Για τις δηλώσεις του απερχόμενου υπουργού Άμυνας του Ισραήλ και για τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης

Οι δηλώσεις του απερχόμενου πλέον Ισραηλινού υπουργού Εθνικής Άμυνας, ούτε δεσμεύουν την νέα κυβέρνηση του Ισραήλ με πρωθυπουργό τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, ούτε προοικονομούν το ό,τι όντως σε μία χρονική περίοδο 2-3 ετών,  πολλώ δε μάλλον ‘αύριο,’ το Ισραήλ θα επιχειρήσει να πλήξει τις Ιρανικές, πυρηνικές εγκαταστάσεις.

Velonastongiaka

Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Με δημοσίευμα της, η διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’[1] αναφέρεται σε δηλώσεις του υπουργού Άμυνας του Ισραήλ Μπένι Γκάντζ, ο οποίος έκανε λόγο, κατά τη διάρκεια ομιλίας του σε «δόκιμους πιλότους»[2] της Ισραηλινής πολεμικής αεροπορίας, για τη δυνατότητα που μπορεί να έχουν αυτοί οι αποφοιτήσαντες πιλότοι μαχητικών αεροσκαφών, στο να πλήξουν τις πυρηνικές εγκαταστάσεις της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν (δεν θα κάνουμε εδώ χρήση της θεωρίας του «πολιτικού μιλιταρισμού»,[3] έτσι όπως έχει αναπτυχθεί από τους Vagts & Mann).

Σε αυτό το πλαίσιο, δύναται να αναφέρουμε πως μία τέτοια δήλωση,[4] μας φέρει στον πυρήνα των διμερών Ισραηλινοϊρανικών σχέσεων, έτσι όπως εξελίσσονται τα τελευταία χρόνια, εκεί όπου αυτές ισορροπούν μεταξύ καχυποψίας και επιδείνωσης ή όξυνσης, η οποία λαμβάνει λεκτικά-διπλωματικά χαρακτηριστικά.

Όμως, οι δηλώσεις του απερχόμενου πλέον Ισραηλινού[5] υπουργού Εθνικής Άμυνας, ούτε δεσμεύουν την νέα κυβέρνηση του Ισραήλ με πρωθυπουργό τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, ούτε προοικονομούν το ό,τι όντως σε μία χρονική περίοδο 2-3 ετών,  πολλώ δε μάλλον ‘αύριο,’  το Ισραήλ θα επιχειρήσει να πλήξει τις Ιρανικές, πυρηνικές εγκαταστάσεις.

Υπό αυτό το πρίσμα, με τις δηλώσεις του αυτές που διατυπώθηκαν μέσα σε ένα στρατιωτικό περιβάλλον, ο Μπένι Γκάντζ ο οποίος άσκησε με σύνεση τα καθήκοντα του, παρά το γεγονός πως υπήρξε αύξηση των περιστατικών βίας το 2022 μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων, αύξηση που με τη σειρά της επηρέασε επί τα χείρω τις Ισραηλινο-παλαιστινιακές σχέσεις, θέλησε, στο τέλος της θητείας του, να υπενθυμίσει στη νέα κυβέρνηση και ιδίως στο νέο υπουργό Εθνικής Άμυνας (για τη θέση του υπουργού Εθνικής Άμυνας προαλείφεται ο στρατηγός εν αποστρατεία Γιοάβ Γκαλάντ,[6] που διετέλεσε στρατιωτικός ακόλουθος του πρώην πρωθυπουργού Αριέλ Σαρόν/Άρα, διαθέτει εμπειρία ως προς τη διαχείριση των σχέσεων μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινιακής Αρχής), το ποια είναι εδώ και αρκετά χρόνια η ύψιστη προτεραιότητα της Ισραηλινής εξωτερικής πολιτικής.

Ήτοι, η αντιμετώπιση της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν[7] σε περιφερειακό επίπεδο και επίσης, η ελαχιστοποίηση των δυνατοτήτων της (ακόμη και αν διαθέτει πυρηνικό υλικό το οποίο με την κατάλληλη επεξεργασία θα μπορούσε να μετατραπεί σε πυρηνικό όπλο), να πλήξει μεσοπρόθεσμα το Ισραήλ.

Ως προς αυτό, οι προτεραιότητες της Ισραηλινής εξωτερικής πολιτικής δεν θα αλλάξουν, συν τοις άλλοις και διότι το πολιτικό πρόσωπο που προϊσταται της νέας κυβέρνησης (Μπενιαμίν Νετανιάχου), ήσαν εξ αυτών που συνέβαλλαν στη διαμόρφωση της Ισραηλινής πολιτικής ή στρατηγικής απέναντι στο Ιράν.

Ή για την ακρίβεια, την ανα-διαμόρφωσαν, μετά το πέρας της πρωθυπουργικής θητείας του Αριέλ Σαρόν (2001-2006). Στην ανάλυση του για το εύρος και δη το πολιτικοϊδεολογικό εύρος που καλύπτουν οι κυβερνήσεις συνεργασίας, ο Axelrod αναφέρθηκε επισταμένως στο μοντέλο της «ελάχιστης ιδεολογικά συνεχούς νικηφόρας συμμαχίας».[8]

Όπως τονίζει ο Θανάσης Διαμαντόπουλος, ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου, «στις συμμαχικές κυβερνήσεις μετέχουν συνήθως όλα τα κόμματα που καλύπτουν ένα ιδεολογικό συνεχές, μέχρι να σχηματισθεί κοινοβουλευτική πλειοψηφία».[9] Ουσιαστικά, το κριτήριο αυτό πρυτάνευσε κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για το σχηματισμό μίας βιώσιμης συμμαχικής κυβέρνησης.

Όμως, ένας επιπλέον λόγος για τον οποίο δόθηκε έμφαση στο κριτήριο της πολιτικοϊδεολογικής σύγκλισης ήσαν το ό,τι τα πολιτικά κόμματα που την συν-αποτελούν, και ιδίως το μεγαλύτερο κόμμα, το ‘Λικούντ’ του Μπενιαμίν Νετανιάχου, θα επιχειρήσουν από τώρα να θέσουν τις βάσεις για την επικράτηση τους και στις επόμενες βουλευτικές εκλογές (το κόμμα ‘Λικούντ’ εκφράζει κατά κύριο λόγο την Κεντρώα λογική αυτής της κυβέρνησης), διαμορφώνοντας (ως πολιτικό μπλοκ) συνθήκες πολιτικής κυριαρχίας.

Προς ώρας, ο εντολοδόχος πρωθυπουργός δεν έχει προβεί σε δηλώσεις σχετικά με το Ιράν και ακόμη, σχετικά με την καταστολή των κινητοποιήσεων διαμαρτυρίας που εκδηλώθηκαν στη χώρα, κάτι που ίσως κάνει μετά την επίσημη ανάληψη των καθηκόντων του.

Οι δηλώσεις του Μπένι Γκάντζ, δεν σπεύδουν να καλύψουν κάποιο κενό, στο εγκάρσιο σημείο όπου ο ίδιος επεδίωξε να ‘δοκιμάσει’ την ετοιμότητα των νέων Ισραηλινών πιλότων, οι οποίοι επανδρώνουν έναν κλάδο των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων που έχει διαδραματίσει ιστορικά, σημαντικό ρόλο στις ένοπλες συγκρούσεις του Ισραήλ με γειτονικές, Αραβικές χώρες.

Σταχυολογούμε ενδεικτικά από το δημοσίευμα της διαδικτυακής έκδοσης της εφημερίδας ‘Η Καθημερινή’: «Το Ισραήλ θα μπορούσε να επιτεθεί σε πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν σε δύο ή τρία χρόνια, δήλωσε ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας Μπένι Γκάντζ την Τετάρτη, σε ασυνήθιστα σαφή σχόλια σχετικά με πιθανό χρονοδιάγραμμα.

Οι ειδικοί λένε ότι το Ιράν θα μπορούσε ενδεχομένως να αυξήσει τη σχάσιμη καθαρότητα του ουρανίου του σε βαθμό όπλου σε σύντομο χρονικό διάστημα. Αλλά η κατασκευή μιας παραδοτέας κεφαλής θα χρειαζόταν χρόνια, λένε – μια εκτίμηση που απηχήθηκε από έναν στρατηγό ισραηλινών στρατιωτικών πληροφοριών αυτόν τον μήνα.

«Σε δύο ή τρία χρόνια, μπορεί να διασχίζετε τους ουρανούς προς τα ανατολικά και να συμμετέχετε σε μια επίθεση σε πυρηνικές εγκαταστάσεις στο Ιράν», είπε

ο κ. Γκάντζ σε δόκιμους πιλότους της Πολεμικής Αεροπορίας που αποφοιτούσαν.

Για περισσότερο από μια δεκαετία, το Ισραήλ έχει υπονοήσει ότι θα επιτεθεί στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του εχθρού του, εάν θεωρήσει αδιέξοδη τη διεθνή διπλωματική διαδικασία με την Τεχεράνη».[10]



