ιστορικά, πολιτικά, αλλά και για να μην του προκαλέσουν κάποιου είδους νοητική σύγχυση. Ένα παράδειγμα αυτού, προσφέρει η γλωσσική επιλογή της ονομασίας Ταϊβάν ως ευρύτερου σημείου αναφοράς και όχι τόσο της ονομασίας της πρωτεύουσας Ταϊπέι, προκειμένου να μη δημιουργηθούν συνειρμοί ύπαρξης δύο ξεχωριστών περιοχών ή χωρών, λόγω της λεξιλογικής ομοιότητας που προκύπτει. Για την έννοια της «πρακτικής λόγου», βλέπε και, Fairclough, N., ‘Critical Discourse analysis: The critical study of language,’ London, Routledge, 2010.

[5] Θεωρούμε, πως η αντίδραση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας στην επίσκεψη της Νάνσι Πελόζι στην Ταϊβάν (στη δική της πολιτική πορεία, εν βρίσκει εφαρμογή ο «κανόνας της απόστασης» που έχει εισαγάγει στη μελέτη των πολιτικών ελίτ ο Ιταλός πολιτικός επιστήμονας Giovanni Sartori, και «ορίζει ότι οι πολίτες των πιο μειονεκτικών  κοινωνικών ομάδων πρέπει να καλύψουν μεγαλύτερη κοινωνική απόσταση και να ξεπεράσουν περισσότερα εμπόδια για να αποκτήσουν πρόσβαση στην πολιτική ελίτ»), υπήρξε ακραία και δυσανάλογη (αντί των στρατιωτικών ασκήσεων και της συνακόλουθης επίδειξης ισχύος, θα μπορούσε να επιδοθεί μία νότα διαμαρτυρίας στην πρεσβεία των Ηνωμένων Πολιτειών στην Κίνα/Για τον μέσο Δυτικό αναγνώστη ο οποίος δεν έχει πλήρη εικόνα των εξελίξεων στην περιοχή και του ιστορικού υπόβαθρου της σύγκρουσης μεταξύ Κίνας και Ταϊβάν, η Κινεζική αντίδραση δεν φαντάζει απλά, είναι ακραία) των στόχων και των επιθυμιών της ίδιας της προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων, η οποία δεν χρησιμοποίησε την Τοπική Αυτοδιοίκηση ως εφαλτήριο για την πραγματοποίηση πολιτικής καριέρας στην κεντρική πολιτική σκηνή. Και αυτό διότι, πρώτον, η επίσκεψη ήσαν ιδιωτικά οργανωμένη από την ίδια και από το επιτελείο της, δίχως να έχει προηγηθεί κάποια προσυνεννόηση και πολύ περισσότερο οργάνωση της επίσκεψη της με το State Department ή και με το γραφείο του Αμερικανού προέδρου∙ Δεύτερον, δεν συνοδεύθηκε από κάποια πρόθεση αλλαγής της δημόσιας διατυπωμένης στάσης των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες, παρά τους στενούς πολιτικούς, αξιακούς και στρατιωτικούς δεσμούς που διατηρούν με την Ταϊβάν που την φέρνουν σε θέση ‘στρατηγικού συμμάχου’ για τις ΗΠΑ στην περιοχή του Ινδικού-Ειρηνικού, δεν έχουν ταχθεί υπέρ της απόκτησης της ανεξαρτησίας της Ταϊβάν, αποκλίνοντας από την θέση περί ύπαρξης ‘μίας Κίνας’∙ Τρίτον, υπήρξε αυστηρά προσανατολισμένη στο κοινοβουλευτικό επίπεδο, χωρίς να γίνεται χρήση απαξιωτικών, προκλητικών, επιθετικών αναφορών προς την Κίνα∙ Τέταρτον, παρά το ό,τι υπήρξε μία σημαντική επίσκεψη, δεν παρήγε κάποιο ιδιαίτερο πολιτικό γεγονός (η επίσκεψη δεν έγινε για λόγους προσωπικής προβολής της προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων), όντας εστιασμένη σε συναντήσεις γνωριμίας της προέδρου με τους πολιτικούς ηγέτες της Ταϊβάν∙ Πέμπτον, δεν ήσαν ενταγμένη σε κάποια γενικότερη στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών στη συγκεκριμένη περιοχή. Για τον «κανόνα της απόστασης» του Giovanni Sartori, βλέπε και, Κακεπάκη, Μανίνα., ‘Γυναίκες στο Εθνικό Κοινοβούλιο, 1989-2019…ό.π.

