Οι πολιτικές ευθύνες για την κρίση στην Ενέργεια – (Μέρος Β΄: Οι αποφάσεις και οι συνέπειές τους)

Αλήθεια, με τις σημερινές αποφάσεις της ΕΕ, υπάρχει έστω και ένας ευρωπαίος πολίτης, που διακρίνει σοβαρότητα, γεωπολιτική ωριμότητα και στρατηγική ευφυΐα στη στάση της ΕΕ στο ουκρανικό και το ενεργειακό και αισθάνεται ασφάλεια για την ευρωπαϊκή ηγεσία;

σολτς φον ντερ λαιεν
Velonastongiaka

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Ξεκινώ το Β΄ Μέρος αυτής της ανάλυσης αναπαράγοντας μία από τις τελευταίες επιλογικές παραγράφους του προηγούμενου Α΄ Μέρους: «Αν μιλάγαμε για μια αναμφίβολη εκδήλωση του φαινομένου στρατηγικού επεκτατισμού της Ρωσίας κατά της δυτικής Ευρώπης, ασφαλώς οι Βρυξέλλες ορθά θα έπρατταν θέτοντας όλες τις κοινωνίες της ηπείρου σε μια κατάσταση «πολεμικής προετοιμασίας» και τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά στην τεράστια πρακτική και εισοδηματική ταλαιπωρία των πανάκριβων καυσίμων, με σκοπό την ενεργειακή ανεξαρτητοποίηση μέσα σε λίγους μήνες από τη ρωσική τροφοδοσία. Δεν πρόκειται όμως περί αυτού!».

Η πιο πάνω παράγραφος επιχειρεί να συνοψίσει σε λίγες γραμμές το γεωπολιτικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο έχει αποφασίσει να δρα η Ευρώπη αντιδρώντας στην ευρύτερη απόδομηση των παγκόσμιων ισορροπιών και με λογικά αυξημένο ενδιαφέρον για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Και πρόκειται για ένα πλαίσιο που οδηγεί την Ευρώπη σε αδιέξοδο!

Πριν σχολιάσω τις αποφάσεις της ΕΕ σχετικά με την ενεργειακή κρίση και υπό το φως της ρωσικής στρατιωτικής εισβολής, επιθυμώ να επαναλάβω κάτι που έχω επιχειρήσει κι άλλες φορές να εκθέσω, διαρκούντος του πολέμου στην ανατολική Ευρώπη: Η ενεργειακή μετάβαση σ’ ένα διαφορετικό μοντέλο από εκείνο που κυριαρχούσε στον κόσμο μέχρι τη στιγμή που ο πρώτος ρώσος στρατιώτης πάτησε το πόδι του στο Ντονμπάς, δεν είναι οικονομικό ζήτημα και μόνο, όπως επιμένει να το θέτει και να το χειρίζεται η ΕΕ, υπό την πιθανότατα χειρότερη και πιο αδύναμη παρά ποτέ ηγεσία της από καταβολής της Ένωσης. Αντίθετα, η ενεργειακή μετάβαση είναι πρωτογενώς ζήτημα πολιτικής επιλογής και στρατηγικού σχεδιασμού!

Για να το πω προκλητικά, όπως ίσως γίνει πλήρως κατανοητό: αν η Ευρώπη στοχεύει στρατηγικά σε ενοποίηση της Ευρώπης από τον Ατλαντικό ως τα Ουράλια, τότε οφείλει να απορρίπτει κάθε κίνηση κάλυψης των αναγκών της σε ενέργεια, η οποία θα την καθιστούσε άθυρμα (αρχικά ενεργειακό, αλλά τελικά και στρατηγικά γεωπολιτικό) των ΗΠΑ.