[1] Βλέπε σχετικά, ‘Υπ. Άμυνας Ισραήλ: Επίθεση κατά πυρηνικών δομών στο Ιράν εντός δύο-τριών ετών,’ Διαδικτυακή έκδοση εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’ 29/12/2022, Υπ. Άμυνας Ισραήλ: Επίθεση κατά πυρηνικών δομών στο Ιράν εντός δύο-τριών ετών | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (kathimerini.gr) Το δημοσίευμα της διαδικτυακής έκδοσης της εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’ όχι μόνο αντλεί πληροφοριακό υλικό (ποια ήσαν η πρώτη ενημερωτική ιστοσελίδα που ενημέρωσε τους αναγνώστες της πως η παρουσιάστρια του κεντρικού δελτίου ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού ‘OPEN TV,’ Πόπη Τσαπανίδου θα αναλάβει από το 2023 καθήκοντα εκπροσώπου τύπου του κόμματος του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς; Θα ήσαν αντι-επιστημονικό και συνάμα άδικο να αξιολογήσουμε την νέα εκπρόσωπο τύπου του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, με βάση τις πρώτες δηλώσεις της, οι οποίες όμως εμπεριέχουν εν σπέρματι, το ‘στίγμα’ της/Προς ώρας λοιπόν και μέχρι να αναλάβει και επίσημα τα καθήκοντα της, όταν και θα έχουν πολύ περισσότερο υλικό στη διάθεση μας προς ανάλυση, η Πόπη Τσαπανίδου επιχείρησε να εμβαπτίσει την  απάντηση της ως προς το ‘γιατί’ δέχθηκε την πρόταση του Αλέξη Τσίπρα να αναλάβει καθήκοντα εκπροσώπου τύπου του κόμματος στη θέση του Νάσου Ηλιόπουλου, στα νάματα ενός λόγου που αποδίδει έμφαση στις παρομοιώσεις, και πιο συγκεκριμένα σε παρομοιώσεις τύπου «να βρέξουμε τα πόδια μας για να φάμε ψάρι», εκεί όπου μία τέτοια λεκτική ή αλλιώς, γλωσσική παρομοίωση υποδηλώνει με εμφατικό τρόπο την αποφασιστικότητα να στρατευθεί πολιτικοϊδεολογικά με την προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να επιφέρει την ‘αλλαγή’, ώστε να ‘μπορέσουμε όλοι ή έστω οι περισσότεροι, να φάμε ψάρι’/Όμως, ο λόγος της δεν ξέφυγε από τα στενά όρια της κοινοτοπίας η οποία βρίσκει ευήκοα ώτα πρωτίστως στο κομματικό ακροατήριο, όσο τα υπόλοιπα κόμματα και τα στελέχη τους, βρίσκονται ακόμη σε φάση επεξεργασίας αυτής της επιλογής του Αλέξη Τσίπρα/Σε αυτό το σημείο, θα κινηθούμε θεωρητικά-επιστημολογικά, διατυπώνοντας την ακόλουθη υπόθεση εργασίας: Οι αναφορές της δημοσιογράφου-παρουσιάστριας, ευθυγραμμίζονται με ό,τι ο Oring προσδιορίζει ως «ψευδο-ατάκα»/Και τι σημαίνει «ψευδο-ατάκα»; Σημαίνει «μια τελική φράση που υφολογικά φαίνεται λόγω θέσης να είναι ατάκα, εντούτοις δεν μεταβάλλει την αντίληψη του αποδέκτη του κειμένου»/Εάν δηλαδή, η αναφορά της για το ‘καλό που θα νικήσει,’ αναφορά με την οποία προέβαινε στο κλείσιμο του δελτίου ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού ‘OPEN TV,’ μπορούσε να λειτουργήσει, αφενός μεν ως κοινότυπη ατάκα αλλά πάντως ατάκα που έσπευσε να την κατοχυρώσει ως δική της, και, αφετέρου δε ως «pointe», για να παραπέμψουμε στην αναλυτική του Muller, που εννοιολογικά σημαίνει πως το «τελικό εκφώνημα» παραμένει ανοιχτό στις διάφορες ερμηνείες των αναγνωστών και εδώ, των ακροατών, οι οποίοι καλούνται υπόρρητα να ορίσουν ‘ποιο είναι το καλό’ και επίσης το τι ‘μπορεί αυτό να νικήσει,’ τότε, θα υπογραμμίσουμε πως στις πρώτες της δηλώσεις μετά την αποδοχή της νέας της θέσης, η προσπάθεια της να θίξει κάποια βασικά ζητήματα με όρους ατάκας τύπου ‘ήρθε η ώρα να περάσω στην άλλη πλευρά’,  δεν καθίσταται αποδοτική, καθότι ο τελικός αποδέκτης, ήτοι ο αναγνώστης που δεν είναι στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, πολλώ δε μάλλον κάποιου άλλου κόμματος δεν μπορεί να την εκλάβει ως τέτοια, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα η ατάκα να μετεξελίσσεται σε «ψευδο-ατάκα», μέσω της χρήσης της οποίας επιθυμεί αρχικά να πείσει τον ίδιο της τον εαυτό για την ορθότητα της επιλογής της/Πάντως, η δημοσιογράφος-παρουσιάστρια, δεν επένδυε συμβολικούς-γλωσσικούς πόρους παλαιότερα, όταν παρουσίαζε πρωινά ενημερωτικά μαγκαζίνο,  στην αβανταδόρικη ατάκα ‘το καλό θα νικήσει’/Άμα τη ανακοινώσει του ονόματος της δημοσιογράφου για τη θέση της εκπροσώπου τύπου του ΣΥΡΙΖΑ, αρκετοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, έσπευσαν να απαντήσουν στο ερώτημα ‘γιατί επελέγη η Πόπη Τσαπανίδου,’ η οποία, από την πρώτη της ανακοίνωση έκανε χρήση της «καλόπιστης επικοινωνίας», σύμφωνα με την τυπολογική διάκριση του Raskin, ζητώντας εάν όχι υπομονή, τουλάχιστον θετική αντιμετώπιση σε ένα αρχικό στάδιο, λόγω του ό,τι είναι ‘μητέρα’ και ‘γυναίκα’, παραβλέποντας απλοϊκά πως αυτές οι ιδιότητες δεν συνιστούν εχέγγυο θετικής αντιμετώπισης/Ή αλλιώς, δεν προσφέρουν αυτομάτως και μεταφυσικώ τω τρόπω το πλεονέκτημα στον κομματικό-πολιτικό ανταγωνισμό, σε εκείνο το πρόσωπο που διαθέτει και τις δύο ιδιότητες, κάνοντας παράλληλα χρήση και των δύο/Κάποιοι λόγοι που ώθησαν τον Αλέξη Τσίπρα στο να την επιλέξει είναι οι εξής: Πρώτον, η εμπειρία της, που έχει ως προκύψει ως απόρροια της πολύχρονης έκθεσης και συμμετοχής της στο εν Ελλάδι τηλεοπτικό γίγνεσθαι/Και τι σημαίνει κάτι τέτοιο; Σημαίνει πως ο Αλέξης Τσίπρας έκρινε πως η εμπειρία της συνιστά ‘προσόν’ ή αλλιώς, δεξιότητα ικανή να της επιτρέψει, όχι μόνο να ‘επιβιώσει’ στο εξόχως ανταγωνιστικό ελληνικό πολιτικό-τηλεοπτικό περιβάλλον, αλλά, και να προωθήσει με μεγάλη επιτυχία τις θέσεις του πολιτικού κόμματος που θα εκπροσωπήσει∙ Ανοίγοντας μία μικρή παρένθεση, θα επισημάνουμε, σε ένα θεωρητικό-επιστημολογικό επίπεδο, πως δεν προκύπτει κάποια ιδιαίτερή ή αλλιώς, ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της επιλογής της συγκεκριμένης δημοσιογράφου, και της αίσθησης που διαμορφώθηκε εντός του ΣΥΡΙΖΑ πως η Πόπη Τσαπανίδου είναι η πλέον κατάλληλη για να ‘υπηρετήσει’ την πολιτική ανοιγμάτων του κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς στον Κεντρώο-μετριοπαθή χώρο, ακριβώς διότι η δημοσιογράφος, κατά τη διάρκεια της παρουσίας της στον τηλεοπτικό σταθμό ‘OPEN TV’, δεν άρθρωσε, σε περιπτώσεις αντιδικίας με κάποιον καλεσμένο, λόγο με κατεξοχήν Κεντρώα χαρακτηριστικά/Ακόμη και παλαιότερα, ενίοτε υιοθετούσε μία συγκρουσιακή δημοσιογραφική στάση, η οποία, αισθητικά και πολιτικά, ως επιλογή, είναι αυτή που απωθεί έναν μέσο Κεντρώο ψηφοφόρο/Ο δεύτερος λόγος που ώθησε στην επιλογή της, έχει να κάνει με το ό,τι θεωρήθηκε ως η πλέον κατάλληλα για να συμβάλλει στην ex nihilo διαμόρφωση της επικοινωνιακής στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ, εν καιρώ μάλιστα άτυπης προεκλογικής περιόδου, συμμετέχοντας με περίσσεια ευκολία και άνεση σε διάφορα τηλεοπτικά πάνελ∙ Τρίτον, διότι αντανακλά ως γυναίκα δημοσιογράφος, με ικανοποιητικό τρόπο, την περαιτέρω έμφαση που επιθυμεί να προσδώσει ο ΣΥΡΙΖΑ σε θέματα έμφυλων ανισοτήτων και έμφυλης βίας, καθώς και της αντιμετώπισης τους∙ Τέταρτον, διότι ο ΣΥΡΙΖΑ σκοπεύει να επενδύσει περισσότερους εκ των διαθέσιμων πολιτικών πόρων το προσεχές χρονικό διάστημα, εν όψει εκλογών, στη συνθηματολογία και στα εύκολα τσιτάτα: Και ποια καλύτερη επιλογή από μία δημοσιογράφο που αρέσκεται στη χρήση συνθημάτων και τσιτάτων;/ Θα μπορούσε να προσδιορισθεί ως βασικός λόγος επιλογής της Πόπης Τσαπανίδου, η καλλιέργεια του εδάφους ώστε να επιλέξουν εν όψει της προεκλογικής περιόδου, γυναίκες εκπροσώπους τύπου η Νέα Δημοκρατία και το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα-Κίνημα Αλλαγής; Πάντως, θεωρητικά-επιστημολογικά, σε αυτό το μοντέλο είχε στραφεί το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας πριν από τις βουλευτικές εκλογές του 2019, όταν και είχε επιλέξει την δημοσιογράφο Μαρία Σπυράκη για τη θέση της εκπροσώπου τύπου του κόμματος/Όμως, ενσκήπτει μία ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στα δύο πολιτικο-δημοσιογραφικά υποδείγματα, σχετική με το ό,τι η μετάβαση της Πόπης Τσαπανίδου από την δημοσιογραφία στην κεντρική πολιτική σκηνή ήσαν περισσότερο ‘βίαιη’ ή αλλιώς, λιγότερο ομαλή από την αντίστοιχη της Μαρίας Σπυράκη, καθότι μέχρι από πολύ λίγες ημέρες ήσαν παρουσιάστρια του δελτίου ειδήσεων του ‘OPEN TV,’ δίχως να αφήσει να διαφανεί οποιαδήποτε πρόθεση της να μεταπηδήσει στην κεντρική πολιτική σκηνή/Αντίθετα, η Μαρία Σπυράκη, πρώτα εξελέγη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για μία πλήρη πενταετή θητεία, το 2014, δοκιμάσθηκε σε αυτή τη θέση, και μετέπειτα επελέγη για την ανάληψη καθηκόντων εκπροσώπου τύπου της Νέας Δημοκρατίας, το 2017), από το ενημερωτικό-ειδησεογραφικό πρακτορείο ‘Reuters,’ αλλά, και από την Ισραηλινή εφημερίδα ‘Yedioth Ahronoth’. H επιλογή αυτή της παρέχει την αίσθηση μεγαλύτερης δημοσιογραφικής ‘ασφάλειας΄ ως προς την εγκυρότητα του γεγονότος, ήτοι των δηλώσεων του απερχόμενου υπουργού Εθνικής Άμυνας του Ισραήλ (υπάρχει καλύτερη ‘πηγή’ ενημέρωσης από την συγκεκριμένη, που έχει το πλεονέκτημα πως είναι Ισραηλινή; ), προσφέροντας της και κρίσιμες πληροφορίες που δεν θα ήσαν εύκολο και απλό να εντοπίσει σε άλλα ειδησεογραφικά-ενημερωτικά πρακτορεία ειδήσεων όπως είναι το ‘Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων.’ Το αποτέλεσμα αυτής της επιλογής μπορεί να το διακρίνει ο επιμελής αναγνώστης: Το δημοσίευμα δεν καθίσταται ‘πολύ βαρύ’, συμπεριλαμβάνοντας μόνο εκείνο το κομμάτι των δηλώσεων του Μπένι Γκάντζ που αξίζουν να δημοσιευθούν και να σχολιασθούν,  αποφεύγει τις επικίνδυνες γενικεύσεις, δεν προειδοποιεί για το ενδεχόμενο ξέσπασμα ενός πολέμου μεταξύ του Ισραήλ και της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, κάτι που συνεπάγεται πως δεν είναι ‘κινδυνολογικό,’ δεν πλατειάζει πάρα μόνο στα  σημεία που πρέπει να το κάνει, και, τελευταία άλλα όχι έσχατο, δεν δηλώνει πως αποδέχεται ή συμφωνεί (όπως συνήθως δηλώνεται και στις διδακτορικές και στις μεταπτυχιακές διατριβές), με τις δηλώσεις του υπουργού Εθνικής Άμυνας του Ισραήλ. Για τις δηλώσεις της Πόπης Τσαπανίδου, η οποία επέλεξε να τις κοινοποιήσει μέσω ανάρτησης στον προσωπικό της λογαριασμό στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης ‘Facebook,’ βλέπε και, Σαδανά, Γεωργία., ‘ΣΥΡΙΖΑ: Το παρασκήνιο με την επιλογή της Πόπης Τσαπανίδου – Πού στοχεύει ο Τσίπρας,’ Ιστοσελίδα εφημερίδας ‘Πρώτο Θέμα,’ 29/12/2022, ΣΥΡΙΖΑ: Το παρασκήνιο με την επιλογή της Πόπης Τσαπανίδου – Πού στοχεύει ο Τσίπρας (protothema.gr) Η δημοσιογράφος Γεωργία Σαδανά τον τελευταίο καιρό εστιάζει στον σχολιασμό της τρέχουσας πολιτικής επικαιρότητας, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα τον σχολιασμό θεμάτων του διεθνο-πολιτικού γίγνεσθαι όπως είναι η Ρωσική στρατιωτική εισβολή στην Ουκρανία. Αποτελεί κάτι τέτοιο πρόδρομο δείκτη οριστικής μετακίνησης της στο πολιτικό ρεπορτάζ; Μένει να φανεί στην πορεία. Βλέπε και, Muller, Ralph., ‘The Pointe in German Research,’ Humor: International Journal of Humor Research, 16, 2, 2003, σελ. 225-242. Και, Oring, Elliot., ‘Jokes and their relations,’ Lexington, Kentucky, The University Press of Kentucky, 1992. Raskin, Victor., ‘The sense of humor and the truth,’ στο: Willibald, Ruch., (επιμ.), ‘The sense of humor. Explorations of a personality characteristic,’ Humor Research, Berlin, Mouton De Gruyter, 1998. Ο και συγγραφέας διηγημάτων Γιάννης Τσίρμπας (ο Γιάννης Τσίρμπας ίσως είναι περισσότερο γνωστός ως συγγραφέας παρά ως καθηγητής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών/Όμως, το γεγονός αυτό δεν αναιρεί το ό,τι είναι επιτυχημένος και ως συγγραφέας και ως καθηγητής/Η αναγνωρισιμότητα του ως συγγραφέα είναι συγκεκριμένη, κάτι που σημαίνει πως περιορίζεται κατά κύριο λόγο σε άτομα που αρέσκονται να προβαίνουν στην ανάγνωση διηγημάτων ή αλλιώς, λογοτεχνικών κειμένων μικρής φόρμας), επιχειρηματολογεί σχετικά με τα χαρακτηριστικά που διέπουν την πραγματοποίηση των επικοινωνιακών, προεκλογικών εκστρατειών στην Ελλάδα, με σημεία αναφοράς τις βουλευτικές εκλογές του 2000 και του 2004. Βλέπε σχετικά, Τσίρμπας, Γιάννης., ‘Η προεκλογική πολιτική επικοινωνία στη Ελλάδα: ποσοτική ανάλυση περιεχομένου πολιτικής διαφήμισης και ειδησεογραφίας 2000 και 2004,’ Διδακτορική Διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2005, Διαθέσιμη στο: Η προεκλογική πολιτική επικοινωνία στη Ελλάδα: ποσοτική ανάλυση περιεχομένου πολιτικής διαφήμισης και ειδησεογραφίας 2000 και 2004 (didaktorika.gr) Κατά τη θεώρηση του Mc Nair, η πολιτική επικοινωνία είναι πιο αποτελεσματική συγκριτικά με την πολιτική. Βλέπε και, Mc Nair, Brian., ‘Εισαγωγή στην πολιτική επικοινωνία,’ Εκδόσεις Κατάρτι, Αθήνα, 1998.

