Τα αίτια της γεωπολιτικής αναστάτωσης και μέσα για την υπέρβασή τους – Ώρα για πληθωριστικό ευρώ

Το ζήτημα δεν είναι να διατίθεται «ένα άλλο μοντέλο» για να εγκαταλείψουμε αυτό που μας που καταστρέφει. Το νέο εναλλακτικό μοντέλο θα το εφεύρουμε στον δρόμο. Αλλιώς θα καταστραφούμε!

μαρξ
Velonastongiaka

Γράφει ο Χρήστος Οικονόμου

Η πρωτόγνωρη σε συνέπειες και σε έκταση γεωπολιτική αποσταθεροποίηση που βιώνει ο πλάνητης φυσικά δεν έχει μεταφυσική προέλευση και ερμηνεία, ούτε προέκυψε από το πουθενά και αποκλειστικά από αιμοσταγείς ηγέτες. Αντίθετα, έχει αίτια που εξηγούν την εκδήλωση και τη δυσμενή εξέλιξή της. Μάλιστα, με ψύχραιμη και αποστασιοποιημένη ματιά από τις εκατέρωθεν φιλοπολεμικές ιαχές, με σχετική ευκολία θα μπορούσε κανένας να διακρίνει τους λόγους που δρομολόγησαν με την ιστορική «μηχανική των νομοτελειών» τις σημερινές διενέξεις και θερμές συγκρούσεις.

Έτσι, η κρίση των αγορών χρήματος και του διεθνούς νομισματοπιστωτικού συστήματος, που ξέσπασε το 2008 στις ΗΠΑ, υπήρξε το πρώτο περιστατικό προαναγγελίας της αποσταθεροποίησης που θα ακολουθούσε, αν και ως συμβάν πολύ λιγότερο από τα όσα ακολούθησαν φαίνεται να σχετίζεται με τη σημερινή γενικευμένη ρευστοποίηση του σχετικά σταθερού μέχρι πρότινος γεωπολιτικού σκηνικού που προέκυψε μετά την διάλυση του στρατοπέδου της πρώην ΕΣΣΔ. Ωστόσο, αυτό το φαινομενικά ελάχιστα σχετιζόμενο με μια διευρυμένη γεωπολιτική αποσταθεροποίηση περιστατικό, ως αίτιό της, δεν θα πάψει ποτέ να είναι (και έτσι θα το κρατήσει η ιστορία στην αγκαλιά της) το εναρκτήριο λάκτισμα για τη βαθύτατη οικονομική κρίση που συνεχίζεται ως σήμερα, χωρίς ουσιαστικά μέχρι στιγμής σημάδια εκτόνωσής της.

Μ’ άλλα λόγια, η γεωπολιτική αστάθεια έχει ήδη φωτίσει με τις εξελίξεις που προηγήθηκαν το θεμελιώδες αίτιό της: τη βαθιά κρίση του διεθνούς καπιταλισμού!

Η καπιταλιστική κρίση, λοιπόν, ως βασικό αίτιο της αποσταθεροποίησης που βιώνουμε και προάγγελος αυτής της παγκόσμιας αναθεώρησης των ισορροπιών του μεταπολεμικού σκηνικού -φαινόμενο που εκδηλώνεται με ιδιαίτερα δραματικό τρόπο στη σημερινή Ευρώπη- δεν ξεκίνησε απότομα και εκεί και ως έτυχε, αλλά έχει ήδη παρελθόν μιας περίπου δεκαετίας. Μιας δεκαετίας, αδυναμίας στην πραγματικότητα να τιθασευτούν οι συνέπειες του αδιεξόδου όπου οδήγησε τον κόσμο το οικονομικό, παραγωγικό, καταναλωτικό, περιβαλλοντικό και πολιτισμικό καπιταλιστικό μοντέλο.

Είναι, άλλωστε, γενικώς αναγνωρισμένο από την πολιτική επιστήμη -αλλά επιβεβαιώνεται και από την ιστορική εμπειρία- ότι τυχόν αναταράξεις στον πυρήνα των χρηματο-οικονομικών συστημάτων (εν προκειμένω της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης, με πρόδρομο το περιστατικό κατάρρευσης της Lehman Brothers), αν δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα και αποτελεσματικά, άγουν με βεβαιότητα σε τριγμούς και κρίσεις στην πραγματική οικονομία. Που αυτές με τη σειρά τους δρομολογούν κοινωνικές και πολιτικές αβεβαιότητες στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο κάθε χώρας και, τελικά, αυτές οι αβεβαιότητες επιστρέφουν στη διεθνή σκηνή με τη μορφή γενικευμένων πια γεωπολιτικών ανισορροπιών.

