Διλήμματα για την εξεταστική επιτροπή των παρακολουθήσεων

Η «γίδα στην πλάτη» με την οποία συνελήφθη ο πρωθυπουργός «να κλέπτει οπώρας» στην υπόθεση των παρακολουθήσεων, κατά το εύγλωττο κλισέ του δημόσιου βίου μας, ΔΕΝ ΑΦΟΡΑ ΣΕ ΥΠΟΘΕΣΗ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ του Κυριάκου Μητσοτάκη, όπως κατα κόρον συνέβαινε με τις ως σήμερα παλιότερες εξεταστικές επιτροπές που συνέστησε η Βουλή. Αντίθετα, αφορά σε υπόθεση ενδεχόμενης πλην πιθανότατης βάναυσης παραβίασης θεσμικών  λειτουργικών κανόνων της ελληνικής δημοκρατίας, δηλαδή είναι μια υπόθεση βαρύτατου πολιτικού, ηθικού και ποινικού καταλογισμού, που μόνο με τους πρωτεργάτες της επτάχρονης δικτατορίας μπορεί να έχει αναλογίες!

μητσοτακης
Velonastongiaka

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Οι εξεταστικές επιτροπές της Βουλής εδώ και δεκαετίες έχουν απολέσει ενώπιον των ελλήνων πολιτών την έξωθεν καλή μαρτυρία, ως τα βασικά εργαλεία της διαδικασίας πολιτικού αυτοελέγχου, που οφείλει να έχει μια δημοκρατία η οποία λειτουργεί σε συνθήκες ομαλότητας. Βασικός λόγος γι’ αυτό, ότι η εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία μεριμνά πολύ περισσότερο για τη θωράκιση της παράταξης από την οποία προέρχεται από τυχόν εμπλοκές στις κατά περίπτωση σκοτεινές υποθέσεις που κρίθηκε ότι συντρέχει λόγος να τύχουν διερεύνησης από μια εξεταστική επιτροπή, παρά για την αναζήτηση της αλήθειας.

Επειδή, μάλιστα, υποθέσεις τυχόν διαφθοράς αφορούν κατά κύριο λόγο σε παρατάξεις που ασκούν εξουσία, κατάληξη είναι οι ίδιοι οι δήθεν ελεγχόμενοι για τυχόν πράξεις διαφθοράς να αποφαίνονται με την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που διαθέτουν στην Βουλή ότι δεν έκαναν τίποτα το αξιόμεμπτο, ακόμη κι όταν συλλαμβάνονται «με τη γίδα στην πλάτη» -κατά το γνωστό και εύγλωττο κλισέ της δημόσιας ζωής μας. Πρόκειται εκ του αποτελέσματος για ευτελισμό της μόνης προβλεπόμενης στην έννομη  τάξη μας καθαρά πολιτικής διαδικασίας αυτοκάθαρσης, που φυσικά κλονίζει και τα τελευταία υπολείμματα αξιοπιστίας της τάξης των πολιτικών στα μάτια των πολιτών, με τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται.

Το κατά βάση ακαταδίωκτο των πολιτικών που θεσπίστηκε με το μεταδικτατορικό σύνταγμα, διαφέρει καίρια ως προς τους σκοπούς των εξεταστικών επιτροπών μετά το 1974, με τις εξεταστικές επιτροπές του σήμερα. Τότε το βασικό σημείο της επιλογής, τη διαδικασία πολιτικής αυτοκάθαρσης να διενεργεί αποκλειστικά και μόνον η Βουλή και τα μέλη της εθνικής αντιπροσωπείας, οφειλόταν στην πικρή εμπειρία της μετεμφυλιακής περιόδου, όταν η ελληνική δεξιά ποινικοποιούσε διαρκώς και αδίστακτα την άποψη και την ιδεολογία των πολιτικών αντιπάλων της, μετατρέποντας σε κακουργήματα  πολιτικές δραστηριότητες, που στην υπόλοιπη δύση και παρά το ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής θεωρούνταν απολύτως νόμιμες. (Με μόνη ίσως εξαίρεση τον αμερικανικό μακαρθισμό…).