[2] Βλέπε σχετικά, ‘Υπ. Άμυνας Ισραήλ: Επίθεση κατά πυρηνικών δομών στο Ιράν εντός δύο-τριών ετών…ό.π. Όσον αφορά τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης συνεργασίας του Ισραήλ που συγκλίνει με την προηγούμενη ως προς τον πολυκομματικό της χαρακτήρα, θα επισημάνουμε, θεωρητικά-επιστημολογικά πως (χρήζει θεωρητικής-επιστημολογικής αναφοράς το γεγονός πως οι πολιτικές ηγεσίες των κομμάτων που συμμετέχουν στον νέο κυβερνητικό συνασπισμό, άτυπα υιοθέτησαν την «αρχή του ακινδύνου», κατά την προσέγγιση του Θανάση Διαμαντόπουλου, ως προς την επιλογή του πρωθυπουργού/Και τι εννοούμε λέγοντας κάτι τέτοιο; Εννοούμε πως ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, πέραν της εκλογικής επικράτησης του ‘Λικούντ’ στις βουλευτικές εκλογές, επελέγη για τη θέση του πρωθυπουργού, διότι θεωρήθηκε πως λόγω ηλικίας, έλλειψης ή χαμηλού βαθμού πολιτικών φιλοδοξιών, καθότι έχει φθάσει και όχι μόνο μία φορά, στο πιο σημαντικό, μετά τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, πολιτικό αξίωμα του Ισραήλ, δεν μπορεί να καταστεί εμπόδιο στην πραγμάτωση των πολιτικών επιθυμιών των κυβερνητικών του εταίρων/Εν αντιθέσει με ό,τι συνέβη την περίοδο των διαπραγματεύσεων για το σχηματισμό κυβέρνησης το 2021, όταν οι Νάφταλι Μπένετ και Γιαϊρ Λαπίντ συμφώνησαν στην εναλλαγή τους στον πρωθυπουργικό θώκο, χωρίς να συμμερίζονται από κοινού την «αρχή του ακινδύνου», από την στιγμή όπου και οι δύο θεωρούσαν πως η τετραετής πρωθυπουργική θητεία του ενός εκ των δύο, αρκεί για του να προσφέρει το πολυπόθητο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα επί των πολιτικών του αντιπάλων, καθιστώντας τον μείζον πολιτικό ‘παίκτη’ της Ισραηλινής πολιτικής σκηνής/Οπότε, επιλέχθηκε η λύση του συμβιβασμού και της εναλλαγής στον πρωθυπουργικό θώκο, ως η πλέον κατάλληλη λύση και για τους δύο και για τα κόμματα τους, εφόσον δεν ‘μετριάζει’ ή δεν ακυρώνει τις πολιτικές φιλοδοξίες και των δύο, ή αλλιώς, δεν τους θέτει εκτός παιχνιδιού), όσον αφορά τον σχηματισμό της και την επιλογή των προσώπων που θα αναλάβουν υπουργικά χαρτοφυλάκια, ελήφθησαν υπόψιν τα κάτωθι κριτήρια: Πρώτον, η «ενίσχυση των μικρότερων κομμάτων» (που αναφέρονται στο θρησκευτικό χώρο), οι ηγέτες των οποίων φαίνεται πως αναλαμβάνουν σημαντικά υπουργικά χαρτοφυλάκια (για παράδειγμα, ποιος ανέμενε πριν από τη διεξαγωγή των εκλογών, πως ο επικεφαλής του κόμματος ‘Θρησκευτικός Σιωνισμός’ Μπεζαλέλ Σμότριτς θα αναλάβει την ευθύνη της διαχείρισης των Εβραϊκών οικισμών στη Δυτική Όχθη; ), καθώς και το ‘δικαίωμα’ να συμμετάσχουν στη χάραξη της στρατηγικής της κυβέρνησης, προκειμένου να μειωθούν οι πιθανότητες γρήγορης αποχώρησης τους από την κυβέρνηση και, σε ένα δεύτερο επίπεδο, διάλυσης της (θα ήσαν πολύ σημαντικό εάν γνωρίζαμε το εάν ανέλαβαν υπουργικές θέσεις, εξω-κοινοβουλευτικοί υπουργοί, προερχόμενοι από την Εβραϊκή, διασπορική κοινότητα των Ηνωμένων Πολιτειών). Άλλως πως, θα μπορούσαμε να πούμε πως δόθηκε έμφαση στην «αρχή της υπεραντιπρόσωπευσης των κομμάτων που προέρχονται από τον υποαντιπροσωπευόμενο πολιτικό χώρο». Δηλαδή, ο σχηματισμός της κυβέρνησης έλαβε χώρα με τέτοιον τρόπο (κατανομή σημαντικών χαρτοφυλακίων σε κόμματα που ενστερνίζονται παραδοσιακές πολιτισμικές-θρησκευτικές αξίες), ώστε να διευκολυνθεί και η περαιτέρω (η διαδικασία είχε ξεκινήσει πολύ πριν από τις εκλογές), πολιτικοϊδεολογική μετατόπιση του ‘Λικούντ’ προς τον Κεντρώο χώρο, αλλά, και να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις σταδιακής αλλαγής των κομματικών συσχετισμών στην ευρύτερη  συντηρητική πολιτική ‘οικογένεια’ προς όφελος κομμάτων όπως ο ‘Θρησκευτικός Σιωνισμός’ και η ‘Ιουδαϊκή Δύναμη.’ Το δεύτερο κριτήριο που ελήφθη υπόψιν για το σχηματισμό της κυβέρνησης, ήσαν η «υπεραντιπροσώπευση του κόμματος-αντιβάρου» εντός της κυβέρνησης, το οποίο εν τοις πράγμασι πλέον, είναι το πολιτικό κόμμα με την οποία ‘Σας.’ Ο επικεφαλής του οποίου, μέχρι να οριστικοποιηθεί ο σχηματισμός της νέας κυβέρνησης, προαλείφεται να αναλάβει, την πρώτη διετία της κυβερνητικής θητείας, τα υπουργεία Εσωτερικών και Υγείας, αναβαθμιζόμενος, στο δεύτερο μισό, σε υπουργό Οικονομικών. Παράλληλα, μέλη του ‘Σας’ (και εκλεγμένοι βουλευτές του Ισραηλινού κοινοβουλίου, της ‘Κνεσέτ’), θα αναλάβουν θέσεις υπουργών θρησκευτικών υποθέσεων και κοινωνικής πρόνοιας, πράγμα που ενισχύει ποιοτικά, ακόμη περισσότερο το κόμμα ‘Σας,’ σε ένα λεπτό σημείο όπου αυτό μετεξελίσσεται τυπικά στον δεύτερο ισχυρότερο κυβερνητικό εταίρο μετά το ‘Λικούντ,’ καλούμενο και να συμβάλλει στην απορρόφηση (στην εξισορρόπηση των αντιθέσεων)  των  όποιων εντάσεων ανακύπτουν μεταξύ των κυβερνητικών εταίρων, χωρίς μάλιστα να απαιτηθεί να παρέμβει το ‘Λικούντ’ και ο ίδιος ο πρωθυπουργός προσωπικά, ιδίως εάν οι εντάσεις αφορούν θέματα ήσσονος σημασίας, αλλά, και να λειτουργήσει ως ‘γέφυρα’ μεταξύ του ισχυρότερου κυβερνητικού εταίρου και των μικρότερων κομμάτων, κάποια εκ των οποίων εμπίπτουν τυπολογικά, στην κατηγορία των πολιτικο-θρησκευτικών κομμάτων. Πρωτίστως το ‘Σας’ καλείται να λειτουργήσει με αυτόν τον τρόπο. Από την στιγμή όπου από το κόμμα ΄Λικούντ΄ προέρχεται ο πρωθυπουργός της χώρας, δεν κατέστη απαραίτητο το γεγονός ανάληψης των περισσότερων σημαντικών υπουργικών χαρτοφυλακίων από μέλη και βουλευτές του κόμματος, με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου να επιφυλάσσεται για κάτι τέτοιο (δηλαδή, για την είσοδο περισσότερων στελεχών του κόμματος του στην συμμαχική κυβέρνηση), εάν οι κοινωνικο-πολιτικές συνθήκες το απαιτήσουν (βλέπε το ξέσπασμα κάποιας πολιτικής, ενδο-κυβερνητικής κρίσης, για το ξεπέρασμα της οποίας θα χρειασθεί η πραγματοποίηση ανασχηματισμού). Εξισορροπητικά ως προς το ενδεχόμενο πολιτικοϊδεολογικού επικαθορισμού των κυβερνητικών αποφάσεων από τα πολιτικο-θρησκευτικά κόμματα που συμμετέχουν στην κυβέρνηση,    λειτουργεί, πέραν της παρουσίας του ίδιου του πρωθυπουργού,  και η πρόθεση τοποθέτησης στη θέση του προέδρου της ‘Κνεσέτ,’ του Αμίρ Οχανά, ενός ανοιχτά ομοφυλόφιλου (ο Αμίρ Οχανά προχώρησε στο δικό του ‘coming out’ εδώ και αρκετά χρόνια, για να χρησιμοποιήσουμε έναν εισαγόμενο γλωσσικό όρο που έχει εισαχθεί στη εν Ελλάδι δημόσια σφαίρα εδώ και περίπου έναν χρόνο,  και σημαίνει το ‘βγάζω από μέσα μου αυτό που με απασχολεί, αυτό που με ‘κατατρώει’ ψυχο-συναισθηματικά και έτσι ανακουφίζομαι έως λυτρώνομαι’/Και πάλι όμως, ο πρωτότυπος Αγγλικός όρος, όντας εν τοις πράγμασι ‘φορτισμένος’ γλωσσικά και ψυχο-συναισθηματικά, είναι δύσκολο να αποδοθεί πλήρως στα ελληνικά/Πως μπορούμε να τον ‘μετεγγράψουμε’ στην ελληνική γλώσσα; Ως ‘αποκάλυψη;’ Ως ανακοίνωση; Ως βγάζω προς τα έξω; Ως φανέρωση ενός καλά κρυμμένου για χρόνια, μυστικού; Η δυσκολία είναι εμφανής, οπότε θα επιλέξουμε το ‘coming out’ που ως όρος δεν προέρχεται από το γλωσσικό ρεπερτόριο κάποιας κοινότητας ή ομάδας όπως αυτή των ομοφυλόφιλων, διότι μπορεί και παραμένει, σημασιολογικά ισχυρός, αποκαλύπτοντας το νόημα του και καθιστώντας ορατό στους πολλούς τον χρήστη,  δίχως να χρειασθεί να μεταφρασθεί/Ας μη ξεχνάμε θεωρητικά-επιστημολογικά, πως ο γλωσσικός χρήστης επιθυμεί ακριβώς αυτό: Να γίνει ορατός με τον τρόπο που θέλει, ως ‘ίσος προς ίσο,’ σταματώντας την απόκρυψη της ταυτότητας του σε γνωστούς και σε φίλους/Και ο ενδεδειγμένος τρόπος υπέρβασης των όποιων εμποδίων μπορούν να θέσει οι συγγενείς σε ένα σεξουαλικού τύπου ‘coming out,’ είναι η ευρύτερη γνωστοποίησης της σεξουαλικής ταυτότητας του ατόμου, δίχως να έχει προηγηθεί η ανακοίνωση της σε στενά συγγενικά πρόσωπα και σε φίλους, πέραν των πλέον στενών /Ίσως δεν είναι τυχαίο που στη δημόσια σφαίρα, στον δημοσιογραφικό λόγο που δεν ασκείται στην υπαινικτικότητα, απαντάται ‘ως έχει’: Ως ‘coming out’) πολιτικού. Όμως, εκτιμούμε πως είναι απλοϊκές και αναίτια κινδυνολογικές οι απόψεις εκείνες που αποδίδουν ιδιαίτερη βαρύτητα στο ρόλο που θα διαδραματίσουν στη νέα κυβέρνηση Νετανιάχου πολιτικο-θρησκευτικά κόμματα (και πάλι απλοϊκά και επιστημολογικά εσφαλμένα, η νέα κυβέρνηση αποκαλείται ήδη, προτού καν τα μέλη της αναλάβουν τα καθήκοντα τους και ξεδιπλώσουν τις πολιτικές τους, ως ‘ακροδεξιά’/Το μούδιασμα και ο φόβος που προκαλεί η σκέψη πως τα θεωρούμενα ως ‘ακροδεξιά’ κόμματα θα συμμετάσχουν στη νέα κυβέρνηση, προκαλεί μία  ‘παράλυση’ που σταδιακά δεν  βλέπει τίποτε άλλο πέραν αυτού, καταλήγοντας να επαναλαμβάνει μονότονα τις λέξεις ‘ακροδεξιός’ και ‘ακροδεξιά’/Και το θεωρητικό-επιστημολογικό ενδιαφέρον είναι πως στην ‘παγίδα’ αυτή πέφτουν όχι μόνο έντυπα και εφημερίδες που ομνύουν στην Αριστερά, αλλά και εφημερίδες που