Εν συντομία, όπως έχω επισημάνει και σε παλότερη ανάλυσή μου -ως πρόβλεψη, τότε- σήμερα ζούμε το 4ο κύμα της καπιταλιστικής κρίσης. (Με 1ο βήμα τη νομισματοπιστωτική ανατροπή, 2ο βήμα το πέρασμά της στην πραγματική οικονομία, 3ο τις πολιτικές αποσταθεροποιήσεις και τελευταίο τη συνθλιβή των γεωπολιτικών ισορροπιών).

Έτσι, σε τελευταία ανάλυση, η οικονομία  είναι που ευθύνεται για τις σημερινές αποσταθεροποιήσεις σε παγκόσμια κλίμακα και τελικά οδηγεί στις γεωπολιτικές έριδες και τις θερμές συγκρούσεις. Και το επισημαίνω όχι ως απλή προσφυγή σε μια άγονη υιοθέτηση της μαρξικής θέσης για τον ρόλο της οικονομίας στους πολιτικο-κοινωνικούς σχηματισμούς, αλλά ως διαπίστωση «επί του πραγματικού».

Από την οπτική αυτή, μάλιστα, θα μπορούσε να υποστηριχτεί βασίμως, ότι θα αρκούσε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού για να αρθούν οι αιτίες της διεθνούς γεωπολιτικής αποσταθεροποίησης και να τεθούν οι βάσεις για την επιστροφή σε μια βιώσιμη παγκόσμια σταθερότητα.

Για να εξεταστεί, όμως, με ρεαλισμό το θέμα ουσιαστικής αντιμετώπισης της βαθύτατης κρίσης στην πραγματική οικονομία, οφείλουμε μια εισαγωγική παραδοχή: Η υπέρβαση της κρίσης στην πραγματική οικονομία, για να δρομολογηθεί, θα πρέπει να επιλέγονται πολιτικές με άμεσο αντίκρισμα ανά χώρα και όχι γενικές ρυθμίσεις στο πλαίσιο μιας παγκοσμιοποιημένης νομισματοπιστωτικής «ρουτίνας», όπως συμβαίνει σήμερα. Τελικά, είναι, μάλιστα, αφέλεια να πιστεύει κανένας σήμερα ότι με παγκόσμιες συνταγές διακίνησης τραπεζογραμματίων, θα μπορούσαν να ρυθμιστούν αντινομίες στις παραγωγικές και καταναλωτικές ιδιαιτερότητες κάθε χώρας και να αποκατασταθούν διαταραγμένες οικονομικές λειτουργίες, που προέρχονται ακριβώς από παγκόσμιες ρυθμίσεις, που έχουν αποδειχτεί αδύναμες να ενσωματώσουν παραγωγικά τις «μικρές κλίμακες των εθνικών οικονομιών» σ’ ένα επιπεδοποιημένο διεθνές νομισματοπιστωτικό σύστημα. (Η τραγική περίπτωση της ελληνικής κρίσης του 2010, δείχνει τις αντιφάσεις και τα προβλήματα που παράγονται από ανώριμες ενσωματώσεις μεμονωμένων οικονομιών σε ευρύτερα χρηματο-οικονομικά συστήματα, εν προκειμένω στο ευρώ. Ιδίως αν -όπως συνέβη στη χώρα μας- οι εγχώριες ελίτ επέβαλαν την ένταξή μας στο ευρώ με επιλογή Σημίτη, με όρους ακραίας απαξίωσης της τοπικής οικονομίας, όπως αυτό απεικονίστηκε στην ισοτιμία των 340,750 δραχμών/ευρώ).

Ενδεικτικότατο σημείο της μεθόδου απαξίωσης της σημασίας των «εθνικών οικονομιών λειτουργιών», ως βασικού όρου για την παγκόσμια οικονομική ισορροπία, είναι ότι οι χώρες-ατμομηχανές της παγκοσμιοποίησης συμβάλλουν αμετανόητα στην εντατικοποίηση των φαινομένων προστατευτισμού κατά τη διεθνή  διακίνηση προϊόντων και υπηρεσιών, αντί να πλειοδοτούν σε πρακτικές απελευθέρωσης από τους μηχανισμούς των δασμών και των διασυνοριακών φορολογικών επιβαρύνσεων. (Απογυμνωμένο από το βάρος της σύρραξης που προκάλεσε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, το βαρύτατο αποτύπωμα που καταλείπεται στις ευρωπαϊκές οικονομίες από τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, δείχνει τις συνέπειες του σκληρού οικονομικού προστατευτισμού στην παγκόσμια οικονομία, με προνομιακό θύμα την ευρωζώνη).