[6] Ένας αξιόπιστος δείκτης για να μετρήσουμε το βαθμό αυταρχικότητας ενός καθεστώτος, είναι το κατά πόσον αυτά είναι ‘ανοιχτά’ και δεκτικά στην πραγματοποίηση συναυλιών από ξένα μουσικά συγκροτήματα. Θέτοντας μία τέτοια βάση ανάλυσης, θα ισχυρισθούμε πως η μη πραγματοποίηση μουσικών εκδηλώσεων (συναυλιακά γεγονότα, μουσικά φεστιβάλ) σε χώρες όπως η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και η Βόρεια Κορέα, οφείλεται στον υψηλό βαθμό καχυποψίας που διακρίνει τις πολιτικές τους ελίτ απέναντι στα ‘εκμαυλιστικά  Δυτικά πολιτισμικά προϊόντα’ και εν γένει στη Δυτική κουλτούρα (η πραγματοποίηση των Ολυμπιακών Αγώνων του Πεκίνου δεν προκάλεσε κάποια θετική δυναμική σε αυτό το πεδίο, παρά τις διαρκείς πολιτισμικές αλληλεπιδράσεις που προκύπτουν μεταξύ Κινέζων πολιτών και πολιτών από Δυτικές χώρες), στον ‘κλειστό,’  συγκεντρωτικό και μονοκομματικό (μη πλουραλιστικό) τους χαρακτήρα, με βάση τον οποίο τέτοια γεγονότα δύναται να ‘απειλήσουν’ την δημόσια τάξη και ασφάλεια (μεγάλες χώρες και αγορές όπως η Κίνα δεν εγγράφονται καν στον διεθνή συναυλιακό χάρτη), στην αδυναμία της Κοινωνίας των Πολιτών (σε αυτές τις χώρες) να καταστήσουν το αίτημα για την πραγματοποίηση συναυλιών από ξένα μουσικά συγκροτήματα σε έναυσμα δράσης. Εν αντιθέσει με ό,τι συμβαίνει με χώρες και αυταρχικά καθεστώτα όπως αυτά της Ρωσίας και της Τουρκίας, εκεί όπου οι συναυλίες (πριν την στρατιωτική εισβολή στην Ουκρανία στην περίπτωση της Ρωσίας, καθότι, αυτή καθαυτή η εισβολή μετέβαλλε δραστικά τις συναυλιακές ισορροπίες στη Ρωσία, με μεγάλα μουσικά συγκροτήματα και όχι μόνο, να αποφεύγουν να μεταβούν στη Ρωσία το φετινό καλοκαίρι για την πραγματοποίηση συναυλιών) έχουν πυκνώσει τα τελευταία χρόνια (βλέπε τους δεσμούς που έχει αναπτύξει με το Μοσχοβίτικο κοινό το Αμερικανικό thrash metal συγκρότηση των ‘Metallica’ οι οποίοι ήσαν από τα πρώτα συγκροτήματα που έσπευσαν για συναυλία στη Μόσχα, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, εγκαινιάζοντας έτσι την μουσική-πολιτισμική διεθνοποίηση της χώρας), με τα καθεστώτα τους να μην τις θεωρούν ως ‘απειλή’ φρονώντας πως μία ενδεχόμενη αναβολή ή ακύρωση, δεδομένης της απήχησης που έχουν στη χώρα συγκροτήματα όπως οι Metallica ή οι Iron Maiden, μπορεί να επιφέρει περισσότερα προβλήματα. Παρόμοιους προβληματισμούς δεν ασπάζονται τα καθαυτό κομμουνιστικά, αυταρχικά καθεστώτα (δεν θα αναφερθούμε στα θεοκρατικά καθεστώτα και στη δική τους πολιτική) που επιμένουν σε μία πολιτική ‘κλειστών συνόρων’, με την πολιτική αυτή να αποτελεί απόδειξη του υψηλού βαθμού εσωτερικού αυταρχισμού που τα διακρίνει.