πρόσκεινται στον φιλελεύθερο χώρο). Οι θιασώτες αυτής της άποψης που ενδημούν στα καθ’ ημάς, αγνοούν, σε θεωρητικό επίπεδο, τις παραμέτρους εκείνες που συνυπολογίζονται για τη συγκρότηση μίας κυβέρνησης συνεργασίας («ποια είναι η μέση ηλικία ανάληψης υπουργικού χαρτοφυλακίου» στο Ισραήλ, για να στραφούμε στη μελέτη του Γεράσιμου Κάρουλα και της Μανίνας Κακεπάκη;/Η επιστημονική γνώση και η εξειδίκευση ως παράμετροι ή ως κριτήρια επιλογής ενός πολιτικού προσώπου για τη θέση του υπουργού, δεν συνεκτιμήθηκαν σε σημαντικό βαθμό/Μένει να φανεί ποιο πολιτικό πρόσωπο θα κληθεί από τον Μπενιαμίν Νετανιάχου να αναλάβει το πολύ σημαντικό χαρτοφυλάκιο του υπουργού Εξωτερικών, αρμόδιου και για τις σχέσεις με την Παλαιστινιακή Αρχή; ), την θητεία των προηγούμενων κυβερνήσεων του Μπενιαμίν Νετανιάχου και τις ‘έξυπνες’ και δημιουργικές πολιτικές που εφήρμοσε (παραπέμπουμε τον αναγνώστη που επιθυμεί να εμβαθύνει περαιτέρω, στη συνέντευξη του εντολοδόχου Ισραηλινού πρωθυπουργού στην Αμερικανίδα δημοσιογράφο Μπάρι Βάις, προκειμένου να διαπιστώσει πως ο Ισραηλινός πολιτικός είναι κάτι πολύ περισσότερο από ‘διαχειριστής’, όπως ελαφρά τη καρδία θα έλεγαν κάποιοι, δίδοντας έμφαση στο μοντέλο ηγεσίας των John & Cole/Σε αυτή τη συνέντευξη, διαφαίνεται πως ο Μπενιαμίν Νετανιάχου είναι εκείνος ο πολιτικός ηγέτης που «δίνει έμφαση σε συναινετικές διαδικασίες», σύμφωνα με την Μαρία Τολίκα, κάτι που αποδεικνύεται και από τον τρόπο με τον οποίο έλαβε χώρα ο σχηματισμός της κυβέρνησης συνεργασίας, όντας την ίδια στιγμή ανοιχτός σε αλληλεπιδράσεις, σε συζητήσεις και σε συνεργασίες με ηγέτες αυταρχικών χωρών, αρκούντως αποφασιστικός ως προς την προώθηση των Ισραηλινών θέσεων,  δίχως όμως να απόσχει από τις φιλελεύθερες-δημοκρατικές αξίες που τον διακατέχουν και τις οποίες δεν διστάζει να κοινοποιεί, ζητώντας από αυτούς, τουλάχιστον ειλικρίνεια/Είναι ενδεικτικό το πως παραμέρισε την πίκρα και την απογοήτευση που του προκαλούσαν οι συνεχείς λεκτικές επιθέσεις του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος αποκαλούσε τον Μπενιαμίν Νετανιάχου ‘Χίτλερ,’ χωρίς να σκεφθεί ούτε στιγμή τις συνέπειες και τον αρνητικό αντίκτυπο που προκαλούσαν τα λεγόμενα του, τη ζημία που επιφέρει μία τέτοια αναφορά στις διμερείς σχέσεις Ισραήλ-Τουρκίας και στις προσωπικές του σχέσεις με τον Ισραηλινό πολιτικό, το άτοπο και ανιστορικό μίας τέτοιας αναφοράς, χάριν της απόφασης ευθυγράμμισης του με την στροφή που πραγματοποίησε η προηγούμενη κυβέρνηση του Ισραήλ ως προς τις σχέσεις της χώρας με την Τουρκία, που κινούνται σε τροχιά βελτίωσης  ), όπως επίσης και τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται οι κυβερνητικές αποφάσεις. Σε μία κυβέρνηση συνεργασίας έχουμε να κάνουμε με ορθολογικούς δρώντες που αποφασίζουν από κοινού, σε μία δεδομένη χρονική στιγμή, ποιο είναι το καλύτερο για την κυβέρνηση που ‘υπηρετούν’. Βλέπε σχετικά, Διαμαντόπουλος, Θανάσης., ‘Το κομματικό φαινόμενο: Μορφές, συστήματα, οικογένειες κομμάτων,’ Εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα, 193, σελ. 310, 312-313. Ο Θανάσης Διαμαντόπουλος, προσφέρει ένα εύληπτο παράδειγμα κατίσχυσης της «αρχής της αντιπροσώπευσης του κόμματος που προέρχεται από τον υποαντιπροσωπευόμενο πολιτικό χώρο». «Μετά την ανατροπή της δικτατορίας Παγκάλου και τις εκλογές του 1926, στην Ελλάδα σχηματίσθηκε οικουμενική κυβέρνηση, στην οποία μετείχαν τα τρία βενιζελικά και τα δύο βασιλικά κόμματα (το Λαϊκό Κόμμα που είχε αρχηγό τον Π. Τσαλδάρη και το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων του στρατηγού Ι. Μεταξά). Όταν το 1927 το ΛΚ αποχώρησε από την κυβέρνηση, όλα πλην ενός (που δόθηκε σε ανεξάρτητη προσωπικότητα) τα υπουργεία του πήγαν, αυτόματα θα έλεγε κανένας, στο υπολειπόμενο βασιλικό κόμμα, αυτό του Μεταξά, που εξασφάλισε έτσι σαφή υπεραντιπροσώπευση… Γιατί πλέον αντιπροσώπευσε ολόκληρη την -υποαντιπροσωπευόμενη- βασιλόφρονα παράταξη». Κάτι παρόμοιο συνέβη και στην πρόσφατη πολιτική ιστορία της χώρας (δεν χρειάζεται ενίοτε να πηγαίνουμε τόσο πίσω στην ιστορία), και πιο συγκεκριμένα το 2012, μετά τον σχηματισμό της τρικομματικής κυβέρνησης συνεργασίας μεταξύ Νέας Δημοκρατίας, Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος και Δημοκρατικής Αριστεράς. Η συμμετοχή της Δημοκρατικής Αριστεράς του Φώτη Κουβέλη στην κυβέρνηση συνεργασίας της προσέφερε αυτομάτως τη δυνατότητα του να υπεραντιπροσωπεύσει τον χώρο της Ανανεωτικής Αριστεράς σε κυβερνητικό επίπεδο, ξεφεύγοντας από τη ‘σκιά’ του προελαύνοντος προς την κυβερνητική εξουσία ΣΥΡΙΖΑ και επίσης, καλλιεργώντας το έδαφος ώστε να διεκδικήσει επί ίσοις όροις από αυτόν την πολιτική-εκλογική εκπροσώπηση ενός μεγάλου μέρους των ψηφοφόρων της στις επόμενες βουλευτικές εκλογές. Όμως, η απόφαση αποχώρησης της από την κυβέρνηση συνεργασίας, είχε ως αποτέλεσμα, όχι μόνο το να πάψει να ισχύει η αρχή της «υπεραντιπροσώπευσης» του χώρου της Ανανεωτικής Αριστεράς (με τη συμμετοχή της στην κυβέρνηση, η Δημοκρατική Αριστερά κατάφερε να ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων από τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος είχε διεισδύσει εκλογικά στο εκλογικό ακροατήριο της Ανανεωτικής Αριστεράς/Για αυτό ακριβώς η Δημοκρατική Αριστερά ήσαν ο «υποαντιπροσωπευόμενος πολιτικό χώρος» στη συμμαχική κυβέρνηση’: Λόγω του ό,τι στον πολιτικοϊδεολογικός χώρος στον οποίο αναφέρονταν κυριαρχούσε πλέον ο ΣΥΡΙΖΑ  ), από το κόμμα του Φώτη Κουβέλη, αλλά, και να απωλέσει η Δημοκρατική Αριστερά τη δυνατότητα του να διεκδικήσει, σε κάποιο μεταγενέστερο στάδιο, περισσότερα και πιο σημαντικά υπουργικά χαρτοφυλάκια. Βλέπε και, John & Cole., ‘Political Leadership in the new urban governments: Britain and France’, Compare local government studies, Volume 25, No. 4, 1999, σελ. 98-115. Και, Τολίκα, Μαρία., ‘Συμμετοχική διακυβέρνηση και πολιτικά δίκτυα στην Τοπική Αυτοδιοίκηση: ηγεσία, θεσμική συγκρότηση και νομιμοποίηση,’ Διδακτορική Διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2019, Διαθέσιμη στο: Συμμετοχική διακυβέρνηση και πολιτικά δίκτυα στην Τοπική Αυτοδιοίκηση: ηγεσία, θεσμική συγκρότηση και νομιμοποίηση (didaktorika.gr) Κάρουλας, Γεράσιμος., & Κακεπάκη, Μανίνα., ‘Οι υπουργικές ελίτ στην Ελλάδα (2000-2019): μεταξύ κόμματος, εξειδίκευσης και τεχνοκρατίας;’, Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, Τεύχος 159, σελ. 57-90, 2022, Διαθέσιμο στο: (PDF) Κάρουλας Γ., & Κακεπάκη Μ. (2022). Οι υπουργικές ελίτ στην Ελλάδα (2000-2019): μεταξύ κόμματος, εξειδίκευσης και τεχνοκρατίας; . Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 159, 57–90. (researchgate.net)  Αποσπάσματα της συνέντευξης Νετανιάχου είναι διαθέσιμα στο, ‘Νετανιάχου για Ερντογάν: Με αποκαλούσε «Χίτλερ» κάθε έξι ώρες…,’ Ιστοσελίδα εφημερίδας ‘Πρώτο Θέμα,’ 03/12/2022, Νετανιάχου για Ερντογάν: Με αποκαλούσε «Χίτλερ» κάθε έξι ώρες… (protothema.gr) Κάνοντας χρήση του στοιχείου της γλωσσικής υπερβολής που όμως δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητα («με αποκαλούσε Χίτλερ κάθε έξι ώρες’), ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, θέλησε να καταδείξει το πόσο αρνητική και προκατειλημμένη ήσαν η στάση του Τούρκου προέδρου απέναντι του. Και το ερώτημα προκύπτει εύλογα: Έχει αλλάξει γνώμη ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν; Ολόκληρη η συνέντευξη, είναι διαθέσιμη σε μορφή podcast (συστήνουμε στον αναγνώσει να την ακούσει προσεκτικά/Σε αυτό βοηθάει και το γεγονός πως η προφορά των Αγγλικών από τον Μπενιαμίν Νετανιάχου είναι ‘φυσική’ και δεν δυσκολεύει τον αναγνώστη, που μπορεί και ακούει καθαρά και δυνατά τις λέξεις/Αντίθετα, η αρκούντως στυλιζαρισμένη και επιτηδευμένη προφορά της Αγγλικής γλώσσας που υιοθέτησε ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας κατά τη διάρκεια των κοινών δηλώσεων του με τον πρώην πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ, στο Λευκό Οίκο, άγγιξε τα όρια τη θυμηδίας και της γλωσσικής παρωδίας, καθότι, στην προσπάθεια του να δείξει στον συνομιλητή πως ομιλεί πολύ καλά την Αγγλική γλώσσα, ξέχασε έναν βασικό γλωσσικό κανόνα: Το ‘μιλάω όπως έχω μάθει και όπως μπορώ’/). Βλέπε σχετικά, ‘Bibi Netanyahu: Israel’s New Prime Minister.  Again. Honestly with Bari Weiss,’ 30/11/2022, Bibi Netanyahu: Israel’s New Prime Minister. Again. – Honestly with Bari Weiss | Podcast στο Spotify Για τα μέλη της νέας Ισραηλινής κυβέρνησης, βλέπε και,  ‘Κυβέρνηση Νετανιάχου (πάλι) στο Ισραήλ,’ Ιστοσελίδα ‘Εφημερίδας των Συντακτών,’ 22/12/2022, Κυβέρνηση Νετανιάχου (πάλι) στο Ισραήλ | Η Εφημερίδα των Συντακτών (efsyn.gr)