Ένα άλλο καίριο και αποκαλυπτικό παράδειγμα της «φιλοσοφίας της παγκοσμιοποίησης» είναι οι ενιαίες μέθοδοι σ’ όλο τον κόσμο για την αντιμετώπιση της Κλιματικής Αλλαγής. Παρ’ όλο που οι κλιματολογικές και περιβαλλοντικές συνθήκες ανά χώρα διαφοροποιούνται σημαντικά (κυρίως, όμως, διαφέρουν δραματικά οι εντάσεις των επιπτώσεων της Κλιματικής Κρίσης από χώρα-σε χώρα, προϋποθέτοντας αδήριτα ότι απαιτείται και διαφορετικός βαθμός ετοιμότητας και αίσθησης του επείγοντος ως προς τις τοπικές παρεμβάσεις για την άμβλυνση αυτών των συνεπειών), η αντίδραση της ανθρωπότητας προσδιορίζεται από τον αυξημένο λόγο των μεγαλων και ισχυρών χωρών, που επιβάλλουν αποκλειστικά παγκόσμιες λύσεις στο μεγάλο περιβαλλοντικό αδιέξοδο όπου έχουμε οδηγηθεί. Όμως, και εδώ άρκεσε η κλιμάκωση της οικονομικής κρίσης στη διεθνή πτυχή της, για να εγκαταλειφθούν εν μία νυκτί φιλόδοξες λύσεις και ισχυρές χώρες να επιστρέψουν στην παραγωγή ενέργειας από εξοβελιστέες μέχρι πρότινος μεθόδους. Με τελευταίο παράδειγμα τη Γερμανία, όπου οι συγκυβενώντες Πράσινοι συναινούν πλέον χωρίς καμιά αυτοσυγκράτηση στη διατήρηση λειτουργίας των εργοστασίων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας. Πρόκειται, δηλαδή, για ομολογημένο «αμάρτημα» ότι η Κλιματική Αλλαγή, αν και απόρροια του καπιταλιστικού οικονομικού, παραγωγικού, καταναλωτικού και πολιτισμικού μοντέλου, οι ισχυρές χώρες αρνούνται την αναθεώρησή του, επικυρώνοντας εκ του αποτελέσματος και τη βαθύτατη αντίφαση που διέπει αυτό το ίδιο μοντέλο: Δηλαδή, ότι παραμένουμε προσκολλημένοι στην επιφανειακή ευημερία των καταλωτικών παραδείσων, ακόμη κι αν το κόστος εναι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος και σε απώτατη συνέπεια τούτου η ίδια η καταστροφή των οικονομιών και των κοινωνιών.

Φυσικά και η Κλιματική Αλλαγή είναι παγκόσμιο πρόβλημα και απαιτούνται ενιαίες πολιτικές παρεμβάσεις για την ανάσχεση των συνεπειών του φαινομένου, όπως για παράδειγμα η γενική κατεύθυνση περιορισμών χρήσης του άνθρακα. Η παραπομπή, όμως, σε λύσεις εναλλακτικής παραγωγής ενέργειας (ηλιακής, αιολικής κ.λπ.), χωρίς απολύτως εξειδικευμένη προσαρμογή στις τοπικές κλιματολογικές αλλά και περιβαλλοντικές συνθήκες, μπορεί να παραγάγει τέρατα αντί για λύσεις. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η κατ’ απόλυτη υπερβολή υιοθέτηση του μοντέλου του ανεμογεννητριών, που είναι φανερό πως σχετίζεται με τις αυξημένες πυρκαγιές σε ορεινές δασικές περιοχές (και όχι μόνο στην Ελλάδα), ενώ αναμφίβολα συμβάλλει στην υποβάθμιση μεχρις εγκατάλειψης των προγραμμάτων του κράτους για οργανωμένες αναδασώσεις.

