Για τη ρωσική υποχώρηση από τη Χερσώνα

Ο επανέλεγχος της Χερσώνας (σημαντική νίκη) προσδίδει 'βάθος' στις Ουκρανικές γραμμές, διασφαλίζοντας ακόμη περισσότερο την θέση της Οδησσού και επιτρέποντας στις Ουκρανικές δυνάμεις να προσανατολισθούν στη συνέχιση των επιθετικών επιχειρήσεων για την ανακατάληψη και άλλων κατεχόμενων περιοχών.

Ουκρανία Χερσώνα
Velonastongiaka

Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Η διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’[1] με δημοσίευμα της αναφέρεται στο συμβάν εκείνο που από την περασμένη Τετάρτη, όταν και έγινε ευρύτερα γνωστό, έχει συγκεντρώσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, δημοσιογραφικό και μη.[2]

Και αναφερόμαστε στην απόφαση περί απόσυρσης των Ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων[3] από την πόλη της Χερσώνας, στη νότια Ουκρανία, απόφαση που δεν παύει να προξενεί κάποια έκπληξη, ιδίως εάν λάβουμε υπόψιν το ό,τι το προηγούμενο χρονικό διάστημα ακούγονταν πολλά για τις προετοιμασίες[4] στις οποίες επιδίδονταν οι Ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις κύρια εντός του αστικού ιστού της Χερσώνας, προετοιμαζόμενες για σκληρές συγκρούσεις με τις αντίστοιχες Ουκρανικές.

Σε αυτό το πλαίσιο, δύναται να αναφέρουμε πως οι σχετικές με την προετοιμασία του Ρωσικού στρατού στην περιοχή της Χερσώνας, ειδήσεις, δεν ενέπιπταν στην κατηγορία της ‘φήμης’ (δεν εκλαμβάνουμε εδώ την έννοια της ‘φήμης’ ως «δεξαμενής της υπεραξίας»,[5] σύμφωνα με τους Jones et al.,/H φήμη ως «δεξαμενή της υπεραξίας’ υποδηλώνει τη δύναμη της να αποτελέσει έναν άυλο παράγοντα ικανό να βοηθήσει στην προστασία ενός οργανισμού σε μία περίοδο κρίσης»,[6] όπως σπεύδει να υπερθεματίσει η Ελευθερία Χριστάκου), και δη της ‘φήμης’ που επιθυμεί να συσκοτίσει τα πράγματα, αποκρύπτοντας την αλήθεια.

Αντιθέτως, είχαν ένα πραγματικό υπόβαθρο αναδεικνύοντας στην επιφάνεια όλες τις τελευταίες εξελίξεις σχετικά με τις προετοιμασίες των Ρωσικών δυνάμεων, διαμορφώνοντας ένα κλίμα ή αλλιώς, ένα περιβάλλον επικείμενης σύγκρουσης.

Την οποία σύγκρουση ανέμεναν πολλοί, εντός και εκτός Ουκρανίας και Ρωσίας. Πλέον, κατά πως φαίνεται (σε τέτοιες περιπτώσεις, ένα ενδεχόμενο στρατηγικής αναδίπλωσης από την αρχική απόφαση, παραμένει ανοιχτό), δεν θα διεξαχθούν συγκρούσεις μέσα στην πόλη της Χερσώνας[7] ή και γύρω από αυτή, με τμήματα των Ουκρανικών δυνάμεων που επιχειρούν στην περιφέρεια της Χερσώνας να έχουν ήδη εισέλθει στην πόλη, επωφελούμενες του γεγονότος της αποχώρησης των Ρωσικών δυνάμεων, υψώνοντας την Ουκρανική σημαία,[8] και σημασιοδοτώντας έτσι την σημαντικότερη ανακατάληψη περιοχής ή πόλης από τις Ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις, από τις απαρχές της Ρωσικής στρατιωτικής εισβολής στην Ουκρανία.

Από ό,τι φαίνεται, η εκκένωση της Χερσώνας ξεκίνησε αμέσως μετά την ανακοίνωση της απόσυρσης των Ρωσικών δυνάμεων από τον Ρώσο υπουργό Άμυνας Σεργκέι Σοϊγκού, με άμεσο διακύβευμα την μετακίνηση προς την ανατολική όχθη του Δνείπερου ποταμού,[9] προς θέσεις που μπορούν να προσφέρουν περισσότερη ασφάλεια, αποτελώντας την πρώτη γραμμή άμυνας εν όψει μίας ενδεχόμενης Ουκρανικής προώθησης,[10] με επίκεντρο την Χερσώνα πλέον, προς την Μελιτόπολη και την Μαριούπολη.

Το ενδεχόμενο αυτό λαμβάνεται πλέον σοβαρά υπόψιν από το Ρωσικό επιτελείο, όντας μάλιστα ένας εκ των πλέον βασικών λόγων που οδήγησαν στην οικειοθελή ‘παράδοση’ της Χερσώνας στην Ουκρανία, στο εγκάρσιο σημείο όπου αυτή η σημαντική πόλη θεωρήθηκε πως δεν μπορεί πλέον να προσφέρει κάτι ουσιαστικό και απτό στη Ρωσία, σε στρατηγικό επίπεδο, παρά μόνο τη διαρκή έκθεση στις ταυτόχρονες επιθέσεις των Ουκρανικών δυνάμεων.

Υπό αυτό το πρίσμα, η Ρωσική αποχώρηση από την πόλη της Χερσώνας, συνιστά και το πρώτο ισχυρό πλήγμα στα παράνομα δημοψηφίσματα που διεξήχθησαν στις τέσσερις κατεχόμενες από τη Ρωσία περιοχές (Ζαπορίζια, Λουγκάνσκ, Ντονέτσκ, Χερσώνα), τον περασμένο Οκτώβριο, με την προσάρτηση της Χερσώνας, που ακολούθησε το παράνομο δημοψήφισμα στην περιοχή, να παύει εν τοις πράγμασι να υφίσταται, πλέον και στρατιωτικά και όχι μόνο δικαιο-πολιτικά, αποτελώντας το πρώτο βήμα για την αποκατάσταση της Ουκρανικής εδαφικής ακεραιότητας στα διεθνώς αναγνωρισμένα σύνορα της.

Ο επανέλεγχος της Χερσώνας (σημαντική νίκη) προσδίδει ‘βάθος’ στις Ουκρανικές γραμμές, διασφαλίζοντας ακόμη περισσότερο την θέση της Οδησσού και επιτρέποντας στις Ουκρανικές δυνάμεις να προσανατολισθούν στη συνέχιση των επιθετικών επιχειρήσεων για την ανακατάληψη και άλλων κατεχόμενων περιοχών.

Σταχυολογούμε ενδεικτικά από το δημοσίευμα της διαδικτυακής έκδοσης της εφημερίδας ‘Η Καθημερινή’: «H Ρωσία ανακοίνωσε την Παρασκευή την ολοκλήρωση της εκκένωσης της δυτικής όχθης του Δνείπερου στη Χερσώνα, την ώρα που τα ουκρανικά ΜΜΕ δείχνουν την ουκρανική σημαία αναρτημένη στο κέντρο της πόλης, στο οποίο, σύμφωνα με αναφορές, έχουν εισέλθει οι ένοπλες δυνάμεις της Ουκρανίας.
Κατά τον Guardian, φωτογραφίες που δημοσιεύτηκαν σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης φέρεται να δείχνουν πολίτες να καλωσορίζουν Ουκρανούς στρατιώτες στην περιοχή Korabelnyi της πόλης. Μέλος του περιφερειακού συμβουλίου της Χερσώνας δήλωσε στο Reuters ότι σχεδόν όλη η πόλη βρίσκεται υπό τον έλεγχο των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων.

Σύμφωνα με τοπικό αξιωματούχο Serhiy Khlan, τον οποίο επικαλείται το Reuters, οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις βρίσκονται στο τελικό στάδιο της ανάκτησης της δεξιάς όχθης του ποταμού Δνείπερου, με τον ίδιο να δηλώνει ότι πολλοί Ρώσοι στρατιώτες δεν μπόρεσαν να εγκαταλείψουν την πόλη της Χερσώνας.

Εν μέσω αναφορών για τραυματίες Ρώσους στρατιώτες, μέλος των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων, τον οποίο επικαλείται ο Guardian, σημείωσε ότι ορισμένες μονάδες έλαβαν εντολή να υποχωρήσουν με όποιον τρόπο μπορούσαν».[11]