Με βάση αυτή την εμπειρία στρατοδικεία και διακατεχόμενη από αντικομμουνιστική υστερία τακτική δικαιοσύνη καταδίκασαν μαζικά σε θάνατο προοδευτικούς και δημοκρατικούς πολίτες. Εντυπωσιακό υπόλειμμα αυτού η ποινικοποίηση ακόμη και του ποιά εφημερίδα αγόραζε ένας πολίτης από το περίπτερο, με τους περιπτεράδες να έχουν καταστεί όχι εξ επιλογής τους όργανα της κρατικής ασφάλειας, για να διαπιστωθεί τί πίστευε κάθε «ύποπτος» πολίτης, λόγω των πολιτικών και ιδεολογικών απόψεών του και μόνον αυτών. Και, φυσικά, ποιός λησμονεί τα περίφημα «πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων», που ήταν μέχρι και αρκετά μετά τα μέσα του περασμένου αιώνα η πιο επίσημη απόδειξη της συντεταγμένης δεξιάς πρακτικής πολιτικής ποινικοποίησης του δημόσιου βίου μας σε βάρος των δημοκρατικών και αριστερών πολιτών.

Έτσι στο σύνταγμα του 1974 για να προληφθεί η συνήθης πρακτική ποινικοποίησης της δραστηριότητας των πολιτικών αντιπάλων της, η ύστερη καταμανλική δεξιά και με το ΚΚΕ νομιμοποιημένο δεν άφησε σε κανέναν άλλον τη διαδικασία πολιτικής αυτοκάθαρσης, ει μη μόνο στη Βουλή, όπου το δημοκρατικό μεταδικτατορικό κλίμα και η εξαρθρωμένη χουντική ακροδεξιά (η «Εθνική Παράταξη» στις εκλογές του 1974 έλαβε 7% -όσο και η «Χρυσή Αυγή» στις μέρες μας όταν μπήκε στη Βουλή), πιστευόταν ότι θα εξασφάλιζε στοιχειώδη προστασία στην προοδευτική και δημοκρατική αντιπολίτευση να λειτουργήσουν σε περιβάλλον κάποιας δημοκρατικής ομαλότητας. Και κατά βάση το μεταδικατορικό σύνταγμα πέτυχε αυτούς τους σκοπούς, ως προς τις ρυθμίσεις του για τις διδικασίες πολιτικής αυτοκάθαρσης αποκλειστικά μέσω της Βουλής.

Πρέπει να τονιστεί ότι αυτή η αποτελεσματικότητα και η αξιοπιστία του μεταδικτατορικού συντάγματος δέχτηκε το ισχυρότερο πλήγμα, όταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης εργαλειοποίησε αδίστακτα τις ίδιες τις τότε συνταγματικές διατάξεις των διαδικασιών πολιτικής αυτοκάθαρσης αποκλειστικά μέσω της Βουλής, μόνο και μόνο για να διωχθεί ποινικά ο μεγάλος ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ και επειδή δεν μπορούσε με άλλον τρόπο ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης να νικήσει σε συνθήκες δημοκρατικής ομαλότητας εκλογών τον φυσικό επικεφαλής της προοδευτικής και δημοκρατικής παράταξης της Ελλάδας και γίνει εκείνος πρωθυπουργός. Και το έκανε, αφού πρώτα διενήργησε τον γνωστό εισοδισμό για να ενταχτεί στη δεξιά –κι εκείνη τον δέχτηκε στις τάξεις της. Και δεν μπορεί με κανένα τρόπο να παραγραφεί ιστορικά η ευθύνη της παραδοσιακής αριστεράς, που συναίνεσε στο δράμα ολοφάνερης πολιτικής ποινικοποίησης σε βάρος του φυσικού ηγέτη της προοδευτικής και δημοκρατικής παράταξης της Ελλάδας, αν και τόσο το ΚΚΕ όσο και το ΚΚΕ εσ. εγνώριζαν άριστα ότι και οι κατηγορίες ήταν ξεκάθαρα στημένες και ότι ο μόνος που θα είχε να ωφεληθεί απ’ αυτή την προσβλητική για την ελληνική Βουλή υπόθεση ήταν προσωπικά ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και η εγχώρια δεξιά.