(Και όταν εδώ κάνω λόγο για ευρωπαϊκή γεωπολιτική και στρατηγική, φυσικά εννοώ σοβαρές αναλύσεις των πραγμάτων και όχι τις όψιμες ανοησίες ενός αδύναμου και ανασφαλέστατου καγκελαρίου, που διαπιστώνει μόλις σήμερα ότι ευθύνεται η Άγγελα Μέρκελ για τη δεδομένη ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία, αν και ο ίδιος ήταν αντικαγκελάριός της και ισχυρός υπουργός της επί των Οικονομικών τα τελευταία χρόνια και το κόμμα του συγκυβέρνησε μαζί της επί μία δεκαπενταετία, χωρίς ποτέ να έχει εκφράσει σοβαρές αντιρρήσεις για τις γερμανικές πηγές ενεργειακής τροφοδοσίας. Αν ο Όλαφ Σολτς και το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα του βολευόταν όλ’ αυτά τα χρόνια από τα ρωσικά καύσιμα για να κινείται η γερμανική βιομηχανία και να εμπεδώνει διά του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε την επικυριαρχία της χώρας του επί της ΕΕ, ο σημερινός γερμανός καγκελάριος οφείλει να σιωπά για την ενεργειακή πολιτική που ο ίδιος και η παράταξή του κάλυπτε επί τόσα χρόνια. Αν όχι, οφείλει να παρουσιάσει πλήρες και οικονομικά βιώσιμο σχέδιο αντικατάστασης της ευρωπαϊκής ενεργειακής τροφοδοσίας από ρωσικές πηγές. Και όταν «λέω οικονομικά βιώσιμο σχέδιο» δεν εννοώ ότι για να επιβιώσουν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις θα πρέπει να μειωθεί δραματικά το εισόδημα των ευρωπαϊκών νοικοκυριών (που εδώ και μια δεκαετία ήδη ταλαιπωρούνται πολύ λόγω της ευρωπαϊκής οικονομικής κρίσης του 2010 και η ΕΕ οριακά αποφεύγει μια γενικευμένη κοινωνική αναστάτωση ένεκα τούτου). Και, φυσικά, τα φληναφήματα και οι μεγαλοστομίες Σόλτς για τη σημερινή και τη μελλοντική ενεργειακή πολιτική της Ευρώπης πόρρω απέχουν του να είναι μια σοβαρή εναλλακτική πρόταση πολιτικής της ΕΕ για την ενέργεια).

Επιστρέφουμε στο θέμα μας: Αν, λοιπόν, η ΕΕ χρειάστηκε να διανύσει δεκαετίες για να καταφέρει να ανεξαρτητοποιηθεί από την πολιτική, οικονομική και στρατιωτική αμερικανική ηγεμονία επί του στρατοπέδου της δύσης, όπως μερικώς από τις αρχές της δεκαετίας του 2.010 το πέτυχε ή εν πάση περιπτώσει έθεσε σε διεκδικητική κίνηση αυτό το μεγάλο διακύβευμα, δεν μπορεί η ενεργειακή κρίση να θέτει εκποδών αυτό το ίδιο αδιαπραγμάτευτο και ιστορικά ανέκλητο για την Ευρώπη διακύβευμα! Και τούτο ισχύει ανεξάρτητα από τις μεγάλες αποτυχίες της απόπειρας ενηλικίωσης και γεωπολιτικού απογαλακτισμού της ΕΕ από την αμερικανική επικυριαρχία, με τις μεγάλες αστοχίες της αραβικής άνοιξης και του πολέμου στη Συρία.

(Με την ευκαιρία όσων ελέχθησαν πριν, θέλω να προσθέσω κάτι που θα συμβάλλει νομίζω στην κατανόηση της γενικής εικόνας όσων λαμβάνουν χώρα σήμερα στον κόσμο.

