Για το Ναγκόρνο Καραμπάχ

Δύναται να αναφέρουμε, οι συγκρούσεις αυτές φέρουν την ιδιαιτερότητα του ό,τι έλαβαν χώρα την στιγμή όπου, στην επίσης μετα-Σοβιετική Ουκρανία πραγματοποιείται μία ανοιχτή όσο και σκληρή ένοπλη σύρραξη ως αποτέλεσμα της Ρωσικής στρατιωτικής εισβολής στην Ουκρανία.

Ναγκόρνο Καραμπάχ
Velonastongiaka

Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Πριν από λίγες ημέρες, προέκυψαν συγκρούσεις μεταξύ Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν,[1] που εν προκειμένω, εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο της σύγκρουσης τους για το Ναγκόρνο-Καραμπάχ, δυνάμεις του οποίου, ιστορικά, εμπλέκονται στη σύγκρουση[2] μεταξύ των δύο χωρών.

Προς ώρας τουλάχιστον, οι συγκρούσεις καθίστανται περισσότερο σποραδικές (αν και υπάρχουν νεκροί Αρμένιοι και Αζέροι στρατιώτες),[3] και δεν θυμίζουν την ευρείας κλίμακας ένοπλη σύρραξη του φθινοπώρου του 2020,[4] αν και δεν δύναται να αποκλεισθεί εκ των προτέρων το ενδεχόμενο της περαιτέρω κλιμάκωσης, στο εγκάρσιο σημείο όπου αυτό το ενδεχόμενο αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της Αζερο[5]-αρμένικης ένοπλης[6] σύγκρουσης ιστορικά.[7] Και τι εννοούμε λέγοντας κάτι τέτοιο;

Εννοούμε πως, οι ένοπλες συρράξεις μεταξύ των δύο γειτονικών χωρών[8] οι οποίες προήλθαν από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, συνήθως εκκινούν με σποραδικές συγκρούσεις δίχως να αυτές να έχουν ένα προκαθορισμένο σημείο έναρξης, για να μετεξελιχθούν στη συνέχεια σε συρράξεις μεγαλύτερου εύρους, συρράξεις[9] (η σύρραξη, ιδίως στο αρχικό της πλαίσιο, και συνυπολογίζοντας την συμμετοχή σε αυτή του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, θα μπορούσε να ενταχθεί στην κατηγορία της «αποσχιστικής σύγκρουσης»,[10] για να παραπέμψουμε στην ανάλυση του Αλέξη Ηρακλείδη), που αποκτούν ένα ευρύτερο κοινωνικό, πολιτικό και περιφερειακό αντίκτυπο.[11]

Σε αυτό το πλαίσιο, δύναται να αναφέρουμε, οι συγκρούσεις[12] αυτές φέρουν την ιδιαιτερότητα του ό,τι έλαβαν χώρα την στιγμή όπου, στην επίσης μετα-Σοβιετική Ουκρανία πραγματοποιείται μία ανοιχτή όσο και σκληρή ένοπλη σύρραξη ως αποτέλεσμα της Ρωσικής στρατιωτικής εισβολής στην Ουκρανία.

Tο ξέσπασμα αυτών των συγκρούσεων στην περιοχή του Καυκάσου (δεν υπήρξαν ‘σημάδια’ που να προϊδέαζαν για κάτι τέτοιο, τουλάχιστον τους τελευταίους μήνες), είναι ο παράγοντας εκείνος (factor), που συμβάλλει στην εμπρόθετη ανάδειξη στη δημόσια σφαίρα, των έντονων αντιφάσεων και αντινομιών που διαπερνούν πλέον την Ρωσική στρατηγική.

Ενώ στην Ουκρανία, η Ρωσία είναι αυτή που εισέβαλλε στη χώρα, κατά παράβαση των κανόνων που διέπουν το Διεθνές Δίκαιο και τη λειτουργία του, στη δε σύγκρουση Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν, είναι αυτή που καλείται να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την αποκλιμάκωση της και την άμεση κατάπαυση του πυρός, όντας, από το 2020, μία εκ των δύο βασικών εγγυητριών (η Τουρκία[13] είναι η δεύτερη), δυνάμεων που είναι επιφορτισμένες με τη διατήρηση της κατάπαυσης του πυρός μεταξύ των δύο χωρών.

Έχοντας μάλιστα, αποστείλει και στρατιωτικές δυνάμεις για την διασφάλιση της κατάπαυσης του πυρός στα σύνορα Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν. Κατάπαυση η οποία συμφωνήθηκε το φθινόπωρο του 2020.

Υπό αυτό το πρίσμα, θα ονομάσουμε, θεωρητικώ τω τρόπω, την Ρωσία, ως ‘αντιφατικό δρώντα,’ ο οποίος δραστηριοποιείται και ως ‘εισβολέας’ και δη στρατιωτική ‘εισβολέας,’ και ως ‘εγγυητής’ της διατήρησης της εκεχειρίας και της «αποκατάστασης της ειρήνης»[14] (peacemaking/χρησιμοποιούμε τον όρο της Κρομμύδα), ανάμεσα στις δύο χώρες.

Αυτός ο δισυπόστατος γεω-πολιτικός, περιφερειακός ρόλος, δεν καθίσταται λειτουργικός (δεν δύναται να υποκαταστήσει εύκολα η Ρωσία τον ρόλο του Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη), αλλά μπορεί και ‘επιβιώνει’ μέσα σε ένα ήδη υπονομευμένο (η Αρμενία επενδύσει συμβολικούς-πολιτικούς πόρους προς την κατεύθυνση άσκησης μίας «ενάρετης βίας», σύμφωνα με τον Charles Tilly, ήτοι μίας στρατιωτικής βίας που νοηματοδοτείται ως «θυσία για μια ιερή υπόθεση»[15]), περιφερειακό σύστημα ασφαλείας.

Έτσι όπως αυτό συγκροτήθηκε σε ένα τμήμα της άλλοτε Σοβιετικής Ένωσης. Σταχυολογούμε ενδεικτικά από το δημοσίευμα της διαδικτυακής έκδοσης της εφημερίδας ‘Η Καθημερινή’: «Νέες εχθροπραξίες μεταξύ των δυνάμεων της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν σημειώθηκαν σήμερα, ανακοίνωσε το υπουργείο Άμυνας της Αρμενίας, μία ημέρα αφού δεκάδες στρατιώτες και από τις δύο πλευρές σκοτώθηκαν στις χειρότερες συγκρούσεις που έχουν ξεσπάσει μεταξύ των δύο γειτονικών χωρών μετά τον πόλεμο του 2020.

Τουλάχιστον 49 Αρμένιοι και 50 Αζέροι στρατιώτες σκοτώθηκαν χθες, όπως ανακοίνωσε κάθε πλευρά, με τις δύο χώρες να αλληλοκατηγορούνται για την έναρξη των εχθροπραξιών.

Το Αζερμπαϊτζάν έκανε χρήση του πυροβολικού, όλμων και μικρών όπλων κατά την επίθεσή του σήμερα το πρωί, επεσήμανε το υπουργείο Άμυνας της Αρμενίας σε ανακοίνωσή του.

«Η κατάσταση στα σύνορα Αρμενίας- Αζερμπαϊτζάν παραμένει τεταμένη», πρόσθεσε, επαναλαμβάνοντας τη θέση του Γερεβάν ότι το Μπακού εξαπέλυσε επίθεση εναντίον του εδάφους του».[16]

Όσο η πρόσφατη αναζωπύρωση της σύγκρουσης των δύο χωρών, διέρχεται μία φάση αποκλιμάκωσης (πρόσκαιρη; ), τόσο περισσότερο απαραίτητη καθίσταται η διπλωματική δραστηριοποίηση του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ).



[1] Βλέπε σχετικά, ‘Αρμενία: Νέες συγκρούσεις με το Αζερμπαϊτζάν σήμερα το πρωί,’ Διαδικτυακή έκδοση εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’ 14/09/2022, Αρμενία: Νέες συγκρούσεις με το Αζερμπαϊτζάν σήμερα το πρωί | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (kathimerini.gr)

[2] Μία διεισδυτική και όχι πρόχειρη, ματιά στο χάρτη της περιοχής που περιλαμβάνει και τις δύο χώρες, την Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν, είναι καθ’ όλα διαφωτιστική προκειμένου να γίνει αντιληπτός ο λόγος για τον οποίο ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών στις αρχές της δεκαετίας του 1990, μετά την εκ των έσω αποδόμηση του Σοβιετικού imperium και την έναρξη της διαδικασίας εθνο-γένεσης (nation-building), μέσα σε συνοριακά καθεστώτα άλλοτε επαρκώς οριοθετημένα και άλλοτε πορώδη και ρευστά (εδώ οφείλουμε να δούμε, θεωρητικά-επιστημολογικά, το ό,τι, έκτοτε, ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, και επί θητείας Κόφι Ανάν, και επί θητείας του νυν Γενικού Γραμματέα, Αντόνιο Γκουτέρες, δεν έσπευσε να αλλάξει την ληφθείσα απόφαση και επίσης, να την θέση υπό επανεξέταση, συνεκτιμώντας την μεταβλητή που ακούει στο όνομα ‘γεωγραφία’), αναγνώρισε το Ναγκόρνο-Καραμπάχ ως αναπόσπαστο τμήμα της Αζερικής εδαφικής επικράτειας, προκαλώντας ένα έντονο ‘ρεύμα’ δυσαρέσκειας, τόσο στην Αρμενία, όσο και στο εσωτερικό του Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Δίχως να επιδιώκουμε να καταστούμε, θεωρητικά-επιστημολογικά, ‘αιχμάλωτοι’ της γεωγραφίας, κατά τον τίτλο του γνωστού βιβλίου του Tim Marshall, μία διεισδυτική ματιά στο χάρτη  δείχνει πως η περιοχή του Ναγκόρνο-Καραμπάχ ευρίσκεται εν συνόλω μέσα στην αναγνωρισμένη εδαφική επικράτεια του Αζερμπαϊτζάν, γεγονός το οποίο, προσδίδει στις απόψεις του δεύτερου μία ισχυρή, ηθικο-πολιτικά και διπλωματικά, νομιμοποιητική βάση. Αυτή η εδαφική πραγματικότητα, η οποία καθίσταται κατανοητή και από διεθνείς οργανισμούς και από χώρες της ευρύτερης περιοχής (οφείλουμε να δούμε πέραν της απλοϊκής αντίληψης που αναπαράγεται στα καθ’ ημάς, και θέλει την Τουρκία ως τον μόνο σύμμαχο του Αζερμπαϊτζάν/Το Αζερμπαϊτζάν διαθέτει ευρύτερες συμμαχίες και διπλωματικά ερείσματα, εκεί όπου δεν διστάζει να κάνει χρήση των τελευταίων, με διακύβευμα την αναβάθμιση της περιφερειακής του θέσης, χωρίς μάλιστα να συνδέει αυτή την στρατηγική με την εκκίνηση μίας πολιτικο-διπλωματικής εκστρατείας δυσφήμησης της Αρμενίας και της πολιτικής ηγεσίας του Ναγκόρνο-Καραμπάχ σε διάφορα φόρα), έχει συμβάλλει, αφενός μεν στην ευρεία αναγνώριση του ό,τι το Ναγκόρνο-Καραμπάχ συνιστά τμήμα της εδαφικής επικράτειας του Αζερμπαϊτζάν (άρα, δεν είναι ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, φορέας αυτής της άποψης ή αλλιώς, της θέσης/Έχει αναρωτηθεί η Αρμενία το τι ακριβώς πιστεύουν χώρες και διεθνείς οργανισμοί; Έχει αναμετρηθεί με το ερώτημα του γιατί δεν συναντά, πολιτικά-διπλωματικά ευήκοα ώτα; ), και, αφετέρου δε, και κατ’ επέκταση, στην μη αναγνώριση της μονομερούς ανεξαρτησίας που έχει κηρύξει, κατά τα πρότυπα των αποσχισθεισών ‘Λαϊκών Δημοκρατιών του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ’, η ‘Δημοκρατία του Αρτσάχ’ (άλλοτε ‘Δημοκρατία του Ναγκόρνο-Καραμπάχ’). Μάλιστα, ήσαν η τότε ‘Δημοκρατία του Ναγκόρνο-Καραμπάχ’ (από κοινού με την Υπερδνειστερία)  αυτή που άνοιξε τον κύκλο ύπαρξης των ‘Δημοκρατιών’ και των ‘Λαϊκών Δημοκρατιών’ στην μετα-Σοβιετική Ανατολική Ευρώπη. Βλέπε σχετικά, Marshall, Tim., ‘Αιχμάλωτοι της γεωγραφίας,’ Μετάφραση: Κατσούλας, Σπύρος, Επιμέλεια: Οικονομίδου, Μαρία, Εκδόσεις Διόπτρα, Αθήνα, 2019.