[1] Βλέπε σχετικά, ‘Ρωσία: Ολοκληρώθηκε η αποχώρηση του στρατού από τη Χερσώνα – Ουκρανική σημαία στο κέντρο της πόλης,’ Διαδικτυακή έκδοση εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’ 11/11/2022, Ρωσία: Ολοκληρώθηκε η αποχώρηση του στρατού από τη Χερσώνα – Ουκρανική σημαία στο κέντρο της πόλης | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (kathimerini.gr) Από την Τετάρτη 9 Νοεμβρίου που ήσαν ημέρας γενικής απεργίας εν Ελλάδι, απεργία την οποία είχαν εδώ και καιρό προκηρύξει οι τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ) και η ΑΔΕΔΥ (σε αυτό το σημείο, θα διατυπώσουμε, θεωρητικά-επιστημολογικά, την ακόλουθη υπόθεση εργασίας: Ένας εκ των πλέον βασικών λόγων για τους οποίους συμμετείχε στην εφημερίδα και η Ένωση Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Αθηνών, γνωστή και σε κύκλους πέραν αυτής, με το αρκτικόλεξο ‘ΕΣΗΕΑ,’ ήσαν η επίδειξη αλληλεγγύης προς τις τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ καθώς και στους εργαζόμενους που θα συμμετείχαν στην απεργία/Άρα, εν ευρεία εννοία, η συνδικαλιστική ηγεσία της ΕΣΕΑ προκήρυξε μία «απεργίας αλληλεγγύης», για να παραπέμψουμε στην ανάλυση του Θανάση Τσακίρη, ζητώντας από τα μέλη της, σε ένδειξη συμπαράστασης, να μην εργασθούν ημέρα Τετάρτη, ήτοι να μην σχολιάσουν την επικαιρότητα, είτε να μην δημοσιεύσουν γεγονότα και ειδήσεις/Εάν δε, κρίνουμε από την παράμετρο που ακούει στο όνομα ‘αποτέλεσμα’ που πρέπει διαρκώς να εξετάζεται, όταν μελετώνται απεργιακές δράσεις και κινητοποιήσεις, το απεργιακό κάλεσμα της ΕΣΗΕΑ, κάλεσμα επαγγελματικού τύπου, εστιασμένο στις κατά τόπου δημοσιογραφικές ενώσεις και σε μεμονωμένους δημοσιογράφους, απέκτησε ισχυρή επίδραση, καθότι, δεν ήσαν λίγες οι εφημερίδες και οι δημοσιογράφοι τους, ακόμα ακόμα και ενημερωτικές ιστοσελίδες, που προθυμοποιήθηκαν να συμμετάσχουν στην απεργία της Τετάρτης 9ης Νοεμβρίου, όχι με τον παραδοσιακό ή αλλιώς, με τον συμβατικό τρόπο, δηλαδή με την παρουσία στην κινητοποίηση σε δρόμους των Αθηνών και άλλων πόλεων της χώρας, αλλά, με την αποχή από την εργασία και από ό,τι αυτή φέρει εντός της, δίχως κάτι τέτοιο να σημαίνει πως ο απεργός, που δεν είναι απαραίτητα δημοσιογράφος, αποκλίνει καταστατικά από το περιεχόμενο της εργασίας του/Αυτή η διαπίστωση μας ωθεί στο να εμβαθύνουμε περισσότερο, επισημαίνοντας πως συνήθως οι απεργιακές κινητοποιήσεις, απλοϊκώ τω τρόπω, αποτιμώνται με βάση το πόσοι εργαζόμενοι συμμετείχαν στην πορεία στους κεντρικούς δρόμους της πόλης, με βάση το αν η ΓΣΕΕ ή το Πανεργατικό Αγωνιστικό Μέτωπο που επίσης συνιστά οργανωτικό δρώντα, κατάφεραν να κινητοποιήσουν τους περισσότερους εργαζόμενους, παραβλέποντας το ό,τι μία απεργιακή δράση εν συνόλω σχετίζεται και με το πόσοι απέργησαν χωρίς να συμμετάσχουν στην κύρια απεργιακή διαδήλωση, φαινόμενο που έχει κερδίσει έδαφος εδώ και αρκετά χρόνια, με την περίοδο της βαθιάς κοινωνικοοικονομικής-πολιτικής κρίσης, όταν ιδίως την πρώτη περίοδο αυτής η συμμετοχή στις απεργιακές πορείες κυμάνθηκε σε ικανοποιητικά επίπεδα, να μην αρκεί για την αντιστροφή του φαινομένου, που θέλει τον εργαζόμενο να απεργεί μεν, μετά από παραινέσεις φίλων που τυγχάνει να είναι και συνάδελφοι και ακόμη, συνδικαλιστικών ηγετών, προσλαμβάνοντας την ημέρα της απεργίας ως ημέρα ξεκούρασης, ως ημέρα ψυχο-συναισθηματικής αποφόρτισης, αίσθημα που επιτείνεται αν ο εργαζόμενος μένει για κάποιες ώρες μόνος εντός της οικίας του, με τα παιδιά να βρίσκονται στο σχολικό περιβάλλον, από την άλλη όμως, δε, να αποφεύγει να κατέβει στο δρόμο, εκχωρώντας, και μάλιστα οικειοθελώς, σε άλλους αυτό το ‘δικαίωμα,’ φοβούμενος τυχόν επεισόδια και, κατά κύριο λόγο, πως έχει ήδη εκπληρώσει το δικό του καθήκον το οποίο έγκειται στη συμμετοχή του στην απεργία/Η συνδικαλιστική αυτή εξέλιξη δεν καθιστά τον εργαζόμενο που δρα κατ’ αυτόν τον τρόπο ως εργαζόμενο ‘δεύτερης ταχύτητας’/Η απεργία της Τετάρτης 9 Νοεμβρίου, ήσαν κατά βάση ένα «μονοήμερο event», κατά τη διατύπωση του καθηγητή Απόστολου Δεδουσόπουλου, στην οποία επανεμφανίσθηκε, εκείνο το μοτίβο που αποτελεί μία εκ των πλέον αναγνωρίσιμων ‘σταθερών’ του εν Ελλάδι συνδικαλιστικού κινήματος/Και τι εννοούμε λέγοντας κάτι τέτοιο; Εννοούμε πως και αυτή η απεργία, απεργία που ενεγράφη εντός του ευρύτερου συνδικαλιστικού κύκλου διαμαρτυρίας-κινητοποίησης που έχει ανοίξει στην Ευρωπαϊκή ήπειρο το τελευταίο χρονικό διάστημα, με αφορμή την άνοδο του κόστους ζωής, με ό,τι συνεπάγεται κάτι τέτοιο για την ποιότητα ζωής ενός πολίτη, δεν ξέφυγε από την πεπατημένη της «απεργίας δικαιοδοσίας», εκεί όπου «δύο συνδικάτα ανταγωνίζονται για το δικαίωμα εκπροσώπησης μιας ομάδας εργατών»/Και τα συνδικάτα, με την ευρύτερη έννοια του όρου, στα οποία αναφερόμαστε είναι η ΓΣΕΕ και το ΠΑΜΕ, με το δεύτερο να έχει ενστερνισθεί, από την ίδρυση του ακόμη, έναν φύση ανταγωνιστικό χαρακτήρα απέναντι στη ΓΣΕΕ, που εκδηλώνεται εν καιρώ δράσεων για την οργάνωση μίας απεργίας, και την ημέρα της διαδήλωσης, αποφεύγοντας ακόμη και να συμπέσει στο δρόμο με την ΓΣΕΕ και συνδικαλιστικά στελέχη της πρώτης), άρχισαν να εμφανίζονται δημοσιεύματα στον εγχώριο τύπο, έντυπο και ηλεκτρονικό (προφανώς λαμβάνουμε υπόψιν τους δημοσιογράφους των μέσων που δεν απέργησαν/Έχουν ωριμάσει οι κοινωνικές-πολιτικές συνθήκες ώστε να πάψουν να θεωρούνται εργαζόμενοι που δεν συμμετέχουν στην οργάνωση, πολλώ δε μάλλον σε μία απεργιακή κινητοποίηση, ως ‘απεργοσπάστες’ και να ‘στιγματίζονται’ ηθικά, κοινωνικά και επαγγελματικά, μέσα στο χώρο της εργασίας τους, επειδή δεν συμμετείχαν σε μία απεργιακή κινητοποίηση, αντιμετωπίζοντας προβλήματα που φθάνουν έως τη διαγραφή τους τις από τις τάξεις ενός σωματείου, φαινόμενο που ήσαν κάτι παραπάνω από ευδιάκριτο την περίοδο της κρίσης, επηρεάζοντας τον δημοσιογραφικό κλάδο, σε ένα λεπτό σημείο όπου, μέσω της ακραίας και τιμωρητικής πράξης της διαγραφής, διαμορφώθηκαν οι προϋποθέσεις για την συγκρότηση αντιπαραθετικών ταυτοτήτων που εμπεριείχαν εντός τους την κλασική διάκριση ‘εμείς’ και οι ‘άλλοι,’ και όπου ‘άλλοι,’ εσφαλμένα και με αφοριστικές τάσεις, οι ‘εργοδοτικοί,’ οι ‘μνημονιακοί’, οι ‘τροϊκανοί’ δημοσιογράφοι/Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η διαιρετική τομή μνημόνιο-αντιμνημόνιο, ‘μετεγγράφηκε’, και όχι στατικά και μηχανικά, στον δημοσιογραφικό κλάδο, με τους εμπνευστές αυτής της ηθικολογικής διάκρισης, να μην επενδύουν συμβολικούς, πολιτικούς και γνωστικούς πόρους προς την κατεύθυνση του ό,τι ο Connolly προσδιορίζει ως «βαθύ πλουραλισμό», αδυνατώντας να ‘μεταβολίσουν’ την άποψη,  ή αλλιώς, να κατανοήσουν ψυχο-συναισθηματικά, πως υπάρχει και ένα ευδιάκριτο κομμάτι δημοσιογράφων που δεν επιθυμεί να απεργήσει, για μία σειρά από λόγους/ Οι συνθήκες έχουν ωριμάσει λοιπόν, προκειμένου συνδικαλιστές διαφόρων σωματείων, και ανεξαρτήτως ίσως κλάδου και πολιτικοϊδεολογικών καταβολών, να υπερβούν στενές και αναχρονιστικές συνδικαλιστικές λογικές, συντεχνιακές αντιλήψεις τύπου ‘όλα δικά μας’, αντιλαμβανόμενοι πως η απεργία μπορεί να καθίσταται και να εκλαμβάνεται ως συνδικαλιστικό ‘δικαίωμα’ ρητά κατοχυρωμένο στο νόμο, το οποίο, παρά τις κινδυνολογικές διακηρύξεις πολιτικών και συνδικαλιστών, δεν τίθεται εν αμφιβόλω, αλλά, επ’ ουδενί δεν αποτελεί ‘κτήμα όλων’), σχετικά με την πρόθεση αποχώρησης των Ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων από την πόλη της Χερσώνας. Ως προς αυτό, θα τονίσουμε, θεωρητικά-επιστημολογικά, πως η ιστοσελίδα της εφημερίδας ‘Πρώτο Θέμα,’ κατέστη, εκείνη την ημέρα, το μείζον δημοσιογραφικό κέντρο ενημέρωσης για όλους όσοι αναζητούσαν πληροφορίες που δεν μπορούσαν να βρουν λόγω των συνθηκών, αναλαμβάνοντας το δημοσιογραφικό-ηθικό καθήκον να παρέχουν αδιαλείπτως πληροφορίες (εν είδει υποθέσεως εργασίας θα πούμε πως στο ‘Πρώτο Θέμα’ στράφηκαν και αναγνώστες που δεν το προτιμούν για την ενημέρωση τους, ελλείψει άλλων εναλλακτικών επιλογών/Θα είχε θεωρητικό-επιστημολογικό ενδιαφέρον η πραγματοποίηση μίας έρευνας που θα διερευνά το ποια  είναι τα κίνητρα που ωθούν τους δημοσιογράφους του έντυπου και του ηλεκτρονικού τύπου να συμμετάσχουν σε μία απεργιακή κινητοποίηση, το αν οι πρώτοι συμμετέχουν σε μεγαλύτερο βαθμό σε μία κινητοποίηση από ό,τι οι δημοσιογράφοι του ηλεκτρονικού τύπου),  για τι λαμβάνει χώρα στη Ρωσο-ουκρανική σύγκρουση και κυρίως, για το ποιες είναι οι προθέσεις των Ρώσων. Η παροχή πληροφοριών για αυτό το θέμα, συμβάδισε μάλιστα με την συνεχή ροή πληροφοριών (ενσκήπτει μία ισχυρή συσχέτιση μεταξύ του γεγονότος πως η ιστοσελίδα του ‘Πρώτου Θέματος’ ήσαν αυτή που κατάφερε να διακριθεί την ημέρα της απεργίας, και της ταχύτητας με την οποία λάμβανε, επεξεργάζονταν και μετέδιδε πληροφορίες που προέρχονταν από διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία/Μάλιστα, λίγο έλειψε να σκιαγραφήσει και το πολιτικό προφίλ του νέου γερουσιαστή της Πενσιλβάνια Τζορτζ Φέτερμαν, ο οποίος επικράτησε του Τουρκικής καταγωγής Μεχμέτ Οζ , στις ενδιάμεσες εκλογές των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής), για την εξέλιξη των ενδιάμεσων εκλογών στις Ηνωμένες Πολιτείες, διευκολύνοντας ακόμη και την ταυτόχρονη παρακολούθηση (σε τέτοιες συγκυρίες, αποδεικνύεται η δημοσιογραφική χρησιμότητα και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και ιδίως του ‘Facebook’, με τους χρήστες να μπορούν να κάνουν χρήση των δημοσιογραφικών πληροφοριών που αυτό παρέχει), των δύο θεμάτων. Χάριν και της δημοσιογραφικής κινητοποίησης της ομάδας που τρέχει τη λειτουργία της ιστοσελίδας του ‘Πρώτου Θέματος,’ η δημοσιογραφική κάλυψη του γεγονότος ήσαν αρκετά ικανοποιητικά, ακριβώς διότι, εκείνη την κρίσιμη στιγμή, ένας αναγνώστης δύναται να ζητήσει πληροφόρηση. Βλέπε σχετικά, Τσακίρης, Θανάσης., ‘Ο συνδικαλισμός των εργαζομένων στις τράπεζες στην Ελλάδα (1974-1993),’ Διδακτορική Διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2006, σελ. 157, Διαθέσιμη στο: Ο συνδικαλισμός των εργαζομένων στις τράπεζες στην Ελλάδα (1974-1993) (didaktorika.gr) Η διδακτορική διατριβή του Θανάση Τσακίρη, ενός εκ των πρώτων πολιτικών επιστημόνων παλαιότερων γενεών που καταπιάστηκαν θεωρητικά-επιστημολογικά με το ‘κίνημα’ στις διαφορετικές εκδοχές του (σε αυτό το ευρύτερο επιστημονικό ενδιαφέρον, οφείλεται το ό,τι ο Θανάσης Τσακίρης ήσαν ο μεταφραστής ενός κλασικού, περί κοινωνικών κινημάτων, έργου του Αμερικανού κοινωνιολόγου Charles Tilly στην ελληνική γλώσσα), είναι μονομερώς προσανατολισμένο στη διερεύνηση της συνδικαλιστικής δράσης των εργαζομένων στις τράπεζες, την περίοδο 1974-1993. Οπότε, δεν θα πρέπει να αιφνιδιάζει το γεγονός πως εκλείπει οποιαδήποτε αναφορά στη συνδικαλιστική-απεργιακή δράση δημοσιογράφων εν καιρώ Μεταπολίτευσης (ο δημοσιογράφος και βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Δημήτρης Μαρκόπουλος, δεν φημίζεται για την συνδικαλιστική του δράση). Αντιθέτως, αυτό που αιφνιδιάζει αρνητικά, είναι το γεγονός πως απουσιάζει οποιαδήποτε νύξη στο θέμα από αρκετές διδακτορικές διατριβές επικεντρωμένες στο επάγγελμα του δημοσιογράφου. Παράδειγμα αυτού, είναι η διδακτορική διατριβή της Θεοδώρας Μάνιου με τίτλο ‘Πολιτική ενημέρωση και τηλεοπτικό κοινό: η περίπτωση της Θεσσαλονίκης,’ Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2006, Διαθέσιμο στο: Διατριβή: Πολιτική ενημέρωση και τηλεοπτικό κοινό: η περίπτωση της Θεσσαλονίκης – Κωδικός: 19359 (ekt.gr) Βλέπε και, Δεδουσόπουλος, Απόστολος., ‘Διαρθρωτικές αλλαγές και συνδικαλιστικό κίνημα,’ στο: ‘Εργασία και Πολιτική: Συνδικαλισμός & Οργάνωση Συμφερόντων στην Ελλάδα, 1974-2004,’ Πρακτικά 10ου Συνεδρίου Ιδρύματος Σάκη Καράγιωργα, Αθήνα, 2004, σελ. 110-142. Και, Connolly, William, E., ‘Some Theses on Secularism,  Cultural Anthropology  26, 4, σελ. 648-656, 2011b.