[3] Βλέπε σχετικά, Vagts, Alfred., ‘A history of militarism. Civilian and Military,’ London, Hollis & Carter, 1959. Kαι Mann, Michael., ‘The source of Social Power,’ Volume 2, Cambridge, Cambridge University Press, 1993. O «πολιτικός μιλιταρισμός» που ξεφεύγει από τα όρια των Ενόπλων Δυνάμεων και των καθαυτών στρατιωτικών δράσεων, εκπορευόμενος κεντρικά από το κράτος,  έχει διαδραματίσει ρόλο στη συγκρότηση της σύγχρονης εθνικής, Ιρανικής ταυτότητας, μετά από την επιτυχημένη Ισλαμική επανάσταση του 1979 (η επίκληση του ιστορικού κλέους και η μνημονική υπενθύμιση του παρελθόντος και των επιτευγμάτων της Περσικής Αυτοκρατορίας, δεν έχουν συντελέσει σχεδόν καθόλου στη διαμόρφωση της σύγχρονης, Ιρανικής, ισλαμικής ταυτότητας, με αποτέλεσμα η σημερινή Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν και το άλλοτε Περσικό κράτος να φαντάζουν ως δύο διακριτές και ξεχωριστές οντότητες δίχως κάποια σύνδεση μεταξύ τους). Το ερώτημα που ανακύπτει είναι άλλο: Εμφανίσθηκε στο Ιράν, μετά την επικράτηση του Ισλαμικής Επανάστασης και τη διαμόρφωση ενός θεοκρατικού, αυταρχικού καθεστώτος, μετά από τον οκταετή πόλεμο Ιράν-Ιράκ ή και κατά τη διάρκεια του, ο λεγόμενος, και πάλι από τον Vagts, «μιλιταρισμός των πολιτών»; (για τον Lukes, ο μιλιταρισμός καθίσταται η «τρίτη διάσταση της εξουσίας») Δηλαδή, μία δυνάμει στρατιωτικοποίηση σημαντικού μέρους της κοινωνίας (στην εμπόλεμη Ουκρανία, δεν παρατηρούμε κάτι τέτοιο), στην οποία να εμπλέκονται πολίτες που να επιθυμούν να συμμετάσχουν, με όποιον τρόπο μπορούν, στην πολεμική προσπάθεια; Η διαδικασία της στρατιωτικοποίησης όμως, αποκτά και μία άλλη πτυχή: Το να επιθυμούν σφόδρα διάφοροι πολίτες μίας χώρας ( ο Πελέ που απεβίωσε πολύ πρόσφατα, συνετέλεσε στη διαμόρφωση της μεταπολεμικής, αθλητικής-ποδοσφαιρικής ταυτότητας της Βραζιλίας), την εμπλοκή της σε έναν πόλεμο με μία γειτονική χώρα, για μία σειρά από λόγων, φθάνοντας έως του σημείου να διεκδικήσουν στο δρόμο την ευόδωση αυτού του στόχου (κάτι τέτοιο και πολύ σωστά, δεν ισχύει και εν Ελλάδι). Απαντώντας, θα λέγαμε πως στο Ιράν δεν προκύπτουν πραγματολογικά δεδομένα που να τεκμηριώνουν την άποψη πως στη χώρα δημιουργήθηκε ένας «μιλιταρισμός των πολιτών», παρόμοιας ισχύος με τον επικρατούν «πολιτικό μιλιταρισμό», με αρκετούς Ιρανούς πολίτες να μην έχουμε ουδεμία πρόθεση από ένα σημείο και έπειτα, να επιδιώξουν κάτι τέτοιο, διαθέτοντας την επίγνωση πως μία τέτοια εξέλιξη είναι πιθανό να ενισχύσει περισσότερο τον ήδη αυταρχικό χαρακτήρα του καθεστώτος. Μετά το πέρας της οκταετούς ένοπλης σύρραξης μεταξύ του Σανταμικού Ιράκ και της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, δεν προέκυψε η δημιουργία ομάδων Ιρανών πολιτών που να ζητούν επιτακτικά ‘εκδίκηση’ από το Ιράκ και τον Σαντάμ Χουσεΐν, που να ζητούν την στρατιωτική εισβολή του Ιράν στη γειτονική χώρα και την κατάληψη εδαφών της, ιδίως εκείνων όπου βρίσκονται σημαντικοί θρησκευτικοί τόποι του Σιιτικού Ισλάμ. Βλέπε επίσης, Lukes, Steven., ‘Power: A Radical View,’ London, Macmillan, 1974.