[3] Απαιτείται, σε ένα καθαυτό θεωρητικό-επιστημολογικό, επίπεδο, μία αιτιακή προσέγγιση, έτσι ώστε να αναδειχθούν εναργώς οι αιτίες (η χρήση της λέξης μεταβλητές έχει την ίδια σημασιολογική αξία με τη λέξη ‘αιτίες’ σε πλείστες αναλύσεις μας), της πλέον πρόσφατης αναζωπύρωσης της σύγκρουσης, για την οποία, θα επαναλάβουμε πως, δεν είναι γενικευμένη, κάτι που προϋποθέτει την εμπλοκή μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων και από τις δύο χώρες (η στρατιωτική παρέμβαση της Τουρκίας στην ένοπλη σύρραξη του 2020, στο πλευρό του Αζερμπαϊτζάν, δεν έχει μελετηθεί πλήρως και σε όλες της τις διαστάσεις/Εμείς, θα θίξουμε ένα σημείο αυτής στο οποίο δεν έχει δοθεί καθόλου έμφαση, ευελπιστώντας να συμβάλλουμε ώστε να τεθούν οι βάσεις μίας πληρέστερης προσέγγισης/Σε αυτό το σημείο, θα διατυπώσουμε την εξής υπόθεση εργασίας: Η Τουρκική παρέμβαση υπέρ του Αζερμπαϊτζάν, ήσαν τέτοιου εύρους, ώστε να συντελέσει στην άμεση και αποτελεσματική αντιμετώπιση των προβλημάτων «πλημμελούς επιμελητείας» που αντιμετώπιζε ο Αζέρικος στρατός, σύμφωνα με την αναλυτική του Ιάκωβου Μιχαηλίδη∙ Δεν θα διστάσουμε να διατυπώσουμε και μία δεύτερη και συναφή, υπόθεση εργασίας: Η Τουρκική στρατιωτική παρέμβαση ήσαν τέτοιας κλίμακας, ώστε να καταφέρει να διαδραματίσει ουσιώδη ρόλο στην αντιμετώπιση, ψυχο-συναισθηματικά, του χαμηλού ηθικού που διαπερνούσε τμήμα της Αζερικής στρατιωτικής ηγεσίας των στρατιωτικών διοικητών και των στρατιωτών, σε ένα λεπτό σημείο όπου το χαμηλό αυτό ηθικό, μεταφρασμένο σε φόβο για περαιτέρω στρατιωτική εμπλοκή, σε έλλειψη αυτοπεποίθησης για την ανάληψη κρίσιμων εκκαθαριστικών επιχειρήσεων εντός της επικράτειας του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, οφείλονταν στο ό,τι παρά το ξέσπασμα, από τη δεκαετία του 1990 και έπειτα, ένοπλων συρράξεων με την Αρμενία, το Αζερμπαϊτζάν δεν είχε αποκομίσει απτά εδαφικά οφέλη, όπως το κατάφερε τελικά το 2020, και με τη συνδρομή της Τουρκίας, η συνεισφορά της οποίας δεν περιορίσθηκε στην προμήθεια οπλισμένων και σύγχρονων μη επανδρωμένων αεροσκαφών ‘Bayraktar’). Η πρώτη αιτία ή αλλιώς, η πρώτη μεταβλητή, άπτεται του ό,τι (αυτή η μεταβλητή ίσως ισχύει, σε μικρότερο και σε μεγαλύτερο βαθμό, και για τις προηγούμενες φορές όπου εκδηλώθηκε ένοπλη σύρραξη μεταξύ των δύο χωρών), προς ώρας, δεν έχει επέλθει αυτό που στη θεωρία των συγκρούσεων, προσδιορίζεται, γνωσιο-θεωρητικά και επιστημολογικά, ως «πραγματική επίλυση της διένεξης» (conflict resolution), για να στραφούμε εκ νέου στον ομότιμο πλέον καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου, Αλέξη Ηρακλείδη. Και η κατάπαυση του πυρός που συμφωνήθηκε το 2020, μεταξύ των δύο χωρών, και με την σημαντική διπλωματική και στρατιωτική συνδρομή της Ρωσίας και της Τουρκίας (δεν παραγνωρίζουμε την σημαντικότητα της συμφωνίας και της διασφάλισης του περιεχομένου της, μέσω της αποστολής Ρωσικών και Τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων/Η θέσπιση μίας τέτοιας δικλείδας ασφαλείας, άμβλυνε το υπάρχον συγκρουσιακό δυναμικό, και απέτρεψε, όχι τα σποραδικά ξεσπάσματα στρατιωτικής βίας, αλλά, αντιθέτως, το να μην μετεξελιχθούν αυτά τα ξεσπάσματα σε κάτι ευρύτερο και μεγαλύτερο, συνδράμοντας στην παύση τους μετά από την παρέλευση 2-3 ημερών/Στην ύπαρξη αυτής της δικλείδας ασφαλείας επενδύουν οι γειτονικές χώρες και διεθνείς οργανισμοί, προκειμένου να παύσουν άμεσα οι τωρινές συγκρούσεις), εμπίπτει στην κατηγορία της «απλής διευθέτησης της διένεξης» (conflict settlement), από την στιγμή μάλιστα όπου δεν δόθηκε έμφαση, εκείνη την στιγμή, στην αντιμετώπιση των θεμελιωδών αιτιών (που είναι ιστορικοί, εθνικοί, ψυχο-συναισθηματικοί, μνημονικοί), που προκαλούν εντάσεις και συγκρούσεις σποραδικά και όχι συνέχεια (είναι εσφαλμένο, θεωρητικά-επιστημολογικά, το να εκλάβουμε το ιστορικό των διμερών σχέσεων μεταξύ της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν ως ένα ‘ιστορικό συνεχούς βίας,’ ακριβώς διότι οι περίοδοι της ειρήνευσης μεταξύ τους και επίσης, της σταθεροποίησης αυτής, ήσαν συχνές). Κάτι τέτοιο όμως,  δεν ανήκε στην εντολή που έλαβαν οι στρατιωτικές δυνάμεις των δύο χωρών, καθότι τις υπερέβαινε δραστικά, όπως υπερέβαινε, ως έναν βαθμό, και την διπλωματική παρουσία της Τουρκίας και της Ρωσίας. Θεωρούμε πως οι δύο χώρες και η πολιτική ηγεσία του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, απώλεσαν μία σημαντική πολιτικο-διπλωματική ευκαιρία την οποία τους παρείχε η οιονεί σταθεροποιητική παρουσία της Ρωσίας και της Τουρκίας (δια της αποστολής στρατιωτικών δυνάμεων), στις διακεκαυμένες ζώνες. Και τι σημαίνει κάτι τέτοιο; Σημαίνει πως απώλεσαν την ευκαιρία (αυτή η ευκαιρία εξέλιπε στο πρόσφατο παρελθόν), να διαμορφώσουν από κοινού τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία ενός «οδηγού για την ειρήνη», για να δανεισθούμε έναν όρο του πρώην Γενικού Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, Μπούτρος Μπούτρος Γκάλι (οι τρεις συγκρουσιακοί δρώντες θα μπορούσαν να ασκηθούν εντατικά πάνω στην έννοια της «προληπτικής διπλωματίας», την οποία πρωτοδιατύπωσε ο άλλοτε Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, Dag Hammarskjold, δεσμευόμενα, σε ένα αρχικό στάδιο, στην πρωτεύουσα του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, Στεπανακέρτ πως θα αποφύγουν την καταφυγή σε βίαια μέσα για ένα χρονικό διάστημα λίγων ημερών), ή αλλιώς, εναλλακτικά, να συν-εργασθούν «για να επιτύχουν τους στόχους τους άπαξ και έχουν κάνει μια ολοκληρωμένη ανάλυση των προβλημάτων στις σχέσεις τους» (βλέπε το θεωρητικό μοντέλο επίλυσης συγκρούσεων του John Burton).  Επρόκειτο περί μίας ευκαιρίας που προσφέρθηκε για τη μετάβαση  σε ένα διαφορετικό μοντέλο επίλυσης (η Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν, δεν μπορούν διαρκώς να στρέφονται σε τρίτες δυνάμεις για τη διαχείριση των δικών τους ζητημάτων και προβλημάτων, λειτουργώντας, και κατά κύριο λόγο η Αρμενία, με τη λογική της ‘στρουθοκάμηλου:’ ‘Αρνούμαι να δω το πρόβλημα στις ευρύτερες διαστάσεις του, έως ότου λάβω αυτό που θέλω’/Αυτή η λογική, αρκεί για την τροφοδότηση της εχθροπάθειας, της αμοιβαίας εχθροπάθειας, αν και κατά τη διάρκεια των τωρινών συγκρούσεων, τροφοδοτεί την Αρμενική εχθροπάθεια), το οποίο θα αξιοποιεί την διπλωματία (και τις διαπραγματεύσεις) και τις διάφορες μορφές που αυτή λαμβάνει την σημερινή, μετα-νεωτερική περίοδο, θέτοντας στο επίκεντρο τρία αλληλοσυνδεόμενα ζητήματα: Πρώτον, την αναγνώριση από πλευράς Αρμενίας, του ό,τι το Ναγκόρνο-Καραμπάχ ανήκει στο Αζερμπαϊτζάν άπαξ, δίχως περιστροφές και γλωσσικά προσκόμματα. Δεύτερον, την διευκόλυνση από πλευράς του Αζερικού καθεστώτος εκείνων των κατοίκων της περιοχής που επιθυμούν να μετεγκατασταθούν στην Αρμενία, σε περίπτωση που διαθέτουν συγγενείς εκεί (όπως συνάγεται από αυτό, είμαστε κατά μίας ευρύτερης μετεγκατάστασης πληθυσμού που διαβεί στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ στην Αρμενία, ακριβώς διότι κάτι τέτοιο  μπορεί να σημάνει πως η Αρμενία θα επιχειρήσει να υπονομεύσει de facto την πρωθύστερη αναγνώριση της κυριαρχίας του Αζερμπαϊτζάν επί του Ναγκόρνο-Καραμπάχ,  καθιστώντας την κενό γράμμα’/Παράλληλα, το Αζερμπαϊτζάν πρέπει να δεσμευθεί δημόσια, πως θα αποφύγει να εγκαταστήσει Αζερικό πληθυσμό στην περιοχή, με στόχο την εθνοτική αλλοίωση του πληθυσμού της).  