Ο ευτελισμός να παρελαύνουν μπροστά από το ειδικό δικαστήριο πρόσωπα επιπέδου Μαμανέα και Ζήση και κούτες με πάμπερς, απομυθοποίησε με τον πιο βίαιο τρόπο τον απολύτως προσχηματικό μικροπροσωπικό και μικροπαραταξιακό χαρακτήρα της δήθεν «κάθαρσης» που διακήρυττε ο τότε «αρχάγγελός» της και αποκάλυψε μπροστά στα μάτια των πολιτών τα πραγματικά κίνητρά του. Και απόδειξη του ότι κατανόησε πλήρως ο ελληνικός λαός την σε βάρος του απάτη με τις πολιτικές διώξεις στο πλαίσιο του σκανδάλου της Τράπεζας Κρήτης ήταν το 47% που έλαβε ο Ανδρέας Παπανδρέου στις εκλογές του 1993. Άλλωστε και επί της ποινικής ουσίας η εκκαθάριση της υπόθεσης της Τράπεζας Κρήτης υπηρετήθηκε πλήρως, οι αυτουργοί μη πολιτικά πρόσωπα του εγκλήματος τιμωρήθηκαν αυστηρά από την τακτική δικαιοσύνη και όσα πολιτικά πρόσωπα εδιώχθησαν ποινικά μαζί με τον μεγάλο ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ αποκαταστάθηκαν πλήρως στη συνέχεια -ανάμεσά τους και ο Δ. Τσοβόλας που αργότερα με το δικό του κόμμα, το ΔΗΚΚΙ, εισήλθε στη Βουλή.

Η πιο πάνω μακρά αναφορά στο παρελθόν ήταν αναγκαία για να διαγνωστούν οι βαθύτατες συμβολικές και ουσιαστικές διακρίσεις που περιχαρακώνουν τις μεταδικατορικές εξεταστικές επιτροπές της Βουλής, με την εξεταστική επιτροπή που ξεκινάει μόλις τις εργασίες της με αντικείμενο την υπόθεση των παρακολουθήσεων από κρατικές υπηρεσίες υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Αν ο σημερινός πρωθυπουργός εργαλειοποίησε απροσχημάτιστα τα τρία περασμένα χρόνια της πρωθυπουργίας του τις εξεταστικές επιτροπές-παρωδία κατά του ΣΥΡΙΖΑ (Παπαγγελόπουλος-Τουλουπάκη και άδειες καναλιών) επιφέροντας όπως ο πατέρας του καίριο πλήγμα στην αξιοπιστία της Βουλής να επιτελεί θεσμική αδεία τη διαδικασία πολιτικής αυτοκάθαρσης, το έκανε μόνο και μόνο για να θέσει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε καταστάση πολιτικής ομηρίας υπό τον έλεγχό του, ώστε να διευκολυνθεί να κερδίσει και δεύτερη τετραετία ως πρωθυπουργός.

(Μια παρένθεση εν προκειμένω: Οι εξεταστικές επιτροπής που έστησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι αποδεδειγμένα εξεταστικές-παρωδία, τόσο ως προς τα ουσιαστικά αποδεικτικά στοιχεία που κατέληξαν προσχεδιασμένα σε «χάρτινες» κατηγορίες κατά Παπαγγελόπουλου-Τουλουπάκη όσο και κατά του Ν. Παππά, όσο και ως προς τα πολιτικά χαρακτηριστικά τους. Στην πρώτη περίπτωση διότι σαφέστατα σκοπός ήταν (και παραμένει) το «ξέπλυμα» του δεδομένου και διεθνώς παραδεδεγμένου σκανδάλου της Novartis, όπου ενεπλάκησαν κορυφαία στελέχη του κόμματος του Κυριάκου Μητσοτάκη. Στη δεύτερη περίπτωση, διότι μόνο μια στημένη και προδομένη ή μια ανόητη δημοκρατία, θα τολμούσε ποτέ (να διανοηθεί) να ασκήσει διώξεις κατά πρώην υπουργών, από τις πράξεις των οποίων χωρίς καμιά αμφιβολία ευνοήθηκε το δημόσιο συμφέρον και προέκυψαν μάλιστα και έσοδα για το δημόσιο, τα οποία ποτέ δεν θα είχαν εξασφαλιστεί, αν δεν είχαν λάβει χώρα ενέργειες του πρώην υπουργού που σήμερα διώκεται για δήθεν πρόκληση βλάβης σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος).