Η από το 2010 ως το 2017 -όταν εκλέχτηκε ο Τραμπ πρόεδρος- απόπειρα ενηλκίωσης της ΕΕ έναντι των ΗΠΑ, προτείνω να γίνει αντιληπτή περισσότερο ως προϊόν παρακίνησης της ιστορικής προεδρίας Ομπάμα -μόνου αμερικανού προέδρου που πειστικά φάνηκε να υπηρέτησε την προσπάθεια αυτονόμησης δυνάμεων του δυτικού στρατοπέδου από την αμερικανική εξάρτηση, παρά ως αυτόνομη ευρωπαϊκή κίνηση. Μόνον η Γαλλία έδειξε μερικές φορές να πιστεύει στην ουσιαστική γεωπολιτική χειραφέτηση και αυτονομία της ΕΕ. Δεν γνωρίζω αν ο Ομπάμα προώθησε την υπόθεση  ευρωπαϊκής χειραφέτησης επειδή θα διασφαλίζονταν στενά με τον τρόπο αυτό αυξημένοι πόροι για διάθεση στο εσωτερικό της χώρας του μετά την έκρηξη της φούσκας Lehman Brothers, ή αν το έπραξε επειδή είχε τη σοφία να διακρίνει ότι συνολικά η δύση κατευθυνόταν (και συνεχίζει να κατευθύνεται και σήμερα) σε πολυεπίπεδο αδιέξοδο και χρειαζόταν (και συνεχίζει να χρειάζεται) η αυτόνομη ενεργοποίηση της ευρωπαϊκής δυναμικής για να ανανεωθεί το δυτικό πολιτικό, παραγωγικό και πολιτισμικό μοντέλο. Ό,τι, όμως, και να πίστευε ο Μπάρακ Ομπάμα (που ανεκόπη αναπόφευκτα από την επόμενη αμερικανική προεδρία -κι έτσι θα γινόταν, είτε με τη Χίλαρι, είτε με τον Τραμπ, δυστυχώς κατέληξε να συμβεί με τον δεύτερο) προσέφερε μια μεγάλη ευκαιρία χειραφέτησης και αναδημιουργίας για την Ευρώπη υπό την ΕΕ, που ο ευρωπαίοι είτε από επιλογή, είτε από ανασφάλεια, είτε από αδυναμία πέταξαν στα σκουπίδια, ιδίως με τις τελευταίες αποφάσεις τους στο ουκρανικό. Κι έτσι -αν θέλετε- εξηγείται η μεγάλη συμπάθεια και πολιτική εκτίμηση που τρέφω στο πρόσωπο του Μπάρακ Ομπάμα, ανεξήγητη ίσως από τη γενική αρνητική στάση μου απέναντι στις ΗΠΑ, για λόγους προσωπικής ιδεολογίας και αρχών).

Οι αποφάσεις (ίσως και οι μη αποφάσεις, σε ορισμένες περιπτώσεις) της ΕΕ για την ενεργειακή πολιτική της από την κήρυξη του πολέμου στην Ουκρανία και εντεύθεν, διακατέχονται από ένα ολοφάνερο αδιέξοδο προσανατολισμού, γεωπολιτικού και σε επίπεδο στρατηγικής. Διαπιστώνεται μια εντυπωσιακή ανισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη υπηρέτησης της γερμανικής οικονομίας, από τη μία πλευρά, και στις πολιτικές ανάγκες προαγωγής της αυτόνομης γεωπολιτικής ευρωπαϊκής οντότητας, από την άλλη. Το δεύτερο μέρος του ως άνω διπόλου έχει ευρύτερη και παγκόσμια βαρύτητα, διότι υπονοεί και προωθεί την υπόθεση μιας Ευρώπης, ως δύναμης ουσαστικής συμβολής στην αποκατάσταση πειστικών διεθνών ισορροπιών και του δημοκρατικού πολιτισμού για τον σύγχρονο κόσμο. Αυτή είναι μια πολύ σημαντική, πολύτιμη και κρίσιμη υπόθεση για την παγκόσμια ειρήνη, που μόνον η Ευρώπη, ούτε οι ΗΠΑ, ούτε η Ρωσία, ούτε η Κίνα, ούτε κανένας άλλος, μπορεί να υπηρετήσει. Και οφείλει να το πράξει αυτό η ΕΕ, χωρίς καμιά καθυστέρηση, διότι -εκτός των άλλων- όσο αυτό αναβάλλεται και τελικά ίσως ματαιωθεί η «ευκαιρία» ανοικοδόμησης του κόσμου προς όφελος της ανθρωπότητας, τόσο και η ίδια η Ευρώπη θα υποφέρει, πιθανότατα μάλιστα ως προνομιακό θύμα αυτής της αποσταθεροποίησης που βιώνει στις μέρες μας ο πλανήτης.