Τρίτον, την από κοινού απόσυρση βαρέων οπλικών συστημάτων και στρατιωτικών μονάδων από τα σύνορα. Οι διαπραγματεύσεις επί αυτών των αλληλοσυνδεόμενων ζητημάτων, δύναται να καλλιεργήσουν το έδαφος για την επίτευξη του στόχου της μόνιμης, βιώσιμης και σταθερής ειρήνης. Η δεύτερη μεταβλητή, έχει να κάνει με την πρόθεση της Αρμενίας να ανταπαντήσει στρατιωτικά, μετά την ήττα της το 2020 που είχε ως απόρροια την απώλεια εδαφών, δηλαδή την προώθηση του Αζερμπαϊτζάν βαθύτερα στην επικράτεια του Ναγκόρνο-Καραμπάχ (η Αρμενική κυβέρνηση του Νικόλ Πασινιάν, διακατέχεται, από το πέρας των συγκρούσεων του 2020 έως και σήμερα, από την «περιέργεια» του πως το Αζερμπαϊτζάν κατάφερε κάτι τέτοιο). Ένα διόλου ευκαταφρόνητο τμήμα της Αρμενικής πολιτικής-διπλωματικής ελίτ και της Αρμενικής κοινωνίας, κυρίως της δεύτερης (για αρκετά μεγάλο διάστημα, η Αρμενική κυβέρνηση αντιστάθηκε επιτυχώς στις ‘σειρήνες’ και στις πολεμικές-λαϊκιστικές κραυγές που καλούσαν για ‘εκδίκηση’ και για ‘αίμα που πρέπει να ξεπλυθεί’), εσωτερίκευσε ψυχο-συναισθηματικά, τις συνέπειες της ήττας και της υποχώρησης του 2020 (θα κινηθούμε πέραν μίας θεωρίας θετικών συναισθημάτων όπως είναι αυτή του Rosenberg), κάτι που είχε ως αποτέλεσμα, ο θυμός (που αρχικά στράφηκε κατά της κυβέρνησης Πασινιάν και όχι, για παράδειγμα, κατά της στρατιωτικής ηγεσίας, όπως συνέβη στα καθ’ ημάς, μετά την στρατιωτική ήττα και την κατάρρευση του Μικρασιατικού μετώπου στα 1922/Βέβαια, οι κοινωνικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, απείχαν πολύ από το να θεωρηθούν προπομπός μίας ευρύτερης εξέγερσης μετά από στρατιωτική ήττα κάτι που έχουμε δει να ισχύει στο παρελθόν/Ο συνδυασμός παραγόντων που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μία τέτοια εξέγερση, εξέλιπε), η οργή, τύπου ‘γιατί ηττηθήκαμε με αυτόν τον τρόπο, κύριοι της κυβέρνησης;’ (ομιλούμε, θεωρητικά, για τυφλή οργή που, έστω και πρόσκαιρα, δεν βλέπει μεσοπρόθεσμα, ‘ανταλλάσσοντας’ την ψυχραιμία με την ικανοποίηση του θυμικού, την ικανοποίηση του ενστίκτου που εκπέμπει το ‘αυτό φοβόμουνα’), η αγανάκτηση, η διαμόρφωση της αντίληψης πως, ‘για άλλη μία φορά, μείναμε μόνοι’, αντίληψη απλοϊκή, την οποία συναντούμε και στα καθ’ ημάς (δεν υπάρχει ίσως καλύτερο παράδειγμα από την χρήση αυτής της αντίληψης, για την επεξήγηση, όχι τόσο της Τουρκικής στρατιωτικής εισβολής στην Κύπρο το καλοκαίρι του 1974, όσο για την ήττα και για την κατοχή του 37% του εδάφους του νησιού από την Τουρκία/Την περίοδο της Μεταπολίτευσης, αυτή η αντίληψη αναπαρήχθη από τμήμα του πολιτικού προσωπικού της χώρας, εκεί όπου παρατηρήθηκε και μία Αριστερο-δεξιά σύγκλιση/Θα κάνουμε λόγο για την ύπαρξη ενός συνδρόμου ‘αυτο-απομόνωσης’ το οποίο προσφέρει μία  βολική εξήγηση και μία ψυχο-συναισθηματική  από το θεωρούμενο ως ‘άχθος της ήττας,’ αποτρέποντας από το να διαφανεί αυτό που είναι προφανές στους περισσότερους εκτός χώρας: ‘Οι δικές μας ευθύνες’). Εν είδει υποθέσεως εργασίας, θα ισχυρισθούμε πως ενσκήπτει μία ικανοποιητική συσχέτιση μεταξύ της εκδήλωσης σειράς αρνητικών συναισθημάτων εντός Αρμενίας, και του ξεσπάσματος αυτής της διένεξης, με την Ουκρανική πολιτική-στρατιωτική ηγεσία να ωθείται σε σπασμωδικές στρατιωτικές αντιδράσεις, παραβλέποντας τόσο ό,τι ουδείς εντός της Διεθνούς Κοινότητας, επιθυμεί μία αναζωπύρωση της σύγκρουσης, ευρείας ή μη, όσο και το ό,τι η χώρα και οι Ένοπλες Δυνάμεις της δεν έχουν απορροφήσει ακόμη τις συνέπειες της ήττας το 2020, σε κοινωνικό, ψυχο-συναισθηματικό, στρατιωτικό επίπεδο, εκεί όπου όμως, η ήττα αυτή δεν ήσαν ολοκληρωτική. Η τρίτη μεταβλητή, που κατέστησε εφικτό το ξέσπασμα αυτών των συγκρούσεων (οι 50 νεκροί και από τις δύο πλευρές δεν μπορούν να θεωρηθούν και λίγοι), θεωρούμε πως είναι οι λεγόμενοι και ‘αστάθμητοι παράγοντες.’ Ως προς αυτό, παράγοντες όπως είναι ένας κατά λάθος πυροβολισμός ενός Αρμένιου ή Αζέρου στρατιώτη προς την άλλη πλευρά, η ύπαρξη μίας ρωγμής στο συνοριακό σύστημα ασφαλείας που εγκαθιδρύθηκε από τις Ρωσικές και τις Τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις, η γλωσσική ανταλλαγή ύβρεων μεταξύ στρατιωτών που θα μπορούσε να μετεξελιχθεί σε σοβαρότερη απειλή (η επένδυση σε υβριστικές εκφράσεις, μπορεί να λειτουργήσει με έναν διττό τρόπο: Για κάποιον Αρμένιο στρατιώτη τυχόν εκφορά τους ‘σας γα…σαμε,’ από Αζέρο, δύναται να ενεργοποιήσει εκ νέου ή αλλιώς, να υπενθυμίσει το ‘τραύμα’ της ήττας του 2020, ωθώντας προς την κατεύθυνση συγκρότησης ενός αμυντικού μηχανισμού ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο μίας νέας ήττας, της συμβολικής και φαντασιακής μετουσίωσης της σε ‘ανυπόφορη’ σεξουαλική πράξη: ‘Δεν μπορεί να μας να μας γα…σουν’ οι Αζέροι και δεύτερη φορά’/Ο αμυντικός μηχανισμός περιλαμβάνει την  γλωσσική ανταπάντηση στο ίδιο ύφος, την αμφισβήτηση της ικανότητας του Αζέρου στο να ‘γα…σει,’ και, την ρίψη πυροβολισμών ως καθαυτό ακραία ενέργεια που συνιστά ισχυρό δείγμα έλλειψης ψυχο-συναισθηματικής αυτοσυγκράτησης/Για τον έναν Αζέρο στρατιώτη, η χρήση από Αρμένιο, υβριστικών εκφράσεων που τείνουν να αμφισβητούν την ταυτότητα του ως Αζέρου, η χρήση γλωσσικών κωδικών που αμφισβητούν το εύρος της νίκης του 2020, τύπου ‘μας κλάσατε μία μάντρα αρχίδια,’ ήγουν δεν ‘καταφέρατε τίποτε,’ η γλωσσική ‘θηλυκοποίηση’, ήγουν ‘είστε γυναικούλες,’ μπορούν να πυροδοτήσουν άσχημες και ακραίες αντιδράσεις), το προσωπικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών, μπορούν να προκαλέσουν εντάσεις και συγκρούσεις, εάν λάβουμε υπόψιν το εύθραυστο της κατάστασης, χωρίς όμως κάτι τέτοιο να συνιστά πανάκεια. Η συσχέτιση μεταξύ της εκδήλωσης της διένεξης και της δυσαρέσκειας του Αζερμπαϊτζάν για την εκκίνηση μίας προσπάθειας διπλωματικής προσέγγισης του με την Τουρκία, είναι πολύ χαμηλή και ουσιαστικά δεν υφίσταται καν. Εκτιμούμε πως από τις τρεις ως άνω αναφερόμενες μεταβλητές, η πλέον πειστική, καθίσταται η πρώτη: Σε ένα περιβάλλον απλής διευθέτησης ή διαχείρισης της σύγκρουσης, εκεί όπου δεν υφίστανται προϋποθέσεις (για την ακρίβεια, είναι οι δρώντες που δεν σπεύδουν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις), διπλωματικής σύγκλισης και εκκίνησης διαπραγματεύσεων για την οριστική επίλυση της σύγκρουσης, είναι αρκετά πιθανό να ξεσπούν σποραδικές συγκρούσεις, και μάλιστα, με οποιαδήποτε αφορμή. Βλέπε σχετικά, Ηρακλείδης, Αλέξης., ‘Η Διεθνής Κοινωνία και οι θεωρίες των Διεθνών Σχέσεων. Μια κριτική περιδιάβαση,’ Εκδόσεις Σιδέρης, Ι., Αθήνα, 2005, σελ. 257. Βλέπε και, Γκάλι, Μπούτρος-Μπούτρος, ‘Οδηγός για την ειρήνη,’ Παράγραφος 56, σελ. 36-37. Και, Burton, John., ‘Unfinished business in conflict resolution,’ στο: Burton, John., & Dukes, Frank., (επιμ.), ‘Conflict readings in management and resolution,’ London, Macmillan, 1990. Βλέπε και, Rosenberg, E.L.. ‘Levels of analysis and the organization of affect,’ Review of General Psychology,’ 2, 1998. Μιχαηλίδης, Ιάκωβος., ‘Το Χρονικό της Μικρασιατικής Εκστρατείας,’ Περιοδικό ‘History’/’Το Βήμα της Κυριακής,’ Σεπτέμβριος 2022, σελ. 33.