 

[2] Πιάνοντας το νήμα από την προηγούμενη υποσημείωση, θα σημειώσουμε πως σε αυτή συμμετείχαν ο Αλέξης Τσίπρας, επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ και αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, και ο Νίκος Ανδρουλάκης, πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής. Ο πρώτος μάλιστα, συμμετείχε σε πολιτικό μπλοκ οργανωμένο από το κόμμα του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, αν και το κόμμα συμμετείχε στην κινητοποίηση, δίχως να λαμβάνει μέρος στην οργάνωση της, αποκτώντας την ορατότητα που του αναλογεί: Ένα μπλοκ μεταξύ των πολλών, ή αλλιώς, ένα μπλοκ που αλληλεπιδρά με τα υπόλοιπα, κυρίως αυτά που κινούνται στο φάσμα που εκτείνεται από την ΓΣΕΕ και φθάνει έως τις παρυφές της εξω-κοινοβουλευτικής Αριστεράς και αυτόνομων πρωτοβάθμιων σωματείων. Το θεωρητικά-επιστημολογικά παράδοξο για τη στρατηγική αυτού του κόμματος, είναι το ό,τι επιδιώκει να αποκτήσει μία «συνδικαλιστική ζωτικότητα», κατά την έκφραση των Hamman & Kelly, σε μία περίοδο όπου η επιρροή των οργανωμένων συνδικαλιστικών συσσωματώσεων, φθίνει (βλέπε τις πολύ ενδιαφέρουσες και τεκμηριωμένες προσεγγίσεις του δημοσιογράφου της εφημερίδας ‘Τα Νέα’ Δημήτρη Μανιάτη για τη σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με το συνδικαλιστικό κίνημα), καθιστώντας μάλιστα ως μία εκ των πλέον απαραίτητων προϋποθέσεων για την πολιτική ανασύνταξη του (εδώ οφείλουμε να δούμε το ό,τι οι εργαζόμενοι της εταιρείας ‘Μαλαματίνα’, που συμμετέχουν εδώ και καιρό σε απεργιακές δράσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει πως με την όλη στάση τους συνέβαλλαν στην καλλιέργεια του εδάφους για την προκήρυξη της απεργίας της 9ης Νοεμβρίου, μετέβησαν, από την στρατηγική της «συνδικαλιστικής μονομέρειας», για να δανεισθούμε τον όρο των Ackers & Payne, που συνίσταται στη «συνεργασία με τον εργοδότη», όχι όμως άνευ προϋποθέσεων, όχι μόνο σε μία μαχητική συνδικαλιστική λογική, μετά από την ‘αθέτηση’, όπως θεώρησαν, των συμφωνιών από την πλευρά της εργοδοσίας, πράγμα ίσως αναμενόμενο και απολύτως ερμηνεύσιμο , αλλά, και στη «λογική της επιρροής», σύμφωνα με τους Herey & Adler/Σε αυτή την περίπτωση, επένδυσαν συμβολικούς-συνδικαλιστικούς και ακόμη και ψυχο-συναισθηματικούς πόρους, παρά το ό,τι στερούνταν ηγεσίας, στο να επηρεάσουν με θετικό τρόπο, μαζικές συλλογικότητες όπως οι σύνδεσμοί οπαδών ομάδων της Θεσσαλονίκης, με έναν διττό στόχο: Από την μία πλευρά να αποσπάσουν την υποστήριξη τους, και, από την άλλη, να επικοινωνήσουν ή αλλιώς, να ‘διαφημίσουν’ την συνδικαλιστική τους εκστρατεία, θέτοντας εκτός του ρεπερτορίου δράσης τους το να καλέσουν μέλη αυτών των συλλογικοτήτων σε συμμετοχή σε απεργιακές δράσεις εντός και πέριξ του εργοστασίου και σε πορείες διαμαρτυρίας), παραβλέποντας δραστικά το σημαντικότερο ίσως, μειονέκτημα του, που είναι η έλλειψη πολιτικών ιδεών που μπορούν να προσλάβουν προωθητική δυναμική. Από την άλλη πλευρά, ο επικεφαλής του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής Νίκος Ανδρουλάκης, δεν χρειάστηκε να συμμετάσχει σε κάποιο κομματικά οργανωμένο μπλοκ. Για την ακρίβεια, δεν απαιτήθηκε καν να ζητήσει την διαμόρφωση ενός τέτοιου μπλοκ (κινούμενοι σε ένα θεωρητικό-επιστημολογικό επίπεδο, θα υπογραμμίσουμε πως η οργανωσιακή λογική του μπλοκ που διαπερνά το εγχώριο συνδικαλιστικό κίνημα, ιστορική εξέλιξη που έχει ως αποτέλεσμα την οργανωμένη συμμετοχή σε συνδικαλιστικές δράσεις διαφόρων μπλοκ όπως είναι τα φοιτητικά και τα γυναικεία, έχει διευκολύνει και εκείνα τα πολιτικά κόμματα που επιδιώκουν να αποκτήσουν δεσμούς με το συνδικαλιστικό κίνημα και επιρροή εντός αυτού, στο να κατέρχονται σε απεργιακές διαδηλώσεις οργανωμένα και συντεταγμένα), όπως συνέβη στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, ακριβώς διότι η επιρροή που ασκεί η συνδικαλιστική παράταξη της ΠΑΣΚΕ εντός του συνδικαλιστικού κινήματος, αποτρέπει κάτι τέτοιο. Και απόρροια αυτού είναι το να καταφέρει να βρεθεί ο Νίκος Ανδρουλάκης μεταξύ κομματικών συντρόφων που φέρουν και την ιδιότητα του συνδικαλιστικού μέλους, εξ αρχής, χωρίς να χρειαστεί να επενδύσει στο συμβολικό-πολιτικό του κεφάλαιο προκειμένου να καταστεί παρεμβατικός. Εν αντιθέσει με τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος καλείται εν τοις πράγμασι να επενδύσει στο συμβολικό-πολιτικό του κεφάλαιο, στην ίδια την πολιτική-θεσμική του ιδιότητα, με τρόπο ώστε να μπορέσει να περιηγηθεί σε μπλοκ πέραν αυτού του κόμματος του, με διακύβευμα το να αυτο-προβληθεί ενώπιον εργαζομένων που δεν συμμετέχουν όλοι κάθε φορά σε απεργιακές δράσεις ως αρκούντως αντι-κυβερνητικός. Βλέπε σχετικά, Heery, E., & Adler, L., ‘Organizing the unorganized,’ στο: Frege, C., & Kelly, J., (επιμ.), ‘Varieties of unionism: Strategies for union revitalization in a globalizing economy,’ Oxford, Oxford University Press, 2004. Και, Hamman, K., & Kelly, J., ‘Unions as political actors for revitalization,’ στο: Frege, C., & Kelly, J., (επιμ.), ‘Varieties of unionism: Strategies for union revitalization in a globalizing economy…ό.π. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην παρουσία της πρώην Γενικής Γραμματέως του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ) Αλέκας Παπαρήγα (ο Γιώργος Μπιθυμήτρης, στην διεισδυτική και περιπτωσιολογική διδακτορική του διατριβή, στην οποία και εξετάζει τις στρατηγικές που έχει υιοθετήσει το εγχώριο συνδικαλιστικό κίνημα και  την διεπίδραση του με τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, εστιάζοντας στον κλάδο του μετάλλου, τονίζει πως ένα από τα στοιχεία εκείνα που διαφοροποιούν την συναινετική από την συγκρουσιακή συνδικαλιστική στρατηγική είναι το ό,τι στη δεύτερη στρατηγική, αυτή δηλαδή της σύγκρουσης, απαντάται το φαινόμενο της «διαπαιδαγώγησης των μελών σε κινηματική κατεύθυνση»/Δεν μπορούμε να διακρίνουμε κάτι τέτοιο στις απεργιακές κινητοποιήσεις των εργαζομένων στη ‘Μαλαματίνα,’ από την στιγμή όπου το πρωταρχικό κίνητρο δράσης δεν καθίσταται η διαπαιδαγώγηση σε κάτι που τους υπερβαίνει, σε κάτι που δεν γνωρίζουν και ούτε επιθυμούν να γνωρίσουν βαθύτερα, αλλά, αντιθέτως, η επανένταξη τους στην αγορά εργασίας με τον ‘μόνο τρόπο’ που γνωρίζουν: Ως εργαζόμενοι της εταιρείας παρασκευής αλκοολούχων ποτών ‘Μαλαματίνα’/Χρειάζεται να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί, θεωρητικώ τω τρόπω, στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε ένα τέτοιο σύνθετο ζήτημα/Γιατί, για παράδειγμα, να γίνεται λόγος για την υιοθέτηση κινηματικών πρακτικών από πλευράς συνδικαλιστών και συνδικαλιστικών σωματείων, και όχι για την υιοθέτηση συνδικαλιστικών πρακτικών από την πλευρά ακτιβιστών και κοινωνικών κινημάτων, εάν συνυπολογίσουμε το ό,τι και οι δύο μορφές δράσης αξιοποιούν το ‘εργαλείο’ της πορείας διαμαρτυρίας στο δημόσιο χώρο; Τα αποτελέσματα της κάθε φορά κοινωνικής-αξιακής διεπίδρασης συνδικαλιστικών οργανώσεων και κοινωνικών κινημάτων διαμορφώνονται με βάση και την εκάστοτε κοινωνικοπολιτική συγκυρία/ Ο γράφων δεν άκουσε τον θείο του Γιάννη Καραούσογλου, για χρόνια συνδικαλιστής της Σωληνουργείων ‘Τσαούσογλου’ στη Χαλκίδα, να μιλά για την οικειοποίηση από τον ίδιο και τους ομοϊδεάτες του, μορφών δράσης που παραπέμπουν στα κοινωνικά κινήματα και ιδίως στα πλέον μαχητικά και διεκδικητικά εξ αυτών/Η οικειοποίηση αυτών των μορφών δράσης και η εξωτερίκευση τους στο χώρο της εργασίας, καθότι ο θείος του γράφοντος παρέμεινε κατά βάση ‘συνδικαλιστής εργοστασίου’ που δεν τον άγχωνε το ό,τι οι συνάδελφοι του επένδυαν πάνω του,   συντελούνταν φυσικά και κυριολεκτικά απροσποίητα, και το κυριότερο, χωρίς να αποτελούν τμήμα μίας ευρύτερης συνδικαλιστικής στρατηγικής/Άρα, απαιτείται να συμπεριλάβουμε στις αναλύσεις μας, το γεγονός της φυσικής οικειοποίησης τέτοιων χαρακτηριστικών δράσης, που μπορεί να προκύπτουν εκείνη την στιγμή, συνεπεία των εξελίξεων, χωρίς να στρεφόμαστε αποκλειστικά στη μελέτη της στρατηγικής, της όποιας συνδικαλιστικής στρατηγικής/Όσο μία συνδικαλιστική οργάνωση μπορεί να επηρεασθεί από τις κινηματικές δράσεις, τον αντίκτυπο, το υιοθετούμενο ρεπερτόριο και την αποτελεσματικότητα του, άλλο τόσο μπορούν να επηρεασθούν και τα κοινωνικά κινήματα, σε μία λογική αμοιβαιότητας), παρά το γεγονός πως αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα που την αναγκάζει να στραφεί για να στηριχθεί και για να περπατήσει, στο περιώνυμο ‘Π.’ Η με αυτούς τους όρους παρουσία της πρώην Γενικής Γραμματέως του ΚΚΕ, συνιστά ισχυρό δείγμα του τρόπου με τον οποίο τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και εν προκειμένω το ‘Twitter’ μετατρέπουν το αυτονόητο σε viral γεγονός. Ένας καλόπιστος όσο και υπομονετικός αναγνώστης μπορεί να αναρωτηθεί όμως: Γιατί αυτονόητο το γεγονός αυτό; Δεν σας προξενεί εντύπωση το ό,τι μία γυναίκα σε αυτή την κατάσταση σπεύδει να συμμετάσχει σε μία απεργιακή πορεία; Σπεύδουμε να απαντήσουμε: Η είδηση αυτή καθίσταται αυτονόητη διότι αφενός μεν η Αλέκα Παπαρήγα έχει συμμετάσχει πολλές φορές σε απεργιακές δράσεις και κινητοποιήσεις, και από τη θέση της Γενικής Γραμματέως (τα σχόλια που εισέπραξε ήσαν κατά κύριο θετικά έως αποθεωτικά, κάτι που αναδεικνύει στην επιφάνεια τον σχετικά υψηλό βαθμό προσωπικής αποδοχής που απολαμβάνει η συγκεκριμένη πολιτικός, αποδοχή που υπερβαίνει τον κομματικό της χώρο και ίσχυε από την περίοδο όπου ασκούσε τα καθήκοντα της ως Γενική Γραμματέας/Ο δείκτης δημοφιλίας της αυξήθηκε αισθητά στα μέσα περίπου της δεκαετίας του 2000, όταν η σταδιακή χρήση του Διαδικτύου το οποίο μετατρέπονταν σε πηγή ενημέρωσης, διαδραμάτισε ιδιαίτερο ρόλο στο να καταστεί περισσότερο αναγνωρίσιμη, ιδίως μεταξύ ατόμων νεότερων γενεών), και, αφετέρου δε, διαθέτει μία καλά εδραιωμένη συνδικαλιστική ταυτότητα ή κουλτούρα, που της επιτρέπει όχι μόνο να μην διστάζει να πράξει ό,τι η ίδια εκλαμβάνει ως ηθικό-πολιτικό καθήκον, αλλά, και να μην αμφιταλαντεύεται καθόλου μεταξύ του αν πρέπει να δώσει το παρών στην πορεία, εις βάρος ίσως της υγείας και της ανάρρωσης της, και του να παραμείνει εντός οικίας, δίδοντας έμφαση στην πλήρη και τάχιστη ανάρρωση της. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως η Αλέκα Παπαρήγα υπήρξε εκ των θιασωτών της πολιτικής διαφοροποίησης του ΚΚΕ σε επίπεδο τριτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων (ΓΣΕΕ), πολιτική που οδήγησε στην ίδρυση του Πανεργατικού Αγωνιστικού Μετώπου (για το ΠΑΜΕ, η χάραξη στρατηγικών προσέλκυσης νέων μελών στις τάξεις του, και μάλιστα από κλάδους όπου η συνδικαλιστική πυκνότητα παραμένει σχετικά χαμηλή, έχει μεγαλύτερη σημασία από την αναζήτηση και την εύρεση νέων στρατηγικών συνδικαλιστικής διαπάλης), σε ένα σύνθετο σημείο όπου το γεγονός αυτό, ολοκλήρωσε αυτό που ήδη είχε ξεκινήσει από τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1980: Δηλαδή, την πλήρη αποκοπή των πολιτικών δεσμών μεταξύ του ΠΑΣΟΚ και του ΚΚΕ, με το ΚΚΕ να μην επιθυμεί επ’ ουδενί να συνδέεται με το ΠΑΣΟΚ (ή να αφήνονται υπόνοιες περί αυτού) πλέον και σε συνδικαλιστικό επίπεδο. Και, Μπιθυμήτρης, Γιώργος., ‘Στρατηγικές του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης: η περίπτωση του κλάδου μετάλλου,’ Διδακτορική Διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2010, Διαθέσιμο στο: Στρατηγικές του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης: η περίπτωση του κλάδου μετάλλου (didaktorika.gr) Η διδακτορική διατριβή του Γιώργου Μπιθυμήτρη, αν και στερείται εκείνης της συγκριτικής προσέγγισης (σύγκριση κλάδου μετάλλου με τον κλάδο τροφίμων και ποτών για παράδειγμα) που θα μας βοηθήσει να αποκτήσουμε μία πληρέστερη εικόνα των εξελίξεων στο εσωτερικό του συνδικαλιστικού κινήματος την περίοδο της Μεταπολίτευσης (κάτι τέτοιο δεν σημαίνει βέβαια πως η διδακτορική του διατριβή στερείται εμβάθυνσης/Ο Μπιθυμήτρης καταλήγει σε πρωτότυπα συμπεράσματα και διερευνά με τέτοιον τρόπο έναν συγκεκριμένο κλάδο, ώστε να μπορούμε να πούμε πως πριν από αυτόν λίγοι κατάφεραν κάτι τέτοιο/Όμως, η διδακτορική του διατριβή πάσχει από την μονομέρεια εκείνη που θέλει μελέτες τέτοιου τύπου να εστιάζουν κατά βάση σε συνδικαλιστικές δράσεις πρωτοβάθμιων, δευτεροβάθμιων και τριτοβάθμιων σωματείων που εκπροσωπούν εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα, αφήνοντας εκτός πεδίου έρευνας σωματεία και συνδικάτα του εν ευρεία εννοία δημόσιου τομέα, τα οποία εξακολουθούν να παραμένουν, σε γνωσιο-θεωρητικό επίπεδο ‘terra incognita’, παρά το γεγονός πως η εργασιακή μονιμότητα δεν έχει αποτελέσει εμπόδιο για την υιοθέτηση ανά περιόδου και περιστάσεις, ενός διεκδικητικού ρεπερτορίου/Έτσι λοιπόν, δεν γνωρίζουμε πολλά για τα μοτίβα στρατολόγησης που χρησιμοποιούν, για το ποιος είναι ο βαθμός ενδο-συνδικαλιστικής επικοινωνίας, για το πως λαμβάνονται από τα μέλη οι αποφάσεις για την συμμετοχή σε μία απεργία, για το αν το γεγονός πως συγκεκριμένα σωματεία όπως η ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ που υιοθετούν μαχητικές μορφές δράσης, οφείλεται στο ό,τι κινούνται στις παρυφές του δημόσιου τομέα, φλερτάροντας ανοιχτά με τον ιδιωτικό, για το πως συγκροτούνται οι συμμαχίες με σωματεία εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα/Ο φόβος πως ασχολούμενοι με τους συνδικαλιστές του δημόσιου τομέα παραβιάζουμε ‘ανοιχτές θύρες,’ μας αποτρέπει από το να δώσουμε την έμφαση που αναλογεί σε σωματεία και σε συνδικαλιστικές οργανώσεις του δημόσιου τομέα, με την συμμαχία που επιτεύχθηκε στο ανώτατο συνδικαλιστικό επίπεδο, στο τριτοβάθμιο επίπεδο δηλαδή, μεταξύ της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, να προσλαμβάνει ισχυρό κοινωνικό αντίκτυπο διαχέοντας τα αποτελέσματα της προς τα κάτω, καθιστώντας εφικτή και απολύτως απαραίτητη την στρατηγική των συμμαχιών σε ένα ημι-πλουραλιστικό σύστημα κοινωνικής-συνδικαλιστικής εκπροσώπησης όπως είναι το ελληνικό), διατρέχει την βιβλιογραφία με θεωρητικά επαρκέστερο τρόπο από ό,τι ο Θανάσης Τσακίρης, ο οποίος επίσης προσδίδει στη μελέτη του τα χαρακτηριστικά της μελέτης περίπτωσης. Με τα διάφορα συνδικαλιστικά σωματεία των τραπεζών, συνέβη, ιδίως προς τα μέσα της δεκαετίας του 2000, το εξής εντυπωσιακό: Ενώ αυτά τα σωματεία ήσαν (ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους Ultras της ομάδας του ΠΑΟΚ έσπευσαν να δηλώσουν την υποστήριξη τους στους απεργούς της ‘Μαλαματίνα,’  είναι το ό,τι τμήμα αυτών οικειοποιήθηκε συμβολικά, μέσω της κατανάλωσης του κατά τη διάρκεια των αγώνων, τη γνωστή ρετσίνα που παρήγαγε η εταιρεία, η οποία έκτοτε δεν παύει να τρέφει το φαντασιακό τους, συντελώντας στη δημιουργία ευφάνταστων και γηπεδικών συνθημάτων/Συνθημάτων δηλαδή που ακούγονταν μόνο μέσα στο γήπεδο της Τούμπας), κάτι παραπάνω από επιθυμητά για τη συμμετοχή τους σε ευρύτερες κοινωνικές-συνδικαλιστικές συμμαχίες, η συνδικαλιστική ηγεσία των πλέον σημαντικών εξ αυτών, δεν γνώριζε τι κάνει και πως να αξιοποιήσει την διαπραγματευτική ισχύ που διέθετε, χάνοντας σημαντικές ευκαιρίες, με αποτέλεσμα σήμερα και μετά από τη δεκαετία της βαθιάς κρίσης, τα συνδικαλιστικά σωματεία των τραπεζών να μην θεωρούνται παρά σωματεία ‘όπως όλα τα άλλα’ (αυτή η θεώρηση είναι κυρίαρχη μέσα στους κόλπους κυρίως του ΠΑΜΕ).