Όμως, και η σημερινή εξεταστική επιτροπή που συγκαλεί κατ’ ανάγκη και με μεγάλη του δυσαρέσκεια ο Κυριάκος Μητσοτάκης με ζητούμενο την εκκαθάριση της υπόθεσης των παρακολουθήσεων πολιτικών και δημοσιογράφων από κρατικές υπηρεσίες υπό την άμεση και αποκλειστική εποπτεία του ίδιου, υπό την ιδιότητά του ως σημερινός πρωθυπουργός της Ελλάδας, συνιστά ακόμη μία πράξη χυδαίας εργαλειοποίησης της διαδικασίας πολιτικής αυτοκάθαρσης, με αντίθετο αυτή τη φορά σκοπό: Αντί να θέσει εκποδών και να διώξει τους πολιτικούς αντιπάλους του ο Κυριάκος Μητσοτάκης με υποθέσεις δήθεν διαφθοράς που θα έπλητταν την αντιπολίτευση ώστε να την έχει υπό τον ελεγχό του, με τη σημερινή εξεταστική επιτροπή ο ίδιος μεριμνά ανενδοίαστα διακωμωδώντας απολύτως τους θεσμούς για  να ξεπλύνει τον εαυτό του από τις ποινικές ενδεχομένως πλην πιθανότατες ευθύνες του για τις παρακολουθήσεις.

Ας δούμε και ένα ακόμη λεπτό σημείο καίριας συμβολικής και ουσιαστικής διάκρισης ανάμεσα στις εξεταστικές που συγκάλεσε ο ΣΥΡΙΖΑ για την υπόθεση του σκανδάλου της Νovartis και της εξεταστικής που συγκαλεί σήμερα ο Κυριάκος Μητσοτάκης για τις παρακολουθήσεις πολιτικών αντιπάλων του και δημοσιογράφων από υπηρεσίες υπό τον έλεγχό του: Πρόκειται για το ότι ο ΣΥΡΙΖΑ άφησε την ευθύνη για την περιγραφή του κατηγορητηρίου σχετικά με τις πράξεις και παραλείψεις πολιτικών προσώπων σχετικά με το σκάνδαλο της Novartis σε όργανα της τακτικής δικαιοσύνης και κράτησε για τη Βουλή αποκλειστικά και μόνο τη διαδικασία άσκησης διώξεων κατά πολιτικών προσώπων. Αντίθετα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης (με τις αλλαγές που έχουν εν τω μεταξύ γίνει εδώ και χρόνια στις διατάξεις του νόμου περί ευθύνης υπουργών –και περί ευθύνης του πρωθυπουργού) συγκροτεί υπό πίεση εξεταστική επιτροπή της Βουλής, με ολοφάνερη την προσπάθεια να διασφαλιστεί προκαταβολικά το ακαταδίωκτο σχετικά με την υπόθεση των παρακολουθήσεων για τυπικούς λόγους.