[4] ‘Θεωρητικοποιώντας’ την ανάλυση μας, θα στραφούμε εκ νέου στο θεωρητικό υπόδειγμα που διαμόρφωσε ο άλλοτε Γενικός Γραμματέας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών Μπούτρος Μπούτρος Γκάλι, η εν γένει συνεισφορά του οποίου στη μελέτη των διεθνών και περιφερειακών συγκρούσεων και στην εύρεση τρόπων επίλυσης τους, έχει υποτιμηθεί, αν και δεν στερείται ερμηνευτικού βάθους και πρακτικής εφαρμογής. Έτσι λοιπόν, θα υιοθετήσουμε το σχήμα της «μετα-συγκρουσιακής φάσης» (post-conflict peace building), η οποία είναι μία «δραστηριότητα που έπεται της σύγκρουσης και έχει σκοπό να εντοπισθούν και να υποστηριχθούν δομές οι οποίες θα ενισχύσουν και θα σταθεροποιήσουν την ειρήνη ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε υποτροπή». Εμείς όμως, θα παραφράσουμε ελαφρώς το σχήμα του Γενικού Γραμματέα, λέγοντας πως η Λιβύη, ειδικά αυτή την περίοδο, έχει εισέλθει σε μία «μετα-συγκρουσιακή φάση». Όχι όμως με τον τρόπο που προσδιορίζει το σχήμα αυτό ο Μπούτρος Μπούτρος Γκάλι, αλλά, με τον τρόπο εκείνο που βλέπει στις τωρινές και σποραδικές συγκρούσεις τα απόνερα ή τα ‘υπολείμματα’ της κύριας συγκρουσιακής φάσης που διήρκεσε επί μακρόν (οι συνθήκες πλέον είναι ώριμες για να αποκτήσει γραφείο στη χώρα της Βόρειας Αφρικής η Αφρικανική Ένωση), και τα οποία έπονται της προσπάθειας αναζήτησης και εντοπισμού «δομών οι οποίες θα ενισχύσουν και θα σταθεροποιήσουν την ειρήνη». Αυτό ακριβώς το ‘έλλειμμα’ πρέπει να καλυφθεί  μετά και την επ’ αόριστον αναβολή των προεδρικών εκλογών που ήσαν προγραμματισμένες για τις 24 Δεκεμβρίου του 2021. Το ό,τι δηλαδή δεν υπάρχουν εγκατεστημένες εντός χώρας, υποστηρικτικές δομές που θα διαδραματίζουν ρόλο στη διασφάλιση τα ειρήνης, μετερχόμενες κάθε αναγκαίου μέσου. Όντας κοντά στο θεωρητικό υπόδειγμα Γκάλι (Γκάλι με ‘ι’ και όχι Γκάλη με ‘η’ που παραπέμπει ευθέως στον βετεράνο και γνωστό μπασκετμπολίστα του Άρη, του Παναθηναϊκού και της Εθνικής Ελλάδος), δεν θα διστάσουμε να καταθέσουμε κάποιες προτάσεις που κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση: 1) Καθίσταται πλέον αναγκαία η υπογραφή μίας συμφωνίας όπως αυτή που είχε υπογραφεί στη Βάρκιζα τον Φεβρουάριο του 1945 μεταξύ εκπροσώπων του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ) και της τότε κυβέρνησης και προέβλεπε και αφοπλισμό της οργάνωσης Εθνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (ΕΛΑΣ). Σχετικά με τη Λιβύη, η υπογραφή μίας παρόμοιας και όχι ίδιας συμφωνίας, δύναται να προβλέπει τον αφοπλισμό (παράδοση όπλων), των μελών των κύριων και μη, ένοπλων οργανώσεων της χώρας, την εντός εξαμήνου διάλυση τους, την παροχή στα μέλη τους, της δυνατότητας ίδρυσης και συμμετοχής σε πολιτικά κόμματα. Την μη αμνήστευση όλων όσοι αποδεδειγμένα (δεν θεωρούμε την παροχή γενικής αμνηστίας ως ‘λύση,’ καθότι μία τέτοια εξέλιξη μπορεί να διαιωνίσει την εχθροπάθεια και την μνησικακία/Άλλωστε, δίχως να επιχειρούμε μία σύγκριση των δύο υποδειγμάτων, θα υπογραμμίσουμε πως η παροχή αμνηστίας για την τέλεση πολιτικών αδικημάτων, όπως προέβλεπε η Συμφωνία της Βάρκιζας, εν τοις πράγμασι δεν λειτούργησε, με μέλη του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, να θεωρούν πως μία τέτοια απόφαση ‘εξισώνει’ τους ίδιους με μέλη παρακρατικών, δοσιλογικών, ένοπλων οργανώσεων), έχουν εμπλακεί σε πολιτικά αδικήματα (οργάνωση και συμμετοχή σε βομβιστικές επιθέσεις, απόπειρες δολοφονίας πολιτικών αντιπάλων), όπως επίσης, σε πράξεις που άπτονται του κοινού ποινικού δικαίου (το μέλλον των Ισλαμιστικών οργανώσεων και των μελών τους, μπορεί να αποφασισθεί σε μεταγενέστερο στάδιο, από μία ευρεία στη σύνθεση της κοινοβουλευτική διάσκεψη,  αν και όσες έχουν εμπλακεί σε βίαια επεισόδια και ευαγγελίζονται την ‘ανασύσταση’ του Χαλιφάτου, θα πρέπει να τεθούν εκτός νόμου). Μία δεύτερη πρόταση, αφορά την συγκρότηση ενός μηχανισμού διαμεσολάβησης μεταξύ των δύο κυβερνήσεων της χώρας. Ο μηχανισμός θα παρεμβαίνει επί όλων των εκκρεμών και ανοιχτών ζητημάτων (σε πολιτικό επίπεδο, θα μπορούσε να εξετασθεί το ενδεχόμενο συγκρότησης μίας νέας κυβέρνησης, από δρώντες που απαρτίζουν τις δύο υπάρχουσες κυβερνήσεις), αναλαμβάνοντας, κατόπιν συναίνεσης, αρμοδιότητες που αφορούν και την ασφάλεια της χώρας και την δικαιοσύνη. Η τρίτη πρόταση που υποβάλλουμε, έχει σχέση με την άμεση προκήρυξη και πραγματοποίηση εκλογών στην πρωτεύουσα της Λιβύης Τρίπολη (εάν η οργάνωση της εκλογικής διαδικασίας είναι επιτυχημένη, θα μπορούσαν να προκηρυχθούν το ίδιο άμεσα, εκλογικές αυτοδιοικητικές αναμετρήσεις και σε άλλες πόλεις της χώρας, και κυρίως σε αυτές όπου τα επίπεδα βίας κυμαίνονται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, οι τοπικές αστυνομικές αρχές είναι σε θέση να εγγυηθούν την απρόσκοπτη διεξαγωγή των εκλογών και επίσης, υπάρχει ένα minimum κοινωνικοπολιτικής σύγκλισης τέτοιο, που να επιτρέπει την επιτέλεση του πολιτικού ανταγωνισμού), με στρατηγικό επίδικο, όχι την υποκατάσταση των προεδρικών εκλογών που αναβλήθηκαν, όσο την παροχή ευκαιρίας για μία μέσω της ψήφου, επίτευξη του στόχου της πολιτικής συμμετοχής. Βλέπε σχετικά, Γκάλι, Μπούτρος-Μπούτρος, ‘Οδηγός για την ειρήνη…ό.π. Μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών και την εγκατάσταση ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων στη Λιβύη, οι κοινωνικές-πολιτικές συνθήκες που σταδιακά διαμορφώθηκαν ήσαν τέτοιες, που δεν επέτρεψαν την μετάβαση σε μία «μετα-συγκρουσιακή φάση». Για τις πρόσφατες εξελίξεις στη Λιβύη, βλέπε και, Νέδος, Βασίλης, ‘Φόβοι για παγίωση της τουρκικής επιρροής στη Λιβύη,’ Διαδικτυακή έκδοση εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’ 12/09/2022, Φόβοι για παγίωση της τουρκικής επιρροής στη Λιβύη | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (kathimerini.gr) Η ανάλυση του Βασίλη Νέδου, ενώ προσφέρει σημαντικό πληροφοριακό υλικό (για παράδειγμα, ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης που, λόγω της εστίασης του στη Ρωσική στρατιωτική εισβολή στην Ουκρανία, δεν έχει εικόνα των τελευταίων πολιτικο-διπλωματικών εξελίξεων στη Λιβύη, πληροφορείται πως σταδιακά διαμορφώνεται ένα minimum συνεννόησης μεταξύ Αιγύπτου και Τουρκίας ως προς τις εξελίξεις στη χώρα και τη διαχείριση τους με τον πλέον βέλτιστο τρόπο), στους αναγνώστες, παρέχοντας τους και τη δυνατότητα της σύγκρισης μεταξύ συγκρουσιακών υποδειγμάτων για την εξαγωγή των κατάλληλων συμπερασμάτων, δεν παύει να καθίσταται στενά γεω-πολιτική, καθώς αποφεύγει να αναφερθεί στη δραστηριοποίηση και στα διακυβεύματα που θέτουν οι εγχώριοι πολιτικοί ‘παίκτες’ (τελικά, ποιος εξ αυτών των δρώντων δεν επιθυμεί κατά βάθος τη διεξαγωγή των εκλογών στη χώρα; ), παραγνωρίζει τους λόγους για τους οποίους έχουν ξεσπάσει συγκρούσεις την τελευταία χρονική περίοδο (αυτό που πιο πάνω ορίσαμε ως «μετα-συγκρουσιακή φάση»), σε διάφορες περιοχές της χώρας (οι συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων που πρόσκεινται στην αποκαλούμενη κυβέρνηση ‘εθνικής ενότητας’ του Αμπντούλ Χαμίντ Ντμπέιμπα που έχει μείνει δίχως ουσιαστικές αρμοδιότητες και εξουσία, μετά την μη πραγματοποίηση των εκλογών, και των δυνάμεων του Φάτι Μπασάγκα που έχει επιλεγεί από το κοινοβούλιο της Βεγγάζης ως το πρόσωπο εκείνο που θα αντικαταστήσει τον Ντμπέιμπα, δεν πρέπει να προσληφθούν ως η ‘απλή επανάληψη’ των συγκρούσεων μεταξύ της κάποτε κυβέρνησης εθνικής ενότητας του Φαγέζ Αλ-Σάρατζ και των δυνάμεων που υποστήριζαν τον στρατάρχη Χαλίφα Χάφταρ/Οι δεύτερες ήσαν πολύ πιο εκτενείς και επιδραστικές, τροφοδοτούμενες από τις εν γένει συνθήκες  κοινωνικοπολιτικής αστάθειας που επικρατούσαν στη χώρα, όντας συνδεόμενες με πάσης φύσεως φαινόμενα μικρο-παραβατικότητας), τους όρους πάνω στους οποίου επιχειρείται η σύγκλιση μεταξύ Αιγύπτου και Τουρκίας (τα ανοίγματα της Τουρκίας προς την πλευρά του στρατάρχη Χάφταρ, ικανοποιούν την Αίγυπτο και το εκεί καθεστώς/Ίσως για πρώτη φορά ανοιχτά, η Αίγυπτος αναγνωρίζει την Τουρκική παρουσία και επιρροή στη χώρα, εκτιμώντας πως ενέργειες περιορισμού αυτής της επιρροής, δεν έχουν κάποιο νόημα πλέον/Έτσι, το πολιτικο-στρατιωτικό καθεστώς Αλ Σίσι, ωθείται στο να διαμορφώσει πεδία συνεργασίας με την Τουρκία/Η ελληνική διπλωματία αρνείται να αποδεχθεί την πραγματικότητα ως έχει), εμμένοντας σε μία κατά βάση κινδυνολογική προσέγγιση, όπως ο τίτλος του άρθρου δηλοί: «Φόβοι για παγίωση της τουρκικής επιρροής στη Λιβύη». Η κινδυνολογική προσέγγιση σχετίζεται με τον αντίκτυπο που μπορεί να έχει ενδεχόμενη παγίωση της «τουρκικής επιρροής» στα ελληνικά συμφέροντα και ακόμη, στην διπλωματική δραστηριοποίηση της Ελλάδας στη Λιβύη. Όμως, η Τουρκική επιρροή δεν ευρίσκεται σε φάση ή σε στάδια παγίωσης ή αλλιώς, εδραίωσης, από την στιγμή όπου έχει περάσει στο παρελθόν από αυτό το στάδιο. Πλέον, η Τουρκική περιφερειακή και διπλωματική επιρροή ασκείται εμπράκτως και επί διαφόρων πεδίων, με την αναζήτηση και εύρεση διαύλων επικοινωνίας με τον στρατάρχη Χαλίφα Χάφταρ, ο οποίος δεν είναι βέβαια ο «πολιτικός επιχειρηματίας» (Charles Tilly), στον οποίο θα επενδύσει όλους τους διαθέσιμους πόρους της η Τουρκία (το γεγονός πως η ελληνική διπλωματία, μετά την απόσυρση της εμπιστοσύνης της προς την πλευρά του στρατάρχη Χάφταρ δεν έχει επιλέξει να υποστηρίξει κάποιο άλλο πρόσωπο που συμμετέχει ενεργά στις ενδο-Λιβυκές διεργασίες, δεν είναι απαραίτητα αρνητικό γεγονός/Εκτιμούμε πως στην περίπτωση Χάφταρ, ο όρος ‘στρατάρχης’ με τον οποίο είθισται να αποκαλείται εντός και εκτός Λιβύης, είναι καταχρηστικός, λόγω του ό,τι και δεν υπάρχει τέτοιο αξίωμα στην Λιβυκή στρατιωτική ιεραρχία, και του γεγονότος πως οι στρατιωτικές του αποτυχίες στη Λιβύη μόνο στρατάρχη και δη αποτελεσματικό και επιτυχημένο, δεν τον καθιστούν/Η χρήση του όρου περισσότερο υπενθυμίζει το στρατιωτικό παρελθόν του επί Μουάμαρ Καντάφι, όπως επίσης και την πρόθεση του αποκτήσει το απαραίτητο ηγετικό προφίλ, έτσι ώστε να διοικήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ένα ανομοιογενές σώμα μαχητών ), να συνιστά ισχυρό δείγμα άσκησης αυτής της επιρροής. Βλέπε σχετικά, Tilly, Charles., ‘Κοινωνικά κινήματα 1768-2004,’ Μετάφραση: Τσακίρης, Θανάσης, Επιμέλεια: Μήτσης, Χρήστος, Εκδόσεις Σαββάλα, Αθήνα, 2004. Δεν έχει μελετηθεί καθόλου, σε θεωρητικό-επιστημολογικό επίπεδο (και πως άλλωστε; ), το αν και πόσο η κατάρρευση των δομών αστυνόμευσης στη χώρα, μετά την πτώση του καθεστώτος Καντάφι, διαδραμάτισαν ρόλο στην εκτράχυνση και στη γενίκευση των συγκρούσεων στη χώρα. Μία πρώτη απάντηση που δεν ξεφεύγει από τα αυστηρά όρια που θέτει μία υπόθεση εργασίας, θα μπορούσε να είναι καταφατική. Ναι, η κατάρρευση των δομών αστυνόμευσης στη Λιβύη, η απουσία αστυνόμευσης (πόσοι αστυνομικοί στρατεύθηκαν σε ένοπλες οργανώσεις και με ποιους όρους; ),  που μεγεθύνονταν όσο απομακρυνόμαστε από τα μεγάλα αστικά κέντρα (κατά τους Erickson & Shearing, «οι αποφάσεις αστυνόμευσης βάζουν τάξη στις κοινωνικές σχέσεις, θέτουν προτεραιότητες στη διανομή ενός αγαθού δημόσιου και καθορίζουν την ποιότητα ζωής σε αρκετές καθημερινές περιπτώσεις»/ Ο Αριστερόστροφος θεωρητικός λόγος, σε αρκετές περιπτώσεις και με διάφορες παραλλαγές,  προβαίνει σε μονοσήμαντες και μονολιθικές προσεγγίσεις περί αστυνομίας και αστυνομικού έργου: Κάνοντας λόγο για την ‘ανάγκη εκδημοκρατισμού’ της Αστυνομίας, ουσιαστικά υπονοούν πως το αστυνομικό σώμα καθίσταται στεγανοποιημένο από οποιονδήποτε πολιτικό έλεγχο και ‘αυταρχικό,’ με τους αστυνομικούς να είναι εκ προοιμίου ευεπίφοροι στην επιρροή της ακροδεξιάς ιδεολογίας), η απουσία του φόβου της σύλληψης και της προφυλάκισης (και όχι της καταστολής), και η μη διασφάλιση της τάξης,    μπορούν να συσχετισθούν θετικά  με την εκτράχυνση της βίαιης σύγκρουσης. Βλέπε και, Erickson, E., & Shearing, C., ‘The scientification of police work,’ στο: Bohme, G., & Stehr, N., (επιμ.), ‘Τhe knowledge society,’ Amsterdam, Reidel, 1986. Όσον αφορά την με Αριστερούς θεωρητικούς όρους, προσέγγιση της αστυνομίας, ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στο θεωρητικό έργο του Νίκου Πουλαντζά και λιγότερο σε αυτό άλλων Μαρξιστών στοχαστών, όπως του Λουί Αλτουσέρ, ακόμη και αν  ο Νίκος Πουλαντζάς δεν καταπιάσθηκε με ζέση στο συνολικό του έργο με την αστυνομία και τις λειτουργίες της. Η έννοια του ‘αυταρχικού κρατισμού’ που εισήγαγε, χρησιμοποιείται απλοϊκά, ως έννοια-ομπρέλα που καλύπτει διάφορες αναλύσεις περί αστυνομίας.