[3] Ποιες όμως μπορεί να είναι εκείνες οι μεταβλητές που ώθησαν τη Ρωσική πολιτική-στρατιωτική ηγεσία στο να λάβει μία τέτοια σημαντική απόφαση, γνωρίζοντας εκ των προτέρων το ποιες μπορεί να είναι οι συνέπειες της; Η πρώτη μεταβλητή άπτεται των εξελίξεων στο στρατιωτικό πεδίο, ή αλλιώς, στο πεδίο των μαχών, με την πίεση που δέχθηκαν οι Ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις στην περιοχή (γίνεται εδώ αντιληπτό, πως η πολιτοφυλακή που συγκροτήθηκε και απαρτίστηκε από κατοίκους της Χερσώνας, δεν μπόρεσε να ανακόψει την προώθηση των Ουκρανικών στρατιωτικών δυνάμεων και επίσης, την είσοδο τους στη Χερσώνα/Εάν δεν έχει ήδη διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη, τότε, θεωρούμε πως η διάλυση της τοπικής πολιτοφυλακής είναι θέμα χρόνου), να είναι σταθερή και ανά περιόδους να εντείνεται, με τις Ουκρανικές δυνάμεις που δραστηριοποιούνταν από το περασμένο καλοκαίρι στην περιφέρεια της Χερσώνας, να στοχεύουν στο να δυσκολέψουν αισθητά τον ανεφοδιασμό των Ρωσικών δυνάμεων με όπλα, τρόφιμα και ανθρώπινο δυναμικό, καταστρέφοντας γέφυρες και δυσχεραίνοντας την επικοινωνία τους με τον ‘έξω κόσμο.’ Συνεπεία αυτού, ήσαν το να καταστούν απομονωμένοι, αποκομμένοι από τις υπόλοιπες Ρωσικές μονάδες που βρίσκονται εντός Ουκρανίας, και, τελευταίο άλλα όχι έσχατο, ψυχο-συναισθηματικά κουρασμένοι να περιμένουν αυτό που ήδη είχε προαναγγελθεί, όχι μόνο από τους Ουκρανούς επιτελείς, αλλά και από τους Ρώσους, όπως αποδείκνυε η προετοιμασία τους: Η ουσιαστική προαναγγελία της εισόδου των Ουκρανών στρατιωτών στην πόλη, προξένησε επιπλέον ζημία στο ήδη μειωμένο ηθικό Ρώσων στρατιωτών, κάποιοι εκ των οποίων ίσως έκαναν σκέψεις τύπου ‘πως φθάσαμε σε αυτή την κατάσταση;’ Εκούσια, οι Ρωσικές δυνάμεις ή αλλιώς, διαφορετικά ειπωμένο, όλοι όσοι είναι επιφορτισμένοι με την διαδικασία χάραξης στρατηγικής και λήψης αποφάσεων, εισήλθαν σε μία λογική ‘ο εχθρός προ των πυλών’ (οι Ουκρανικές δυνάμεις ανέλαβαν τον ρόλο του Αννίβα ο οποίος κάποτε αν και έφθασε στα πρόθυρα της Ρώμης, την προσπέρασε, μη αντιλαμβανόμενος πως το σχέδιο περικύκλωσης των Ρωμαϊκών στρατευμάτων και κτήσεων της Ρώμης στην Ιταλική Χερσόνησο, θα είχε περισσότερες πιθανότητες να ευοδωθεί, εάν καταλύονταν το μείζον πολιτικό, διοικητικό, πολιτισμικό και στρατιωτικό κέντρο που ήσαν η Ρώμη), αδυνατώντας να πράξουν οτιδήποτε για να αποτινάξουν τον φόβο που διαπερνούσε Ρώσους στρατιώτες. Η εντεινόμενη άσκηση στρατιωτικών πιέσεων σε παράλληλα μέτωπα, δίχως να προκληθεί κάποια σημαντική μάχη στην περιοχή (τώρα διαφαίνεται το ό,τι η στρατηγική των Ρωσικών δυνάμεων να υποχωρούν σταδιακά προς τη Χερσώνα, αφήνοντας τον έλεγχο χωριών και οικισμών στις Ουκρανικές δυνάμεις, αποδείχθηκε εξόχως λανθασμένη, με τους Ρώσους επιτελείς να μην διδάσκονται από την στρατιωτική ιστορία της χώρας τους και από το πως αποφάσισε να παρασύρει σε μάχη την αξιόμαχη και εντός Ρωσικής επικράτειας Ναπολεόντεια ‘Μεγάλη Στρατιά’ ο Ρώσος αρχιστράτηγος Μιχαήλ Κουτούζοφ, ο οποίος επέλεξε τον κατάλληλο χρόνο και χώρο για την σύγκρουση, που διεξήχθη στην ανοιχτή περιοχή του Μποροντίνο, στα 1812, προξενώντας σημαντικές απώλειες και φθορά στη ‘Μεγάλη Στρατιά’, που παρ’ όλα αυτά επικράτησε, προωθούμενος περαιτέρω εντός της Ρωσικής επικράτειας, διαλύοντας εν τοις πράγμασι οποιαδήποτε Ρωσική σκέψη για την εκ νέου αντιμετώπιση του στο πεδίο της μάχης/Μάλιστα, η επίγνωση της Ρωσικής στρατιωτικής αδυναμίας απέναντι σε έναν ισχυρό στρατό, καλλιέργησε το έδαφος για την ανάπτυξη αντάρτικων τμημάτων που έφθειραν το στρατό του Γάλλου αυτοκράτορα περισσότερο από ό,τι οι Ρωσικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια της Ναπολεόντειας εκστρατείας στη Ρωσία/Οι Ρωσικές στρατιωτικές αρχές στη Χερσώνα, ή αλλιώς, το Ρωσικό επιτελείο, απέφυγαν να επιλέξουν την επιλογή της αποφασιστικής σύγκρουσης με τις Ουκρανικές, σε κάποιο χωριό της περιφέρειας, με τρόπο ώστε, να και να θέσουν εμπόδια σε μία σχεδόν ανενόχλητη προώθηση προκαλώντας απώλειες στις πρώτες γραμμές του,  και να προσδώσουν επιπλέον κίνητρα στους Ρώσους στρατιώτες, να τους παρακινήσουν να φερθούν επαγγελματικά),   η πρόκληση σημαντικών πληγμάτων στις γραμμές ανεφοδιασμού των Ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων εντός Χερσώνας, που κινδύνευσαν να μείνουν χωρίς οπλικά συστήματα, αποτέλεσαν μία βασική μεταβλητή που ώθησε τις Ρωσικές στρατιωτικές-πολιτικές αρχές να λάβουν την απόφαση αποχώρησης. Η δεύτερη μεταβλητή, αφορά τις πολλές και σημαντικές απώλειες ανθρώπινου δυναμικού που υπέστησαν οι Ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις, από τις μεθοδικές και πολύ καλά οργανωμένες επιθέσεις των Ουκρανικών δυνάμεων στην περιοχή, οι οποίες, δεν αποχωρούσαν έως ότου πετύχουν την αποδιοργάνωση Ρωσικών μονάδων. Οι απώλειες που υπέστησαν οι Ρωσικές δυνάμεις ήσαν ίσως περισσότερες από ό,τι ανέμεναν οι ίδιοι οι επιτελείς, εξέλιξη η οποία ανασύρει στο προσκήνιο το πόσο βιαστικά, πρόχειρα και αποσπασματικά έλαβε χώρα η πρόσφατη επιστράτευση εντός της Ρωσικής Ομοσπονδίας, απότοκος της οποίας ήσαν το να σταλούν σε ενεργές πολεμικές ζώνες στρατιώτες ανεκπαίδευτοι (η γνωστή κριτική τύπου ‘δεν ξέρει να κρατά όπλο’ είναι απλουστευμένη και αφοριστική, οπότε θα την αποφύγουμε’), που δεν γνώριζαν και δεν γνωρίζουν το πως να προφυλαχθούν από πυραυλικές επιθέσεις, το πως να προφυλάξουν τον συνάδελφο τους εν καιρώ μάχης (η αδυναμία αυτή, δεν συμβάλλει στη διαμόρφωση κλίματος συναδελφικότητας μεταξύ των στρατιωτών/Άλλως πως, στη διαμόρφωση ψυχο-συναισθηματικών δεσμών που ερείδονται στο ό,τι ένας στρατιώτης γνωρίζει πως ο συνάδελφος τους είναι πρόθυμος να τον συνδράμει και να τον υποστηρίξει, καλύπτοντας τον και αν χρειαστεί, παίρνοντας τη θέση του/Στη Χερσώνα πολεμούσαν και στρατιώτες ‘άγνωστοι’ μεταξύ τους, στρατιώτες που κρατούσαν τους τύπους και τις αποστάσεις μεταξύ τους φοβούμενοι να ανοιχτούν/Δεν θα ήσαν παράλογο να σημειώσουμε, θεωρητικά-επιστημολογικά, το ό,τι δεν θα εξέλιπαν στρατιώτες που βρίσκονταν για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα στην περιφέρεια της Χερσώνας, που θα αντιμετώπισαν τουλάχιστον με καχυποψία εάν όχι ανταγωνιστικά τους επιστρατευθέντες συναδέλφους τους, κάποιοι εκ των οποίων κλήθηκαν να αποδείξουν πως ‘δεν είναι ελέφαντες’),  το πως να αντιμετωπίσουν τις συνδυασμένες Ουκρανικές τακτικές μάχης (οι Ουκρανοί στρατιώτες παραπλανούσαν τους Ρώσους, προσποιούμενοι ό,τι αποχωρούν από ένα συγκεκριμένο σημείο, για να επανεμφανισθούν ξαφνικά, και μάλιστα περισσότεροι από ό,τι ήσαν πριν, τακτική που πιστώνεται στον αρχηγό των Ουκρανικών Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγό Βαλέρι Ζαλούζνι), το πως να υπερασπιστούν με επάρκεια τις γραμμές άμυνας τους. Οι πολλές απώλειες, τις οποίες δυσκολεύονταν και δυσκολεύονται να δικαιολογήσουν, οδήγησαν σε μία «ραγδαία αλλαγή κατάστασης» για να παραφράσουμε ελαφρώς την Hills, και, σε ένα δεύτερο επίπεδο, στην απαίτηση για αλλαγή απόφασης (‘θεωρητικοποιώντας’ την ανάλυση μας, θα στραφούμε στην ανάλυση του Rosenau, σύμφωνα με τον οποίο στην πρώτη πολιορκία της πόλης του Γκρόζνι στην περιφέρεια της Τσετσενίας, στα μέσα της δεκαετίας του 1990, η «αναλογία 5 προς 1 των ρωσικών δυνάμεων αποδείχθηκε ανεπαρκής»/Κάτι ανάλογο μπορούμε να υποθέσουμε πως συνέβη και τώρα, αν και φρονούμε πως η αναλογία μεταξύ Ρώσων και Ουκρανών στρατιωτών ήσαν μικρότερη, της τάξης ίσως του 3 προς 1 ή και του 2 προς ένα/Γενικότερα, δεν διαθέτουμε ιδιαίτερα στοιχεία για το ποια είναι η αναλογία μεταξύ των Ουκρανικών και των Ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων, από τις απαρχές της Ρωσικής στρατιωτικής εισβολής στην Ουκρανία, με τα διάφορα ινστιτούτα που μελετούν επισταμένως τις στρατιωτικές τακτικές που εφαρμόζονται και την εξέλιξη των μαχών, παρέχοντας σημαντικό πληροφοριακό υλικό και προς μελλοντική αξιοποίηση από τον ή τους ερευνητές εκείνους που θα θελήσουν να αναλύσουν το περιεχόμενο της Ρωσο-ουκρανικής ένοπλης σύρραξης, να μην έχουν δώσει ιδιαίτερη έμφαση σε αυτό το κομμάτι). Οι αλλαγές ήσαν τέτοιου εύρους, που περιόρισαν αισθητά τον χρόνο λήψης μίας απόφασης και συγκεκριμένα, της απόφασης αποχώρησης. Όσο πιέστηκαν στρατιωτικά οι Ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις, άλλο τόσο πιέστηκαν ψυχο-συναισθηματική να λάβουν μία απόφαση που κατά τους ίδιους και θα διασφάλιζε την ζωή των Ρώσων στρατιωτών και θα τους παρείχε το δικαίωμα να αμυνθούν από καλύτερες θέσεις, πέραν της Δυτικής Όχθης του Δνείπερου. Η τρίτη μεταβλητή που εντοπίζουμε (η συνάντηση του τότε Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Καραμανλή, στο προεδρικό Μέγαρο, με τον τότε πρωθυπουργό της μετα-Σοβιετικής και ανεξάρτητης Ουκρανίας, Β. Π. Φοκίν, υπήρξε ιδιαιτέρως σημαντική, από την στιγμή όπου μέσω αυτής η Ελλάδα επίσημα και στο υψηλότερο πολιτειακό επίπεδο, προχώρησε στην αναγνώριση της Ουκρανικής εθνο-κρατικής οντότητας, νομιμοποιώντας την ύπαρξη της/Χρήζει θεωρητικής-επιστημολογικής επισήμανσης το γεγονός πως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής τόνισε στον συνομιλητή του πως «ότι καλόν θα ήτο τα κόμματα να παραμείνουν δύο ή τρία, διότι η ύπαρξη πολλών μικρών