Έτσι εξηγείται πλήρως η νευρικότητα με την οποία προσπαθεί το πρωθυπουργικό περιβάλλον να φιλοτεχνήσει την αδιανόητη για ευνομούμενη δημοκρατία παραδοχή ότι δήθεν δεν είναι νόμιμη η ενημέρωση της Βουλής για τις παρακολουθήσεις για λόγους «εθνικής ασφάλειας» (όπως αυτό το ανήκουστο επιχείρημα επικράτησε στην πρόσφατη συνεδρίαση της Επιτροπής  Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής). Τα πράγματα δηλαδή με τις ενέργειες του Κυριάκου Μητσοτάκη φέρουν ανεξίτηλο στίγμα πολιτικής χυδαιότητας με βαρύτατο θεσμικό κόστος, με μόνο κίνητρο να γλιτώσει εκ των προτέρων τις διώξεις ο σημερινός πρωθυπουργός! Διότι, βεβαίως, αν είναι απαγορευμένο να καταθέσει κανένας για τις ενδεχόμενες πλην πιθανότατες ποινικές ευθύνες  του Κυριάκου Μητσοτάκη στην υπόθεση των παρακολουθήσεων, τότε απλούστατα δεν μπορεί να υπάρξει κατηγορητήριο. Απόπειρα, δηλαδή, προκαταβολικής εξαφάνισης οποιουδήποτε κατηγορητηρίου για το έγκλημα, όχι επειδή δεν έγινε τίποτα και το έγκλημα δεν έλαβε χώρα, αλλά διότι με από πριν απαγορευμένες καταθέσεις, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί καμιά κατηγορία. Ωραίο και χυδαιότατα αποτελεσματικό «κόλπο», από ένα δημόσιο πρόσωπο, που με καθε ευκαιρία και εν προκειμένω a fortiori καταπατά ευθέως καθε έννοια θεσμικής ευθύνης ως πρωθυπουργός.

Τέλος, σ’ όλ’ αυτά υπάρχει ένα ακόμη λεπτό σημείο: Ότι η «γίδα στην πλάτη» με την οποία συνελήφθη ο πρωθυπουργός «να κλέπτει οπώρας» στην υπόθεση των παρακολουθήσεων, κατά το εύγλωττο κλισέ του δημόσιου βίου μας, ΔΕΝ ΑΦΟΡΑ ΣΕ ΥΠΟΘΕΣΗ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ του Κυριάκου Μητσοτάκη, όπως κατα κόρον συνέβαινε με τις ως σήμερα παλιότερες εξεταστικές επιτροπές που συνέστησε η Βουλή. Αντίθετα, αφορά σε υπόθεση ενδεχόμενης πλην πιθανότατης βάναυσης παραβίασης θεσμικών  λειτουργικών κανόνων της ελληνικής δημοκρατίας, δηλαδή είναι μια υπόθεση βαρύτατου πολιτικού, ηθικού και ποινικού καταλογισμού, που μόνο με τους πρωτεργάτες της επτάχρονης δικτατορίας μπορεί να έχει αναλογίες! Και είναι μια υπόθεση μοναδική στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας, γεγονός λίαν αποκαλυπτικό της ατζέντας που ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης με τις πράξεις και τις παραλείψεις του ως πρωθυπουργός την τελευταία τριετία έχει εγκαταστήσει στον δημόσιο βίο μας.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με την πασίγνωστη αποστροφή του λόγου του «έναν πρώην πρωθυπουργό δεν τον στέλνεις φυλακή, τον στέλνεις σπίτι του» είχε επί των ημερών του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη εκφράσει κατηγορηματικά την αντίθεση του στις πολιτικές διώξεις που έστησε ο τελευταίος κατά του μεγάλου ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ. Έχω την εντύπωση ότι αν σήμερα σκεπτόταν ο πολιτικός κόσμος με ανάλογα ανακλαστικά πολιτικών ηθών και ποιοτήτων δημόσιων αρχών, και βρισκόταν μπροστά στην υπόθεση των παρακολουθήσεων, εκείνο που θα έλεγε θα ήταν «έναν πρωθυπουργό που εμπλέκεται ευθέως σε υπόθεση παρακουλούθησης πολιτικών αντιπάλων του, τον στέλνεις κατ’ ευθείαν στη φυλακή»!

Ρoή Ειδήσεων
Σχετικά άρθρα
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

Pet Shop Θεσσαλονίκη
Μενού