[5] Θα μπορούσε η πρόθεση του Αζερμπαϊτζάν να ‘ολοκληρώσει ό,τι ξεκίνησε το 2020,’ να είναι μία τέταρτη επεξηγηματική μεταβλητή της τωρινής σύγκρουσης; Να ένα επίσης πολύ ενδιαφέρον ερώτημα.

[6] Εμβαθύνοντας σε μία θεωρητική προβληματική περί βίας και ένοπλης σύγκρουσης, θα επισημάνουμε πως μία από τις τελευταίες παραστάσεις στις οποίες συμμετείχε ο πρόσφατα εκλιπών ηθοποιός Κώστας Καζάκος, ήσαν η θεατρική διασκευή του μυθιστορήματος του Λέοντος Τολστόι ‘Πόλεμος και Ειρήνη’ (βέβαια, ο Ρώσος συγγραφέας χρησιμοποιεί τη φόρμα ή τις τεχνικές της μυθοπλασίας προκειμένου να δομήσει την πινακοθήκη προσώπων που συν-αποτελούν την οικογένεια Ροστόφ, και σκηνές από τις διάφορες μάχες στις οποίες ενεπλάκησαν ο Γαλλικός με το Ρωσικό στρατό/Το ευρύτερο ιστορικό περιβάλλον εντός του οποίου εντάσσει τη δράση, είναι αληθινό),   που έχει ως βασικά του θέματα την εισβολή της Ναπολεόντειας ‘Μεγάλης Στρατιάς’ σε Ρωσικό έδαφος, στα 1812, και επίσης, την ισχυροποίηση, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, της Ναπολεόντειας, αυτοκρατορικής Γαλλίας. Ο Κώστας Καζάκος, ανέλαβε τον ρόλο του Ρώσου στρατηγού Μιχαήλ Κουτούζοφ, ο οποίος δεν αποτέλεσε, πολιτικά και ιδεολογικά, το αντίπαλον δέος του Αυτοκράτορα των Γάλλων Ναπολέοντα, εστιάζοντας (ο κώδικας ερμηνείας του κομμουνιστή ηθοποιού, απέδιδε διαρκώς έμφαση σε ένα «ενδο-σκηνικό πλαίσιο» σύμφωνα με τους Μουδατσάκι και Παπακώστα, ήτοι, στην ανάπτυξη πλαισιώσεων επικοινωνίας, καλής επικοινωνίας με τους συναδέλφους του πάνω στη σκηνή), δια των εν-σώματων κινήσεων και της ενδυματολογίας ακόμη, σε όλα εκείνα τα ‘κρυπτικά’ σημεία με βάση τα οποία, ο Κουτούζοφ, δεν διεκδίκησε για τον εαυτό παρά την ιδιότητα του ‘αγγελιαφόρου’ ή αλλιώς, διαφορετικά ειπωμένο, του ‘κομιστή’ που διαθέτοντας πλούσια πολεμική εμπειρία και εναντίον ενός ισχυρού στρατού όπως ήσαν η ‘Μεγάλη Στρατιά’ (πραγματικά, θα ενείχε ιδιαίτερο θεωρητικό-επιστημολογικό ενδιαφέρον η σύγκριση της μορφής του Κουτούζοφ που έπλασε ο Σκωτσέζος ηθοποιός Μπράιαν Κοξ στην τηλεοπτική σειρά του BBC ‘War & Peace,’ και της μορφής του Κουτούζοφ που έπλασε για τις ανάγκες μίας θεατρικής παράστασης ο Κώστας Καζάκος, ο οποίος, και λόγω σκηνικών περιορισμών, ήσαν περισσότερο εσωστρεφής), δεν παρέλειπε, προς το τέλος της ζωής του, να προειδοποιεί: Για το παράλογο του πολέμου και της πολεμικής βίας, για την ‘ανηθικότητα’ που υποκρύπτεται στις φαντασιώσεις και στα σχέδια εδαφικών κατακτήσεων, για τους αστάθμητους παράγοντες που μπορεί να κρίνουν την έκβαση ενός πολέμου,  για το ηθικό βάρος του θανάτου,  για το απρόβλεπτο της ανθρώπινης φύσης, για τις ψυχο-συναισθηματικές αντιδράσεις που προκύπτουν όσο μία πολεμική σύγκρουση εντείνεται. Ο ‘Κουτούζοφ’ του Κώστα Καζάκου αποσύρεται από το προσκήνιο προκειμένου να διαφανεί πως δεν ήσαν ένας κομμάτι της υπό διαμόρφωση ιστορίας και όχι ο βασικός πρωταγωνιστής ή διαμορφωτής της, θέτοντας στο προσκήνιο το σημείο διαφοροποίησης του από όλους όσοι διεκδικούν επιτακτικά το status του ιστορικού πρωταγωνιστή: ‘Διαφοροποιούμαι διότι έχω την επίγνωση πως δεν υπήρξα καλύτερος από τους άλλους και δη από τους Ρώσους στρατιώτες’ (δεν νομίζουμε πως ο Καζάκος αυτοσχεδίασε πάνω στη θεατρική σκηνή, αποκλίνοντας ταυτόχρονα από το ό,τι η Μ. Θωμαδάκη σημασιοδοτεί ως «θεατρική ενεργητικότητα»:  Την περισσότερη ώρα κάθονταν, εγγράφοντας ακριβώς το ‘βάρος’ του χρόνου που έχει παρέλθει και δεν προοιωνίζεται τίποτα το σημαντικό, τίποτα το ελπιδοφόρο, πάνω στο σώμα). Και σε αυτή την παράσταση, ο ηθοποιός επένδυσε συμβολικούς-γνωσιακούς και θεατρικούς πόρους, στην χρήση της φωνής ως πρωταρχικού ερμηνευτικού εργαλείου (ο Καζάκος υπήρξε κατά βάση θεατρικός ηθοποιός, εμπίπτοντας τυπολογικά, στην κατηγορία του ‘θεατράνθρωπου’: Ερμήνευε, σκηνοθετούσε, μετέφραζε και αλληλεπιδρούσε/Κινηματογραφικά-τηλεοπτικά, δεν έχει να επιδείξει κάποια αξιομνημόνευτη ερμηνεία, πρωταγωνιστώντας σε διάφορες κινηματογραφικές ταινίες μαζί με τη σύντροφο του Τζένη Καρέζη, με την οποία συνέθεσε ένα εν ευρεία εννοία ερμηνευτικό δίδυμο, το οποίο, κινηματογραφικά, υπήρξε πρωταγωνιστικό, χωρίς όμως να αποκτήσει την οπτική επαφή, τον επαρκή συντονισμό, τη ‘γοητεία’ που ασκούσε το πρωταγωνιστικό δίδυμο Αλίκης Βουγιουκλάκη και Δημήτρη Παπαμιχαήλ/Ως αποτέλεσμα αυτών, δεν προσέλαβε τον κοινωνιο-πολιτισμικό και καλλιτεχνικό αντίκτυπο που εξέπεμπε το δίδυμο Βουγιουκλάκη-Παπαμιχαήλ), κάτι που έπραττε και στο παρελθόν. Όπως υποστηρίζει ο Guilianotti, «η φωνή διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο στην κατασκευή και επαλήθευση της προσωπικότητας, αλλά και της κοινωνικής ταυτότητας του ατόμου». Ο ηθοποιός (διακρίνουμε μία ικανοποιητική συσχέτιση μεταξύ της ανάπτυξης της φωνής ως ερμηνευτικού εργαλείου και της πολύχρονης ενασχόλησης του με την θεατρική τέχνη), διέθετε μία στιβαρή και συνάμα βαθιά φωνή μέσω της οποίας έφερνε το κείμενο στα ‘δικά του μέτρα’: Η φωνή του εξέπεμπε τη σταθερότητα αυτού που ‘γνωρίζει τι να πει’ και ‘πως να το πει,’ διευκολύνοντας τον στην μετάβαση από το θέατρο στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση και τούμπαλιν (το βαθύ ηχόχρωμα της εκτέθηκε στο ευρύ κοινό την περίοδο που ο Κώστας Καζάκος συμμετείχε στην τηλεοπτική σειρά ‘Βέρα στο Δεξί’), και επίσης, επιτρέποντας του, από τη μία πλευρά να «επαληθεύει» την ερμηνευτική του ταυτότητα, και, από την άλλη, να προσαρμόζεται στην ψυχο-συναισθηματική κατάσταση αυτού που είχε απέναντι, καθιστώντας τον έναν αφηγητή παλαιάς κοπής, για τον οποίο η ακουστική της λέξης έχει ιδιαίτερη σημασία ή αλλιώς, ιδιαίτερη αξία. Προφανώς αυτό το φωνητικό του πλεονέκτημα πάνω στο οποίο δόμησε την ταυτότητα του, έσπευσαν να αξιοποιήσουν τα μέλη του Αμερικάνικου metal συγκροτήματος των ‘Manowar,’ προτείνοντας του τον ρόλο του αφηγητή στο μουσικό project ‘The revenge of Odysseus.’ Ρόλο τον οποίο έφερε εις πέρας, αξιοποιώντας την βαθιά γνώση του επί του Ομηρικού κειμένου, και με γνώμονα το να μην είναι η αφήγηση του (το ποιος ήσαν απέναντι, δεν είχε σημασία για τον Καζάκο), αυτή που θα επικαλύψει την μουσική. Ο Καζάκος πέτυχε, με τα λόγια του Bremond, να «υποτάξει το εκφραστικό σύστημα της ρηματικής του γλώσσας σε μια χρονική δομή», απαγγέλοντας σταθερά και γρήγορα, δίχως λυρικές μεταπτώσεις (η ιδεολογία που ασπάζονταν έπαιζε ρόλο σε αυτό), και δίχως χρονικές μεταβάσεις: ‘Το κείμενο δεν πρέπει να αποκοπεί από τα συμφραζόμενα του, διότι θα στερηθεί των νοημάτων του.’ Έτσι, δουλειά του αφηγητή είναι να φροντίσει στο να ανασύρει στην επιφάνεια και το περιβάλλον μέσα στο οποίο επωάσθηκε και γράφτηκε ένα έργο, αλλά, και να αναδείξει την διαχρονική αξία του (ο Καζάκος ως αφηγητής ‘φωνασκεί’ για να σημάνει τον ‘κίνδυνο’ στον ακροατή: ‘Φρόντισε να διαφυλάξεις στο εγγύς μέλλον το έργο που μπορεί να κινδυνεύει/Φρόντισε να παραμείνει  άθικτο και προσβάσιμο-ερμηνεύσιμο’), με την τεχνική αυτή να χρησιμοποιείται με τρόπο ώστε να αντιληφθεί ο αναγνώστης και ο ακροατής τι ‘πρέπει να κρατήσει’ από το έργο. Ο ίδιος (χρήζει θεωρητικής-επιστημολογικής αναφοράς, το γεγονός πως εμβαπτίσθηκε στα νάματα  ενός αντι-μνημονιακού και εθνικολαϊκιστικού λόγου, οικειοποιούμενος κλασικά, κομμουνιστικά αφηγηματικά μοτίβα, αν και φρόντιζε να διατηρεί μία ισορροπία μεταξύ κομματικής-πολιτικής στράτευσης και επαγγελματικής ενασχόλησης με την υποκριτική ως τέχνη), υπήρξε, όπως είναι γνωστό, κομμουνιστή, χωρίς κάτι τέτοιο να σημαίνει πως ανήκε στην κομματική-πολιτική ελίτ του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, με την πολιτικοϊδεολογική του ταυτότητα να συντίθεται από μνημονικές-βιωματικές εγκλήσεις (ανατροφή μέσα σε ένα Αριστερό-κομμουνιστικό οικογενειακό περιβάλλον, διαρκής και έντονη πολιτική διεπίδραση με σημαντικά ιστορικά γεγονότα της δεκαετίας του 1940,  ο αντίκτυπος των οποίων εξατομικεύεται, εάν συνυπολογίσουμε το ό,τι ο πατέρας του προφυλακίσθηκε και επίσης εξορίσθηκε για τα πολιτικά του φρονήματα, παρουσία του οικογενειακού-πολιτικού ‘ίχνους’ στην μετέπειτα ενήλικη ζωή του ) από την άρθρωση ενός πολιτικού λόγου προσανατολισμένου στο ‘ένα και μοναδικό κόμμα’ (δεν διαθέτουμε ιδιαίτερες μελέτες για το πως το κόμμα αναπαρίστατο ως ψυχο-συναισθηματική ‘εστία’ για μέλη του κόμματος που βίωναν συνθήκες εξορίας, καλύπτοντας τα κενά που δημιουργούσε η αποκοπή από το άμεσο οικογενειακό περιβάλλον, από τον άμεσο επαγγελματικό και φιλικό περίγυρο, υποκαθιστώντας ό,τι μπορούσε να προσφέρει η οικογένεια και εκείνη την στιγμή εξέλιπε: Την οικογενειακή ‘τρυφερότητα’), σε έναν ανθρωποκεντρισμό (ο Καζάκος δεν εξελίχθηκε σε κομμουνιστή και σε μέλος του κόμματος, λόγω της επιρροής που άσκησαν στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του συγκεκριμένα αναγνώσματα), ο οποίος επένδυσε γλωσσικά σε όρους-κλειδιά όπως ‘αλληλεγγύη,’ ‘προσφορά,’ ‘άνθρωπος,’ και, από την συμβολική οικειοποίηση εν-σώματων χειρονομιών (σφίξιμο της γροθιάς και σήκωμα της στον αέρα), οι οποίες σημασιοδοτούσαν, ως τελετουργικές πράξεις, την «διάβαση» (παραπέμπουμε εδώ στην ανάλυση του Ιάκωβου Σηφάκη), από τις αποσπασματικές ατομικές-οικογενειακές μνήμες του παρελθόντος σε περισσότερο ολοκληρωμένες κομμουνιστικές επιτελέσεις, μετατρεπόμενος έτσι, σε ‘ολοκληρωμένο’ (από την άποψη πως αισθάνεται καλά, αισθάνεται ‘γεμάτος’ ακολουθώντας αυτή την ιδεολογία, διαχειριζόμενος με τον καλύτερο τρόπο για τον ίδιο, την οικογενειακή μνήμη, την μνήμη του νεκρού πατέρα η επίκληση της οποίας λειτουργεί ως πρόσταγμα δράσης), και συνειδητοποιημένο κομμουνιστή: ‘Δεν υπήρχε και δεν υπάρχει κάτι άλλο για εμένα.’ Βλέπε σχετικά, Σηφάκης, Ιάκωβος., ‘Γνωσιακά δίκτυα: εφαρμογή στη μελέτη παραμέτρων του κρητικού μοιρολογιού,’ Διδακτορική Διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2019, σελ. 97, Διαθέσιμη στο: Γνωσιακά δίκτυα: εφαρμογή στη μελέτη παραμέτρων του κρητικού μοιρολογιού (didaktorika.gr) Βλέπε και, Θωμαδάκη, Μ., ‘Θεατρολογία και αισθητική. Προς μια θεωρία της ενεργειακής θεατρικότητας,’ Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1995. Μουδατσάκις, Τ., ‘Η θεατρική σύνταξη. Αρχές οικονομίας της δράσης στην τραγωδία,’ Εκδόσεις Καρδαμίτσας, Αθήνα, 1994. Παπακώστα, Αλεξία., ‘Κώδικες επικοινωνίας στο θέατρο για παιδιά και νέους,’ Διδακτορική Διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2015, Διαθέσιμη στο:  Κώδικες επικοινωνίας στο θέατρο για παιδιά και νέους (didaktorika.gr) Για την χρήση της φωνής μέσα σε οπαδικές τελετουργικές δράσεις (το ‘φωνάξτε ρε,’ συνιστά μετωνυμία του ‘δράστε για την ομάδα,’ ‘δείξτε πόσο την αγαπάτε’/Να ένα ενδιαφέρον εύρημα, θεωρητικά-επιστημολογικά: Για έναν μέσο Ultras, όσο πιο δυνατή η φωνή, πιο ρυθμικός ο τρόπος με τον οποίο εκφέρεται το σύνθημα, τόσο μεγαλύτερη και η ψυχο-συναισθηματική σύνδεση με την ομάδα), βλέπε και, Giulianotti, Richard., ‘Towards a critical anthropology of voice. The politics and poets of popular culture, Scotland and Football,’ Critique of Anthropology, 25, 4, 2005, σελ. 339-359. Βλέπε επίσης, Δρένος, Δημήτρης., ‘ Και ΠΑΟΚ να μην υπήρχε / πάλι ΠΑΟΚ θα ‘μουνα”. Συνθηματικός Λόγος και Οπαδική Ταυτότητα,’ στο: Ζαϊμάκης, Γιάννης., & Κοταρίδης, Νίκος., (επιμ.), ‘Ποδόσφαιρο και Κοινότητες Οπαδών. Αντιπαλότητες και Πολιτικές της Ταυτότητας,’ Εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα, 2013, σελ. 292.