[4] Κάποιες ισχυρές μεταβλητές (ή παρορμήσεις; ) που ώθησαν τον απερχόμενο Ισραηλινό υπουργό Εθνικής Άμυνας στο να προβεί σε τέτοιες δηλώσεις, ήσαν οι εξής: Η πρώτη μεταβλητή άπτεται, απλά, της βαθύτερης επιθυμίας του Μπένι Γκάντζ, να αφήσει μία λεκτική ‘κληρονομιά,’ μία παρακαταθήκη για τους επόμενους, διεκδικώντας το να τον θυμούνται μετά από κάποια χρόνια, οι πολίτες της χώρας. Και τι καλύτερος τρόπος για  να επιτύχει κάτι τέτοιο, από το να θέσει στο επίκεντρο τις στρατιωτικές δυνατότητες του Ισραήλ την ικανότητα που διαθέτει (οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ, που πραγματοποιήθηκαν πριν από λίγες ουσιαστικά ημέρες, δεν πρέπει να προσεγγισθούν ως προμήνυμα κοινής  μελλοντικής επίθεσης κατά των πυρηνικών εγκαταστάσεων της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν/ Όσο οι Ηνωμένες Πολιτείες επιμένουν σε μία κατεύθυνση διπλωματικής επίλυσης της διαφοράς που έχει ανακύψει σχετικά με το Ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, θα είναι δύσκολο για το Ισραήλ, παρά τις δεδομένες στρατιωτικές του δυνατότητες, να επιχειρήσει να εμπλακεί σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, στοχεύοντας και σε μία ‘αλλαγή καθεστώτος’ δια του χρήσης εξωτερικής, στρατιωτικής ισχύος/Όμως, το Ισραήλ, δεν παύει να διεκδικεί για τον εαυτό του το ‘δικαίωμα’ του ό,τι ο Ευάγγελος Βενιζέλος νοηματοδοτεί ως «ultimum refugium»∙ Σε ένα τέτοιο εκ των προτέρων σύνθετο πλαίσιο, η  χρήση  των προληπτικών και επιλεκτικών στρατιωτικών πληγμάτων κατά Ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων είναι το ‘ύστατο καταφύγιο’ του Ισραήλ, σε περίπτωση όπου το τελευταίο κρίνει πως τα πράγματα έχουν φθάσει στο απροχώρητο και δεν υπάρχει πλέον ‘ουδεμία δυνατότητα’ να κάνει πίσω το Ιράν με άλλους τρόπους), για να πλήξει μία χώρα του μεγέθους του Ιράν. Μία τέτοια δήλωση στην οποία εμπεριέχονται ο υπόρρητος ‘θαυμασμός’ για τις στρατιωτικές ικανότητες του Ισραήλ, με την έκδηλη αποφασιστικότητα, η ηρεμία (ο Μπένι Γκάντζ προέβη σε τέτοιου τύπου δηλώσεις που δεν φανερώνουν τάσεις υποτίμησης του Ιράν, ευρισκόμενος σε πολύ ήρεμη κατάσταση, ωσάν να διηγείται ένα παραμύθι στα παιδιά του ώστε αυτά να κοιμηθούν), με την πυγμή, δύναται να εντυπωθεί με τέτοιον τρόπο στην ατομική και στη συλλογική μνήμη, ώστε να καθίσταται δύσκολο να ξεχαστεί ο υπουργός, όχι μόνο από πολίτες, αλλά και από πολιτικούς. Ακόμη και μετά την παρέλευση κάποιων ετών, είναι δυνατόν να θυμούνται τον ίδιο και την υπουργική του θητεία, μόνο και μόνο για αυτή τη δήλωση. Άρα, ο Μπένι Γκάντζ πέτυχε τον στόχο του. Η δεύτερη μεταβλητή, έχει να κάνει εμπρόθετα με την πρόθεση του να δείξει πως τα πράγματα πλησιάζουν σε ένα επικίνδυνο σημείο, όσο το Ιρανικό θεοκρατικό, αυταρχικό καθεστώς συνεχίζει να εμπλουτίζει ουράνιο σε συγκεκριμένες ποσότητες, εκμεταλλευόμενο και το γεγονός πως δεν έχει επιτευχθεί κάποια συμφωνία με την ομάδα ‘5+1’ (Ηνωμένες Πολιτείες, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία, Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, Ρωσία και Γερμανία) για τον έλεγχο του πυρηνικού του προγράμματος. Οπότε, το Ισραήλ και οι Ισραηλινοί στρατιωτικοί οφείλουν να εργαστούν πάνω σε διαφορετικά σενάρια αντίδρασης, προετοιμαζόμενοι ψυχο-συναισθηματικά και στρατιωτικά. Ο Μπένι Γκάντζ, εστιάζει σε ένα μεσοπρόθεσμο επίπεδο, επιδιώκοντας να «διακρίνει την αναδυόμενη μορφή των πραγμάτων που έρχονται», για να παραφράσουμε ελαφρά τον πρώην υπουργό Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών Ντιν Άτσεσον (λίγες ώρες μετά τη γνωστοποίηση του θανάτου του Βραζιλιάνου παλαίμαχου ποδοσφαιριστή Έντσον Αράντσες  Ντο Νασιμέντο, γνωστό μονολεκτικά ως ‘Πελέ,’ και τα πρώτα τηλεοπτικά αφιερώματα έχουν κάνει ήδη την εμφάνιση τους, αν και δεν απαιτήθηκε η διακοπή της κανονικής ροής ενός τηλεοπτικού προγράμματος προκειμένου να ανακοινωθεί επίσημα η είδηση του θανάτου του/Στην περίπτωση του, ανακύπτει η ακόλουθη ιδιαιτερότητα: Το ό,τι δηλαδή, το γεγονός πως κατέστη ευρύτερα γνωστός ως ‘Πελέ,’ δεν είχε ως απότοκο το να αγνοηθεί ή να ξεχαστεί εντελώς το κανονικό του ονοματεπώνυμο, που ήσαν Έντσον Αράντσες ντο Νασιμέντο, με την φήμη που απέκτησε και με το εντεινόμενο ενδιαφέρον των μη Βραζιλιάνων να μάθουν πράγματα για τον ίδιο και για τη ζωή του, για το ποιοι ήσαν οι γονείς του, για το παρατσούκλι ‘Πελέ,’  για το πως ξεκίνησε την ποδοσφαιρική του καριέρα, για το πότε μετεγγράφηκε στην ομάδα της Σάντος, για ποιους λόγους έκανε το ντεμπούτο του με την εθνική ομάδα της Βραζιλίας στο παγκόσμιο κύπελλο του 1958, που διεξήχθη στα γήπεδα της Σουηδίας, να συμβάλλει σε μία τέτοια εξέλιξη/Το ονοματεπώνυμο Έντσον Αράντσες Ντο Νασιμέντο, συμβάδιζε με το απλό ‘Πελέ,’ η χρήση του οποίου αρκούσε για να αντιληφθούν οι περισσότερο περί τίνος επρόκειτο/Σε ποδοσφαιρικό επίπεδο, ο Πελέ ήσαν αυτός που μετεξέλιξε, συνεπεία των ποδοσφαιρικών του δεξιοτήτων, το παιχνίδι του σημαντικού Βραζιλιάνου ποδοσφαιριστή Λεονίντας ο οποίος διακρίθηκε κυρίως την προπολεμική περίοδο, όντας επιθετικός που διέθετε μεγάλη έφεση στο σκοράρισμα, κάτι που αποδείχθηκε στο παγκόσμιο κύπελλο της Γαλλίας, στα 1938/Ο Πελέ, διαθέτοντας την ίδια, εάν όχι μεγαλύτερη έφεση στο σκοράρισμα από τον Λεονίντας, και επίσης, καλύτερη τεχνική κατάρτιση που του επέτρεπε να χρησιμοποιεί με χαρακτηριστική άνεση και τα δύο του πόδια, και μεγαλύτερη κινητικότητα, ξεκίνησε ως κλασικός επιθετικός, όπως ο Λεονίντας, για να μετατραπεί στη συνέχεια της καριέρας του σε ένα σύγχρονο για την εποχή εκείνη επιτελικό μέσο, κινούμενος ‘έξω από το κουτί’/Και για την ακρίβεια, ήσαν οι διαρκείς εναλλαγές θέσεων κατά τη διάρκεια μίας ποδοσφαιρικής αναμέτρησης, η μετατροπή του, μέσα σε λίγα λεπτά, σε επιθετικό, σε επιτελικό μέσο και ακόμη και  σε winger, αυτές που του επέτρεψαν να εκμεταλλευθεί στο μέγιστο βαθμό την ‘πλούσια’ γκάμα των δυνατοτήτων του, καθιστάμενος έτσι ο πιο επιδραστικός Βραζιλιάνος ποδοσφαιριστής της εποχής του/Ένας ποδοσφαιριστής που δεν χρειάσθηκε να φτάσει στο peak της καριέρας από την στιγμή όπου είχε καταφέρει να το προσεγγίσει από πολύ μικρή ηλικία/Ο Πελέ εξαιρείται από αρκετούς Βραζιλιάνους ποδοσφαιριστές, καθότι οι τελευταίοι έγιναν περισσότερο γνωστοί με το παρατσούκλι τους και λιγότερο με το κανονικό τους ονοματεπώνυμο, όπως ο Γκαρίντσα). Η τρίτη μεταβλητή που εντοπίζουμε και που οδήγησε τον Μπένι Γκάντζ να δηλώσει ενώπιον των νέων πιλότων της Ισραηλινής πολεμικής αεροπορίας πως το σε 2-3 χρόνια ίσως χρειασθεί να επιτεθούν στις Ιρανικές, πυρηνικές εγκαταστάσεις, έχει σχέση με το ό,τι ο απερχόμενος υπουργός Εθνικής Άμυνας της χώρας (η νέα κυβέρνηση Νετανιάχου έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης από την ‘Κνεσέτ’), είχε πλήρη επίγνωση του χώρου στον οποίο βρισκόταν. Του ό,τι συμμετείχε ως αρμόδιος υπουργός σε ένα «δημόσιο δρώμενο» (public event), κατά τον Don Handelman, που επιτάσσει το να πεις ‘δύο-τρία συγκεκριμένα λόγια,’ να διατηρήσεις υψηλό το φρόνημα των νέων πιλότων (το στρατιωτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο βρισκόταν, ήσαν το πλέον ευνοϊκό για να διατυπώσει αυτές τις σκέψεις, για οξύνει τους τόνους,  κάτι που ίσως δεν  μπορούσε με την ίδια ευκολία να πράξει από το βήμα της ‘Κνεσέτ,’ ή ακόμη και κατά τη διάρκεια μίας ομιλίας του σε κάποιο συνέδριο που καταπιάνεται με διεθνή και με περιφερειακά θέματα/Δύο είναι τα πιο κατάλληλα περιβάλλοντα για κάτι τέτοιο: Το πρώτο είναι το στρατιωτικό περιβάλλον και το δεύτερο το κομματικό περιβάλλον/Σε τοιαύτες περιστάσεις, το ακροατήριο ενδέχεται να είναι πιο ευνοϊκό, καθώς είναι μικρότερες οι πιθανότητες της ύπαρξης αντίλογου),  να κάνεις γνωστό, σε περίπτωση που κάποιοι εκ των νέων πιλότων δεν το γνωρίζουν, το ποιος είναι ο σημαντικότερος περιφερειακός-γεω-πολιτικός αντίπαλος του Ισραήλ. Εν είδει υποθέσεως εργασίας, θα ισχυρισθούμε πως σε περιπτώσεις ύπαρξης κρίσεων με την Ισλαμιστική-τρομοκρατική οργάνωση της ‘Χαμάς,’ οι αποφάσεις λαμβάνονται, όσον αφορά το Ισραήλ, από «μικρές και επί τόπου ομάδες, οι οποίες αντανακλούν τις προτιμήσεις ολόκληρου του κυβερνητικού συμβουλίου», σύμφωνα με τον Hill. Και όχι μόνο του πρωθυπουργού και της παράταξης του, κάτι που αφορά και την προηγούμενη κυβέρνηση των Νάφταλι Μπένετ και Γιαϊρ Λαπίντ. Βλέπε σχετικά, Hill, C., ‘Theoretical introduction,’ στο: Wallace, W., & Peterson, (επιμ.), ‘Foreign-policy making in Western Europe. A comparative approach,’ London, Saxon House, 1978. Για την ανάλυση του Ντιν Άτσεσον (η  έμφαση που δίδεται στη διπλωματική δραστηριοποίηση των υπουργών Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών,  έχει συσκοτίσει ουσιαστικά το γεγονός πως κάποιοι εξ αυτών ήσαν αρκούντως ικανοί σχεδιαστές ‘υψηλής στρατηγικής’), βλέπε και, Williams, A., ‘Strategic planning in the executive office in the UN Secretary-General,’ Global Governance, 16, 4, 2010. KΑΙ, Handelman, Don., ‘Introduction: Why ritual in its own rights?,’ στο: Handelman, D., & Lindquist, G., (επιμ.), ‘Ritual in its own right,’ Berghahn Books, New York, 2004, σελ. 1-32. «Δημόσιο δρώμενο» θα είναι ουσιαστικά και η κηδεία του Πελέ, από την στιγμή όπου σε αυτή θα συμμετάσχει πλήθος κόσμου. Ένα αμιγώς ποδοσφαιρικό άρθρο σχετικό με τον Πελέ, το οποίο προτείνουμε για ανάγνωση από τον κυκεώνα των δημοσιευμάτων και των άρθρων που αναπαράγονται πλέον με ζηλευτή ταχύτητα για τον Πελέ, είναι αυτό του δημοσιογράφου της αθλητικής-ποδοσφαιρικής ιστοσελίδας Γιάννη Ζωϊτού, το οποίο αναφέρεται στην περιώνυμη ντρίμπλα του Βραζιλιάνου ποδοσφαιριστή στον Ουρουγουανό τερματοφύλακα Μαζουρκιέβιτς, στην αναμέτρηση μεταξύ Βραζιλίας και Ουρουγουάης για το παγκόσμιο κύπελλο του 1974. Το πλεονέκτημα του άρθρου που κατά βάση συνιστά μία περιγραφή της ντρίπλας που δεν διαθέτει τίποτε το περιττό, με τον Πελέ να αποτραβιέται από την μπάλα την οποία διαφαίνεται πως κυνηγά με περίσσιο πάθος, την κατάλληλη στιγμή, λυγίζοντας τα πόδια του και στέλνοντας από την άλλη γωνία τον τερματοφύλακα, που ουσιαστικά δεν είδε καν την μπάλα, είναι το ό,τι είναι διανθισμένο με μία οιονεί λογοτεχνίζουσα γλώσσα (και ως προς τη γλώσσα), που θυμίζει την αντίστοιχη γλώσσα που χρησιμοποιεί στις μπασκετικές μεταδόσεις του ο Βασίλης Σκουντής. Βλέπε και, Ζωϊτός, Γιάννης, ‘Πελέ: Η συγκλονιστικότερη ενέργειά του ήταν αυτή που δεν ακούμπησε την μπάλα,’ Αθλητική-Ποδοσφαιρική ιστοσελίδα ‘Sport24,’ 29/12/2022, Πελέ: Η συγκλονιστικότερη ενέργειά του ήταν αυτή που δεν ακούμπησε την μπάλα (sport24.gr)