κομμάτων δεν διευκολύνει τη λειτουργία της δημοκρατίας»/Είναι σε αυτό το σημείο όπου ο ενδιαφερόμενος ερευνητής ή αλλιώς, ο ενδιαφερόμενος πολιτικός επιστήμονας μπορεί να αντιληφθεί ευκρινώς πως ο ιδρυτής του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας και παλαιότερα της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ενώσεως, της γνωστής ‘ΕΡΕ,’ καθίσταται θιασώτης του «πλήρους δικομματικού συστήματος», σύμφωνα με τον Lesile Lipson, εκεί όπου «μόνο δύο κόμματα διεκδικούν σοβαρά την εξουσία», και όπου «το ένα από αυτά διαθέτει κάθε φορά απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, χωρίς να χρειάζεται τη στήριξη κάποιου από τα μικρά κόμματα που ενδεχομένων υπάρχουν»/Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής λαμβάνει υπόψιν του την Μεταπολιτευτική πολιτική εμπειρία και κουλτούρα, και κυρίως τα θετικά οφέλη που προέκυψαν ως προς την σταθερότητα της Μεταπολιτευτικής δημοκρατίας από την εναλλαγή δύο ισχυρών πολιτικών κομμάτων, της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, στην εξουσία, προτείνοντας κάτι αντίστοιχο στον Ουκρανό πρωθυπουργό/Το τρίτο και μικρότερο κόμμα, με βάση το πολιτικό του σκεπτικό, δεν πρέπει να εμποδίζει ή να είναι σε θέση να εμποδίσει τον σχηματισμό της κυβέρνησης και τη λειτουργία αυτής/Εάν όμως, σε αυτή την περίπτωση, έχει κατά νου το Μεταπολιτευτικό, δικομματικό πολιτικό μοντέλο, ομνύοντας στην ύπαρξη της κυβερνητικής σταθερότητας που μπορεί να αποδειχθεί ωφέλιμη για την νεοπαγή Ουκρανική Δημοκρατία, τότε, πολιτικά, ιστορικά και μνημονικά, στρέφεται προς τα πίσω, έχοντας κατά νου την απόφαση της με νόμο κατάργησης του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας στα 1947, εν καιρώ Εμφυλίου Πολέμου, όταν χαρακτηρίζει ως θετικό την απόφαση κατάργηση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ουκρανίας που έλαβε η Ουκρανική κυβέρνηση στις αρχές της δεκαετίας του 1990/Πως όμως, ο πολιτικός που συνδέθηκε, την περίοδο της πρώιμης Μεταπολίτευσης, με την νομιμοποίηση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, χαρακτηρίζει ως θετική αυτή την επιλογή;  Δεν είναι αντιφατικό κάτι τέτοιο; Θα απαντήσουμε: Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής πράττει κάτι τέτοιο, διότι πρώτον, εκτιμά πως οτιδήποτε εκείνη την στιγμή θυμίζει το πρόσφατο Σοβιετικό, αυταρχικό πολιτικό παρελθόν, όπως είναι το Κομμουνιστικό Κόμμα Ουκρανίας, μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στη συντελούμενη διαδικασία εκδημοκρατισμού∙ Δεύτερον, διότι συνεκτιμά την γεω-πολιτική παράμετρο, θεωρώντας πως ενδεχόμενη ύπαρξη του Κομμουνιστικού Κόμματος είναι ικανή να θέσει εμπόδια ή αλλιώς, να δυσχεράνει την σύνδεση της Ουκρανίας με το Δυτικό μπλοκ, πολιτικά και γεω-πολιτικά, κάτι που αποτέλεσε, όχι μόνο έναν εκ των κύριων λόγων απαγόρευσης της δράσης του ΚΚΕ στα 1947, αλλά, του δισταγμού έως της άρνησης του Κωνσταντίνου Καραμανλή να θέσει τις βάσεις της νομιμοποίησης του, από τη θέση του προέδρου της ‘ΕΡΕ’ και πρωθυπουργού την οκταετία 1955-1963/Άρα, σε αυτή την περίπτωση, αντλώντας από την ελληνική πολιτική ιστορία της τελευταίας πεντηκονταετίας,  αναλύει την τρέχουσα κατάσταση με όρους μεσο-μακροπρόθεσμου συμφέροντος, υπονοώντας πως η νομιμοποίηση της ύπαρξης του ΚΚ Ουκρανίας μπορεί να καταστεί εφικτή στο μέλλον, όταν, όπως στην εν Ελλάδι Μεταπολίτευση, συντρέξουν οι προϋποθέσεις), έχει σχέση με την απροθυμία των Ρώσων στρατιωτών να πολεμήσουν και να υπερασπιστούν την πόλη της Χερσώνας, παρ’ ότι οι υλικές προϋποθέσεις υπήρχαν ήδη (δημιουργία οδοφραγμάτων σε επιλεγμένα σημεία της Ουκρανικής πόλης). Που οφείλεται όμως αυτή η απροθυμία; Οφείλεται στο ό,τι αρκετοί Ρώσοι στρατιώτες (δεν εστιάζουμε μόνο στην απογοήτευση που προκάλεσαν οι Ρωσικές στρατιωτικές αποτυχίες) ποτέ δεν κατάφεραν να προσλάβουν την Χερσώνα, παρά την ύπαρξη ενός υψηλού βαθμού Ρωσοφωνίας στην περιοχή, ως ‘Ρωσικό έδαφος’ που χρήζει υπεράσπισης με κάθε τρόπο και με κάθε κόστος, με κίνδυνο της ίδιας τους της ζωής (Ο στρατηγός Σεργκέι Σουροβίκιν είχε πλήρη εικόνα των στρατιωτικών εξελίξεων στην περιοχή; Η απάντηση μας είναι θετική/Όμως, πάλι κατά την Hills η «υπερφόρτωση σε επίπεδο αισθητηριακής αντίληψης και δυνατοτήτων» ήσαν τέτοια, ώστε, να μην καταφέρει επεξεργασθεί τις πολλές πληροφορίες που έλαβε από την πρώτη στιγμή, με τον ορθό τρόπο/Ζήτημα πλήρους ενημέρωσης δεν τέθηκε, όσο ορθής ανάγνωσης των δεδομένων, καθότι, ενώ οι Ρωσικές δυνάμεις υποχωρούσαν στη Χερσώνα έχοντας υποστεί πολλές απώλειες, όπως και οι Ουκρανικές βέβαια, ο Σεργκέι Σουροβίκιν στράφηκε στην επίδειξη δύναμης προς τους Ουκρανούς πολίτες, δίδοντας εντολή, άμα τη αναλήψει των καθηκόντων του, για έναν μαζικό βομβαρδισμό στρατηγικών υποδομών της χώρας, ως εάν η σύγκρουση θα κρίνονταν από αυτό/Και το μόνο που κατάφερε ήσαν να δυσχεράνει τη δική του θέση μεταπολεμικά, καθότι δεν αποκλείεται να του απαγγελθούν κατηγορίες για τη διάπραξη εγκλημάτων πολέμου, κάτι που θα έχει επιπτώσεις και στην ποιότητα της ζωής του, γιατί, από τον φόβο του να μην συλληφθεί, θα αποφεύγει να ταξιδέψει στο εξωτερικό). Η απροθυμία αυτή, πέραν του να δείχνει την αποτυχία των Ρωσικών δημοψηφισμάτων στη δημιουργία ψυχο-συναισθηματικής σύνδεσης των στρατιωτών με την προς υπεράσπιση περιοχή, ώθησε (ποτέ άλλοτε κατά τη μέχρι τώρα διάρκεια της Ρωσικής στρατιωτικής εισβολής, οι Ρωσικές στρατιωτικές αρχές, οι Ρώσοι αξιωματικοί δεν ανησύχησαν σε τέτοιο βαθμό για την πρόκληση φαινομένων ανταρσίας και λιποταξίας στις τάξεις του στρατεύματος, όσο στη Χερσώνα/Αρκετοί Ρώσοι στρατιώτες πλέον, ψυχο-συναισθηματικά είναι ΄άδειοι,’ απλά αδιάφοροι στο ενδεχόμενο μίας Ρωσικής στρατιωτικής ήττας, στην ίδια την αποχώρηση από τη Χερσώνα που για αυτούς δεν αναπαρίσταται παρά ως μία πόλη ‘ανάμεσα στις άλλες’), τις Ρωσικές στρατιωτικές αρχές να επιλέξουν, μεταξύ των διαθέσιμων εναλλακτικών, την αποχώρηση: Με ποιους στρατιώτες να υπερασπιστούν οι Ρώσοι τη Χερσώνα; Και με ποιο κίνητρο, με ποιον ενθουσιασμό, όταν στη Χερσώνα τα πράγματα είναι διαφορετικά και η Ουκρανία, παρά την επίμονη και ανιστορική ρητορική του αυταρχικού, Πουτινικού καθεστώτος, μία χώρα διαφορετική; Ποια «αστική επιχείρηση» (βλέπε τη θεώρηση των Lomedico & Bartels, να ξεκινήσεις όταν αδειάζεις την πόλη από κατοίκους, προαναγγέλλοντας πλέον, όχι την έλευση των Ουκρανών στρατιωτών, αλλά την υποχώρηση και την ήττα; Την απώλεια της πόλης; Η τέταρτη μεταβλητή, είναι αυτή που έχουμε αναφέρει και στο κύριο ‘σώμα’ του κειμένου. Δηλαδή, η υποχώρηση διατάχθηκε προκειμένου οι Ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις να συμπτύξουν τις γραμμές άμυνας τους στον άξονα Ζαπορίζια-Μελιτόπολη-Μαριούπολη, ‘θυσιάζοντας’ τη Χερσώνα, η υπεράσπιση της οποίας (οι Ρωσικές στρατιωτικές και διοικητικές αρχές δεν έσπευσαν να κατασκευάσουν οχυρωματικά έργα στις όχθες του Δνείπερου), κρίθηκε πως θα κοστίσει πολλές ανθρώπινες ζωές, στρατιωτών και αμάχων, κάτι που στην παρούσα συγκυρία δεν μπορεί να αντέξει εύκολα το καθεστώς. Βλέπε σχετικά, Lomedico, Mark., & Bartels, Elizabeth., ‘City as a system analytical framework: A Structured analytical approach to understanding and acting in Urban Environments,’ Small Wars Journal, 04/08/2015. Και, Ηills, Alice., ‘Continuity and discontinuity: The grammar of urban military operations,’ στο: Graham, Stephen., (επιμ.), ‘Cities, war and terrorism: Τowards an Urban Geopolitics,’ Oxford, Blackwell Publishing, 2004, σελ. 231-246. Η παραπομπή στην ανάλυση της Alice Hills, μας προσφέρει την ευκαιρία να υπογραμμίσουμε, θεωρητικά-επιστημολογικά, πως οι περί Ρωσικής στρατιωτικής εισβολής και Ρωσο-ουκρανικής σύγκρουσης αναλύσεις εν Ελλάδι, παραμένουν κατά κύριο λόγο ‘ανδρική υπόθεση’ (υπάρχουν βέβαια γυναικείες προσεγγίσεις, οι οποίες όμως εμπίπτουν στην κατηγορία της παρουσίασης των τελευταίων εξελίξεων, και όχι τόσο της εμβριθούς ανάλυσης), με την μηχανιστική ή αμήχανη, αναλόγως της οπτικής γωνίας που υιοθετεί κάποιος, αντίληψη πως οι ένοπλες συγκρούσεις να είναι ‘υπόθεση ανδρών’ να επικρατεί ακόμη, καθιστώντας γυναίκες (και δημοσιογράφους), αρκετά δύσπιστες στο να προβούν σε μία ανάλυση των τεκταινομένων (ίσως εκλείπει βέβαια και το απαιτούμενο θεωρητικό υπόβαθρο), παρά το γεγονός πως έχουν στρατευθεί και πολεμούν μαζί με άνδρες πολλές γυναίκες, κάτι που δεν συνέβη στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του  1940, για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, ή ακόμη και σε μεταγενέστερες συγκρούσεις. Πόσες γυναίκες αναλύτριες στρατιωτικών θεμάτων διαθέτουμε, επιπέδου της Hills; Βλέπε και, Rosenau, William, G., ‘Every room is a new battle:’ The lessons of modern urban warfare,’ Studies in Conflict & Terrorism, 20, 1997, σελ. 371-394. Βλέπε επίσης, Καραμανλής, Κωνσταντίνος., ‘Γεγονότα & Κείμενα. Πρόεδρος της Δημοκρατίας 1980-1995,’ Γενική Επιμέλεια: Σβολόπουλος Κωνσταντίνος,  Ίδρυμα Κωνσταντίνος. Γ. Καραμανλής,’ Διαθέσιμος στο: Volume_12_OCR_low_IKK.pdf Για την ανάλυση του Lipson, βλέπε και, Διαμαντόπουλος, Θανάσης., ‘Το κομματικό φαινόμενο: Μορφές, συστήματα, οικογένειες κομμάτων,’ Εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα, 1993, σελ. 285.