[7] Εάν επιχειρήσουμε να συνδέσουμε τον Κώστα Καζάκο με την σύγκρουση Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν για το Ναγκόρνο-Καραμπάχ, θα λέγαμε πως δεν παρατηρούμε κάποια ιδιαίτερη δραστηριοποίηση του υπέρ της Αρμενίας (η πλειοψηφία της εγχώριας κοινής γνώμης, τάσσεται, δίχως να έχει γνώση των πραγματικών δεδομένων, υπέρ της Αρμενίας), δραστηριοποίηση που μπορεί να είναι είτε πολιτική είτε καλλιτεχνική, όπως είχε συμβεί προ εικοσαετίας, όταν είχε συμμετάσχει στα περιώνυμα ‘Λαϊκά Δικαστήρια’ που δίκαζαν τους σύμφωνα με τους διοργανωτές, πρωταίτιους του βομβαρδισμού της Σερβίας (στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης ‘Facebook,’ όσο πιο εγγύτερα βρίσκονται οι πολιτικοϊδεολογικές απόψεις του χρήστη με αυτές του Κώστα Καζάκου, τόσο πιθανότερο είναι να δημοσιεύσει ο χρήστης κάποια ανάρτηση σχετική με τον θάνατο του, η οποία, δεν αποτέλεσε σημείο αναφοράς εντός της Φεϊσμπουκικής κοινότητας/Αρκετούς σχολιασμούς εντοπίζουμε στην ιστοσελίδα της εφημερίδας ‘Πρώτο Θέμα,’ στο δημοσίευμα που αφορά τον θάνατο του/Οι γλωσσικές πρακτικές που υιοθετούνται σε αυτή την περίπτωση, συμπεριλαμβάνουν την έκφραση συλλυπητηρίων για τον θάνατο του, αλλά όχι και  την επίδειξη κατανόησης για τις πολιτικοϊδεολογικές του θέσεις και για την κομματική-πολιτική του ένταξη, εκεί όπου η υπενθύμιση αυτών των αντιλήψεων του Καζάκου, συνοδεύεται ενίοτε από την χρήση αντι-κομμουνιστικών και αντι-Σοβιετικών αναφορών∙ Την αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής και υποκριτικής του αξίας, με έναν χρήστη να υιοθετεί τη φράση ‘ηθοποιός για τα πανηγύρια,’ επιθυμώντας, με αυτόν τον γλωσσικά ‘φορτισμένο’ και μεταφορικό τρόπο, να εκθέσει στους άλλους κάτι που μπορεί να σκεφτόταν καιρό και ο θάνατος του Καζάκου του έδωσε την αφορμή να δημοσιοποιήσει τη θέση του: Το ό,τι δηλαδή, δεν άξιζε καθόλου ως ηθοποιός/Εδώ οφείλουμε να δούμε πως αυτή η γλωσσική επιλογή που αντλεί απευθείας από την έκφραση ‘για τα πανηγύρια’ που χρησιμοποιείται  σε περιστάσεις αμφισβήτησης της ιδιότητας κάποιου, αμφιβολίας για τις δεξιότητες του, δίχως να ενυπάρχει κάποιος φόβος ή κάποια αυτο-συγκράτηση ένεκα του ό,τι αυτός που αμφισβητείται μπορεί να είναι φίλος ή γνωστός, εκφράζει ευδιάκριτη την έλλειψη οποιασδήποτε επιθυμίας ταύτισης όχι με τον κομμουνιστική Καζάκο, αλλά με τον ηθοποιό Καζάκο, ο οποίος, υστερεί έναντι άλλων σημαντικών Ελλήνων ηθοποιών, κάτι που σημασιοδοτείται και δεν υπονοείται μέσω αυτής της γλωσσικής επιλογής∙ Την επιλογή του ‘Καλή Ανάπαυση’ αντί του πιο συμβατικού ΄Θερμά Συλλυπητήρια’/Η επιλογή αυτή αντανακλά την αίσθηση του χρήστη που απέφυγε να γράψει οτιδήποτε άλλο, πως ο Κώστας Καζάκος, με τον θάνατο του, ‘ξεκουράστηκε’: Και όχι λόγω μίας πολύχρονης νόσησης του από κάποια σοβαρή ασθένεια, αλλά λόγω του ό,τι ήσαν ήδη αρκετά μεγάλος ηλικιακά, ώστε ο θάνατος του να εκλαμβάνεται προσίδια ως ‘ανάπαυση,’ ως ‘ξεκούραση’ και όχι ως το οριστικό τέλος μίας ζωής, ακόμη και αν σε αυτό το γλωσσικό υπόδειγμα δεν  προκύπτουν θρησκευτικές συνδηλώσεις/Η χρήση αυτή της γλωσσικής έκφρασης απαντάται κυρίως σε περιπτώσεις θανάτου μετά από νόσηση, συνηθέστερα από καρκίνο, εκεί όπου, η χρήση της προβάλλει ανάγλυφα το ό,τι το άτομο, πεθαίνοντας, ‘απελευθερώθηκε’ από τους πόνους που προκαλούσε η ασθένεια, από την πολύχρονη ταλαιπωρία, μεταβαίνοντας πλέον σε μία μεταθανάτια συνθήκη αιώνιας και οριστικής ‘ξεκούρασης’ που προοινωνίζεται ‘κάτι καλό’ /Ξεκούρασης όμως από τι; Από τον θάνατο ως παύση της ζωής; Ως τελεσίδικης ακύρωσης της ύπαρξης; Όσο και αν η γλώσσα και οι χρήσεις της έχουν τη δυνατότητα να αμβλύνουν τον αντίκτυπο του θανάτου, με διακύβευμα την ψυχο-συναισθηματική μείωση του πένθιμου ‘φορτίου’,   ο θάνατος εξακολουθεί να παραμένει θάνατος/Ταυτόχρονα, δεν απουσιάζουν γλωσσικές πρακτικές που θυμίζουν την σχέση του με την Τζένη Καρέζη, την οποία τώρα θα ‘συναντήσει,’ σε ένα κλασικό δείγμα ένδειξης θρησκευτικής πίστης/Ο θάνατος του Κώστα Καζάκου, εγγράφεται στην κατηγορία του λεγόμενου ‘social death,’ ήγουν του «κοινωνικού θανάτου», σύμφωνα με τους Mulkay & Ernst/Θα μπορούσαμε να εντάξουμε τον θάνατο αναγνωρίσιμων προσώπων σε αυτή την κατηγορία/Ο θάνατος του, αποτέλεσε το έναυσμα, όχι για την επιτέλεση ενός πένθους ανοιχτού και δημόσιου, ακριβώς διότι, όλοι όσοι γράφουν δεν πενθούν,  αλλά, αντιθέτως, για την κατάθεση ποικίλων σχολιασμών και σε διάφορα φόρα, με τρόπο που δεν μπορούσε να συμβεί στο παρελθόν: Πλέον, ο θάνατος καθίσταται αντικείμενο σχολιασμού, παρέχει την έστω και πρόσκαιρη ανακούφιση του ‘και οι γνωστοί και οι διάσημοι πεθαίνουν,’ συνιστά αντικείμενο γλωσσικής ‘πολεμικής,’ εκεί όπου υπεισέρχονται διάφορες παράμετροι, όντας επιβεβαίωση του ό,τι οι σύγχρονες Δυτικές κοινωνίες έχουν μετεξελιχθεί σε ‘θανατοκοινωνίες,’ που αναγνωρίζουν τον εαυτό τους και μη, στον ‘πόνο του άλλου’/Στο ‘Facebook,’ έχεις τη δυνατότητα να κάνεις ευρύτερα γνωστό τον θάνατο κάποιου οικείου προσώπου, καθιστώντας το πένθος σου προσβάσιμο σε φίλους και άγνωστους που θα σπεύσουν για τα συλλυπητήρια, δίχως να αναμένουν την αναγγελία του θανάτου στο κηδειόχαρτο). Οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίας για την προ δύο ετών σύγκρουση Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν για το Ναγκόρνο-Καραμπάχ, συγκλίνουν με τις αντίστοιχες για τη Ρωσική στρατιωτική εισβολή στην Ουκρανία, ως προς το εξής: Ως προς το ό,τι ως επί το πλείστον συμμετείχαν σε αυτές Αρμένιοι και Ουκρανοί, μέλη των εδώ κοινοτήτων (ως υπόθεση εργασίας χωρά στην ανάλυση μας το ακόλουθο συμπέρασμα: Το απόθεμα συμπάθειας προς τους Αρμένιους είναι αρκούντως υψηλότερο από το απόθεμα συμπάθειας προς τους Ουκρανούς). Βλέπε σχετικά, Μulkay, M., & Ernst, J., ‘The changing profile of social death,’ European Journal of Sociology, 32, 1, 1991. Και, ‘Πέθανε ο Κώστας Καζάκος σε ηλικία 87 ετών,’ Ιστοσελίδα εφημερίδας ‘Πρώτο Θέμα,’ 13/09/2022, Πέθανε ο Κώστας Καζάκος σε ηλικία 87 ετών (protothema.gr) Σε συγκεκριμένες γλωσσικές πρακτικές, ο Καζάκος, αναπαρίσταται ως εκείνος ο δογματικός κομμουνιστής που αρνήθηκε να μεταφέρει την άρρωστη Τζένη Καρέζη στην Αγγλία, προτιμώντας τη Σοβιετική Ένωση, με άσχημα αποτελέσματα για την ίδια. Με αυτόν τον τρόπο, ανα-νοηματοδοτείται συμβολικά σε ‘αναίσθητο κομμουνιστή, όπως και πολλοί από το σινάφι του.’