[5] Ήδη, προτού καν αναλάβουν τα υπουργικά τους καθήκοντα οι νέοι υπουργοί, προτού αναγνωσθούν οι προγραμματικές δηλώσεις τους, και τεθούν και επίσημα οι βασικές κατευθύνσεις της νέας κυβέρνησης (στρεφόμενοι στην ανάλυση των R. Harmer & J. Robertson, θα θέσουμε τα εξής ερωτήματα: Πόσα εκ των κομμάτων που θα συμμετάσχουν στην συμμαχική κυβέρνηση, προέκυψαν «πρωτογενώς», ήτοι ως εκφραστές κάποιου συγκεκριμένου «κοινωνικού αιτήματος», όπως μπορεί να είναι η προστασία και η ανα-διαμόρφωση της Ισραηλινής-Εβραϊκής ταυτότητας μέσα σε ένα ρευστό και μεταβαλλόμενο περιβάλλον; Πόσα εξ αυτών των κομμάτων, προέκυψαν από συγχώνευση προϋπάρχοντων κομματικών σχηματισμών και πόσα από διασπάσεις μεγαλύτερων κομμάτων σε μικρότερα κόμματα; Στα καθ’ ημάς, το παραδοσιακό και ιστορικό Βενιζελικό κόμμα των Φιλελεύθερων,  δεν διαλύθηκε στα εξ ων συνετέθη, όσο σταδιακά απώλεσε τους κοινωνικούς-πολιτικούς λόγους ύπαρξης του, πράγμα που συνέβαλλε στο δημιουργηθεί από το υπάρχον στελεχιακό του δυναμικό, πλήθος κομματικών σχηματισμών, αρκετά εκ των οποίων είχαν σύντομη διάρκεια ζωής, ενώ άλλα απορροφήθηκαν από μεγαλύτερα και πιο ισχυρά πολιτικά κόμματα/Διευρύνοντας το πεδίο της ανάλυσης μας, θα υπογραμμίσουμε πως γίνεται αρκετή αναφορά στο ενδεχόμενο εξαναγκασμού σε παραίτηση του αρχηγού του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Τσίπρα, εάν το κόμμα του ηττηθεί όχι σε μία, αλλά σε δύο συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις/Όμως, κάτι τέτοιο δεν είναι τόσο απλό ή εύκολο όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως, γιατί, ο πολιτικός αυτός που δεν υπήρξε ο ιδρυτής του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά «δημιούργημα» του, πρώτον, «πήρε το κόμμα «στα χέρια του» σε φάση αναπροσδιορισμού της φυσιογνωμίας του, δεύτερον, το «οδήγησε σε σημαντικές και αλλεπάλληλες εκλογικές επιτυχίες, και, τρίτον, ο «ανταγωνισμός των ενδοκομματικών του αντιπάλων τους αλληλοαδρανοποιεί»/Για αυτούς λοιπόν τους λόγους, είναι δύσκολο να τεθεί θέμα ηγεσίας στον ΣΥΡΙΖΑ την επόμενη ημέρα των εκλογών/Θέμα ηγεσίας, για αυτούς τους λόγους, δεν τέθηκε και στο ‘Λικούντ’ μετά τον σχηματισμό κυβέρνησης από τους Νάφταλι Μπένετ και Γιαϊρ Λαπίντ, για όλους τους παραπάνω λόγους, συν το ό,τι η καλή εκλογική του επίδοση απέτρεψε στελέχη του κόμματος από το να θέσουν θέμα ηγεσίας, αμφισβητώντας ανοιχτά τον Μπενιαμίν Νετανιάχου ), γίνεται λόγος, και πάλι κινδυνολογικά, για την επέκταση των Εβραϊκών οικισμών (η διαχείριση των Εβραϊκών οικισμών και των κατοίκων τους, είναι πολύ πιο σύνθετη και λεπτή από ό,τι αυτή των Παλαιστίνιων προσφύγων/Εκτιμούμε πως σε περίπτωση που υπάρξει κάποια στιγμή συμφωνία για  την ίδρυση ανεξάρτητου Παλαιστινιακού κράτους που θα υφίσταται δίπλα στο Ισραηλινό, ο αριθμός των Παλαιστινίων προσφύγων που θα επιστρέψει στην Παλαιστίνη δεν θα είναι αρκετά μεγάλος ή πάντως δεν θα υπερβαίνει ένα συγκεκριμένο αριθμητικό όριο),   στη Δυτική Όχθη ως ‘ισχυρό δείγμα’ της ‘ακροδεξιάς’ (sic) κατεύθυνσης της νέας κυβέρνησης. Σε ό,τι έχει να κάνει με τις Ισραηλινο-παλαιστινιακές σχέσεις, τα σημαντικά προβλήματα τα αντιμετωπίζει η Παλαιστινιακή πλευρά: Όσο η Ισλαμιστική-τρομοκρατική οργάνωση της ‘Χαμάς’ που αρνείται να αναγνωρίσει το κράτος του Ισραήλ, εξακολουθεί να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στα Παλαιστινιακά εδάφη, όσο η Παλαιστινιακή Αρχή του Μαχμούντ Αμπάς δεν αντιλαμβάνεται το πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα,  τόσο πιο δύσκολο θα καθίσταται για τις Ισραηλινές κυβερνήσεις να εμπλακούν σε ουσιαστικές και γόνιμες διαπραγματεύσεις με την νόμιμη Παλαιστινιακή αρχή, για την επίλυση του Παλαιστινιακού ζητήματος. Βλέπε σχετικά, Harmer, R., & Robertson, J., ‘Formation and success of new parties,’ International Science Review, 1985, Τόμος 4. Στην τυπολογική προσέγγιση των δύο συγγραφέων προστίθεται και άλλη μία παράμετρος, που θα σπεύσουμε να την ονομάσουμε ως ‘αποχώρηση κομματικών στελεχών.’ Δεν ήσαν λίγες οι φορές στις οποίες αποχωρήσεις κομματικών στελεχών οδήγησε στην ίδρυση νέων κομμάτων, παραπλήσιας ιδεολογίας με το κόμμα στο οποίο μέχρι πριν από λίγο καιρό άνηκε το στέλεχος που προχώρησε στην ίδρυση νέου κόμματος. Μάλιστα, κινούμενοι σε ένα θεωρητικό-επιστημολογικό πλαίσιο, θα πούμε πως αυτή η παράμετρος έχει εμφανισθεί αρκετές φορές στη Μεταπολιτευτική κομματική-πολιτική πραγματικότητα και αφορά και τα τρία κόμματα που έχουν αναλάβει κυβερνητικά καθήκοντα: Την Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ (παραίτηση όχι μετά από εκλογική ήττα, που σημαίνει είτε απώλεια της κυβερνητικής εξουσίας, είτε μη κατάκτηση της,  αλλά μετά από κακή εκλογική παρουσία, είχαμε στην περίπτωση του κόμματος ‘Το Ποτάμι’ του Σταύρου Θεοδωράκη, ο οποίος παραιτήθηκε μετά από την αδυναμία εκλογής ευρωβουλευτών στις ευρωεκλογές που πραγματοποιήθηκαν τον Μάϊο του 2019/Η ιδιαιτερότητα της περίπτωσης του, έγκειται στο ό,τι ο επικεφαλής του δεν δίστασε να παραιτηθεί μετά από ένα καλό εκλογικό αποτέλεσμα σε εκλογές ‘δευτέρας τάξεως’, εκεί όπου λίγοι ασχολήθηκαν, και ερευνητικά, με το ‘Ποτάμι’ και την χαμηλή εκλογική του επίδοση, αποδεικνύοντας εναργώς πως ο φιλελευθερισμός σχετίζεται καταστατικά με την πολιτική νοοτροπία και την πολιτική συμπεριφορά ανεξαρτήτως συνθηκών και διακυβεύσεων). Και, Διαμαντόπουλος, Θανάσης., ‘Το Κομματικό Φαινόμενο…ό.π., σελ. 74. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Κώστας Σημίτης, παραιτήθηκαν από την αρχηγία των κομμάτων τους, προ των βουλευτικών εκλογών του 1981 και του 2004 αντίστοιχα, διαισθανόμενοι την ήττα των πολιτικών τους κομμάτων. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου κινήθηκε στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση μετά από τις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2019, όταν το ‘Λικούντ’ απώλεσε, έστω και οριακά, την εκλογική πρωτιά από το κόμμα ‘Μπλε και Άσπρο’ του Μπένι Γκάντζ (άλλως πως, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου διείδε την μείωση της εκλογικής επιρροής του κόμματος του πριν από τις εκλογές, χωρίς όμως να ακολουθήσει το δρόμο της παραίτησης και της δρομολόγησης των διαδικασιών για τη διαδοχή του) διαμορφώνοντας μία στρατηγική που στηρίχθηκε στην υπομονή και στην εκμετάλλευση κάθε λάθους που θα έκαναν τα μέλη των κομμάτων που συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις για το σχηματισμό κυβέρνησης, με επίδικο την άμεση επιστροφή του στην εξουσία, χωρίς αυτό να τον κατατάσσει στην κατηγορία του ‘εξουσιολάγνου.’