[4] Εκτιμούμε, σε ένα θεωρητικό-επιστημολογικό επίπεδο, πως από την στιγμή όπου οι Ουκρανικές στρατιωτικές δυνάμεις, κατάφεραν να διασχίσουν επιτυχώς τον ποταμό Δνείπερο προωθούμενες σε σημεία αρκετά κοντά στη Χερσώνα, οι Ρωσικές αρχές άρχισαν να σκέφτονται πιο σοβαρά το ενδεχόμενο της υποχώρησης, που ήσαν προτιμότερη από μία ‘ταπεινωτική ήττα’ στα πεδία των μαχών. Ως πέμπτη ερμηνευτική μεταβλητή που οδήγησε σε αυτό το αποτέλεσμα, θα νοηματοδοτήσουμε εμπρόθετα τον ισχυρό αντίκτυπο που έχουν πλέον οι επιβαλλόμενες κυρώσεις, οκτώ μήνες μετά την έναρξη του πολέμου, στη Ρωσική οικονομία και στο Ρωσικό στράτευμα. Ο αντίκτυπος πλέον καθίσταται τόσο ισχυρός (οι Ρωσικές Ένοπλες Δυνάμεις στερούνται ανταλλακτικών, αναλώσιμων υλικών, σειράς προϊόντων που καλύπτουν τις ανάγκες του στρατιώτη στο μέτωπο), που έχει συντελέσει στην καθήλωση των Ρωσικών δυνάμεων που δεν μπορούν να αναλάβουν ούτε επιθετικές επιχειρήσεις σε σειρά μετώπων (αυτή την στιγμή, από τα ενεργά μέτωπα της Ουκρανίας, σε κανένα οι Ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις δεν διεξαγάγουν επιθετικές επιχειρήσεις), ούτε και να αμυνθούν με τον τρόπο που επιθυμούν βάσει των σχεδίων που καταρτίζουν, χάνοντας στρατιωτικό υλικό, και σε αμυντικές επιχειρήσεις, που εν συνεχεία δεν μπορούν να αναπληρώσουν, εν αντιθέσει με την Ουκρανία, σε ένα λεπτό σημείο όπου η συνεχής εισροή Δυτικών οπλικών συστημάτων είχε ως αποτέλεσμα την αναπλήρωση του οπλικού υλικού που χάνονταν κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων, με το νέο υλικό, ιδίως χερσαίου τύπου, να στέλνεται απευθείας στο μέτωπο (τα διαδοχικά Αμερικανικά πακέτα στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία, καθιστούσαν την δεύτερη έτοιμη και ικανή ώστε κάθε φορά να ανταποκριθεί με περισσή επάρκεια στις προκλήσεις που έθετε η παρουσία των Ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων στο έδαφος τους, και ακόμη και η απώλεια εδαφών τους πρώτους μήνες της εισβολής). Η ισχυρή επίδραση των κυρώσεων φάνηκε στις πλέον πρόσφατες εξελίξεις, τις σχετικές με την υποχώρηση από την Χερσώνα. Πλέον, οι Ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις είναι ευάλωτες και εκτεθειμένες σε πολλά διαφορετικά μέτωπα, και όχι μόνο σε αυτό της Χερσώνας, με την Ουκρανία να διαθέτει το momentum του πολέμου, να ορίζει αυτό τον ρυθμό διεξαγωγής του (το Πουτινικό καθεστώς ‘έκαψε πρόωρα’ το χαρτί της επιστράτευσης/Πλέον, οποιαδήποτε προσπάθεια για την κήρυξη νέας επιστράτευσης, μικρότερου βαθμού από την πρώτη, είναι πολύ πιθανό να προσκρούσει όχι μόνο σε κοινωνικές αντιδράσεις, αλλά και σε στρατιωτικές αντιδράσεις), αν και ορθώς οι Ουκρανικές δυνάμεις ούτε πανηγυρίζουν (εξάλλου, ο κίνδυνος κάποιας ‘παγίδας’ στη Χερσώνα δεν έχει εκλείψει τελείως, ακόμη και τώρα που εξελίσσεται και έχει σχεδόν ολοκληρωθεί η αποχώρηση των Ρώσων στρατιωτών από την περιοχή), ούτε και εφησυχάζουν, αναμένοντας την Ρωσική αντίδραση. Που το πιθανότερο είναι πως αργά ή γρήγορα θα εκδηλωθεί.