Αντ’ αυτού η ΕΕ υπό μία παντελώς ακατάλληλη κυριούλα στο πηδάλιο της Κομισιόν και με ηγεσίες χαμηλότατου βηματισμού στις χώρες-μέλη, φλερτάρει και πάλι σοβαρά με την επιλογή υπηρέτησης των στενών συμφερόντων της Γερμανίας, αντί να αφιερωθεί στον ιστορικό σκοπό που περιέγραψα πριν. Γι’ αυτό και μόνον απαισιοδοξία δικαιολογείται για την ευρωπαϊκή συνέχεια!

Αλήθεια, με τις σημερινές αποφάσεις της ΕΕ, υπάρχει έστω και ένας ευρωπαίος πολίτης, που διακρίνει σοβαρότητα, γεωπολιτική ωριμότητα και στρατηγική ευφυΐα στη στάση της ΕΕ στο ουκρανικό και το ενεργειακό και αισθάνεται ασφάλεια για την ευρωπαϊκή ηγεσία; Διερωτώμαι!

Θα ήταν -εν μέρει μόνο- εξηγήσιμη η προφανής ανεπάρκεια της Κομισιόν για τις σημερινές αποφάσεις της σχετικά με το ενεργειακό και τις ευρω-ρωσικές σχέσεις, αν διακατεχόταν η ηγεσία της ΕΕ από την εν πολλοίς δικαιολογημένη αντι-ρωσική στάση των βαλτικών δημοκρατιών ως απόρροια της ρωσικής εισβολής στην Πολωνία αμέσως πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.  Όμως, δεν μπορεί  να βλέπει το μέλλον της γηραιάς ηπείρου η ΕΕ με τόσο άγονο τρόπο. Ή, αν τελικά έτσι βλέπουν τα πράγματα οι Βρυξέλλες, ας το ανακοινώσουν ως πάγια ενιαία εξωτερική πολιτική της Ένωσης, για να ξεκαθαρίσει πόσοι θα μπορούσαν αν συνεχίσουν σ’ αυτή την περιθωριακών γεωπολιτικών στόχων, στρατηγικά αδιέξοδη και τελικά σε βάρος των συμφερόντων των ευρωπαίων πολιτών πολιτική, και πόσοι όχι.

Στο κάτω-κάτω, ό,τι δεν έδωσε (ως οριστική συνεισφορά της, και όχι ως επιστρεπτέα διάσωση υπό επαχθείς όρους) η Γερμανία στην Ευρώπη κατά την οικονομική κρίση μετά το 2010, εξωθώντας στις ανοησία των μνημονιακών δεσποτειών, οφείλει να το καταβάλλει σήμερα, έστω και με μεγάλη καθυστέρηση. Αν ξανά το κοινό ευρωπαϊκό μέλλον μας κριθεί από τις προτεραιότητες των γερμανών και όχι από τον μεγάλο σκοπό μιας αυτόνομης ισχυρής Ευρώπης του 21ου αιώνα, το μέλλον όλων μας θα είναι ιδιαίτερα δυσοίωνο.

Ρoή Ειδήσεων
Σχετικά άρθρα
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

Pet Shop Θεσσαλονίκη
Μενού