Πόσο επίκαιρο και σοφό ακούγεται σήμερα, μετά απ’ όλ’ αυτά, το παλιό και ξεχασμένο εδώ και καιρό σύνθημα των γνήσιων πατέρων του οικολογικού κινήματος της δεκαετίας του 1980, που ήταν το «Σκέψου συλλογικά, Δράσε τοπικά»;

Όμως, εδώ δεν μιλάμε για το μέγα ζήτημα της Κλιματικής Αλλαγής και παρεμπιπτόντως αναφέρθηκα σ’ αυτό, ως ενδεικτικό σημείο εγκλωβισμού της ανθρωπότητας σ’ ένα καταστροφικό μοντέλο.

Στις οικονομίες, λοιπόν, οφείλουμε να αναζητήσουμε τις λύσεις, για να ξεπεράσουμε τη σημερινή παγκόσμια γεωπολιτική αποσταθεροποίηση και τους πολέμους που παράγει!

Στο σημείο αυτό αναδύεται και η μεγάλη ευθύνη των προοδευτικών πολιτικών δυνάμεων να εισηγηθούν λύσεις. Και να το κάνουν, με την αξιοπιστία των πολιτικών δυνάμεων που ποτέ δεν υποστήριξαν άκριτα την ματαιοδοξία της καταναλωτικής ευωχίας, ως δήθεν παραγωγικής «δύναμης». Άλλωστε, και ο ίδιος ο συστημικός καπιταλισμός διαθέτει στο οπλοστάσιό του μια αποτελεσματική και δοκιμασμένη ιστορικά λύση: το κόψιμο πληθωριστικών τραπεζογραμματίων! Που στην εποχή μας συνιστά προοδευτική πολιτικά κίνηση, τουλάχιστον στο επίπεδο εξοικονόμησης του χρόνου που χρειάζεται σαν οξυγόνο επιβίωσης του είδους μας η ανθρωπότητα, για να δυνηθεί να επαναδιαπραγματευτεί ένα καινούριο βιώσιμο σύστημα παγκόσμιων γεωπολιτικών ισορροπιών, αναγκαίας προϋπόθεσης για ένα ειρηνικό μέλλον.

Αυτή πρέπει, μπορεί και οφείλει να είναι η πρόταση της σύγχρονης διεθνούς αριστεράς! Τα υπόλοιπα συνοδά στοιχεία της σημερινής καπιταλιστικής κρίσης και τα μέσα χειρισμού τούτων (για παράδειγμα, αναδιανεμητικές οικονομικές πολιτικές για την αντιμετώπιση του χαίνοντος αδιεξόδου που παράγει η μέχρις κοινωνικής βαρβαρότητας ανισοκατανομή του πλούτου, φυσικά μπορούν και αυτά να υιοθετηθούν -να διατηρηθούν, για να είμαι ακριβής- πολιτικά από την αριστερά και να προαχθούν προγραμματικά από την ίδια, με την απόλυτη επίγνωση, όμως ότι δεν είναι αυτά τα βαρέα όπλα για να δώσουμε τη μεγάλη μάχη αυτής της γενιάς για ένα ειρηνικό μέλλον! Δηλαδή, για την αποκατάσταση ενός κόσμου συνεννόησης και ασφάλειας, στο πλαίσιο μιας νέας βιώσιμης γεωπολιτικής ισορροπίας δυνάμεων.

Εκτός από την αριστερά, όμως, είναι και η Ευρώπη υπό την κλονιζόμενη διαδικασία ενοποίησής της, που πρέπει, μπορεί και οφείλει να συναινέσει στην πρόταση για το κόψιμο άμεσα αγνού, απλού και αποτελεσματικού πληθωριστικού ευρώ. Απλούστατα, διότι αυτό ευνοεί την οικονομία της ΕΕ και έτσι μετατρέπει και την ίδια από παράγοντα περαιτέρω γεωπολιτικής αποσταθεροποίησης των πραγμάτων, σε παράγοντα αντικειμενικής συμβολής σε διεθνείς επιλογές ύφεσης και φιλειρηνικής διευθέτησης των διαφορών, τοπικών και ευρύτερων. Αντ’ αυτού και παρ’ όλο που είναι σαφές ότι η σημερινή πληθωριστική έκρηξη οφείλεται σε δυσλειτουργίες του νομισματοπιστωτικού πλαισίου και σε σημαντική αύξηση του κόστους παραγωγής οφειλόμενου σε γεωπολιτικούς λόγους, και όχι στη κατανάλωση μέσω αύξησης της ζήτησης (όπως συνέβη με την Ελλάδα, κατά την κρίση του 2010), η ευρωζώνη συνεχίζει αμετανόητη να προσποιείται ότι το δικό της μετα-καπιταλιστικό και γερμανοκρατούμενο οικονομικό και νομισματικό μοντέλο είναι το ορθό και συνιστά την ενδεδειγμένη λύση, ως μέσο ταυτόχρονου χειρισμού της οικονομικής κρίσης (αν και και ήδη δέκα χρόνια τώρα δεν το κατάφερε) αλλά και συμβολής στην εκτόνωση των αιτίων που παράγουν της σημερινή γεωπολιτική αποσταθεροποίηση.