[7] Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αποκλίνουν και επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν, από την πολιτική της ‘μίας Κίνας,’ όπως διεφάνη και στις δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών της χώρας, Άντονι Μπλίνκεν. Όμως, κάτι τέτοιο δεν σημαίνει πως οι Ηνωμένες Πολιτείες στέκουν αδιάφορες απέναντι στη στρατηγική πίεσης με διάφορα μέσα που ασκεί ανά περιόδους το κομμουνιστικό καθεστώς προς την Ταϊβάν προκειμένου να διαμορφώσει ένα πρόσφορο ή αλλιώς, ένα ευνοϊκό περιβάλλον για την επίσημη προσάρτηση της. Με αυτόν τον τρόπο, αποδίδουν έμφαση (βλέπε και την ρητορική της Νάνσι Πελόζι για την σχέση μεταξύ απολυταρχίας και δημοκρατίας), στην  συγκρουσιακή σχέση μεταξύ διαφόρων εκδοχών του αυταρχισμού και της φιλελεύθερης, αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, με την επίσκεψη Πελόζι στην Ταϊβάν να ευθυγραμμίζεται με μία βασική ‘σταθερά’ της Αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής επί προεδρίας Μπάιντεν (οι προθέσεις του προέδρου Μπάιντεν σε ό,τι έχει να κάνει με την Ταϊβάν, ήσαν ευδιάκριτες από την πρώτη περίοδο της θητείας του) που είναι η ανάδειξη αυτής της συγκρουσιακής σχέσης και η υπενθύμιση του τι ‘σημαίνει’ η υπεράσπιση της δημοκρατίας και των δημοκρατικών θεσμών και αξιών, απέναντι σε αυταρχικά καθεστώτα και αυταρχικούς ηγέτες. Οπότε, δεν θα είμασταν θεωρητικά-επιστημολογικά υπερβολικοί εάν λέγαμε πως η μετάβαση Πελόζι στην Ταϊβάν έγινε για λόγους υπεράσπισης του δημοκρατικού πολιτεύματος της Ταϊβάν έναντι του Κινεζικού αυταρχισμού, κάτι που μας επιτρέπει να κάνουμε λόγο, βαθύτερα, πως οι Ηνωμένες Πολιτείες τίθενται υπέρ της αρχής ‘μία Κίνα, δύο διαφορετικά συστήματα διακυβέρνησης,’ διεκδικώντας και η ενσωμάτωση της Ταϊβάν στην Κίνα, εάν και όποτε συμβεί, να είναι ομαλή, και επίσης, να πραγματοποιηθεί δίχως η Ταϊβάν να απωλέσει την θεσμική, πολιτική και δημοκρατική ταυτότητα και κουλτούρα της χάριν της ‘Κινεζοποίησης,’  μετατρεπόμενη, μετά την de facto κατάλυση των δημοκρατικών της αρχών από το Κινεζικό καθεστώς, σε τόπο όπου την εξουσία θα την ασκεί ο τοποτηρητής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (το ό,τι η Ταϊβάν αυτο-προσδιορίζεται ως ‘Δημοκρατία της Κίνας’ συνιστά δείγμα της πολυπλοκότητας της όλης κατάστασης καθώς και του ό,τι αμφισβητεί την πολιτειακή οργάνωση στα εδάφη της ηπειρωτικής Κίνας, την εξουσία του Κομμουνιστικού Κόμματος,  κάτι που έχει τις ρίζες του από την εποχή ακόμη του Εμφυλίου Πολέμου/Ένας κάτοικος της Ταϊβάν μπορεί να αυτο-προσδιορισθεί με σχετική άνεση και ως Ταϊβανέζος, κάτι που προϊόντος του χρόνου έχει υπερισχύσει, ως αποτέλεσμα της εμπέδωσης της αντίληψης περί ύπαρξης πολιτισμικών ‘διαφορών’ με την Κίνα και ό,τι αυτή πρεσβεύει και εκπροσωπεί, αλλά ακόμη και ως ‘Κινέζος,’ δηλαδή ως ο ‘αυθεντικός εκπρόσωπος’ της Κίνας, του πολιτισμού και των αξιών της).