[8] Ήδη υπάρχουν αναφορές πως οι δύο χώρες συμφώνησαν στην υπογραφή συμφωνίας εκεχειρίας. Η σύγκρουση των δύο χωρών, εάν την εντάξουμε σε ένα ευρύτερο ιστορικό-μετα-Σοβιετικό πλαίσιο, έχει καταστεί πλέον υπερ-ώριμη, κάτι που απαιτεί την ανάληψη ευρύτερων διπλωματικών πρωτοβουλιών κατά τα πρότυπα της πρωτοβουλίας που είχε λάβει ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία για την Ευρώπη, επιτυγχάνοντας την υπογραφή μίας συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός στα 1994. Σε αυτή την περίπτωση, θα μπορούσε να εφαρμοσθεί ένας μηχανισμός «έγκαιρης προειδοποίησης» (early warning system), όπως έχουν εισηγηθεί για άλλες συγκρουσιακές περιπτώσεις (θέλοντας και μη, όταν ένας ερευνητής ομνύει σε ένα συγκρουσιακό υπόδειγμα, δεν μπορεί να ξεφύγει  εύκολα από την περιπτωσιολογία, η οποία όμως μπορεί να δώσει απαντήσεις), οι Dedring & Rupensighe. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η εγκαθίδρυση ενός τέτοιου μηχανισμού  θα προειδοποιούσε, συνεκτιμώντας και την ύπαρξη ενός δεδομένου συγκρουσιακού ‘φορτίου,’ για την απότομη ρητορική-λεκτική έξαρση μεταξύ πολιτικών (η υπέρβαση κάποιου ορίου θα μπορούσε να συνεπάγεται επίπληξη),  για επικίνδυνες συγκεντρώσεις στρατιωτικών δυνάμεων στα σύνορα, για την παραβίαση των συνόρων (ο μηχανισμός αυτός θα έπρεπε ήδη να υπάρχει σε στρατιωτικές μονάδες και στα υπουργεία Εθνικής Άμυνας),  ώστε να ληφθούν όλα τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου η δυνητική σύγκρουση να παραμείνει σε καθεστώς δυνητικότητας. Βλέπε σχετικά, Dedring, Juergen., ‘Early warning and United Nations,’ The Journal of Ethno-Development, 4, 1994, σελ. 98-104. Και, για το ίδιο θέμα, Rupensighe, Kumar., ‘Early warning and preventive diplomacy,’ Journal of Ethno-Development, 4, 1994, σελ. 88-97. Πάντως, δεν είναι απαραίτητη η εμπλοκή του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών στη λειτουργία (ως προς την διαδικασία της εγκαθίδρυσης, θα μπορούσε να παρασχεθεί τεχνογνωσία), ενός τέτοιου μηχανισμού, ιδίως εάν οι αξιωματούχοι του Οργανισμού δεν επιθυμούν κάτι τέτοιο. Η άτυπη λειτουργία μηχανισμών «έγκαιρης προειδοποίησης» από την Ελλάδα και την Τουρκία (‘κόκκινο τηλέφωνο’ και άμεση επαφή στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, πολιτικά και επιχειρησιακά, σε περίπτωση επικίνδυνης κλιμάκωσης της έντασης), και η επιτυχημένη χρήση τους, αποδεικνύουν επαρκώς πως η συμμετοχή του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών δεν είναι υποχρεωτική και προπάντων, δεν καθίσταται το ‘μοναδικό εχέγγυο επιτυχίας.’ Οι Brown & Rosecrance, έχουν συγγράφει μία κατατοπιστική όσο και διεισδυτική, μελέτη για την λειτουργία τέτοιων μηχανισμών προειδοποίησης (το Αρμένικο Κοινοβούλιο και η Αζερική κυβέρνηση θα μπορούσαν να αναλάβουν τέτοια καθήκοντα), συγκρίνοντας διάφορα συγκρουσιακά υποδείγματα στα οποία εφαρμόσθηκε, άλλοτε πλήρως και άλλοτε ατελώς, αυτό το μοντέλο, που δεν επιδιώκει να σταματήσει την σύγκρουση ενόσω εξελίσσεται, αλλά να την προλάβει, αποτρέποντας την. Εάν (αυτό το γράφουμε με αρκετές επιφυλάξεις), λειτουργούσε ένας τέτοιος μηχανισμός μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας, ίσως εδύνατο να αποφευχθεί η Ρωσική εισβολή στη χώρα, καθότι, η συγκέντρωση Ρωσικών στρατιωτικών μονάδων στα σύνορα με την Ουκρανία, αυτομάτως θα σήμαινε το καμπανάκι του κινδύνου: ‘Πράξτε ό,τι είναι δυνατόν για να αποφύγετε την σύγκρουση που πλησιάζει.’ Βλέπε σχετικά, Brown, Michael., & Rosecrance, Richard., (επιμ.), ‘The costs of the conflict. Prevention and  cure in the global arena,’ Lanham, MD, Rowman and Littlefield, 1999. Oι συγκρούσεις στην Αφρική, αποτελούν τον ‘μεγάλο άγνωστο’ της ελληνικής βιβλιογραφίας.