[5] Αναφέρεται στο: Χριστάκου, Ελευθερία., ‘Μέσα κοινωνικής δικτύωσης: η ηλεκτρονική δια στόματος μετάδοση πληροφοριών και οι επιπτώσεις στη φήμη των τραπεζικών οργανισμών,’ Διδακτορική Διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2017, Διαθέσιμη στο: Μέσα κοινωνικής δικτύωσης: η ηλεκτρονική δια στόματος μετάδοση πληροφοριών και οι επιπτώσεις στη φήμη των τραπεζικών οργανισμών (didaktorika.gr)

[6] Χριστάκου, Ελευθερία., ‘Μέσα κοινωνικής δικτύωσης: η ηλεκτρονική δια στόματος μετάδοση πληροφοριών και οι επιπτώσεις στη φήμη των τραπεζικών οργανισμών…ό.π. Είναι σημαντικό να ειπωθεί πως οι Ουκρανικές στρατιωτικές δυνάμεις δεν αντιμετώπισαν τις Ρωσικές προετοιμασίες γύρω και εντός της Χερσώνας ως φήμη, αποφεύγοντας έτσι να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα. Απεναντίας συνέχιζαν με ψυχραιμία και νηφαλιότητα την προετοιμασία τους, έχοντας σαφώς και πληροφορίες εκ των έσω (η ποιοτική εργασία που επιτελούν οι Ουκρανικές μυστικές υπηρεσίες είναι το πλέον παραγνωρισμένο κομμάτι της συνολικής Ουκρανικής στρατηγικής). Μέχρι πριν από λίγο καιρό, στην κατηγορία της φήμης και δη της πολιτικής φήμης ενέπιπταν οι αναφορές πως ο πρώην πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ θα διεκδικήσει εκ νέου την υποστήριξη των Ρεπουμπλικανών για την προεδρία των ΗΠΑ (στις ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες παρατηρήθηκε το εξής: Η πεποίθηση πως η εκλογική επικράτηση του Τζο Μπάιντεν στις προεδρικές εκλογές του 2020 ήσαν προϊόν ‘εκλογικής νοθείας και κλοπής’ υπήρξε μεγαλύτερη ή αλλιώς πιο έντονη σε στελέχη και σε υποψήφιους του Ρεπουμπλικανικού κόμματος, από ό,τι σε ψηφοφόρους του). Πλέον, μετά τις σχετικές δηλώσεις του, που ακόμη και τώρα βέβαια φλερτάρουν με τη φήμη (έως τη στιγμή όπου ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Γιάννης Οικονόμου θα ανακοινώσει και επίσημα την ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών, οι σχετικές αναφορές και οι προσπάθειες του να υπολογιστεί περίπου ο χρόνος διεξαγωγής των εκλογών, δεν παύουν να είναι εικασίες και φήμες), ο Ντόναλντ Τραμπ θα διεκδικήσει την υποστήριξη των Ρεπουμπλικανών.

[7] Τα μέλη της κατοχικής διοίκησης είναι αρκετά πιθανό να βρήκαν καταφύγιο στην ίδια τη Ρωσία, για λόγους ασφαλείας, και όχι σε κάποια εκ των άλλων τεσσάρων κατεχόμενων περιοχών της Ουκρανίας.

[8] Η ύψωση της Ουκρανικής σημαίας μέσα στην πόλη της Χερσώνας, συνιστά μία ισχυρή συμβολική όσο και τελετουργική πράξη η οποία δείχνει πως, πρώτον, η Χερσώνα δεν ήσαν και δεν είναι παρά μόνο Ουκρανικό έδαφος, με την άμεση απομάκρυνση της Ρωσικής σημαίας (μία από τις πρώτες πράξεις των Ρωσικών στρατιωτικών αρχών με το που κατέλαβαν την πόλη, ήσαν η ανύψωση της Ρωσικής σημαίας), να συμβολίζει την ίδια την αποχώρηση, ή αλλιώς, την απομάκρυνση των Ρωσικών δυνάμεων από τη Χερσώνα. Δεύτερον,  σημασιοδοτεί (μία τέτοια ενέργεια υποδηλώνει ‘αλλαγή συνθηκών’, την φυγή του κατακτητή, του εισβολέα), ακριβώς μέσω των συμβολισμών που εκπέμπει,   ό,τι ο Βρετανός κοινωνιολόγος Antony Giddens, ορίζει ως «πολιτισμική συναίσθηση της κυριαρχίας» (‘εδώ είμαστε Ουκρανοί και όχι Ρώσοι’). Τρίτον, αποτέλεσε το κατάλληλο οπτικό ερέθισμα, ή αλλιώς, το κατάλληλο οπτικό ΄σήμα’ που ώθησε πολλούς κατοίκους της πόλης (τους πλέον ‘πρόθυμους’) να εξέλθουν από τις οικίες τους και να πανηγυρίσουν (κάτι παρόμοιο δεν έπραξαν όταν η Χερσώνα καταλήφθηκε από τις Ρωσικές δυνάμεις), με ενθουσιασμό την ανακατάληψη της πόλης από τις Ουκρανικές δυνάμεις, σηκώνοντας Ουκρανικές σημαίες, η χρήση των οποίων επανασυνδέει «ιδέες και χάρτες ή τοπολογίες που δεν είναι τόσο βέβαιες, αλλά είναι εντοπισμένες» (Μάρκους): Ο καθένας, αντικρίζοντας την Ουκρανική σημαία υψωμένη, κίνηση η οποία προσδίδει επιπλέον νόημα στη δική του πράξη (σήκωμα σημαίας), μπορεί να μιλήσει ελεύθερα (και να καταθέσει τις ιδέες του για τη συνέχεια των μαχών)  για τη δική του Ουκρανία, ξαναβρίσκοντας τον εαυτό του μέσα στην πόλη του, σε «εντοπισμένα» σημεία αυτής. Τρίτον, ανα-διαμορφώνει την Ουκρανική εθνική ταυτότητα, υπό τη μορφή ‘Πολίτες και στρατιώτες της Ουκρανίας, μαζί’ (ακόμη προσπαθούμε να αντιληφθούμε το τι σημαίνει το αφηγηματικό σχήμα ‘Λαός και Στρατός Μαζί’), για την ‘Χερσώνα μας και για όλη τη χώρα.’ Παράλληλα, η ανύψωση και σημαιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (δεν παρατηρήσαμε την ανύψωση σημαιών των Ηνωμένων Πολιτειών, αν και κάτι τέτοιο δύναται να συμβεί στο άμεσο μέλλον), συνεπάγεται μία ξεκάθαρη δήλωση ‘ανήκειν’ προς το Πουτινικό καθεστώς και τους Ρώσους στρατιώτες (‘ανήκουμε στο Ευρωπαϊκό Δυτικό μπλοκ, αξιακά, πολιτικά και πολιτισμικά, επιδιώκοντας να καταστούμε μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης’), όσο και μία δήλωση που φανερώνει τη στρατηγική πρόθεση εμβάθυνσης της διαδικασίας απο-Σοβιετοποίησης και απο-Ρωσοποίησης. Ο τρόπος με τον οποίο έσπευσαν Ουκρανοί πολίτες της Χερσώνας να πανηγυρίσουν την ανακατάληψη της πόλης, συνιστά ισχυρό τεκμήριο του ό,τι τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος ήσαν ‘προϊόν’ Ρωσικών εκβιασμών προς τους κατοίκους, απειλής χρήσης βίας και νοθείας. Έτσι, δικαιούμαστε να αναρωτηθούμε: Εάν οι κάτοικοι της Χερσώνας ψήφισαν σε ποσοστό άνω του 90% να εισέλθει η περιφέρεια τους στην Ρωσική Ομοσπονδία, τότε, γιατί, έστω ένα μικρό τμήμα αυτών, δεν υπερασπίστηκε την πόλη από τους Ουκρανούς στρατιώτες; Αν μη τι άλλο, η Ουκρανική κυβέρνηση ήσαν συνεπής με ό,τι δήλωσε λίγο μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας προσάρτησης των τεσσάρων Ουκρανικών περιφερειών στην Ρωσία: Τα αποτελέσματα αυτών των παράνομων και κίβδηλων δημοψηφισμάτων, θα ανατραπούν με στρατιωτικό τρόπο. Στη Χερσώνα, υπήρξε η επιβεβαίωση. Βλέπε σχετικά, Giddens, Antony., ‘The Nation State and Violence,’ Oxford, Polity Press, 1985. Και, Marcus, George., ‘Ethnography two decades after writing culture: From the experimental to the baroque,’ στο: Anthropological Quarterly, Volume 80,  No. 4, 2007. Η ύψωση και αντίστοιχα, η απομάκρυνση σημαιών από κεντρικά κτίρια και οδικές αρτηρίες, εγγράφεται καταστατικά μέσα στη στρατιωτική ιστορία και κουλτούρα του εικοστού αιώνα (η ύψωση της Σοβιετικής σημασίας στο Γερμανικό Ράιχσταγκ δεν είναι πράξη κήρυξης πολέμου, όσο πολιτική ‘δήλωση’: ‘Η Σοβιετική Ένωση δεν σκοπεύει να απεμπολήσει τον νέο και αυξημένο παρεμβατικό της ρόλο στα ευρωπαϊκά δρώμενα, ρόλο τον οποίο απέκτησε συνεπεία της συμβολής της στη στρατιωτική νίκη επί της Ναζιστικής Γερμανίας’).

[9] Οι Ρώσοι επιτελείς δεν διασαφήνισαν το τι είδους άμυνας σχεδιάσουν να οργανώσουν γύρω από τον Δνείπερο και σε θέσεις γεωγραφικά κοντά στη Χερσώνα, όταν μέχρι τώρα αντιμετωπίζουν την βασική υδάτινη αρτηρία της χώρας ως ‘εμπόδιο.’

[10] Η πρώτη Ρωσική στρατιωτική ενέργεια μετά την ολοκλήρωση της αποχώρησης από τη Χερσώνα, ήσαν η καταστροφή μίας σημαντικής γέφυρας πάνω στον ποταμό Δνείπερο. Θα ονομάσουμε την ενέργεια αυτή, ενέργεια τυφλής αντεκδίκησης, η οποία δείχνει έλλειψη συναίσθησης του ποιες θα είναι οι συνέπειες για τους κατοίκους της περιοχής.

[11] Βλέπε σχετικά, ‘Ρωσία: Ολοκληρώθηκε η αποχώρηση του στρατού από τη Χερσώνα – Ουκρανική σημαία στο κέντρο της πόλης…ό.π.

Ρoή Ειδήσεων
Σχετικά άρθρα
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

Pet Shop Θεσσαλονίκη
Μενού