[6] Να αναμένουμε από τον νέο υπουργό Εθνικής Άμυνας του Ισραήλ Γιοάβ Γκαλάντ, τομές ανάλογες με αυτές στις οποίες προχώρησε προς το τέλος της πρωθυπουργικής του θητείας ο Αριέλ Σαρόν; Κάτι τέτοιο μένει να φανεί. Ο Γιοάβ Γκαλάντ (η σύνθεση των κυβερνήσεων συνεργασίας στο Ισραήλ είναι κατά κύριο λόγο κομματοκεντρική, που σημαίνει πως τα περισσότερα μέλη των κυβερνήσεων ανήκουν στο δυναμικό των κομμάτων που έχουν συμφωνήσει να συμμετάσχουν στην κυβέρνηση), οφείλει να αναλάβει πρωτοβουλίες, ιδίως την πρώτη περίοδο, προς την κατεύθυνση πραγματοποίησης συνομιλιών με την Παλαιστινιακή Αρχή.

[7] Η στρατηγική απέναντι στο Ιράν, σε κάποια σημεία της, μπορεί να σκληρύνει περαιτέρω.

[8] Βλέπε σχετικά, Axelrod, ‘Conflict of interest,’ Markham, Chicago, 1973. Σημαντικοί Ισραηλινοί συγγραφείς όπως ο Άμος Οζ, δεν καταπιάσθηκαν στο συγγραφικό τους έργο με τους Εβραϊκούς οικισμούς της Δυτικής Όχθης, όντες προσανατολισμένοι στη διερεύνηση των ταυτοτήτων στο καθαυτό Ισραήλ. Kαι όμως, χρήζει θεωρητικής-επιστημολογικής διερεύνησης και η Εβραϊκή ταυτότητα των εποίκων, το πως καταφέρνει και αναπαράγεται μέσα σε ένα δύσκολο κοινωνικά, αξιακά, πολιτισμικά, περιβάλλον. Για μία κατατοπιστική εισαγωγή στο λογοτεχνικό έργο του Άμος Οζ, βλέπε και, Dubnov, M. Arie., ‘Introduction: Amos Oz’s two pens,’ Journal of Israel History, Politics, Society, Culture, Volume 38, 2020, Διαθέσιμο στο: Introduction: Amos Oz’s two pens: Journal of Israeli History: Vol 38, No 2 (tandfonline.com) Για μία συγκριτική προσέγγιση (τι θέση έχει το Εβραϊκό Ολοκαύτωμα στο έργο του Άμος Οζ; Πόσοι απόγονοι θυμάτων της μαζικής Εβραιοκτονίας συμμετέχουν στη νέα κυβέρνηση Νετανιάχου;), βλέπε και, Mendelson-Maoz, Adia., ‘Memory and space in the autobiographical writings of Amos Oz and Ronit Matalon,’ Journals of Israeli History…ό.π.  Το ίδιο ευαίσθητος (και όχι τραχύς), με τον Άμος Οζ, είναι και ο επίσης Ισραηλινός συγγραφέας Νταβίντ Γκροσμάν, το έργο του οποίου διαπερνάται από μία βαθύτερη υπαρξιακή διάθεση και από την παραδοχή πως η κατανόηση μίας χώρας όπως το Ισραήλ είναι διαδικασία που απαιτεί την εμπλοκή ατόμων  διαφορετικών γενεών και πολλών φορέων. ‘David Grossman, The Art of Fiction No. 194,’ Συνέντευξη στον Jonathan Shainin, The Paris Review, 2007, Paris Review – The Art of Fiction No. 194 (theparisreview.org)

[9] Διαμαντόπουλος, Θανάσης., ‘Το Κομματικό Φαινόμενο…ό.π., σελ. 306. Οι ιθύνοντες και τα μέλη των πολιτικών κομμάτων που ενεπλάκησαν στις διαπραγματεύσεις για το σχηματισμό συμμαχικής κυβέρνησης με κάθε ‘κόστος’, καθώς το ενδεχόμενο πραγματοποίησης νέων εκλογών αποκλείσθηκε εκ των προτέρων (μία τέτοια εξέλιξη, θα μπορούσε να οδηγήσει σε εκδηλώσεις διαμαρτυρίας ‘αγανακτισμένων’ Ισραηλινών πολιτών που θα έβγαιναν στους δρόμους με μόνο στόχο τη μη πραγματοποίηση νέων εκλογών, των έκτων μέσα σε χρονικό διάστημα τριών ετών), μελέτησαν πολύ καλά τους λόγους για τους οποίους δεν ευδοκίμησε το προηγούμενο κυβερνητικό σχήμα, καταλήγοντας στο εξής συμπέρασμα: Ο κυριότερος λόγος για τον οποίο δεν ευδοκίμησε το κυβερνητικό σχήμα (ο Μπενιαμίν Νετανιάχου κατέστησε αδιαπραγμάτευτη αρχή τη μη συμμετοχή του στο κυβερνητικό σχήμα, αφήνοντας τα μέλη της νέας κυβέρνησης να ‘τα βγάλουν πέρα μόνοι τους’), ήσαν οι ιδεολογικές διαφορές και οι αποκλίνουσες στρατηγικές των μελών του, οπότε στην περίπτωση τους, δεν θα έπρεπε να επαναληφθεί το ίδιο. Να σχηματισθεί δηλαδή μία κυβέρνηση μεταξύ κομμάτων που διατηρούν σημαντικές ιδεολογικές διαφορές μεταξύ τους, ναρκοθετώντας εξαρχής την ευστάθεια της δικής τους κυβερνητικής προσπάθειας (η συμμετοχή στην κυβέρνηση Αραβικών πολιτικών κομμάτων αποκλείσθηκε από την πρώτη στιγμή). Για αυτό λοιπόν, έχουμε μία κυβέρνηση, της «ελάχιστης ιδεολογικά συνεχούς νικηφόρας συμμαχίας».

[10] Βλέπε σχετικά, ‘Υπ. Άμυνας Ισραήλ: Επίθεση κατά πυρηνικών δομών στο Ιράν εντός δύο-τριών ετών…ό.π. «Η πρόβλεψη των ισραηλινών στρατιωτικών πληροφοριών για το 2023 είναι ότι το Ιράν «θα συνεχίσει την τρέχουσα πορεία αργής προόδου» στον πυρηνικό τομέα, σύμφωνα με την εφημερίδα Israel Hayom την Κυριακή.

«Το Ιράν θα αλλάξει τις πολιτικές του μόνο εάν του επιβληθούν ακραίες κυρώσεις· τότε θα μπορούσε να αποφασίσει να επιταχύνει τον εμπλουτισμό σε στρατιωτικό βαθμό», ανέφερε η έκθεση, την οποία εκπρόσωπος του στρατού επιβεβαίωσε ότι επικαλείται γνήσιες εκτιμήσεις πληροφοριών».

Ρoή Ειδήσεων
Σχετικά άρθρα
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW

Pet Shop Θεσσαλονίκη
Μενού