[9] Η επιμονή των διαφόρων πολιτικών ηγεσιών του Ναγκόρνο-Καραμπάχ στο να αναγνωρισθούν ως ανεξάρτητη χώρα, δεν παύει να εντυπωσιάζει, καθότι υπερβαίνει, για παράδειγμα, κατά πολύ την αντίστοιχη επιθυμία των πολιτικών ηγεσιών των ‘Λαϊκών Δημοκρατιών’ του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ στην Ουκρανία (η Αρμενική εθνο-γένεση μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, ολοκληρώθηκε με ομαλό τρόπο, μέσα σε ένα μία οριοθετημένη εδαφικά επικράτεια, στηριζόμενη στην ιστορική ύπαρξη της Αρμενικής ταυτότητας, και επίσης, στην νοηματοδότηση της Αρμενικής γενοκτονίας ως ιστορικού ‘τραύματος’/Το ίδιο ομαλά εξελίχθηκε και η Αζερική διαδικασία εθνο-γένεσης).

[10] Βλέπε σχετικά, Heraclides, Alexis., ‘Ethnicity, secessionist conflict and the international society: Towards normative paradigm shift,’ Nations and Nationalism, 3, 4, 1997.

[11] Αξίζει να σημειωθεί όμως, πως η χρονίζουσα και με μεταπτώσεις, ένοπλη σύρραξη μεταξύ Αρμενίας, Αζερμπαϊτζάν και Ναγκόρνο-Καραμπάχ, δεν έχει προκαλέσει ‘κύματα’ αστάθειας στο εσωτερικό των γειτονικών χωρών.

[12] Ο εγχώριος ποιητικός λόγος της μεταπολεμικής-μετεμφυλιακής περιόδου, δεν καταπιάσθηκε ιδιαίτερα με τις ενδο-κοινοτικές ταραχές και συγκρούσεις που εκδηλώνονταν στην Κύπρο, όντας επικεντρωμένη (πως προσλαμβάνεται η σύνθετη σύγκρουση Αζερμπαϊτζάν και Αρμενίας, από ποιητές στις δύο χώρες; ), κατά κύριο λόγο (κάποιοι ποιητές και όχι όλοι),  στις προεκτάσεις της Κυπριακής αντι-αποικιακής δράσης. Ενδεικτικό παράδειγμα αυτού, είναι ο ποιητικός λόγος του Γιάννη Ρίτσου που αναφέρεται στον Γρηγόρη Αυξεντίου. Γράφοντας σε πρώτο πρόσωπο, δίκην ενός ποιητικού μονόλογου, εξιστορεί τις τελευταίες ώρες του Γρηγόρη Αυξεντίου στη σπηλιά όπου είχε βρει καταφύγιο, συγκροτώντας μία εκδοχή ενός ‘Ρωμαίικου θανάτου’, κάτι που δεν θα διστάζει να επαναλάβει και στο ‘Ημερολόγιο μιας εβδομάδας,’  με βασικό θέμα την εξέγερση του Πολυτεχνείου. «Με τους αγκώνες στηριγμένους στην ποίηση, με τα μάτια κλεισμένα
στις παλάμες
ακούω τη φωτιά. Ανεβαίνει. Σκοτωμένοι επί τόπου μπροστά στο
παράνομο μικρόφωνο». Βλέπε σχετικά, Σάντα, Βιολέττα, ‘ Γιάννης Ρίτσος: Ημερολόγιο μιας εβδομάδας (του Πολυτεχνείου),’ Aroma Lefkadas, 15/11/2015, Γιάννης Ρίτσος: Ημερολόγιο μιας εβδομάδας (του Πολυτεχνείου) – aromalefkadas – Ενημερωτική ιστοσελίδα της Λευκάδας

 

[13] Η Τουρκία υπήρξε περισσότερο δραστήρια από τη Ρωσία κατά τη διάρκεια των τωρινών συγκρούσεων, φροντίζοντας όμως να υπενθυμίσει προς διάφορους δρώντες, τους δεσμούς που διατηρεί με το Αζερμπαϊτζάν.

[14] Βλέπε σχετικά, Κρομμύδα, Ύλι., ‘Ο ρόλος της προληπτικής διπλωματίας στην διατήρηση της ενότητας της ΠΓΔΜ: η διένεξη Αθήνας–Σκοπίων (1990-1995) και η εθνοτική σύγκρουση Αλβανών-Σλαβομακεδόνων (1991-2001),’ Διδακτορική Διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Αθήνα, 2019, Διαθέσιμη στο: Ο ρόλος της προληπτικής διπλωματίας στην διατήρηση της ενότητας της ΠΓΔΜ: η διένεξη Αθήνας–Σκοπίων (1990-1995) και η εθνοτική σύγκρουση Αλβανών-Σλαβομακεδόνων (1991-2001) (didaktorika.gr) Η μετά από την υπογραφή της συμφωνίας εκεχειρίας (‘Συμφωνία της Οχρίδας’ η οποία έθεσε τις βάσεις για την πολιτική επίλυση της σύγκρουσης προβλέποντας δικλείδες που κατοχύρωναν την συμμετοχή των Αλβανόφωνων στο πολιτικό γίγνεσθαι της χώρας), συμβίωση μεταξύ Σλαβομακεδόνων και Αλβανών στη γειτονική Βόρεια Μακεδονία, αποτελεί υπόδειγμα επιτυχημένης και ειρηνικής συμβίωσης. Η ‘Συμφωνία της Οχρίδας’ υπήρξε αρκούντως λειτουργική και μάλιστα, δεν χρειάσθηκε ούτε να τροποποιηθεί ούτε να ανανεωθεί.

[15] Βλέπε σχετικά, Tilly, Charles., ‘Κοινωνικά κινήματα 1768-2004…ό.π., σελ. 219.

[16] Βλέπε σχετικά, ‘Αρμενία: Νέες συγκρούσεις με το Αζερμπαϊτζάν σήμερα το πρωί…ό.π. Οι Αρμένιο αρέσκονται να αποκαλούν το Ναγκόρνο-Καραμπάχ ως ‘Δημοκρατία του Αρτσάχ.’

Ρoή Ειδήσεων
Σχετικά άρθρα
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

Pet Shop Θεσσαλονίκη
Μενού