[8] Δεν παρατηρούμε την πραγματοποίηση εκδηλώσεων διαμαρτυρίας στο εσωτερικό της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (η επίσκεψη Πελόζι στην Ταϊβάν γέννησε συναισθήματα τρόμου στο Κινεζικό καθεστώς, καθότι αυτό θεώρησε πως με αυτόν τον τρόπο ‘κινδυνεύει άμεσα να την χάσει’) με αφορμή την επίσκεψη Πελόζι, όπως συνέβαινε ως επί το πλείστον σε μουσουλμανικές χώρες κατά τη διάρκεια επισκέψεων Αμερικανών αξιωματούχων (λίγο πριν και λίγο μετά την Αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση στο Ιράκ). Μάλιστα, μία τέτοια εξέλιξη (τυχόν διαδηλώσεις συμπαράστασης στην Ταϊβάν θα καταστέλλονταν αμέσως/Ποια είναι η στάση των Κινέζων πολιτών απέναντι στην Ταϊβάν;), ίσως την ενεθάρρυνε και το καθεστώς, ώστε να δείξει την ‘πάνδημη’ αντίδραση των Κινέζων στα ‘επικίνδυνα παιχνίδια’ των Ηνωμένων Πολιτειών. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει, για λόγους που άπτονται της εμπιστοσύνης που έχουν προς το καθεστώς αρκετοί Κινέζοι πολίτες, οι οποίοι θεωρούν πως αυτό θα προβεί σε όλες τις απαραίτητες πολιτικές, διπλωματικές και ακόμη στρατιωτικές ενέργειες για να αποτρέψει δυσάρεστες εξελίξεις που έχουν σχέση με την Ταϊβάν. Της αίσθησης πως ‘δεν αξίζει’ να επενδυθούν πόροι προς την κατεύθυνση της πραγματοποίησης διαδηλώσεων καθώς το θέμα ‘γρήγορα θα ξεχασθεί’ μη παράγοντας ‘ίχνη.’ Της απροθυμίας άλλων να στρατευθούν με τους στόχους ή με τα προτάγματα του καθεστώτος. Της αδιαφορίας που διακρίνει αρκετούς Κινέζους ως προς την εξέλιξη των σχέσεων μεταξύ Κίνας και Ταϊβάν, ως προς το ενδεχόμενο ακόμη, προσάρτησης της στην Κινεζική επικράτεια. Στο επίπεδο της ιστορικής μνήμης, ο εμφύλιος πόλεμος και οι προεκτάσεις του συνεχίζουν να συμβάλλουν στην παραγωγή αφηγήσεων, καθιστώντας την Ταϊβάν διεκδικούμενο ‘τόπο,’ τόσο από το κομμουνιστικό καθεστώς το οποίο με την ενσωμάτωση ή την προσάρτηση της επιδιώκει να κλείσει οριστικά τους ΄’λογαριασμούς’ του Εμφυλίου Πολέμου, όσο και από την πολιτική ηγεσία της Ταϊβάν η οποία διακριτικά υπενθυμίζει πως η συγκρότηση της ‘Δημοκρατίας της Κίνας’ αποτελεί απόρροια του Κινεζικού Εμφυλίου Πολέμου (η τωρινή, όπως και οι προηγούμενες πολιτικές ηγεσίες της Ταϊβάν δεν αισθάνονται έτοιμες για οποιουδήποτε είδους ένωση με την Κίνα, μη επιθυμώντας μία τέτοια εξέλιξη, κατά βάση), και της ήττας του κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων του Τσανγκ Τσάι Σεκ που βρήκαν καταφύγιο στην Ταϊβάν, μετά την οριστικοποίηση της ήττας, με τα μέλη του να ξεκινούν ένα να οικοδομούν ένα διαφορετικό ‘βιογραφικό ζωής.’ Η Ταϊβάν ζητεί από την Κίνα να σεβαστεί αυτή την κοινωνική, πολιτική και θεσμική πραγματικότητα που προέκυψε μετά την ήττα των δυνάμεων του Τσανγκ Κάι Σεκ.