Κι όμως! Θα αρκούσε η αποκατάσταση και η εκλογίκευση του κόστους παραγωγής μακριά από τις γεωπολιτικές (και όχι οικονομικές) αιτίες που το απογειώνουν, καθώς και η ουσιαστική εξυγίανση του νομισματοπιστωτικού συτήματος στην ευρωζώνη (που, σημειωτέον, την περασμένη δεκαετία της κρίσης παγιδεύτηκε στην αδιέξοδη πρακτική των εικονικών διασώσεων και μάλιστα με δημοσιονομική δαπάνη και όχι με κεφάλαια από τις τσέπες των «διασωθέντων»), κι αυτά στον αντιποδα του «κυνηγητού των επιτοκίων», για να ανασάνει η ευρωπαϊκή οικονομία. Οι λόγοι που δεν το επιλέγει η ευρωζώνη είναι πολιτικοί, ανάγονται στη φύση και την ιδεολογικοπολιτική προέλευση της ηγεσίας της και άμεση συνέπεια τούτου είναι η πολτική κρίση που σοβεί στην ΕΕ.

Ήδη, η ευρωζώνη σιωπηρά έχει περίπου εγκαταλείψει το ημίμετρο -αλλά, πάντως, σε κάθε περίπτωση σε θετική κατεύθυνση- έκδοσης ευρω-ομολόγων. Και αυτό είναι η θριαμβευτικότερη ομολογία εμμονής στο ίδιο λάθος!

Ακούω με προσοχή το επιχείρημα ορισμένων ότι για όλα ευθύνεται η πανδημία και αν δεν είχε αυτή εκδηλωθεί η κρίση του σημερινού ευρωπαϊκού μετα-καπιταλιστικού μοντέλου θα είχε ξεπεραστεί. Ανοησίες! Για δύο λόγους: α. το θέμα είναι αν η ευρωζώνη βελτίωσε συγκριτικά τη θέση της σε σχέση με άλλες οικονομίες εν μέσω πανδημίας, ή όχι -και δεν την βελτίωσε αλλ’, αντίθετα, την επιδείνωσε, και β.  ήδη η οικονομική κρίση εξελίσσεται και επιδεινώνεται ταχύτατα λόγω της γεωπολιτικής αποσταθεροποίησης και όχι λόγω της πανδημίας, κυρίως σε βάρος της Ευρώπης.

Φτάνω στο τέλος, όπου εδώ βρίσκεται και ένα ακόμη κρίσιμο σημείο σχετικά με ολόκληρη την προβληματική που αναπτύχθηκε πιο πάνω σ’ όλη την παρούσα ανάλυση!

Για να λάβουν χώρα θετικές εξελίξεις στην οικονομία, που με τη σειρά τους νομοτελειακά θα συμβάλλουν στην εκτόνωση της γεωπολιτικής ρευστότητας που μας περιβάλλει, συστηματικά προβάλλεται ως αναγκαία προϋπόθεση να υφίσταται και να είναι διαθέσιμο ένα ολοκληρωμένο εναλλακτικό μοντέλο, που θα αντικαταστήσει τον παρόντα φθίνοντα καπιταλισμό. Κι εδώ ανοησίες! Και υπεκφυγές!

Το ζήτημα δεν είναι να διατίθεται «ένα άλλο μοντέλο» για να εγκαταλείψουμε αυτό που μας που καταστρέφει. Το νέο εναλλακτικό μοντέλο θα το εφεύρουμε στον δρόμο. Αλλιώς θα καταστραφούμε!

«Τον δρόμο τον ανοίγεις προχωρώντας»!

Ρoή Ειδήσεων
Σχετικά άρθρα
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

Pet Shop Θεσσαλονίκη
Μενού