[9] Το γεγονός πως άτυπα η Ταϊβάν (το ‘Made in Taiwan,’ συνιστά brand εφάμιλλο του ‘Made in China’),  αναγνωρίζεται ως ΄ξεχωριστή’ κρατική οντότητα από την Κίνα, έχοντας το δικό της πολίτευμα, τους δικούς της θεσμούς και το δικό της υπόβαθρο ανάπτυξης, δεν έχει προκαλέσει μία θετική δυναμική ως προς το ενδεχόμενο αναγνώρισης της ως de facto ξεχωριστού κράτους, κάτι που οφείλεται εν πολλοίς στη στάση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (η Ταϊβάν πληροί και με το παραπάνω τα κριτήρια ανεξαρτητοποίησης της), που δεν έχει δεχθεί στις τάξεις του την Ταϊβάν ως ισότιμο, με τα άλλα κράτη, μέλος, προσφέροντας της, αντ’ αυτού, θέση παρατηρητή, αναγνωρίζοντας έτσι την Κινεζική επικυριαρχία επί της νήσου.

[10] Βλέπε σχετικά, Lauterpracht, H., ‘Recognition in International Law,’ Cambridge, Cambridge University Press, 1947.

[11] Δεν θεωρούμε πως είναι μεγάλες οι πιθανότητες για την  άμεση κλιμάκωση της έντασης στην περιοχή (αν και η αποχώρηση Πελόζι δεν κατεύνασε τον Κινεζικό θυμό),  καθότι κάτι τέτοιο δεν το επιθυμεί κανείς εκ των τριών δρώντων για λόγους γεω-πολιτικούς, πολιτικούς, οικονομικούς. Εντύπωση προκαλεί το ό,τι η Κίνα δεν δίστασε να κάνει χρήση του εργαλείου των κυρώσεων, έστω και συμβολικών (προς την Νάνσι Πελόζι και το περιβάλλον της), εργαλείο που μέχρι τώρα χρησιμοποιούσαν οι Δυτικές χώρες.

[12] Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή και σύνεση, κυρίως από Κινεζικής πλευράς (που φαίνεται πως δεν λαμβάνει υπόψιν τις συνέπειες της δυσανάλογης αντίδρασης της),  διότι η συνεργασία και η σύμπραξη με τις Ηνωμένες Πολιτείες, σε μία σειρά από τομείς (αντιμετώπιση κλιματικής αλλαγής), καθίσταται απαραίτητη για την ευόδωση των στόχων που έχουν τεθεί. Η τηλεφωνική επικοινωνία των δύο υπουργών Εξωτερικών θα μπορούσε να βοηθήσει στην εκτόνωση της έντασης, ακολουθούμενη άμεσα από μία διαδικτυακή επικοινωνία μεταξύ του προέδρου Τζο Μπάιντεν και του Κινέζου ομόλογο του Σι Τζι Πινγκ (αυτός δεν είναι ο τύπος της έντασης που επιβάλλει την παρέμβαση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών).

[13] Βλέπε σχετικά, ‘Το Πεκίνο αναστέλλει τη συνεργασία με την Ουάσιγκτον σε σειρά από τομείς…ό.π.

Ρoή Ειδήσεων
Σχετικά άρθρα
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

Pet Shop Θεσσαλονίκη
Μενού